Δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Δημοσίου που κείται στις Νέες Χώρες. -- Αριθμός 21/2007 Εφετείο Θεσσαλονίκης


Κοινό κληρονομιαίο ακίνητο. Χρησικτησία μεταξύ συγκληρονόμων. - Αριθμός 1526/2006  ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

- Δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Δημοσίου που κείται στις Νέες Χώρες. Απαλλοτρίωση...

- Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του οθωμανικού ΑΚ, που δεν αναγνώριζαν το Θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επέκτεινε την ισχύ της ελληνικής νομοθεσίας σε διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που προέβλεπαν το Θεσμό της χρησικτησίας στις Νέες Χώρες, το ν.δ. της 22.4/16.5.1926, με το οποίο απαγορεύτηκε από 11.5.1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητάς του και των άρθρων 2 και 4 ν. 1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Δημοσίου που κείται στις Νέες Χώρες (ΑΠ 787/2001 ΕλλΔνη 43.1372). 
- Το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 3 και 9 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ αποφαίνεται για την κυριότητα των κατά το άρθρο 242 Αγροτικού Κώδικα Απαλλοτριώσεων κατά τη διαδικασία των άρθρων 740 επ. του Κώδικα αυτού (βλ. ΟλΑΠ 1049/75 ό.π., ΑΠ 1303/2000 ΕλλΔνη 43.793, ΑΠ 526/80 ό.π.). 
- Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. δ' και 12 ν. 702/1977, οι διαφορές που έχουν ως αντικείμενο την ύπαρξη ή μη δικαιώματος που αναγνωρίζεται από διάταξη της αγροτικής και εποικιστικής νομοθεσίας υπάγονται ως διοικητικές διαφορές ουσίας κατόπιν ασκήσεως προσφυγής στην αρμοδιότητα των τριμελών διοικητικών πρωτοδικείων. 



Διατάξεις: 
ΕισΝΚΠολΔ: 3, 9, 
ΑγρΚωδ: 191, 242, 246, 
Νόμοι: 702/1977 άρθ. 7, 12, 
Σ: 17, 94, (Απόσπασμα)

Αριθμός 21/2007

Εφετείο Θεσσαλονίκης 

(...) Με την από 29.4.1999 προσφυγή του το Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε την σύμφωνα με το άρθρο 246 του αγροτικού νόμου ακύρωση της αριθμ. 68/1998 απόφασης της επιτροπής απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής, με την οποία ο καθού, μετά από αίτησή του, αναγνωρίστηκε κύριος των αναφερομένων τεμαχίων της κατά το έτος 1952 οριστικής διανομής του αγροκτήματος Πολυγύρου, που αντίθετης νόμιμα. Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η 120/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία, αφού έκρινε ότι πρόκειται για διαφορά που έχει ως αντικείμενο δικαίωμα που αναγνωρίζεται από τη διάταξη της αγροτικής νομοθεσίας, υπαγόμενη έτσι στην αρμοδιότητα των τριμελών διοικητικών πρωτοδικείων, απέρριψε την προσφυγή ελλείψει δικαιοδοσίας. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται το προσφεύγον Ελληνικό Δημόσιο με τους λόγους της εφέσεώς του, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η προσφυγή. 
Σύμφωνα με το άρθρο 94 του Συντ: 1) Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές όπως νόμος ορίζει, 2) στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας όπως νόμος ορίζει, 3) σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. Ως υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας νοείται κάθε υπόθεση που από το νόμο παραπέμφθηκε στην εκούσια δικαιοδοσία, αδιαφόρως αν έχει και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της υπόθεσης εκουσίας δικαιοδοσίας (βλ. Ν. Νίκα, Πολιτική δικονομία Ι, 2003, σελ. 87 επ., Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ κάτω από άρθρο 1 σελ. 25 επ., Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, Ερμ ΚΠολΔ κάτω από το άρθρο 1, σελ. 13). Στην ειδική διαδικασία υπάγονται κατ' αρχήν οι διαφορές που απαριθμούνται στα άρθρα 782-866 ΚΠολΔ. Αλλά και άλλες διατάξεις του ΚΠολΔ, του ΑΚ ή ειδικών νόμων παραπέμπουν στην εκδίκαση συγκεκριμένων υποθέσεων στη διαδικασία αυτή. Έτσι, αντικείμενο της ίδιας διαδικασίας αποτελούν και οι υποθέσεις εκείνες οι οποίες κατά παραπομπή νόμων υπάγονταν ήδη προ της εισαγωγής του ΚΠολΔ στην επ' αναφορά διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και ήδη στη διαδικασία των άρθρων 740 επ. του ίδιου κώδικα κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 3 και 9 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1049/75 ΝοΒ 1976.74, ΑΠ 526/80 ΝοΒ 1980.1997). Περαιτέρω κατά την παρ. 1 του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα (βλ. ν.δ. 29.10/6.12.1945) «Εάν, οιουδήποτε λόγου περιληφθούν ξένα τεμάχια εις την οριστικήν διαμονήν, αύτη παραμένει έγκυρος και απρόσβλητος, τα δε ξένα αυτά τεμάχια θεωρούνται ως απαλλοτριωθέντα λόγω δημόσιας ωφέλειας δυνάμει του άρθρου 17 του Συντάγματος, εκτός αν συντρέχει περίπτωσις εφαρμογής της επομένης παραγράφου. Μέχρι της καταβολής της αποζημιώσεως τα ξένα ταύτα τεμάχια θεωρούνται και ως εν νομίμω επιτάξει διατελούντα». Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, τα κατά την προηγούμενην παράγραφον τεμάχια αποτελούν ακέραιον τεμάχιον οριστικής διανομής ή τμήμα ενός μόνον τεμαχίου αυτής, αποδίδονται δι' αποφάσεως του υπουργού της Γεωργίας, μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Εποικισμού, αυτούσια στον πρώην κάτοχο αυτών, εφόσον ταύτα παρέμειναν αδιάθετα ή είναι δυνατή η παραχώρησις εις τον κληρούχον εις όν ταύτα έλαχον άλλων διαθεσίμων εκτάσεων ή εκτάσεων εκ των κατά τα άρθρα 31 εδ. δ' και ε' και 164 παρ. 1 κοινοχρήστων. Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 246 του πιο πάνω κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν. 3194/1955 «περί της κυριότητος των κατά το ν. 4857 και το άρθρο 242 του παρόντος απαλλοτριουμένων κτημάτων», αποφαίνεται επί τη αιτήσει των ενδιαφερομένων η αρμοδία επιτροπή απαλλοτριώσεων. Εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, τόσο το Δημόσιον όσο και οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να προσφύγουν κατά της αποφάσεως αυτής στο αρμόδιον κατά τόπο πρωτοδικείο, το οποίο αποφαίνεται κατά την επ' αναφορά διαδικασία». Ήδη δε το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 3 και 9 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ αποφαίνεται για την κυριότητα των κατά το άρθρο 242 Αγροτικού Κώδικα Απαλλοτριώσεων κατά τη διαδικασία των άρθρων 740 επ. του Κώδικα αυτού (βλ. ΟλΑΠ 1049/75 ό.π., ΑΠ 1303/2000 ΕλλΔνη 43.793, ΑΠ 526/80 ό.π.). Τέλος, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. δ' και 12 ν. 702/1977, οι διαφορές που έχουν ως αντικείμενο την ύπαρξη ή μη δικαιώματος που αναγνωρίζεται από διάταξη της αγροτικής και εποικιστικής νομοθεσίας υπάγονται ως διοικητικές διαφορές ουσίας κατόπιν ασκήσεως προσφυγής στην αρμοδιότητα των τριμελών διοικητικών πρωτοδικείων. 
Στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον πρόκειται κατά τα άνω για προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση αποφάσεως της επιτροπής απαλλοτριώσεων, η οποία αναγνώρισε την κυριότητα του καθού επί των περιγραφομένων τεμαχίων οριστικής διανομής κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 242 παρ. 1 και 246 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα, κατά ρητή επιταγή του νόμου δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, υπαγόμενη έτσι, σύμφωνα με το άνω άρθρο του Συντάγματος, στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα αυτής, αν πρόκειται δηλαδή για διοικητική διαφορά ουσίας ή έχει το χαρακτήρα υπόθεσης εκούσιας δικαιοδοσίας. Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχτηκε τα αντίθετα και απέρριψε την προσφυγή ελλείψει δικαιοδοσίας, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και πρέπει, κατά ουσιαστική παραδοχή του μοναδικού λόγου της εφέσεως του προσφεύγοντος να εξαφανισθεί, στη συνέχεια να κρατηθεί από το παρόν δικαστήριο και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 535 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 591, 741 ΚΠολΔ), η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, εφόσον δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως επιτροπής απαλλοτριώσεως. 
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 242 και 246 του Αγροτικού Κώδικα, με εκείνη του άρθρου 6 ν. 478/1975 «περί αγροτικού κτηματολογίου, (άρθρ. 191 παρ. 5 Αγροτικού Κώδικα), που ορίζει ότι «η οριστική διανομή τερματίζεται άμα τη κυρώσει ταύτης δι' αποφάσεως του επί της γεωργίας υπουργού, δημοσιευμένης εις την εφημερίδα της κυβερνήσεως», προκύπτει ότι η θεσπιζόμενη από τα άνω άρθρα απαλλοτρίωση και επίταξη των ξένων τεμαχίων, περί της κυριότητος των οποίων αποφαίνεται η επιτροπή απαλλοτριώσεων, προϋπόθεση έχει περιέλευση αυτών στην οριστική διανομή, κυρωθείσα με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, τα δε ξένα τεμάχια δεν απαιτείται να έχουν διατεθεί κατά τη διανομή αυτή (βλ. ΑΠ 245/87 ΕλλΔνη 29.1356, ΑΠ 641/1983 ΕλλΔνη 24.1206, 260/1983 ΕλλΔνη 24.955). Ξένα τεμάχια είναι οι εκτάσεις που δεν έχουν περιληφθεί στην απαλλοτρίωση, είτε αυτές ανήκουν σε τρίτο είτε στον ιδιοκτήτη της εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε (βλ. Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές εμπραγμάτου δικαίου). Εξάλλου η κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 Αγρ. Κώδικα νόμιμος επίταξη των πλασματικά αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων, μέχρι της καταβολής της αποζημιώσεως συνιστά αναγκαστική δέσμευση μόνον της χρήσεως των ακινήτων αυτών μέχρι της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως, και δεν συνεπάγεται εφ’ όσον χρόνο διαρκεί προσβολή του επί των ακινήτων δικαιώματος κυριότητος (βλ. ΑΠ 641/1983 ό.π., ΑΠ 245/87 ό.π.). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου «περί γαιών» της 7 Ραμαζάν 1274, του οποίου οι διατάξεις ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες κατά το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών που ήταν δημόσιες γαίες ανήκε στο Δημόσιο, η παραχώρηση δε στους ιδιώτες γινόταν με χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρεχόταν σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ). Από δε το άρθρο 78 του ίδιου νόμου «περί γαιών», σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών «περί εγγράφου ταπίου» της 7 Σαμπάν 1276, σαφώς προκύπτει ότι για την κτήση του δικαιώματος αυτού εξουσιάσεως αρκούσε μόνον η πραγματική κατάσταση της από τον εξουσιάζοντα επί δεκαετία και χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχής και καλλιέργειας των γαιών στις οποίες αυτό αναφέρεται, χωρίς να απαιτείται και η στο όνομα αυτού έκδοση τίτλου (ταπίου), το οποίο ήταν απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο. Την κτήση αυτή του δικαιώματος εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή αναγνώρισε και το αριθμ. 2468 διάταγμα της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρ. 2), που αντίθετης με το ν. 1072/1917, και ο ν. 2052/1920 (άρθρο 50), εφόσον η δεκαετία είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 20.5.1917. 
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 9, 24, 30, 68 και 71 του άνω νόμου περί γαιών, προκύπτει ότι το προαναφερθέν άρθρο 78 αυτού έχει εφαρμογή μόνο στις καλλιεργήσιμες γαίες και όχι στις λοιπές κατηγορίες δημοσίων γαιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα δάση, ήτοι εκτάσεις που καλύπτονται από αυτοφυή, μη καρποφόρα ή καρποφόρα δένδρα, οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση εγγράφου τίτλου ταπίου κατ’ εφαρμογή και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 (=1875) «περί εξελέγξεως τίτλων δασών» (ΑΠ 315/2002 ΕλλΔνη 49.133, ΑΠ 523/2000 ΕλλΔνη 41.1311, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπ.Δ., έκδ. 1989, παρ. 244, αριθμ. 4, σελ. 562). Η κυριότητα όλων των άνω κατηγοριών δημοσίων γαιών με την απελευθέρωση των νέων χωρών κατά το 1912 περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρ. 60 της Συνθήκης της Λωζάνης, που αντίθετης με το άρθρ. 1 του ν.δ. της 28.8.1912), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας που αντίθετης με το ν. 4793/1930 και της από 21.6.1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών ή με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται. Περαιτέρω, ως προς τους καλλιεργούμενους αγρούς ορίστηκε με το άρθρο 49 του ν. 2052/1920 ότι εκείνος που έχει δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος και το Δημόσιο αποκτά δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου. Το δικαίωμα όμως αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των άρθρων 101-109 του διατάγματος της 11/12.11.1929, που εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 2 του ν. 2449/1929, όπως το εν λόγω διάταγμα τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14, 18 και 19 του ν. 1540/1938, αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία των μεταγραφών περιήλθε σ’ αυτούς που ήταν συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 κατά την έναρξη της ισχύος του διατάγματος αυτού (ΑΠ 315/2002 ΕλλΔνη 49.133, ΑΠ 523/2000 ό.π., ΑΠ 1303/2000 ΕλλΔνη 93.395, ΑΠ 446/1992 ΕλλΔνη 34.1343, ΑΠ 922/1983 ΕλλΔνη 31.1432, ΑΠ 909/1980 ΝοΒ 29.288). Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1614 του οθωμανικού ΑΚ, που δεν αναγνώριζαν το Θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επέκτεινε την ισχύ της ελληνικής νομοθεσίας σε διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που προέβλεπαν το Θεσμό της χρησικτησίας στις Νέες Χώρες, το ν.δ. της 22.4/16.5.1926, με το οποίο απαγορεύτηκε από 11.5.1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητάς του και των άρθρων 2 και 4 ν. 1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Δημοσίου που κείται στις Νέες Χώρες (ΑΠ 787/2001 ΕλλΔνη 43.1372). 
Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και την εν γένει διαδικασία αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Με το αριθ. 20892/11.2.1987 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πολυγύρου Χ. Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στον καθού, λόγω γονικής παροχής, από τον πατέρα του Κ.Μ., μεταξύ των άλλων και ένας ελαιώνας στη Θέση «Ντούρα» της κτηματικής περιφέρειας Πολυγύρου, εκτάσεως περίπου 50 στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά και δυτικά με λάκκο, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Κ. και Γ. Γ. και νότια με ιδιοκτησία I. Γ. Στην έκταση αυτή περιλαμβάνονται τα αριθμ. 463β και 468 τεμάχια, εκτάσεως 3.103 και 14.591 τ.μ. αντίστοιχα, της οριστικής διανομής έτους 1952 του αγροκτήματος Πολυγύρου Χαλκιδικής, που αντίθετης νόμιμα. Ειδικότερα: 1) Η έκταση των 3.103 τ.μ. του αριθ. 463β τεμαχίου αποτελεί τμήμα του αριθ. 463 κληροτεμαχίου εκτάσεως 58.437 τ.μ. που παραχωρήθηκε στον κληρούχο Γ. Γ. του Χ. Με την αριθ. 1192/62 απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής και την αριθ. 3192/62 απόφαση του νομάρχη Χαλκιδικής κατατμήθηκε το ως άνω τεμάχιο στο αριθ. 463α τεμάχιο εκτάσεως 23.437 τ.μ., που παρέμεινε επ' ονόματι του κληρούχου και το 463β τεμάχιο, εκτάσεως 30.000 τ.μ. που κηρύχθηκε διαθέσιμο ως διεκδικούμενο από τους Μ.Κ. και Κ.Γ. (βλ. την αριθ. πρωτ. 31922/16.3.1976 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής και την αριθ. 18.6.1997 βεβαίωση του τμήματος τοπογραφικής νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής), 2) Η έκταση των 14.541 τ.μ. του αριθ. 468 τεμαχίου της άνω διανομής αποτελεί τμήμα του τεμαχίου αυτού, συνολικού εμβαδού 56.063 τ.μ., που παραχωρήθηκε στον κληρούχο Τ. Χ. του Α., και το οποίο με την αριθ. Ε/25327/64 απόφαση του υπουργείου Γεωργίας χαρακτηρίστηκε ως διαθέσιμο, διεκδικούμενο από το Μ.Κ. Επομένως, εφόσον τα επίδικα ακίνητα περιλήφθηκαν στην οριστική διανομή του κτήματος Πολυγύρου, που αντίθετης νόμιμα, Θεωρούμενα έκτοτε ως απαλλοτριούμενα λόγω δημόσιας ωφέλειας και τελούντα σε νόμιμη επίταξη, αρμοδίως επελήφθη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η επιτροπή απαλλοτριώσεων κατά τα άρθρα 242 και 246 του Αγροτικού Κώδικα επί του ζητήματος της κυριότητος αυτού και ο πρώτος λόγος της προσφυγής, κατά τον οποίο η επιτροπή απαλλοτριώσεων δεν έχει αρμοδιότητα να ερευνήσει την κυριότητα εκτάσεων που περιλήφθησαν σε κυρωθείσα οριστική διανομή, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στην κατηγορία δημοσίων γαιών, καθόσον είχαν το χαρακτήρα δασικής εκτάσεως. Τούτο προκύπτει από το αριθ. 1263/21.4.1999 έγγραφο της διεύθυνσης δασών Νομού Χαλκιδικής, καθώς και το αριθ. 87/713/15.4.1999 τοιούτο του τμήματος εποικισμού - αναδασμού της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής, στα οποία αναφέρεται ότι τα ακίνητα αυτά αποτελούν τμήμα δασικής έκτασης που διατέθηκε με την αριθ. 75407/5.7.1939 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και εκχερσώθηκαν παράνομα. Αλλά και στην αριθ. 31922/16.3.1976 πράξη του Νομάρχη Χαλκιδικής με Θέμα «Σημείωσις μεταβολών εις τα κτηματολογικά στοιχεία της εν έτει 1952 γενομένης οριστικής διανομής των γαιών αγροκτήματος Πολυγύρου», το αριθ. 463β τεμάχιο χαρακτηρίζεται ως δάσος. Συνεπώς περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά την απελευθέρωση του έτους 1912 δικαιώματι πολέμου και βάσει του άρθρου 60 της Συνθήκης της Λωζάνης, σε συνδ. με το 4093 του ν. περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε ότι εξουσιαζόταν βάσει τίτλου ταπίου, αφού το καθού δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει τέτοιον τίτλο. Αλλά και αν ήθελε χαρακτηρισθούν δημόσια καλλιεργήσιμη γαία και πάλι περιήλθον στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, καθόσον δεν προσκομίζεται κατά τα άνω τίτλος ταπίου, δυνάμει του οποίου να εξουσιαζόταν από τους δικαιοπαρόχους του καθού. Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε συνεχής επί δεκαετία πριν από την 20.5.1917 εξουσίαση, αφού δεν προσκομίζεται κάποιο σχετικό προς τούτο έγγραφο, ούτε επιβεβαιώνεται τέτοια εξουσίαση από μαρτυρική κατάθεση. Εξάλλου, διηνεκές εξουσίαση επί δεκαετία πριν από την άνω ημερομηνία, σχετικά με το αριθ. 468 κληροτεμάχιο, δεν αποδεικνύεται ούτε από την 28/10.5.1954 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία επί αντιδικίας του Μ.Κ. με το συνεταιρισμό αποκαταστάσεως ακτημόνων καλλιεργητών Πολυγύρου, ο πρώτος αναγνωρίστηκε νομέας αυτής, καθόσον στο σκεπτικό της απόφασης αυτής γίνεται δεκτό ότι το ακίνητο ήταν παλαιός αγρός καλλιεργούμενος από ελαιόδενδρα προ 35-40 ετών από τους δικαιοπαρόχους του Κ.Μ., πλην όμως το χρονικό αυτό διάστημα δεν καλύπτει δεκαετή πριν από την 20.5.1917 διηνεκή εξουσίαση. Επομένως ο ισχυρισμός του καθού, ότι οι δικαιοπάροχοί του εξουσίαζαν διηνεκώς τα επίδικα και μάλιστα όπως ορθά εκτιμάται, επί δεκαετία πριν από την 20.5.1917, ο οποίος συνιστά ένσταση καταλυτική του δικαιώματος του προσφεύγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Εφόσον λοιπόν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του καθού δεν απέκτησαν κυριότητα κατά τα προδιαληφθέντα επί των επιδίκων, δεν απέκτησε τέτοια κυριότητα ούτε ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτού Κ.Μ., που του μεταβίβασε αυτά λόγω γονικής παροχής και κατ' ακολουθίαν ούτε ο καθού, αλλά η περιελθούσα στο Ελληνικό Δημόσιο κυριότητα κατά τα άνω εξακολούθησε να υπάρχει. Τα επίδικα, ως δημόσια κτήματα κείμενα στις «Νέες Χώρες», δεν μπορούν να αποκτηθούν με έκτακτη χρησικτησία, δοθέντος ότι νομή έχει το Δημόσιο σ' αυτά και οι τυχόν διακατοχικές πράξεις από άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορούν να ασκηθούν με διάνοια κυρίου. Τέλος, ο ισχυρισμός του καθού ότι απώλεσε το Δημόσιο την κυριότητα επί των επιδίκων, με τη διάθεση αυτών για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και την παραχώρησή τους προς διαχείριση στο τμήμα εποικισμού, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον το Δημόσιο αποξενώνεται από την κυριότητα της έκτασης που παραχώρησε μόνον από την έκδοση του παραχωρητηρίου (βλ. ΑΠ 93/1998 ΕλλΔνη 39.813, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, ό.π., σελ. 498). Επομένως η αριθ. 69/1998 απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής, που αναγνώρισε το καθού κύριο των επιδίκων ακινήτων, έσφαλε και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού δεύτερου λόγου της προσφυγής, να ακυρωθεί. (…)

Σχόλια