Αυτούσια διανομή ακινήτου. Διδάγματα κοινής πείρας. - Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 795, 798, 799, 800 και 1113 ΑΚ και 480 παρ. 1, 480Α παρ. 1 και 2 και 481 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να διατάξει την αυτούσια διανομή ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, πρέπει να είναι δυνατή η διαίρεσή του σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών - Αριθμός 975/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Αυτούσια διανομή ακινήτου.
- Αυτούσια διανομή ακινήτου. Διδάγματα κοινής πείρας.
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 795, 798, 799, 800 και 1113 ΑΚ και 480 παρ. 1, 480Α παρ. 1 και 2 και 481 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να διατάξει την αυτούσια διανομή ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, πρέπει να είναι δυνατή η διαίρεσή του σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του ή να κρίνεται εφικτή (ύστερα από αίτηση κοινωνού), χωρίς να αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, η σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις. 
- Ρητά στο άρθρο 481 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποία θα γίνει η διανομή, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει αποδείξεις περί του ότι η αυτούσια διανομή είναι ή δεν είναι προδήλως δυνατή και συμφέρουσα, η σχετική δε κρίση του, ως αναγόμενη σε πραγματικά περιστατικά, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας ή έλλειψη νομίμου βάσεως κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ.
- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς. Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. 



Διατάξεις: 
ΑΚ: 795, 798, 799, 800, 1113,
ΚΠολΔ: 480, 480Α, 481, 559 αριθ. 1, 

Αριθμός 975/2007 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 

Γ' Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες. 

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: 

Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Θ. ΚΑΙ Κ. Κ. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στον Λιμένα Χερσονήσου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σαββόπουλο. 

Της αναιρεσίβλητης: ΧΧΧ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλλη Ανδριανάκη. 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσα που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 356/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 236/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2006 αίτησή της και των από 10-1-2007 προσθέτων λόγων. 
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 26-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-6-2006 αιτήσεως αναιρέσεως της 236/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Ι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 795, 798, 799, 800 και 1113 ΑΚ και 480 παρ.1, 480 Α παρ. 1 και 2 και 481 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να διατάξει την αυτούσια διανομή ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, πρέπει να είναι δυνατή η διαίρεσή του σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του ή να κρίνεται εφικτή (ύστερα από αίτηση κοινωνού), χωρίς να αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων, η σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις. Εξάλλου, ρητά στο άρθρο 481 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο, προκειμένου να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποία θα γίνει η διανομή, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει αποδείξεις περί του ότι η αυτούσια διανομή είναι ή δεν είναι προδήλως δυνατή και συμφέρουσα, η σχετική δε κρίση του, ως αναγόμενη σε πραγματικά περιστατικά, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας ή έλλειψη νομίμου βάσεως κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ. 
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο εμβαδού 191, 39 τ.μ., βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ΧΧΧ εντός του σχεδίου πόλεως στη θέση "ΧΧΧ" και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ..., νότια με το ρυμοτομούμενο μέρος του επιδίκου, βόρεια με ιδιοκτησία ΧΧΧ και δυτικά με την οδό ΧΧΧ Επί του ακινήτου αυτού η ενάγουσα τυγχάνει συγκύρια κατά ποσοστό 4/6 εξ αδιαιρέτου και η εναγομένη κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου. Με βάση τους ισχύοντες στην περιοχή όρους δομήσεως η αυτούσια διανομή του επιδίκου σε δύο ανεξάρτητα και αυτοτελή τμήματα ανάλογα με τις μερίδες των διαδίκων είναι αδύνατη, αφού οδηγεί στη δημιουργία μη άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων, ενώ είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των διαδίκων η αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου με σύσταση χωριστής (κάθετης) ιδιοκτησίας, κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 1024/1971, σε δύο διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, ανάλογα με τα ποσοστά συγκυριότητας εκάστου, στα οποία είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις (άρθρο 480 Α παρ. 2 ΚΠολΔ). Η μόνη λύση που αντισταθμίζει τα εκατέρωθεν συμφέροντα των κοινωνών είναι να επιδικασθεί στην ενάγουσα, σύμφωνα με τα άρθρα 480 Α και 486 παρ. 2 του ΚΠολΔ το αναφερόμενο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τμήμα Α της λύσης 2 του Σχ.5, συνολικού εμβαδού 127, 59 τ.μ, που αποτυπώνεται με τα στοιχεία … στο τοπογραφικό διάγραμμα (Σχ. 5) του πραγματογνώμονα Τοπογράφου μηχανικού ΧΧΧ, που συνοδεύει την έκθεση Πραγματογνωμοσύνης και στην εναγομένη το τμήμα Β της λύσης 2 του Σχ. 5, συνολικού εμβαδού 63, 80 τ.μ. που αποτυπώνεται με τα στοιχεία ...... στο αυτό ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Το ποσοστό συγκυριότητας επί του ενιαίου οικοπέδου θα είναι ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου για την ενάγουσα και 1/3 εξ αδιαιρέτου για την εναγομένη. Το δομήσιμο τμήμα του Α τμήματος θα είναι 72, 19 τ.μ ενώ το δομήσιμο τμήμα του Β τμήματος θα είναι 36, 09 τ.μ. Ο συντελεστής δόμησης στην περιοχή είναι 2, 10 ενώ το ποσοστό κάλυψης 70% υποχρεωτικά δε η εξάντληση του συντελεστή δόμησης θα γίνει σε τέσσερις ορόφους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με την παραπάνω λύση το ακίνητο Α που θα λάβει η ενάγουσα, εμβαδού 127, 59 τ.μ έχει αξία 73.364, 25 ευρώ με τιμή αγοραίας αξίας 500 ευρώ ανά τ.μ. (127, 59 Χ 500Χ 1, 15 ως γωνιαίο), ενώ το ακίνητο Β που θα λάβει η εναγομένη, εμβαδού 63, 80 τ.μ έχει αξία 31.900 ευρώ (63, 80 Χ 500). Η συνολική λοιπό αξία του ενιαίου ακινήτου είναι 105.264, 25 ευρώ (73.364, 25 + 31.900). Η αξία συνεπώς του τμήματος Α (βάσει του αναλογούντος ποσοστού συγκυριότητας) θα έπρεπε να είναι 35.088, 08 ευρώ (105.264, 25: 3), άρα προκύπτει ότι στο ακίνητο Β (εναγομένης), οφείλονται από το ακίνητο Α (ενάγουσας), 3.188, 08 ευρώ (35.088, 08 - 31.900). Για το λόγο αυτό πρέπει σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 481 του ΚΠολΔ, να υποχρεωθεί η ενάγουσα να πληρώσει στην εναγομένη την παραπάνω διαφορά των 3.188, 08 ευρώ και με την καταβολή αυτή εξισώνονται, με βάση το αναλογούν ποσοστό συγκυριότητας, τα δύο τμήματα. Όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω προκύπτουν με σαφήνεια από την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα που διόρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ειδικότερα, καθόσον αφορά το εφικτό της αυτούσιας διανομής με σύσταση χωριστής (κάθετης) ιδιοκτησίας, ο παραπάνω πραγματογνώμονας αποφαίνεται ότι είναι εφικτή κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, κρίνει όμως περαιτέρω ότι δεν είναι σκόπιμη, λόγω της ανάγκης αποζημίωσης, κατά τα άνω, του ενός συνιδιοκτήτη από τον άλλο και της ανάγκης κατασκευής χωριστού κλιμακοστασίου- ασανσέρ ελάχιστου εμβαδού 14, 90 τ.μ από κάθε συνιδιοκτήτη, γεγονός που περιορίζει τα οφέλη από τη μελλοντική δόμηση του ακινήτου. Όμως το γεγονός της ανάγκης αποζημίωσης ενός συνιδιοκτήτη από τον άλλο δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της αυτούσιας κατά τα άνω διανομής με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας, αφού κάτι τέτοιο προβλέπεται από το νόμο κατά τα προεκτεθέντα, άλλωστε το ποσό αυτό της αποζημίωσης είναι αρκετά μικρό σε σχέση με την αξία του όλου ακινήτου. Καθόσον αφορά την ανάγκη δημιουργίας χωριστού κλιμακοστασίου πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό θίγει κυρίως την ιδιοκτησία που θα λάβει η εναγομένη, λόγω του μικρού εμβαδού αυτής, όμως παρά το γεγονός αυτό η εναγομένη τόσο με την έφεση όσο και με τις προτάσεις της, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εμμένει στην αυτούσια διανομή με σύσταση χωριστής κάθετης ιδιοκτησίας, συμφωνώντας τόσο με την κατά τα άνω λύση που πρότεινε ο πραγματογνώμονας και δέχθηκε και το παρόν Δικαστήριο ως συμφέρουσα όσο και με την άλλη λύση (1), με γωνιαίο το δικό της τμήμα (εναγομένης) και συνεχόμενο αυτό της ενάγουσας, που πρότεινε ο ίδιος πραγματογνώμονας. Την αυτούσια διανομή του ως άνω ακινήτου, με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας, θεωρεί και ο Πολιτικός Μηχανικός ΧΧΧ τον οποίο διόρισε η εναγομένη, ως συμφερότερη λύση για αμφότερους του διαδίκους, από τον πλειστηριασμό του επικοίνου ακινήτου, τόσο στην από 30-11-2004 έκθεσή του, όσο και κατά την κατάθεσή του, ως μάρτυρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αντίθετα ο μάρτυρας της ενάγουσας που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, θεωρεί ως συμφερότερη λύση τον πλειστηριασμό, κυρίως λόγω του απαιτούμενου εμβαδού για κάθε κλιμακοστάσιο το οποίο όμως αναβιβάζει σε 18 τ.μ ενώ κατά τον πραγματογνώμονα αυτό είναι 14, 90 τ.μ. Πέραν των ανωτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι το επίκοινο ακίνητο βρίσκεται σε τουριστική προνομιούχο περιοχή με καταστήματα, γραφεία και ξενοδοχεία και είναι σημαντικότατης αξίας, και δεν υπάρχουν οικόπεδα ή τα υπάρχοντα είναι ελάχιστα προς πώληση στην περιοχή αυτή, συνεπώς είναι προς το συμφέρον των διαδίκων η κατά τα άνω αυτούσια διανομή του επικοίνου ώστε οι συγκύριοι αυτού να μη στερηθούν την ιδιοκτησία τους, την οποία μπορούν να εκμεταλλευτούν με την ανέγερση καταστημάτων στο ισόγειο και γραφείων ή μικρών διαμερισμάτων (για την εναγομένη διαμερισμάτων τύπου Studios) στους ορόφους". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την αγωγή διανομής της αναιρεσείουσας και διέταξε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης εναγομένης, την αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου δια της επ' αυτού συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας. Κρίνοντας έτσι δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία τις άνω ουσιαστικού περιεχομένου διατάξεις ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και σχετίζεται με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Και αυτό διότι, πράγματι, με τα πιο πάνω και με πλήρη αιτιολογία, γενόμενα δεκτά, η κατόπιν αιτήματος της εναγομένης διαταχθείσα αυτούσια, με σύσταση χωριστής (κάθετης) ιδιοκτησίας σε δύο διακεκριμένα μέρη του επίδικου οικοπέδου, διανομή τούτου είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον της μόνης συγκύριας με την εναγομένη ενάγουσας, τούτου, δηλαδή του συμφέροντος της ενάγουσας, ουδόλως αναιρουμένου από την αναγκαιότητα, για την κατά τον προορισμό τους λειτουργική αυτοτέλεια των μελλουσών να ανεγερθούν χωριστών ιδιοκτησιών, της κατασκευής χωριστού κλιμακοστασίου- ανελκυστήρα για κάθε ιδιοκτησία, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι περί του εναντίον από τους αριθμ. 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος κύριοι λόγοι αναίρεσης. Περαιτέρω, ο τρίτος από τους κυρίους λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 66 της με αριθμό 530992/28-9-1987 (ΦΕΚ 557 Β) απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ, διότι, ενώ σύμφωνα με την ως άνω απόφαση για να λειτουργήσει νόμιμα ξενοδοχείο επιπλωμένων διαμερισμάτων τύπου Studios απαιτείται τα δωμάτια να έχουν ελάχιστο συνολικό εμβαδό 33 τ.μ., η προσβαλλόμενη απόφαση διέταξε την ως άνω αυτούσια διανομή του επίδικου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας επί των προαναφερθέντων μερών τούτου και ότι το εμβαδόν εκάστου ορόφου της χωριστής ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης ανέρχεται σε 18, 09 τ.μ με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η νόμιμη λειτουργία ξενοδοχείου τύπου επιπλωμένων διαμερισμάτων στην χωριστή ιδιοκτησία της τελευταίας, είναι απορριπτέος, προεχόντως λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, διότι την ως άνω πλημμέλεια μπορεί στην προκειμένη περίπτωση (όπου η αυτούσια διανομή διατάχθηκε αφού τη ζήτησε η αναιρεσίβλητη και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον της αναιρεσείουσας) να προβάλλει μόνο η αναιρεσίβλητη και όχι η αναιρεσείουσα. 
ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς. Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. 
Εν προκειμένω, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1β΄ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ερμηνεία των άρθρων 480 Α παρ. 2 και 484 παρ. 1 ΚΠολΔ και για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των εν λόγω άρθρων, με τα οποία διατάσσεται από το δικαστήριο η πώληση με πλειστηριασμό του κοινού οικοπέδου αν η αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου είναι ανέφικτη ή ασύμφορη. Και τούτο διότι "η κοινή πείρα καταδεικνύει ότι η διαταχθείσα σύσταση καθέτου συνιδιοκτησίας είναι παντελώς ασύμφορη και για τους δύο διαδίκους διότι: α) λόγω της δημιουργίας δύο οικοδομών η σύσταση καθέτου ιδιοκτησίας θα συνεπάγεται την ανάγκη δημιουργίας επιπλέον ανελκυστήρα, κλιμακοστασίου και πλατύσκαλου εμβαδού 59, 60 τ.μ, τα οποία θα στερηθεί το ακίνητο, με απλό δε υπολογισμό και με βάση ότι η αξία του οικοπέδου είναι 500 ευρώ ανά τ.μ., προκύπτει συνολική απώλεια του ακινήτου (500 Χ 59, 60) 29.800 ευρώ, από τα οποία μου αναλογεί ποσοστό ζημίας (29.800 Χ 2/3) 19.866 ευρώ., β) η διανομή με σύσταση καθέτου συνιδιοκτησίας δημιουργεί ανάγκη αποζημίωσης του ενός συγκυρίου από τον άλλο, γ) με τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας δεν θα είναι δυνατή η αξιοποίηση του ως επιπλωμένα διαμερίσματα, όπως αναλυτικά εκθέτω στον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, δ) το ακίνητο που βρίσκεται στη συμβολή των δύο οδών (το δυτικό) θα έχει μεγαλύτερη αξία από το άλλα (το ανατολικό), οπότε είναι ασύμφορη και αδύνατη και εκ του λόγου τούτου η διανομή αυτή χωρίς βλάβη του κοινωνού, ο οποίος θα λάβει την ανατολική ιδιοκτησία, ε) η κατάτμηση θα έχει ως αποτέλεσμα να οικοδομηθούν δύο μικρά κουτιά με προφανή αισθητική υποβάθμιση της ιδιοκτησίας και θα αποκλειστεί και η δυνατότητα συνένωσης με γειτονικό ακίνητο". Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά μεν τα εκτιθέμενα υπό στοιχεία α΄, β΄, γ΄ και ε΄, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σχετικά με την προϋπόθεση της μη αντίθεσης της, διαταχθείσας με αίτημα της συγκύριας αναιρεσίβλητης, αυτούσιας διανομής του ακάλυπτου κοινού οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη αυτού προς το συμφέρον της συγκυρίας ενάγουσας, δεν υφίσταται δίδαγμα της κοινής πείρας με το ανωτέρω περιεχόμενο, κατά δε τα εκτιθέμενα υπό στοιχ. δ΄ πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα θα λάβει με την διαταχθείσα αυτούσια διανομή του επίδικου κοινού οικοπέδου το ευρισκόμενη στη συμβολή των οδών διακεκριμένο μέρος αυτού. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει την από 22-6-2006 αίτηση και τον από 10-1-2007 πρόσθετο λόγο αναίρεσης της 236/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. 

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ. 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2007. 

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαΐου 2007. 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια