Κατά το άρθρο 601 του ΑΚ ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία...Αριθμός 104/2007 ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.


Ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως τη μίσθωση και συγχρόνως να ζητήσει αποζημίωση, αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε ή δεν τηρεί τη συμπεριφορά που πρέπει..Αριθμός 1041/2006  ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ .

Κατά το άρθρο 601 του ΑΚ ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτήν..
προκύπτει ότι κατ' αρχήν, σε περίπτωση που ο μισθωτής μετά τη λήξη της μίσθωσης ή της λύσης αυτής (ΑΠ 212/2000 ΕλλΔνη 2000.755, ΑΠ 1512/2000 ΕλλΔνη 42.1327) παρακρατεί παράνομα το μίσθιο (ΑΠ 212/2000, ΑΠ 1512/2000 ό.π.), δηλαδή χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 457/1997 ΕλλΔνη 38.1819, ΕφΠειρ 1259/1995 ΕΔΠολ 1996.363, Χ. Παπαδάκη, Αγωγ. Απόδ. Μισθ., Γ' έκδοση, αριθμ. 2587 επ.), ο εκμισθωτής δικαιούται κατ' αρχήν να ζητήσει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα για όλη τη διάρκεια της παρακράτησης (ΑΠ 212/2000, ΑΠ 1512/2000 ό.π.), χωρίς να ερευνάται αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης. Ως συμφωνημένο μίσθωμα θεωρείται εκείνο που οφειλόταν κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης (κατ' αποκοπή αποζημιώσεως), δηλαδή της λήξης της μίσθωσης (ΑΠ 1248/2001 ΕλλΔνη 43.145). Η ευθύνη του μισθωτή για την ως άνω βασική αποζημίωση είναι αντικειμενική (ΕφΛαρ 779/2003 Νόμος, ΕφΑΘ 1202/1986 ΑρχΝ 37.310, ΕφΚερκ 105/1985 ΝοΒ 34.90, Χ. Παπαδάκης, ό.π., αριθμ. 2600) και συνεπώς γι' αυτή δεν απαιτείται υπαιτιότητα του (ΕφΛαρ 779/2003, Χ. Παπαδάκης, ό.π., όπου και παραπομπές). Εκτός όμως από την παραπάνω αποζημίωση χρήσης, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας κατά τις διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (αρθρ. 343 επ. του ΑΚ). Η περαιτέρω αυτή ζημία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του οφειλέτη - μισθωτή (αρθρ. 342 επ., 335 ΑΚ), το οποίο τεκμαίρεται. Την ανυπαρξία δε αυτού οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει ο μισθωτής, για να απαλλαγεί (ΑΠ 212/2000, ό.π., ΑΠ 1594/1999 ΕλλΔνη 2000.114, ΑΠ 1221/2001 ΕΔΠολ 2001.246, ΑΠ 1512/2000 ό.π., ΕφΛαρ 117/2005 Δικογραφία 2005.340). Απαλλακτικό δε γεγονός είναι και η δικαιολογημένη πλάνη αυτού περί το δίκαιο, η οποία υπάρχει όταν η προς εκπλήρωση της παροχής υποχρέωση του εξαρτάται από την ερμηνεία νομικής διατάξεως, για την οποία υπάρχει αμφισβήτηση στην επιστήμη και τη νομολογία ή περί την ύπαρξη της οφειλής του (ΑΠ 212/2000 ό.π., ΑΠ 1940/1986 ΕΔΠολ 1987.121, ΕφΛαρ 117/2005 ό.π., ΕφΠειρ 949/1995 ΕλλΔνη 1999.1649, ΕφΑΘ 10468 και 10469/1999 ΕλλΔνη 41.1420 και ΕλλΔνη 42.225). Η περαιτέρω δε αποζημίωση περιλαμβάνει τη θετική ζημία, αλλά και το διαφυγόν κέρδος (αρθρ. 298 του ΑΚ, βλ. ΑΠ 1221/2001 ΕλλΔνη 2002.145). Τέτοια ζημία είναι συνήθως το μεγαλύτερο μίσθωμα (διαφυγόν κέρδος), το οποίο κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε ο εκμισθωτής αν ο μισθωτής παρέδιδε έγκαιρα (κατά τη λήξη ή λύση της μίσθωσης) το μίσθιο και εκμίσθωνε αυτό σε τρίτον (ΑΠ 1512/2000, ΑΠ 1221/2001 ό.π., ΑΠ 1527/1998 ΕΔΠολ 1999.63, ΕφΛαρ 117/2005 ό.π., ΕφΑΘ 4118/2003 ΕΔΠολ 2004.277, ΕφΑΘ 1038/2002 ΕΔΠολ 2004.270) ή και στον ίδιο το μισθωτή με νέα μίσθωση (ΕφΑΘ 5614/2003 ΑρχΝ ΝΣΤ' 226, ΕφΠειρ 275/1996 ΕΔΠολ 1998.160, Χ. Παπαδάκης, ό.π., αριθμ. 2612). Πάντοτε δε μεταξύ της παρακράτησης και της ζημίας είναι αναγκαία η συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου (ΑΠ 1527/1998 ΕΔΠολ 1999.63, Χ. Παπαδάκης, ό.π., αριθμ. 2611). Τέλος, ο εκμισθωτής, όταν ζητεί και την αποκατάσταση της ως άνω περαιτέρω ζημίας του, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής του να προσδιορίζει, εκτός των άλλων (την έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, τη λύση ή λήξη της, την παράνομη κατακράτηση του μισθίου και το χρόνο αυτής κλπ.), τη ζημία και μάλιστα σε τι συνίσταται αυτή (ΕφΑΘ 5027/1999 ΕλλΔνη 41.523), αλλά και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παρακράτησης και της ζημίας, με την αναφορά εκείνων των περιστατικών που δικαιολογούν την επιδίκαση μεγαλυτέρου ποσού (ΕφΑΘ 6595/2001 ΕΔΠολ 2004.172, Χ. Παπαδάκης, ό.π., αριθμ. 2642).



Διατάξεις: 
ΑΚ: 335, 342, 343, 601, 608, 609, (Απόσπασμα)

Αριθμός 104/2007 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

... Κατά το άρθρο 601 του ΑΚ ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι κατ' αρχήν, σε περίπτωση που ο μισθωτής μετά τη λήξη της μίσθωσης ή της λύσης αυτής (ΑΠ 212/2000 ΕλλΔνη 2000.755, ΑΠ 1512/2000 ΕλλΔνη 42.1327) παρακρατεί παράνομα το μίσθιο (ΑΠ 212/2000, ΑΠ 1512/2000 ό.π.), δηλαδή χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 457/1997 ΕλλΔνη 38.1819, ΕφΠειρ 1259/1995 ΕΔΠολ 1996.363, Χ. Παπαδάκη, Αγωγ. Απόδ. Μισθ., Γ' έκδοση, αριθμ. 2587 επ.), ο εκμισθωτής δικαιούται κατ' αρχήν να ζητήσει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα για όλη τη διάρκεια της παρακράτησης (ΑΠ 212/2000, ΑΠ 1512/2000 ό.π.), χωρίς να ερευνάται αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης. Ως συμφωνημένο μίσθωμα θεωρείται εκείνο που οφειλόταν κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης (κατ' αποκοπή αποζημιώσεως), δηλαδή της λήξης της μίσθωσης (ΑΠ 1248/2001 ΕλλΔνη 43.145). Η ευθύνη του μισθωτή για την ως άνω βασική αποζημίωση είναι αντικειμενική (ΕφΛαρ 779/2003 Νόμος, ΕφΑΘ 1202/1986 ΑρχΝ 37.310, ΕφΚερκ 105/1985 ΝοΒ 34.90, Χ. Παπαδάκης, ό.π., αριθμ. 2600) και συνεπώς γι' αυτή δεν απαιτείται υπαιτιότητα του (ΕφΛαρ 779/2003, Χ. Παπαδάκης, ό.π., όπου και παραπομπές). Εκτός όμως από την παραπάνω αποζημίωση χρήσης, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας κατά τις διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (αρθρ. 343 επ. του ΑΚ). Η περαιτέρω αυτή ζημία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του οφειλέτη - μισθωτή (αρθρ. 342 επ., 335 ΑΚ), το οποίο τεκμαίρεται. Την ανυπαρξία δε αυτού οφείλει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει ο μισθωτής, για να απαλλαγεί (ΑΠ 212/2000, ό.π., ΑΠ 1594/1999 ΕλλΔνη 2000.114, ΑΠ 1221/2001 ΕΔΠολ 2001.246, ΑΠ 1512/2000 ό.π., ΕφΛαρ 117/2005 Δικογραφία 2005.340). Απαλλακτικό δε γεγονός είναι και η δικαιολογημένη πλάνη αυτού περί το δίκαιο, η οποία υπάρχει όταν η προς εκπλήρωση της παροχής υποχρέωση του εξαρτάται από την ερμηνεία νομικής διατάξεως, για την οποία υπάρχει αμφισβήτηση στην επιστήμη και τη νομολογία ή περί την ύπαρξη της οφειλής του (ΑΠ 212/2000 ό.π., ΑΠ 1940/1986 ΕΔΠολ 1987.121, ΕφΛαρ 117/2005 ό.π., ΕφΠειρ 949/1995 ΕλλΔνη 1999.1649, ΕφΑΘ 10468 και 10469/1999 ΕλλΔνη 41.1420 και ΕλλΔνη 42.225). Η περαιτέρω δε αποζημίωση περιλαμβάνει τη θετική ζημία, αλλά και το διαφυγόν κέρδος (αρθρ. 298 του ΑΚ, βλ. ΑΠ 1221/2001 ΕλλΔνη 2002.145). Τέτοια ζημία είναι συνήθως το μεγαλύτερο μίσθωμα (διαφυγόν κέρδος), το οποίο κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε ο εκμισθωτής αν ο μισθωτής παρέδιδε έγκαιρα (κατά τη λήξη ή λύση της μίσθωσης) το μίσθιο και εκμίσθωνε αυτό σε τρίτον (ΑΠ 1512/2000, ΑΠ 1221/2001 ό.π., ΑΠ 1527/1998 ΕΔΠολ 1999.63, ΕφΛαρ 117/2005 ό.π., ΕφΑΘ 4118/2003 ΕΔΠολ 2004.277, ΕφΑΘ 1038/2002 ΕΔΠολ 2004.270) ή και στον ίδιο το μισθωτή με νέα μίσθωση (ΕφΑΘ 5614/2003 ΑρχΝ ΝΣΤ' 226, ΕφΠειρ 275/1996 ΕΔΠολ 1998.160, Χ. Παπαδάκης, ό.π., αριθμ. 2612). Πάντοτε δε μεταξύ της παρακράτησης και της ζημίας είναι αναγκαία η συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου (ΑΠ 1527/1998 ΕΔΠολ 1999.63, Χ. Παπαδάκης, ό.π., αριθμ. 2611). Τέλος, ο εκμισθωτής, όταν ζητεί και την αποκατάσταση της ως άνω περαιτέρω ζημίας του, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής του να προσδιορίζει, εκτός των άλλων (την έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, τη λύση ή λήξη της, την παράνομη κατακράτηση του μισθίου και το χρόνο αυτής κλπ.), τη ζημία και μάλιστα σε τι συνίσταται αυτή (ΕφΑΘ 5027/1999 ΕλλΔνη 41.523), αλλά και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παρακράτησης και της ζημίας, με την αναφορά εκείνων των περιστατικών που δικαιολογούν την επιδίκαση μεγαλυτέρου ποσού (ΕφΑΘ 6595/2001 ΕΔΠολ 2004.172, Χ. Παπαδάκης, ό.π., αριθμ. 2642). 
Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες με την αγωγή τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίστηκαν, όπως αναφέρθηκε, ότι το έτος 1986 εκμίσθωσαν στην πρώτη εναγόμενη εταιρία, ομόρρυθμο μέλος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη εφεσίβλητοι και οι δύο εναγόμενοι), ένα ισόγειο κατάστημα τους, συγκύριοι του οποίου είναι (οι ενάγοντες) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης θεσσαλονίκης, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πώλησης καλλυντικών ειδών κλπ. Ότι η πρώτη εναγόμενη μισθώτρια, αν και η μίσθωση έληξε στις 31.7.2004 μετά από προηγούμενη καταγγελία τους, συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο μέχρι και τις 30.6.2005, οπότε και το απέδωσε σ' αυτούς. Ότι κατά τη λήξη της μίσθωσης το συμφωνημένο μίσθωμα ανερχόταν, μετά τις αναπροσαρμογές, στο ποσό των 1.702,66 ευρώ, η δε πρώτη εναγόμενη μισθώτρια, για όσο χρόνο παρακράτησε το μίσθιο, κατέβαλε στους δύο πρώτους απ' αυτούς (ενάγοντες) ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα που αναλογούσε στη μερίδα τους (1/3 για τον καθένα), ενώ στην τρίτη κατέβαλε μέρος της αναλογίας και παραμένει υπόλοιπο 3.405,32 ευρώ. Ότι, από την καθυστέρηση στην απόδοση του μισθίου, που οφείλεται σε πταίσμα της μισθώτριας εταιρίας, ζημιώθηκαν περαιτέρω και τα ποσά: α') των 129.311,43 ευρώ (=14.000 ευρώ το μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο, ενόψει της θέσης του μισθίου, της κατάστασης του και της αντικειμενικής και μισθωτικής αξίας του, θα εισέπρατταν συνολικά κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση του σε τρίτον αν η μισθώτρια το απέδιδε κατά τη λήξη του Χ11 μήνες = 154.000 ευρώ - 24.688,57 ευρώ που η εναγόμενη μισθώτρια κατέβαλε ως αποζημίωση χρήσης) και β') των 25.667 ευρώ, όπως παραδεκτά περιόρισαν με δήλωση τους στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (αρθρ. 223, 295, 297 του ΚΠολΔ), το οποίο (όπως προσδιορίζουν στους 11 μήνες που η εναγόμενη μισθώτρια παρακρατούσε το μίσθιο) και αποτελεί μέρος του ποσού των 587.000 ευρώ, το οποίο θα εισέπρατταν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά τη λήξη της ένδικης μίσθωσης από την εκμίσθωση του μισθίου σε τρίτον ως άυλη εμπορική αξία («αέρα»), όπως ειδικότερα προσδιορίζουν αυτή. Μετά απ' αυτά ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, κατά τη μερίδα τους, εις ολόκληρον ο καθένας, τα ποσά: των 50.524,36 ευρώ στον καθένα από τους δύο πρώτους για αποκατάσταση της ως άνω περαιτέρω ζημίας τους και των 53.929,68 ευρώ στην τρίτη για αποκατάσταση της περαιτέρω ζημίας της (50.524,36 ευρώ) και κατά ένα μέρος ως αποζημίωση για το συμφωνημένο μίσθωμα (3.405,32 ευρώ), νομιμότοκα όλα τα ποσά, από την επίδοση της αγωγής. Κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, οι ενάγοντες εκμισθωτές, με την αγωγή τους, θεμελιώνουν τις ένδικες αξιώσεις τους στις διατάξεις του άρθρου 601 του ΑΚ και δη στην παράνομη κατακράτηση του μισθίου από την εναγομένη (πρώτη) μισθώτρια, από πταίσμα αυτής. Ζητούν δε όχι μόνον το συμφωνημένο μίσθωμα ως αποζημίωση της χρήσης του μισθίου (μόνον η τρίτη) αλλά και την αποκατάσταση της περαιτέρω ζημίας τους. Στην περαιτέρω αυτή ζημία τους περιλαμβάνουν και μέρος του ποσού που θα συνομολογούσαν και θα εισέπρατταν από το νέο μισθωτή, ως άυλη εμπορική αξία («αέρα»), σε περίπτωση που η εναγόμενη μισθώτρια απέδιδε το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης. Όμως η αγωγή, κατά το αιτούμενο αυτό ποσό (των 25.667 ευρώ) είναι απορριπτέα ως αόριστη. Και τούτο γιατί μπορεί μεν στη συναλλακτική πρακτική να συνηθίζεται η καταβολή σημαντικού ποσού στον εκμισθωτή ως «αέρα» προκειμένου να μισθώσει ακίνητο σε περιοχή με μεγάλη εμπορική κίνηση. Αυτή δε η συνομολόγηση και δόση του «αέρα» δεν απαγορεύεται από διάταξη και είναι νόμιμη (αρθρ. 361 ΑΚ, βλ. ΑΠ 5/2002 ΕλλΔνη 2003.182, Εφθεσ 2868/2001 ΑρχΝ ΝΔ' 735, ΕφΑΘ 4514/1995 ΝοΒ 45.51, Χ. Παπαδάκης, ό.π., αριθμ. 1349 επ. που. και παραπομπές). Aρα μπορεί ο εκμισθωτής να περιλάβει αυτό το ποσό στο διαφυγόν κέρδος του από την παράνομη -και υπαίτια- κατακράτηση του μισθίου. Όμως οι ενάγοντες στην αγωγή τους δεν αναφέρουν τα περιστατικά εκείνα που δικαιολογούν τη ζημία τους αυτή. Ισχυρίζονται απλώς ότι το ποσό αυτό του «αέρα» θα εισέπρατταν από το νέο μισθωτή, αν η εναγόμενη μισθώτρια απέδιδε το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης (31.7.2004). Έστω και αν προσδιορίζουν τη θέση του μισθίου, την κατάσταση του και την εμπορική και τη μισθωτική αξία του, χωρίς να απαιτείται και ο τρόπος υπολογισμού του ως άνω ποσού και της ζημίας τους εν γένει (πρβλ. ΕφΑΘ 1068/2001 ΕΔΠολ 2003.131), οι ενάγοντες εκμισθωτές δεν εκθέτουν την απώλεια αυτού του ποσού σε σχέση με το χρόνο απόδοσης του μισθίου. Δηλαδή δεν εκθέτουν για ποιο λόγο το ποσό αυτό θα εισέπρατταν μόνο κατά την εκμίσθωση του μισθίου μετά τη λήξη της ένδικης μίσθωσης (31.7.2004) και όχι και κατά τον μετέπειτα χρόνο της απόδοσης του (30.6.2005), ή έστω γιατί αυτό στη δεύτερη περίπτωση θα ήταν μικρότερο. Με τα επικαλούμενα, επομένως, περιστατικά δεν εκθέτουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της καθυστέρησης απόδοσης του μισθίου και της συγκεκριμένης (ως άνω) ζημίας τους. Έτσι το ως άνω αίτημα είναι, λόγω της αοριστίας του, απαράδεκτο (ΑΠ 608/2005 Δ' 2005-2006). Γι' αυτό η εκκαλούμενη απόφαση που, κατ' αποδοχή του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων, απέρριψε το αιτούμενο κονδύλιο των 25.667 ευρώ ως αόριστο, έστω και με διάφορη (εσφαλμένη) αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την παρούσα (αρθρ. 534 του ΑΚ, ΕφΑΘ 3406/2002 ΕλλΔνη 2005.575), ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος (τέταρτος) της έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο οι τελευταίοι υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. 
Περαιτέρω... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, με το από 1.1.1986 ιδιωτικό συμφωνητικό, συνεκμίσθωσαν στην πρώτη εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρία, ομόρρυθμο μέλος της οποίας είναι ο δεύτερος, ένα ισόγειο κατάστημα 75 τ.μ., με αντίστοιχο υπόγειο, συγκυριότητας τους, που βρίσκεται στην πόλη της θεσσαλονίκης (Δ. αριθμ. ..), προκειμένου η τελευταία να το χρησιμοποιήσει για την άσκηση εμπορίας καλλυντικών. Η διάρκεια της ορίστηκε αρχικά για ένα έτος και το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 140.000 δρχ. Η μίσθωση, ως εμπορική (ν.δ. 813/1978 και ήδη π.δ. 34/1995) συνεχίστηκε και μετά το έτος 1987 και έληξε, σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 12 του π.δ. 34/1995, στις 31.8.1997, εφόσον η εναγομένη είχε συμπληρώσει την 1.1.1995 στη χρήση του μισθίου εννέα έτη (αρθρ. 5 παρ. 1 του π.δ. 34/1995). Όμως η εναγόμενη μισθώτρια (πρώτη) παρέμεινε στη χρήση του μισθίου ακινήτου και μετά τη λήξη της μίσθωσης χωρίς εναντίωση των εναγόντων, οι δε τελευταίοι δεν άσκησαν μέσα σε εννέα (9) μήνες από τη λήξη της (31.8.1997) την αγωγή απόδοσης του. Συνεπώς η μίσθωση, κατά τις διατάξεις 7 παρ. 15 του ν. 2741/1999, παρατάθηκε αναγκαστικά για τέσσερα χρόνια από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι τις 31.8.2001 (ΑΠ 404/2004 ΝοΒ 53.670). Η πρώτη εναγομένη εξακολούθησε και μετά τη λήξη αυτή της μισθώσεως να χρησιμοποιεί το μίσθιο κατάστημα, οι δε ενάγοντες το γνώριζαν και δεν εναντιώθηκαν και έτσι η μίσθωση ανανεώθηκε σιωπηρά για αόριστο χρόνο (αρθρ. 601 του ΑΚ). Στη συνέ-χεια όμως οι ενάγοντες εκμισθωτές, με την από 2.7.2004 αγωγή τους (αριθμ. έκθ. κατ. 22685/2004) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης, που επέδωσαν στην πρώτη εναγόμενη μισθώτρια στις 7.7.2004, κατήγγειλαν την ως άνω σύμβαση μισθώσεως και ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους αποδώσει τη χρήση του μισθίου. Η μίσθωση μετά την καταγγελία αυτή έληξε στις 31.7.2004 (αρθρ. 608, 609 του ΑΚ). Η εναγομένη (πρώτη) δεν απέδωσε το μίσθιο στις 31.7.2004 και μετά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής στις 30.9.2004 υποστήριξε ότι η μίσθωση δεν έληξε με την καταγγελία. Ειδικότερεα, ισχυρίστηκε ότι στις 16.1.1991 τροποποιήθηκε η πρώτη εναγόμενη εταιρία με την είσοδο σ' αυτήν των νέων εταίρων Μ. και Ε. Α. και την αποχώρηση της εταίρου Α.Τ. και έτσι συνεστήθη μια νέα εταιρία με την επωνυμία «Μ. Α. και Σία Ε.Ε.», η οποία συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο κατάστημα χωρίς εναντίωση των εναγόντων, με αποτέλεσμα να συναφθεί νέα σύμβαση μισθώσεως, η οποία έληξε τις 16.12.2003, οπότε συμπληρώθηκε 12ετία από την έναρξη της, και παρατάθηκε νόμιμα για άλλα τέσσερα χρόνια, δηλαδή μέχρι τις 16.1.2007 και συνεπώς η καταγγγελία της μισθώσεως είναι άκυρη, καθόσον αφενός μεν δεν έληξε η μίσθωση και αφετέρου δεν απευθύνθηκε αυτή (καταγγελία) κατά της νέας μισθώτριας εταιρίας... 
Για το χρονικό διάστημα της παράνομης κατακράτησης του μισθίου (1.8.2004 έως 30.6.2005), οι ενάγοντες - εκκαλούντες ζητούν και επιπλέον αποζημίωση ίση προς το μίσθωμα το οποίο θα αποκόμιζαν από άλλον (νέο) μισθωτή, αν τους αποδιδόταν έγκαιρα το μίσθιο (κατά τη λύση -στις 31.7.2004- της μίσθωσης). Το ποσό αυτό της αποζημίωσης υπολογίζουν, με βάση την εν γένει μισθωτική αξία του μισθίου καταστήματος, σε 14.000 ευρώ το μήνα. Για την αποζημίωση αυτήν απαιτείται πταίσμα της πρώτης εναγόμενης μισθώτριας, όπως εκτίθεται παραπάνω στη μείζονα σκέψη. Όμως οι εναγόμενοι, με δήλωση τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις που παραδεκτά πρότειναν κατ' ένσταση (αρθρ. 262 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 2/2005), κατ' ορθή εκτίμηση των εκτιθεμένων στις έγγραφες προτάσεις τους πραγματικών περιστατικών (με αναφορά -έστω και συνοπτικά- αυτών και με συγκεκριμένο αίτημα, αρθρ. 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ΑΠ 992/1999 ΕλλΔνη 40.1717, ΑΠ 1398/1982 ΕλλΔνη 15.131), την ανυπαρξία πταίσματος της πρώτης απ' αυτούς (μισθώτριας) στην καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Ισχυρίζονται δε ότι η καθυστέρηση οφείλεται στην ως άνω, μεταξύ της πρώτης απ' αυτούς (μισθώτριας) και των εναγόντων (εκμισθωτών), δικαστικής διένεξης, η οποία στηρίζεται στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας της καταγγελίας των εναγόντων και της, εξ αυτής, λύσης της μίσθωσης. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, από τα ίδια, όπως παραπάνω, αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ως και ουσιαστικά βάσιμος. Και τούτο γιατί - και χωρίς να αρκεί για την απαλλαγή του μόνη η δικαστική διένεξη (βλ. ΕφΑΘ 1038/2002 ΕΔΠ 2004.270)- στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω ως προς τους ισχυρισμούς της εναγόμενης μισθώτριας κατά τη διεξαγωγή των δικών επί της παραπάνω αγωγής απόδοσης του μισθίου, η τελευταία (μισθώτρια) εύλογα και δικαιολογημένα αμφισβήτησε την εγκυρότητα της καταγγελίας (που έγινε με την αγωγή) και τη λύση, συνεπεία αυτής, της μίσθωσης (πρβλ. ΑΠ 212/2000, ό.π., ΕφΛαρ 117/2005 ό.π.), ενόψει και των συνεχών παρατάσεων της διάρκειας της μίσθωσης (με σχετικές τροποποιήσεις του ν. 813/1978) της αμφισβήτησης των μισθώσεων που υπάγονται στις σχετικές περιπτώσεις και της αμφισβήτησης ειδικότερα του χρόνου έναρξης της ένδικης μίσθωσης, έτσι ώστε να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος συμπλήρωσης της 12ετίας. Η εύλογη αυτή αμφισβήτηση αποτελεί δικαιολογημένη πλάνη της μισθώτριας ως προς την υποχρέωση της προς απόδοση του μισθίου καταστήματος, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Μετά την έκδοση (στις 20.4.2005) της ως άνω υπ' αριθμ. 11362/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης (με την οποία διατάσσεται η απόδοση του μισθίου από τις 20.10.2005), η μισθώτρια παρέμεινε στο μίσθιο (μέχρι τις 30.6.2005, οπότε, κατά τα παραπάνω, το απέδωσε στους ενάγοντες) στα πλαίσια της έγγραφης, από 22.5.2005, συμφωνίας της με τους ενάγοντες μετά και την παραίτηση της από ένδικα βοηθήματα (κατά της εκτέλεσης) ή αξιώσεων της από τη μίσθωση. Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε το αιτούμενο κονδύλιο της περαιτέρω αποζημιώσεως, κατ' αποδοχήν της ως άνω ένστασης ελλείψεως υπαιτιότητας, την οποία παραδεκτώς επαναφέρουν οι εφεσίβλητοι προς απόκρουση της εφέσεως, ορθά το νόμο εφάρμοσε και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με την έφεση τους (δεύτερο και τρίτο λόγους αυτής) πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα...

Σχόλια