Η ιδιότητα του επαγγελματία ποδοσφαιριστή αποκτάται

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit

987/2003 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ (339776)
(ΑΡΜ 2003/1469) Επαγγελματίας αθλητής: Εκείνος που συνδέεται με ανώνυμη αθλητική εταιρία με σύμβαση..
εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών. Έγγραφη σύμβαση. Η μη....
τήρηση έχει ως συνέπεια κατ` αρχήν την ακυρότητα της δικαιοπραξίας. Θεραπεύεται είτε με την εκπλήρωση αυτής, είτε με μεταγενέστερη επικύρωση αυτής, η οποία ισχύει ως νέα κατάρτιση. Η ιδιότητα του επαγγελματία ποδοσφαιριστή αποκτάται με την υπογραφή συμβολαίου με ΠΑΕ, συμβόλαιο που συντάσσεται σε έξι αντίγραφα, σε ειδικό έντυπο το οποίο χορηγείται από την ΕΠΑΕ και υποβάλλεται για επικύρωση με ευθύνη της ΠΑΕ, το αργότερο σε πέντε ημέρες από της υπογραφής του. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας, η υπαίτια ΠΑΕ ευθύνεται έναντι του ποδοσφαιριστού για κάθε θετική ή αποθετική του ζημία, η οποία εξειδικεύεται και επιδικάζεται με προσφυγή ενώπιον τη ΕΕΟΔΕΠ. Για να θεμελιωθεί ευθύνη, απαιτείται υπαιτιότητα της ΠΑΕ στη μη υποβολή του συμβολαίου. Μέσα σε πέντε ημέρες από τη λήψη του συμβολαίου, η ΕΠΑΕ ελέγχει τη νομιμότητα των όρων του, το επικυρώνει και το καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο. Πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών. Επιτρέπονται αγωγές στα πολιτικά δικαστήρια μόνο μετά την περάτωση των διαδικασιών ενώπιον των παραπάνω επιτροπών.

Η περίληψη αυτή ελήφθη από το περιοδικό "ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ" εκδόσεως Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.

  


ΕφΘεσ 987/2003

Πρόεδρος: Χρήστος Ηλιάδης. Δικαστές: Ι. Ιωαννίδης, Β. Τσιότρας (εισηγητής). Δικηγόροι: Ε. Χρυσάφης - Δ. Μόκκας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 85 παρ. 2 και 4 ν. 2725/1999, ερασιτεχνικός και επαγγελματικός Αθλητισμός και άλλες διατάξεις, 2 παρ. 1, 7 παρ. 1 και 2 και 8 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Κανονισμού Νο 2 των επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών, Σχέσεις Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιριών (ΠΑΕ) και επαγγελματιών Ποδοσφαιριστών (ΚΕΠ), προκύπτει ότι επαγγελματίας αθλητής είναι εκείνος που συνδέεται με ανώνυμη αθλητική εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για παροχή αθλητικών υπηρεσιών. Η σύμβαση αυτή διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του ν. 2725/1999. Η ιδιότητα του επαγγελματία ποδοσφαιριστή αποκτάται με την υπογραφή συμβολαίου με ΠΑΕ, συμβόλαιο που συντάσσεται σε έξι (6) αντίγραφα, σε ειδικό έντυπο το οποίο χορηγείται από την ΕΠΑΕ και υποβάλλεται για επικύρωση με ευθύνη της ΠΑΕ, το αργότερο σε πέντε (5) ημέρες από της υπογραφής του. Παρερχομένης απράκτου της ανωτέρω προθεσμίας, η υπαίτια ΠΑΕ ευθύνεται έναντι του ποδοσφαιριστού για κάθε θετική ή αποθετική του ζημία, η οποία εξιδικεύεται και επιδικάζεται με προσφυγή ενώπιον της ΕΕΟΔΕΠ. Και ακόμη, μέσα σε πέντε (5) ημέρες από τη λήψη του συμβολαίου, η ΕΠΑΕ ελέγχει τη νομιμότητα των όρων του, το επικυρώνει και το καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο και κατόπιν με το πέρας της διαδικασίας αυτής στέλνει από ένα επικυρωμένο αντίγραφο στην ΕΠΟ στον ΠΣΑΠ, στην ΠΑΕ και στον ποδοσφαιριστή. Τέλος, με το άρθρο 95 του ν. 2725/1999, συγκροτούνται με διετή θητεία πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες επιτροπές επίλυσης οικονομικών διαφορών μεταξύ επαγγελματιών αθλητών και αθλητικών ανωνύμων εταιριών και ορίζεται ότι επιτρέπονται προσφυγές στα πολιτικά δικαστήρια όσον αφορά τις οικονομικές διαφορές μεταξύ επαγγελματιών αθλητών και ΑΑΕ ή σωματείων που διατηρούν τμήματα αμειβομένων αθλητών (ΤΑΑ), μόνον μετά την περαίωση των διαδικασιών ενώπιον των παραπάνω επιτροπών. Αγωγή που ασκείται ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων πριν από την εξάντληση της παραπάνω διαδικασίας, απορρίπεται ως απαράδεκτη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, για την παροχή αθλητικών υπηρεσιών από επαγγελματία ποδοσφαιριστή, απαιτείται έγγραφη σύμβαση, δηλαδή επιβάλλεται για τη δικαιοπραξία τύπος, με εμπλοκή μάλιστα στην ολοκλήρωσή της όχι μόνο των συμβαλλομένων αλλά και τρίτου (εν προκειμένω της διοργανώτριας αρχήςΕΠΑΕ), η μη τήρηση του οποίου έχει ως συνέπεια κατ` αρχήν την ακυρότητα της δικαιοπραξίας, θεραπευόμενη μόνον είτε με την εκπλήρωση αυτής, όπου αυτό ορίζεται και επιτρέπεται εκ του νόμου, είτε με μεταγενέστερη επικύρωση αυτής, η οποία ισχύει ως νέα κατάρτιση (άρθρ. 158, 159 και 198 ΑΚ). Για να θεμελιωθεί ευθύνη από το νόμο αυτό για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του συμβαλλόμενου ποδοσφαιριστή, της υπόχρεης σε υποβολή της σύμβασης ΠΑΕ και ολοκλήρωσή της μέσα σε πέντε (5) ημέρες από της υπογραφής της, απαιτείται υπαιτιότητα της ΠΑΕ στη μη υποβολή του συμβολαίου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 670, 671, 457 παρ. 2 και 3 και 460 Κ ΠολΔ, συνάγονται τα ακόλουθα: α) Το δικαστήριο, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες, ως προς την αποδεικτική τους ισχύ. Ετσι, είναι μεν δυνατόν να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή άκυρα (ΑΠ 302/1999 ΕλλΔνη 40.1310) και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, όχι όμως και πλαστά ή τα μη γνήσια, β) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρ. 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσδομιδή προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου, εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της αποδείξεως αυτής, όταν αμφισβητηθεί, γ) Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (άρθρ. 463 ΚΠολΔ). Και αν μεν αποδειχθεί, κατά την ίδια διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η πλαστότητα του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, τούτο κατά το πλαστό μέρος του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύψει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο υπόψη (ΑΠ 1323/1996 ΕλλΔνη 38.1055). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1)... 2)... 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, δηλαδή τα μέσα επιθέσεως και άμυνας είναι παραδεκτά, αν αποδεικνύονται εγγράφως. Η εφαρμογή της εξαιρέσεως αυτής δεν εμποδίζεται από μόνη την προσβολή του προσκομισθέντος εγγράφου ως πλαστού (Κ. Μπέη, Πολ. Δικονομία, υπό το άρθρο 269, αριθ. 9, σελ. 1169)....

Ο ενάγων, Ελληνας ομογενής από τη Γερμανία, ήταν ερασιτέχνης ποδοσφαιριστής στην ερασιτεχνική ομάδα της Αϊντραχτ Φρανκφούρτης. Στις 15.8.1999, ημέρα Κυριακή, με τη λήξη της παρατάσεως της μεταγραφικής περιόδου και με τη μεσολάβηση του μάνατζερ Κ.Ζ. και αφού στον αθλητικό τύπο αναγραφόταν ότι πρόκειται για το δεκάρι της πρώτης κατηγορίας της Αϊντραχτ Φρανκφούρτης και αφού ορίστηκε από τον ενάγοντα αντίκλητός του η Ε.Σ., υπέγραψε ο ενάγων με την εναγομένη ... , όπως αυτή εκπροσωπείται νόμιμα, συμβόλαιο επαγγελματία ποδοσφαιριστή (βλ. το ως άνω συμβόλαιο που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι). Με το συμβόλαιο αυτό συμφωνήθηκε να παρέχει τις υπηρεσίες του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως ποδοσφαιριστής, στην ποδοσφαιρική ομάδα της εναγομένης, που συμμετείχε στο πρωτάθλημα της Α` εθνικής κατηγορίας, για το χρονικό διάστημα από 15.8.1999 μέχρι 30.6.2000. Ως αμοιβή του συμφωνήθηκε μηνιαίος μισθός 200.000 δραχμών, παροχή επιπλωμένου διαμερίσματος στην Καλαμαριά και πριμ μεταγραφής 12.000.000 δραχμών. Το τελευταίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε έξι (6) μηνιαίες ισόποσες δόσεις των 2.000.000 δραχμών, η πρώτη στις 20.10.1999 και η τελευταία στις 30.3.2000. Δεδομένου ότι η 15.8.1999 ήταν η τελευταία ημέρα των μεταγραφών και δεν υπήρχε δυνατότητα να προηγηθεί η συνήθης διαδικασία για την πραγματοποίηση της μεταγραφής, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να εξεταστεί ο ενάγων από την ιατρική ομάδα της εναγομένης και να ζητηθεί το διεθνές πιστοποιητικό μεταγραφής. Την επομένη όμως διαπιστώθηκε ιατρικώς ότι ο ενάγων έπασχε από τραυματισμό στον αστράγαλο και ότι η αποθεραπεία του απαιτούσε χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο μηνών (βλ. κατάθεση μάρτυρος Ε.Σ.). Επίσης, την 18.8.1999, ζητήθηκε από την ΕΠΟ, για λογαριασμό της εναγομένης .... (βλ. έγγραφο με αριθ. πρωτ. 1140/18.8.1999) το Διεθνές Πιστοποιητικό Μεταγραφής του ενάγοντος από την Π.Ο. της Γερμανίας. Η Διεθνής Ομοσπονδία Συλλόγων Ποδοσφαίρου (FIFA) απάντησε ότι ο ενάγων ήταν ερασιτέχνης (βλ. το με ημερομηνία 24.8. 1999 πιστοποιητικό αποδέσμευσης της FIFA στη Γερμανική και σε επίσημη μετάφραση, που φέρει αριθ. πρωτ. της Ε.Π.Ο. 16548/25.8.1999). Μετά τις αποκαλύψεις αυτές και τις έντονες διαμαρτυρίες των εκπροσώπων της εναγομένης, ο ενάγων συμφώνησε να ακυρωθεί το από 15.8.1999 συμβόλαιο, να ενταχθεί στο δυναμικό της ερασιτεχνικής ομάδας της εναγομένης, ως ερασιτέχνης αθλητής, ώστε να μην μπει στο περιθώριο αθλητικά και με την προϋπόθεση ότι μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου θα είχε πλήρως αποθεραπευτεί και συγχρόνως θα κρινόταν άξιος να ενταχθεί ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, θα υπέγραφε επαγγελματικό πλέον συμβόλαιο με την εναγομένη. Για το σκοπό αυτό συμφωνήθηκε να του καταβάλλει η εναγομένη το ποσό των 170.000 δραχμών το μήνα ως έξοδα κινήσεως. Προς επισφράγιση και διασφάλιση της συμφωνίας αυτής, στις 19.8.1999 υπέγραψαν οι διάδικοι νέο συμβόλαιο επαγγελματία ποδοσφαιριστή, με ανοιχτή ημερομηνία ενάρξεως και λήξεως, αφού άλλωστε είχε παρέλθει η περίοδος των μεταγραφών, ώστε να ήταν διασφαλισμένος ο ενάγων από πλευράς οικονομικών όρων, με την προϋπόθεση ότι θα αποθεραπευόταν και θα αποδείκνυε τις υποσχόμενες αδιαμφισβήτητες ποδοσφαιρικές του ικανότητες. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την υπογραφή του τελευταίου ανοιχτού αυτού συμβολαίου ο ενάγων διόρισε άλλον αντίκλητο, τον Ε.Λ. Παράλληλα, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων και τρίτο ιδιωτικό συμφωνητικό, που προέβλεπε τη δυνατότητα μονομερούς ανανεώσεως από πλευράς της εναγομένης του παραπάνω συμβολαίου (εφόσον αυτό θα τεθεί σε ισχύ), για ένα ακόμη έτος, προβλέποντας και τους οικονομικούς όρους, εάν ενεργοποιούνταν το δικαίωμα αυτό της εναγομένης. Εκτοτε ο ενάγων συμμετείχε στις προπονήσεις τόσο της ερασιτεχνικής όσο και της επαγγελματικής ομάδας ποδοσφαίρου της εναγομένης, πλην η απόδοσή του δεν ικανοποίησε τους υπεύθυνους της εναγομένης και περί τα τέλη Δεκεμβρίου ο ενάγων διέκοψε τις προπονήσεις και στη συνέχεια άσκησε την από 18.2.2000 προσφυγή ενώπιον της πρωτοβάθμιας επιτροπής επιλύσεως οικονομικών διαφορών. Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι, με τις μεταγενέστερες αυτές ενέργειές τους, οι διάδικοι αναγνώρισαν ότι το αρχικό από 15.8.1999 συμφωνητικό ακυρώθηκε αμοιβαία, γι` αυτό ούτε η εναγομένη αλλά ούτε και ο ενάγων, όπως είχε δικαίωμα (άρθρ. 85 παρ. 2 και 4 του ν. 2725/1999 και άρθρ. 2 παρ. 1 και άρθρ. 7 παρ. 1 του ισχύοντος Κανονισμού Νο 2 των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών) δεν απέστειλαν το επίδικο συμβόλαιο στον Ε.Σ.ΑΠΕ προς επικύρωση. Ισχυρίζεται ο ενάγων ότι η υπογραφή του στο με ημερομηνία 19.8.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι προϊόν υφαρπαγής από την εναγομένη, γιατί το υπέγραψε κατά την κατάρτιση του αρχικού επαγγελματικού συμβολαίου του, όταν υπέγραφε πληθώρα εγγράφων, χωρίς να αντιληφθεί ο ίδιος ότι υπέγραψε το συμφωνητικό αυτό με το ως άνω περιεχόμενο. Ο ισχυρισμός αυτός από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε και, συνεπώς, πρέπει ν` απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμος. Αλλωστε, ο ίδιος είχε πλήθος συμβούλων, οι οποίοι τον προστάτευαν συνεχώς. Ενισχυτικό του ότι γνώριζε το περιεχόμενο του συμφωνητικού αυτού και ότι θα συνέχιζε έκτοτε να προπονείται ως ερασιτέχνης είναι και το γεγονός ότι του καταβαλλόταν κατά τους μήνες Σεπτέμβριο μέχρι και Δεκέμβριο 1999 το ποσό των 170.000 δραχμών ως έξοδα κινήσεως και όχι το ποσό των 200.000 δραχμών, όπως είχε συμφωνηθεί με το αρχικό συμφωνητικό, υπέγραφε δε ότι εισέπραττε το ποσό αυτό στις προσκομιζόμενες αναλυτικές καταστάσεις εξόδων κινήσεως ερασιτεχνών, χωρίς εδώ να αμφισβητεί τις υπογραφές του. Πέραν των ανωτέρω και το γεγονός ότι με αίτηση του ενάγοντος εκδόθηκε από την ΕΠΟ δελτίο ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή, με αριθμό .../7.9.1999, ενισχύει το ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως ανωτέρω εκτίθενται. Με βάση τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε υπαίτια συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, που να αντιβαίνει στα χρηστά ή τα συναλλακτικά ήθη, ώστε να συνιστά αδικοπραξία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του ο ενάγων. Ενισχυτική της κρίσεως αυτής είναι και η απόρριψη της με αριθ. 6333/21.2.2000 προσφυγής του, τόσο από την πρωτοβάθμια όσο και από τη δευτεροβάθμια ΕΕΟΔΕΠ της ΕΠΑΕ (βλ. τις υπ` αριθ. 526/2000 και 21/2000 αποφάσεις, αντίστοιχα). Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αγωγή πρέπει ν` απορριφθεί και κατά την περί αδικοπραξίας βάση της ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Οι λοιπές βάσεις της ένδικης αγωγής ορθά απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση. Κατά συνέπεια, τα αντίθετα δεχθείσα η εκκαλουμένη, έσφαλε και πρέπει να εξαφανισθεί, κατά παραδοχή των πρώτου, πέμπτου και έκτου, σχετικών λόγων της κρινομένης εφέσεως.

Δεδομένου ότι δεν συντρέχει λόγος ερεύνης των υπολοίπων (4ου και 7ου) λόγων της εφέσεως, περί του εάν ορθώς δεν έλαβε υπόψη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον ισχυρισμό της εναγομένης για μεταγενέστερη νέα σύμβαση καταργητική της πρώτης και για το αν υπήρχε ή όχι συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος, πρέπει, κατόπιν των ανωτέρω, να γίνει δεκτή ως κατ` ουσία βάσιμη η υ πό κρίση έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, προκειμένου να δικάσει επί της αγωγής (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και στη συνέχεια ν` απορριφθεί αυτή, ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Τα δικαστικά έξοδα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος εφεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) αίτημα της εναγομένης - εκκαλούσας.

Σχόλια