Αθλητισμός. Οι αθλητικοί σύλλογοι δεν μπορούν να καταβάλουν

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit

43/2002 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ (326334)
(ΑΡΜ 2002/1637) Αθλητισμός. Οι αθλητικοί σύλλογοι δεν μπορούν να καταβάλουν στους αθλητές που ...

παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως ερασιτέχνες, έκτακτες παροχές για την επίτευξη ευνοϊκού αποτελέσματος. Επιτρέπεται όμως ηκαταβολή εκτάκτων παροχών εφόσον αυτές προσδιορίζονται με σαφήνεια από τη σχετική σύμβαση, οπότε και υφίσταται αξίωση για την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσης του σωματείου.
  


ΕφΘεσ 43/2002

Πρόεδρος: Αριστόδημος Παπασαραντόπουλος Δικαστές: Α. Κυριλλίδης, Μ.-Φ. Χατζηπανταζής (εισηγητής) Δικηγόροι: Σ. Κωνσταντινίδης - Γ. Βαρύτης - Ι. Μούτλιας - Α. Γιαπή

Επειδή, κατά το άρθρο 52 παρ. 3 του ν. 75/1975 "περί οργανώσεως του εξωσχολικού αθλητισμού κλπ.", όπως ίσχυε μέχρι την κατάργηση του από το ν. 2725/ 1999, απαγορεύεται η καταβολή από τους αθλητικούς συλλόγους στους αθλητές, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως ερασιτέχνες, έκτακτων κάθε φύσεως παροχών, οι οποίες δεν προβλέπονται από το αρχικό συμβόλαιο των αθλουμένων για την επίτευξη ευνοϊκού αποτελέσματος, κατά δε το άρθρο 47 του αυτού ως άνω νόμου και την, κατ εξουσιοδότηση του εκδοθείσα, με αριθμό .../23/30.8.1975 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού, επιτρέπεται η συνομολόγηση οικονομικών οφελών, που έχουν σχέση με τη συμμετοχή ή διάκριση στους αγώνες, εφόσον τα οφέλη αυτά αναφέρονται στη διατροφή, μεταφορά, περίθαλψη, ασφάλιση και αποζημίωση για την κάλυψη της ζημίας, λόγω απουσίας από την εργασία του αθλητή, εξαιτίας της προετοιμασίας του για τη συμμετοχή του σε ολυμπιακούς αγώνες και διεθνείς συναντήσεις, οι δε παροχές αυτές δεν θεωρούνται εισόδημα και δεν υπόκεινται σε φορολογία εισοδήματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι κατ` αρχήν απαγορεύεται η καταβολή έκτακτων παροχών από αθλητικό σωματείο σε αθλούμενο σ` αυτό ερασιτέχνη αθλητή για την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, κατ` εξαίρεση δε επιτρέπεται η καταβολή έκτακτων παροχών μόνον αν οι παροχές αυτές προβλέπονται και καθορίζονται με σαφήνεια από την καταρτισθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση, οπότε γεννάται αξίωση προς εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρεώσεως του σωματείου (βλ. σχ. ΑΠ 921/98 ΕλλΔνη 39.1550). Στην προκείμενη περίπτωση, η εκκαλούσα με την αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση, εκθέτει, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου της, ότι είναι αθλήτρια ενόργανης ρυθμικής αγωνιστικής γυμναστικής και από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1992 είναι μέλος της Ελληνικής Εθνικής Ομάδας Ρυθμικής Αγωνιστικής Γυμναστικής (Ρ.Α.Γ.). Οτι έκτοτε, κατόπιν προτάσεως της πρώτης εφεσίβλητης, την οποία αποδέχθηκε η ίδια, προσέφερε σ` αυτήν τις αθλητικές υπηρεσίες της, σύμφωνα με τον συνταχθέντα από την τελευταία σχεδιασμό γυμναστικής διάρκειας ολυμπιακής περιόδου των ετών 1992-1996, στον οποίο υπήχθη κατά τη συμφωνία τους και κάτω από τις οδηγίες και το πρόγραμμα αυτής και συγκεκριμένα των ομοσπονδιακών γυμναστών και προπονητών της, αντί τακτικής μηνιαίας παροχής, ανερχομένης κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.1992 μέχρι 31.12.1993 στο ποσό των 100.000 δρχ. και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1994 μέχρι 31.10.1995 στο ποσό των 200.000 δρχ., καθώς και των έκτακτων παροχών ("πριμ") επίτευξης υψηλών διακρίσεων σε αγώνες ολυμπιακού, παγκόσμιου, πανευρωπαϊκού και βαλκανικού επιπέδου, όπως καθορίζονται από τον προαναφερόμενο σχεδιασμό ανάπτυξης της πρώτης εφεσίβλητης. Οτι η ιδία, κατά το χρονικό διάστημα των ανωτέρω ετών, πέτυχε τις διακρίσεις που αναφέρονται λεπτομερώς σ` αυτήν, πλην όμως η πρώτη εφεσίβλητη, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, δεν της κατέβαλε αφενός μεν τις έκτακτες παροχές των ετών 1992-1995, αφετέρου δε την τακτική μηνιαία παροχή της, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1.9.1992 μέχρι 31.12.1995. Κατόπιν του προεκτιθεμένου ιστορικού, η εκκαλούσα, όπως παραδεκτώς, κατά το άρθρο 223 ΚΠολΔ, περιόρισε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το αίτημα της, ζητεί να υποχρεωθούν οι εφεσίβλητες να καταβάλουν σ` αυτήν το ποσό των 3.213.000 δρχ. με το νόμιμο τόκο. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσας σκέψεως, κατά μεν το κονδύλιο της τακτικής μηνιαίας παροχής τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και δεκτική δικαστικής εκτιμήσεως, διότι στο δικόγραφο αυτής αναφέρονται με συνοπτικότητα άπαντα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν κατά το νόμο το δικαίωμα της εκκαλούσας προς καταβολή της ενλόγω παροχής της, αφού η ίδια επικαλείται με σαφήνεια και ακρίβεια όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία για την πληρότητα της ιστορικής βάσεως της αγωγής, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια στις εφεσίβλητες να αμυνθούν και στο Δικαστήριο να τάξει τις αναγκαίες αποδείξεις, κατά δε το κονδύλιο των έκτακτων παροχών τυγχάνει νόμω βάσιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 185, 189, 192, 361, 346 ΑΚ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί καταβολής νομίμων τόκων, αφότου κάθε παροχή έπρεπε να καταβληθεί μέχρι της επιδόσεως της αγωγής, αφού οι παροχές αυτές δεν θεωρούνται μισθός. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στο γεγονός ότι, κατά τα εκτιθέμενα λεπτομερώς στο δικόγραφο της αγωγής ως άνω πραγματικά περιστατικά, η συνδέουσα τις ανωτέρω διαδίκους κατά το ενλόγω χρονικό διάστημα έννομη σχέση ήταν η σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών από ερασιτέχνη αθλητή, δοθέντος ότι η πρώτη εφεσίβλητη Ομοσπονδία, υπαγόμενη στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, δεν διέθετε εκμετάλλευση για να εντάξει την εκκαλούσα και πολύ περισσότερο δεν έχει κερδοσκοπικό σκοπό, ενώ με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό γυμναστικής διάρκειας της ολυμπιακής περιόδου των ετών 1992-1996 απέβλεπε στην ανάπτυξη του ως άνω αθλήματος στην Ελλάδα και στη διάκριση του διεθνώς, η δε εκκαλούσα, ως ερασιτέχνις αθλήτρια, αμειβόταν για την παροχή σ` αυτήν των αθλητικών υπηρεσιών της με τακτικές και έκτακτες ("πριμ") παροχές, που είχαν ως σκοπό την κατά το δυνατό καλύτερη αθλητική απόδοση αυτής, καθώς επίσης με την ένταξη της εκκαλούσας στην Εθνική Ομάδα συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εφεσίβλητης ότι η παραμονή της στην ενλόγω Ομάδα εξαρτάτο από την τήρηση των αθλητικών υποχρεώσεων της και την επίδοση στο άθλημα, που είναι συνάρτηση των προσπαθειών της, οι δε ενλόγω υποχρεώσεις της απέβλεπαν στην καλλιέργεια του αθλήματος για την επίτευξη διακρίσεων στο εξωτερικό προς όφελος της Ελλάδας, ενώ η υπαιτιότητα της εκκαλούσας ως προς την αθέτηση των υποχρεώσεων της είχε συνέπειες, που ανάγονταν στην αθλητική ως άνω δραστηριότητα αυτής. Ετσι λοιπόν, η συνδέουσα τις ως άνω διαδίκους έννομη σχέση είχε ιδιόμορφο χαρακτήρα και διεπόταν από τους σχετικούς κανονισμούς του αθλήματος της Ρυθμικής Αγωνιστικής Γυμναστικής, με τους οποίους συναπτόταν, μάλιστα δε αυτή δεν απέβλεπε σε υλικό όφελος, αλλά στην αθλητική ενασχόληση από ελευθεριότητα της εκκαλούσας, στην οποία παρεχόταν αμοιβή για την καλύτερη ανάπτυξη του αθλήματος (βλ, σχ. ΑΠ 1060/90 ΕλλΔνη 33.98) και επιπλέον, η τελευταία, κατόπιν προτάσεως της πρώτης εφεσίβλητης και αποδοχής αυτής από την ίδια, καταρτισθείσης έτσι της ισχύουσας μεταξύ αυτών ως άνω συμβάσεως παροχής αθλητικών υπηρεσιών από ερασιτέχνη αθλητή, εντάχθηκε στην προπονητική και αγωνιστική καθοδήγηση των τεχνικών και των προπονητών της πρώτης εφεσίβλητης με αντάλλαγμα, το οποίο συνίστατο, κατά τη συμφωνία τους, στην καταβολή στην ίδια των τακτικών και έκτακτων παροχών σε περίπτωση επιτυχίας υψηλών επιδόσεων, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό γυμναστικής διάρκειας για την ολυμπιακή περίοδο των ετών 1992-1996, που ίσχυε από 1.1.1993 μέχρι 31.12.1997 και κατά τον οποίο οι αθλήτριες κατατάσσονται σε ομάδες και κατηγορίες με βάση τις επιδόσεις τους και ανάλογα με αυτές καταβάλλονται στις ίδιες αντίστοιχες τακτικές και έκτακτες παροχές. Από όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα σαφές καθίσταται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή, κατά μεν το κονδύλιο της τακτικής μηνιαίας παροχής ως αόριστη, κατά δε το κονδύλιο των έκτακτων παροχών ως νόμω αβάσιμη, έσφαλε, αφού εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής ως άνω πραγματικά περιστατικά. Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατά την ουσία της και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της υποθέσεως, πρέπει η παρούσα υπόθεση να αναπεμφθεί σ` αυτό για να κριθεί στην ουσία της (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΕφΑθ 5865/90 ΕλλΔνη 32.1037). Δικαστικά δε έξοδα δεν πρέπει να επιδικασθούν, διότι η απόφαση αυτή, αφού δεν περατώνει οριστικά τη δίκη, δεν είναι οριστική (ΑΠ 1711/80 ΝοΒ 29.1097, ΕφΑθ 2835/91 ΕλλΔνη 33.159).

Σχόλια