
Ο υπομισθωτής, ο οποίος δεν συνδέεται με ενοχικό δεσμό με τον εκμισθωτή, δεν απολαμβάνει αυτοτελούς προστασίας έναντι αυτού και ότι ο εκμισθωτής, μετά τη λήξη της κύριας σύμβασης μίσθωσης με οποιοδήποτε τρόπο, μπορεί να απαιτήσει τη χρήση του..
μισθίου και από τον υπομισθωτή. Τα ίδια δε ισχύουν ανάλογα και στην περίπτωση της δεύτερης υπομίσθωσης μεταξύ του δευτέρου υπομισθωτή και του πρώτου υπεκμισθωτή.
Η άσκηση της αγωγής για απόδοση της χρήσης μισθίου ακινήτου, ισχύει ως καταγγελία της σύμβασης και στην περίπτωση κακής χρήσης του μισθίου, ακόμα και αν δεν περιέχεται στην αγωγή σχετική ρητή δήλωση. Από το συνδυασμό των σχετικών με την υπομίσθωση διατάξεων των άρθρων 593, 599 παρ. 2 και 604 παρ. 2 ΑΚ με εκείνες των άρθρων 1, 2, 5, 11 Π.Δ. 34/1995, προκύπτει ότι ο υπομισθωτής, ο οποίος δεν συνδέεται με ενοχικό δεσμό με τον εκμισθωτή, δεν απολαμβάνει αυτοτελούς προστασίας έναντι αυτού και ότι ο εκμισθωτής, μετά τη λήξη της κύριας σύμβασης μίσθωσης με οποιοδήποτε τρόπο, μπορεί να απαιτήσει τη χρήση του μισθίου και από τον υπομισθωτή. Τα ίδια δε ισχύουν ανάλογα και στην περίπτωση της δεύτερης υπομίσθωσης μεταξύ του δευτέρου υπομισθωτή και του πρώτου υπεκμισθωτή. Εξάλλου η άσκηση της αγωγής για απόδοση της χρήσης μισθίου ακινήτου, ισχύει ως καταγγελία της σύμβασης και στην περίπτωση κακής χρήσης του μισθίου (άρθρο 594 ΑΚ που εφαρμόζεται στις επαγγελματικές μισθώσεις) ακόμα και αν δεν περιέχεται στην αγωγή σχετική ρητή δήλωση.(Απόσπασμα)
Αριθμός 14/2004
Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας
Δικαστής: Αντ. Αλαπάντας, Πρωτοδίκης
Δικηγόροι: Δημ. Καούνης, Παν. Μωράγιωργας, Γεώργ. Καμβύσης
...Επειδή από το συνδυασμό των σχετικών με την υπομίσθωση διατάξεων των άρθρων 593, 599 παρ. 2 και 604 παρ. 2 ΑΚ με εκείνες των άρθρων 1, 2, 5, 11 Π.Δ. 34/1995, προκύπτει ότι ο υπομισθωτής, ο οποίος δεν συνδέεται με ενοχικό δεσμό με τον εκμισθωτή, δεν απολαμβάνει αυτοτελούς προστασίας έναντι αυτού και ότι ο εκμισθωτής, μετά τη λήξη της κύριας σύμβασης μίσθωσης με οποιοδήποτε τρόπο, μπορεί να απαιτήσει τη χρήση του μισθίου και από τον υπομισθωτή (Ολ.ΑΠ 14/1992 ΕλλΔνη 1992,764). Τα ίδια δε ισχύουν ανάλογα και στην περίπτωση της δεύτερης υπομίσθωσης μεταξύ του δευτέρου υπομισθωτή και του πρώτου υπεκμισθωτή (ΕφΑθ 6008/1994, Αρμ. 1997,31). Εξάλλου η άσκηση της αγωγής για απόδοση της χρήσης μισθίου ακινήτου, ισχύει ως καταγγελία της σύμβασης και στην περίπτωση κακής χρήσης του μισθίου (άρθρο 594 ΑΚ που εφαρμόζεται στις επαγγελματικές μισθώσεις) ακόμα και αν δεν περιέχεται στην αγωγή σχετική ρητή δήλωση (άρθρο 662 ΚΠολΔ, Α.Π. 1254/2001, ΕλλΔνη 2002, 141). Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι στις 1.1.1997 στην Καλαμάτα, σύναψε με τον πρώτο εναγόμενο σύμβαση μίσθωσης ενός ακινήτου της στην Καλαμάτα, για επαγγελματική χρήση, διαρκείας 9 ετών, ενώ η ίδια είχε μισθώσει προηγουμένως το ακίνητο αυτό από τον πατέρα της. Ότι ο πρώτος των εναγομένων προέβη, παρά τους όρους της σύμβασης, στη σύναψη μη επιτρεπόμενων υπομισθώσεων με τους λοιπούς εναγόμενους και για το λόγο αυτό κατήγγειλε (αυτή) στις 5.10.1999 την ως άνω σύμβαση μίσθωσης, λόγω κακής χρήσης. Ζητεί δε να διαταχθεί η απόδοση σε αυτήν του μισθίου με την αποβολή από αυτό των εναγομένων και κάθε άλλου που έλκει δικαιώματα από αυτούς και το κατέχει, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Με το περιεχόμενο αυτό, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 16 περ. 1, 29 ΚΠολΔ και 48 § 1 ΠΔ 34/1995), κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 έως 662 ΚΠολΔ). Είναι δε νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 574, 594, 361 ΑΚ, 11 § 1, 44 Π.Δ. 34/1995, 76 § 1, 659, 907, 910 περ. 2 και 176 ΚΠολΔ. Πρέπει δε να εξετασθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι προσκομίζεται από την ενάγουσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 § 3 Ν. 2238/1994, το πιστοποιητικό με αρ. πρωτ. 7801/ 4.5.2004 της Δ.Ο.Υ. ΧΧΧ, περί δηλώσεως (από αυτήν) στην εφορία των μισθωμάτων των δύο τελευταίων ετών για το επίδικο μίσθιο.
Επειδή οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους, αρνούνται την αγωγή και προτείνουν παραδεκτώς (άρθρα 591 § 1, 269 § 1 και 262 § 1 ΚΠολΔ) την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, διότι η εκμισθώτρια γνώριζε για τις υπομισθώσεις, χωρίς να διαμαρτυρηθεί, αλλά μετά από την παρέλευση τεσσάρων ετών (από τη σύναψη της επίδικης υπεκμίσθωσης) ζήτησε τη δικαστική λύση τους. Η ιστορική βάση όμως της ενστάσεως αυτής αναφορικά με τον οικονομικό αφανισμό των εναγομένων σε περίπτωση που η ένδικη αγωγή γίνει δεκτή, απαραδέκτως προτείνεται με την προσθήκη (άρθρα 269 § 1, 591 § 1 ΚΠολΔ). Η ένσταση αυτή (κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή) είναι νόμιμη και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ (αφού αφορά στην άσκηση της διαδικαστικής πράξης της αγωγής) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία της. Εξάλλου, οι εναγόμενοι προτείνουν παραδεκτώς με τις προτάσεις τους (άρθρα 591 § 1, 269 § 1 και 262 § 1 ΚΠολΔ) την ένσταση ότι ο πατέρας της ενάγουσας (αρχικός εκμισθωτής και εκ τρίτου συμβαλλόμενος στην επίδικη σύμβαση υπεκμίσθωσης) είχε δώσει (έγγραφη) συναίνεση για τις περαιτέρω υπομισθώσεις, πράγμα που γνώριζε κατά τα ανωτέρω η ενάγουσα που είναι νόμιμη (άρθρο 236 ΑΚ) και πρέπει να εξετασθεί και κατ' ουσίαν.
Επειδή από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου που το Δικαστήριο επέτρεψε προς συμπλήρωση των αποδεικτικών μέσων (άρθρα 591 § 1 και 415 § 1 ΚΠολΔ), οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, από την εκτίμηση των προσαγόμενων εγγράφων, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα (άρθρο 339 σε συνδυασμό με το άρθρο 395 ΚΠολΔ), για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των μαρτύρων στην προηγούμενη δίκη που περιέχονται στα υπ' αρ. 18/2002 πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού), από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), από την εκτίμηση της υπ' αρ. 4585/15.3.2004 ένορκης βεβαίωσης της ΧΧΧ ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Γεωργίας Θεοδωράκη που ελήφθη μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. τις υπ' αρ. 7395, 7396, 7397 και 7398/12.3.2004 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας ΧΧΧ, δεν λαμβάνεται υπ' όψη όμως η υπ' αρ. 8596/2001 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, διότι ελήφθη χωρίς κλήση των αντιδίκων-εναγομένων), από τις ομολογίες των διαδίκων στις προτάσεις τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 16.9.1996 σύμβαση μισθώσεως οι ΧΧΧ και ΧΧΧ εκμίσθωσαν το επίδικο ακίνητό τους (το δυτικό τμήμα ενός αγροκτήματος, εκτάσεως 2.892,95 τ.μ. στη θέση «ΧΧΧ» ή «ΧΧΧ» της νέας εισόδου Καλαμάτας που εφάπτεται μεσημβρινώς με την Ε.Ο. Αθηνών - Καλαμάτας επί πλευράς 55 μέτρων και συνορεύει ανατολικώς επί πλευράς 48,50 μέτρων με το ανατολικό τμήμα του αγροτεμαχίου, βόρεια σε πλευρά μήκους 27,75 μέτρων με αγροτικό δρόμο πλάτους 4,5 μέτρων και δυτικά επί πλευράς 28,25 μέτρων με ιδιοκτησία ΧΧΧ και ΧΧΧ) για 12 έτη στην θυγατέρα τους ενάγουσα, με δικαίωμα υπεκμισθώσεως. Την 1η Ιανουαρίου 1997 στην Καλαμάτα, η ενάγουσα (και οι γονείς της ΧΧΧ και ΧΧΧ. ως τρίτοι συμβαλλόμενοι) υπεκμίσθωσε στον πρώτο εναγόμενο το ως άνω ακίνητο για 9 έτη (με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως για 3 έτη ακόμα από τον μισθωτή) έναντι μηνιαίου μισθώματος 140.000 δρχ. και με ετήσιο ποσοστό αναπροσαρμογής 6% (το καταβλητέο μίσθωμα σήμερα ανέρχεται στο ποσό των 617,50 ευρώ). Στη σύμβαση τέθηκε όρος που παρείχε στον πρώτο εναγόμενο το δικαίωμα να προβαίνει σε περαιτέρω (μία) μίσθωση του επιδίκου ακινήτου (...ως επίσης να προβαίνη εις περαιτέρω μίσθωσιν του μισθίου...), αφού προηγουμένως ενημερώσει γραπτώς τους αντισυμβαλλόμενους και τους χορηγήσει αντίγραφο του μισθωτηρίου. Κατόπιν, ο πρώτος εναγόμενος, για φορολογικούς λόγους, ήθελε να υπεκμισθώσει πρώτα το μίσθιο στη σύζυγό του (δεύτερη εναγόμενη) και αυτή με τη σειρά της να υπεκμισθώσει το μίσθιο στον ΧΧΧ (τρίτο εναγόμενο), ο οποίος και θα το λειτουργούσε ως συνεργείο αυτοκινήτων. Για το λόγο αυτό ανακοίνωσε την πρόθεσή του στον αρχικό εκμισθωτή, τρίτο συμβαλλόμενο στην ως άνω σύμβαση υπεκμίσθωσης, πατέρα της ενάγουσας, ΧΧΧ, ο οποίος συναίνεσε εγγράφως στις υπεκμισθώσεις αυτές (με την δεύτερη και τον τρίτο των εναγομένων, βλ. την από 3.4.1997 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 του ΧΧΧ που απεβίωσε στις 12.10.1998), πράγμα που γνώριζε η ενάγουσα κόρη του. Ο πρώτος εναγόμενος, με βάση την ως άνω συναίνεση, υπεκμίσθωσε την 1.8.1997 το μίσθιο στη σύζυγό του Σ.Χ. για 9 έτη με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως για 3 έτη ακόμα από την μισθώτρια (στον 6ο όρο αναφέρεται ότι απαγορεύεται η υπομίσθωση σε τρίτο χωρίς τη συναίνεση του υπεκμισθωτή - πρώτου εναγομένου) και αυτή στις 10.8.1997 υπεκμίσθωσε τμήμα αυτού (450 τ.μ. και το κτήριο 225 τ.μ. που έκτισε ο πρώτος εναγόμενος επ' αυτού) στον ΧΧΧ με την ίδια διάρκεια (9+3 έτη), για επαγγελματική χρήση (συνεργείο-ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων), με αρχικό μίσθωμα 215.000 δρχ. και ετήσια αναπροσαρμογή ποσοστού 5%. Κατόπιν όμως, η δεύτερη εναγόμενη, κατά παράβαση της ως άνω από 1.1.1997 σύμβασης υπεκμισθώσεως (και χωρίς να καλύπτεται από την ως άνω συναίνεση) και εν γνώσει του πρώτου εναγομένου συζύγου της, υπεκμίσθωσε τον Απρίλιο του 1999 το υπόλοιπο μίσθιο στον ΧΧΧ (τέταρτο των εναγομένων) που το λειτουργεί ως συνεργείο αυτοκινήτων και μάλιστα χωρίς να γνωστοποιήσει εγγράφως στην ενάγουσα το γεγονός αυτό και χωρίς να παραδώσει το σχετικό μισθωτήριο. Η ενάγουσα έλαβε γνώση της μη επιτρεπόμενης υπομισθώσεως (με τον τέταρτο των εναγομένων) τον Αύγουστο του 1999 (τότε επισκέφθηκε την Καλαμάτα για πρώτη φορά μετά την σύναψη της ως άνω σύμβασης υπεκμίσθωσης λόγω ασθένειας και θανάτου του πατέρα της) και διαμαρτυρήθηκε στον πρώτο εναγόμενο, ενώ στις 21.10.1999 κατήγγειλε εγγράφως την ως άνω από 1.1.1997 σύμβαση υπεκμίσθωσης με αυτόν (βλ. την υπ' αρ. 14110/21.10.1999 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας ΧΧΧ). Την καταγγελία της αυτή όμως στήριζε στην κακή χρήση (άρθρο 594 ΑΚ) από τις υπομισθώσεις του πρώτου με τη δεύτερη εναγόμενη και της δεύτερης εναγόμενης με τον τρίτο εναγόμενο και δεν ανέφερε για την ως άνω μη επιτρεπόμενη υπομίσθωση της δεύτερης εναγόμενης με τον τρίτο εναγόμενο (ΧΧΧ) και συνεπώς, λόγω της ύπαρξης της συναίνεσης κατά τα ανωτέρω και της γνώσης της (ενάγουσας), η καταγγελία αυτή ήταν ανίσχυρη. Κατόπιν, η ενάγουσα άσκησε την από 3.5.2000 αγωγή της (που δεν στρεφόταν κατά του τρίτου εναγομένου), η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την υπ' αρ. 18/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία πάλι (λόγω του ότι δεν στρεφόταν κατά του τρίτου εναγομένου) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ισχυρή καταγγελία της ως άνω σύμβασης υπεκμίσθωσης. Κατόπιν η ενάγουσα άσκησε την ένδικη αγωγή, την οποία στρέφει και κατά του ΧΧΧ (τέταρτου εναγόμενου), αναφέροντας ότι η υπομίσθωσή του με την δεύτερη εναγόμενη συνιστά κακή χρήση. Η ένδικη αγωγή συνιστά κατά το νόμο (άρθρο 662 ΚΠολΔ) καταγγελία της επίδικης σύμβασης (ενάγουσας και πρώτου εναγόμενου) κατά τα ανωτέρω, επομένως λύθηκε η σύμβαση αυτή στις 22.1.2003, με την επίδοση της στον πρώτο εναγόμενο-αντισυμβαλλόμενο (βλ. την υπ' αρ. 5903/22.1.2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας ΧΧΧ) και μπορεί η ενάγουσα να απαιτήσει την απόδοση του μισθίου από τον πρώτο εναγόμενο και τους λοιπούς εναγόμενους - υπομισθωτές κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς κατά τα προαναφερόμενα, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή, να διαταχθεί η απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, να κηρυχθεί η απόφαση (υποχρεωτικώς) προσωρινώς εκτελεστή (άρθρο 910 περ. 2 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, λόγω της ήττας τους στη δίκη αυτή (άρθρο 176 ΚΠολΔ)...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου