Επιβολή πειθαρχικής ποινής αφαίρεσης βαθμών σε ΠΑΕ που..

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit

68/2003 ΕΠΟ (396009)
(ΧΡΙΔ 2004/618) 68/2003 ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΦΕΣΕΩΝ ΕΠΟ. Επιβολή πειθαρχικής ποινής αφαίρεσης βαθμών σε ΠΑΕ που..
δεν εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της σε ποδοσφαιριστές. Αναβολή έκδοσης απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης από την ...
Επιτροπή Αποτίμησης της ΕΠΟ. Απόφαση της Επιτροπής Αποτίμησης για καταβολή των οφειλών σε δόσεις. Διαιτητική απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα και ολοκληρώνεται με την υπογραφή της. Η παράλειψη γνωστοποίησής της δεν συνιστά λόγο ακύρωσής της. Μη νόμιμος ο ισχυρισμός ότι δεν καταβλήθηκαν οι δόσεις λόγω άγνοιας της απόφασης. Η καταβολή των δόσεων επιφέρει απαλλαγή από την πειθαρχική ποινή. Νόμιμη η αίτηση για έκδοση οριστικής απόφασης από την επιτροπή εφέσεων.
  


Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία Επιτροπή Εφέσεων Αριθμ. 68/2003

Προεδρεύων: Γ. Χλαμπουτάκης, Πρόεδρος Εφετών Εισηγητής: Θεόδ. Τσανάκης, Δικηγόρος Δικηγόροι: Δ. Καρπετόπουλος - Κ. Μπάϊμπας

[... Με την εκκαλουμένη υπ` αριθ. 255/2002 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαιοδοτικού Οργάνου της Ε.Π.Α.Ε., μεταβλήθηκε σε βάρος της εκκαλούσας "Π.Α.Ε. ..." η πειθαρχική ποινή της αφαίρεσης των βαθμών μιας (1) νίκης για κάθε αγώνα πρωταθλήματος της τρέχουσας αγωνιστικής περιόδου (2002-2003) και για όσο διαρκεί η παράβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 78 του ν. 2725/1999, για ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οφειλές της, μεταξύ των άλλων και προς τους καλούντες ποδοσφαιριστές, που τους επιδικάσθηκαν, με τελεσίδικες αποφάσεις των Επιτροπών του άρθρου 95 του ίδιου νόμου και βεβαιώθηκαν με την από 18-7-2002 και με αριθμό πρωτ. 711/ 22-7-2002 έκθεση του Ελεγκτικού Συμβουλίου του άρθρου 77 Α του ίδιου αυτού νόμου, η οποία υποβλήθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαιοδοτικού Οργάνου του ΕΣΑΠΕ (Ε.Π.Α.Ε.). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα "Π.Α.Ε. ..." οφείλει στους καλούντες ποδοφαιριστές, με βάση τελεσίδικες αποφάσεις των επιτροπών του άρθρου 95 του ν. 2725/1999 τα ποσά, που τους έχουν επιδικαστεί, δηλαδή στον πρώτο από αυτούς Σ.Κ. 56.447,54 ευρώ, και στον δεύτερο Ι.Τ. 48.548,79 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου της Ε.Π.Α.Ε. ασκήθηκε η κρινόμενη έφεση και ο πρόσθετος λόγος της, που συζητήθηκαν ενώπιον της παρούσας Επιτροπής κατά τη δικάσιμο της 6-11-2002. Κατά τη δικάσιμο αυτή, στην οποία οι ήδη καλούντες ποδοσφαιριστές άσκησαν πρόσθετη παρέμβαση, η εκκαλούσα "Π.Α.Ε. ..." ζήτησε, με τον πρόσθετο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, την αναβολή της υπόθεσης, δεδομένου ότι είχε υποβάλει προς την Επιτροπή Αποτίμησης της Ε.Π.Ο., σχετική αίτηση, για τη ρύθμιση σε δόσεις των οφειλών της, εκτός των άλλων και προς τους παραπάνω ποδοσφαιριστές. Μετά από αυτό και σε παραδοχή του πρόσθετου λόγου της έφεσης, εκδόθηκε η με αριθμό 279/27.11.2002 απόφαση της παρούσας Επιτροπής με την οποία πράγματι αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, κατά το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ., μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Επιτροπή Αποτίμησης της Ε.Π.Ο. στην παραπάνω αίτηση της εκκαλούσας, για τους λόγους που αναφέρονται στην αιτιολογική της σκέψη. Σημειώνεται ότι είναι αυτονόητο ότι η Π.Α.Ε. που θα συμμορφωθεί στην απόφαση της Επιτροπής Αποτίμησης της Ε.Π.Ο. και καταβάλει εμπρόθεσμα τις δόσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς ποδοσφαιριστές και τα άλλα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Ν. 2725/1999, απαλλάσσεται από την πειθαρχική ποινή που προβλέπεται από την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, διαφορετικά η πιο πάνω ρύθμιση σε δόσεις των οφειλών αυτών θα καθίστατο χωρίς αντικείμενο. Η άποψη αυτή κινείται και μέσα στο πνεύμα της αθλητικής νομοθεσίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στην πιο πάνω με αριθμό 279/2002 μη οριστική απόφαση της παρούσας Επιτροπής, η οποία σαν σκοπό έχει την επιβολή κυρώσεων στις Π.Α.Ε. προκειμένου να εξαναγκασθούν οι τελευταίες να εξοφλήσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις που έχουν προς τους ποδοσφαιριστές και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στις πιο πάνω διατάξεις, όχι όμως και στην περίπτωση που εξοφλούνται οι υποχρεώσεις τους αυτές κατά τον παραπάνω τρόπο, έστω κι αν αυτό γίνεται μετά την έναρξη του πρωταθλήματος, αλλά σε κάθε περίπτωση μέσα στο χρονικό διάστημα της αγωνιστικής περιόδου για την οποία επιβλήθηκαν οι κυρώσεις, δεδομένου ότι, ενώ θα έχει επιτευχθεί ο σκοπός που επιδιώκεται με την απειλούμενη κύρωση, και δεν συντρέχει λόγος πλέον για την επιβολή της, η εμμονή στην επιβολή ποινής εξέρχεται από το πνεύμα και το σκοπό του νόμου και διαμορφώνει την εξέλιξη του βαθμολογικού πίνακα, χωρίς να υπάρχει λόγος, όχι με κριτήριο την αγωνιστική δυνατότητα της ποδοσφαιρικής ομάδας της υπόχρεης Π.Α.Ε., αλλά την προσήλωση στο γράμμα του νόμου, που όμως δεν θέλησε ο νομοθέτης (βλ. με αριθμό 52-53-54/2003 απόφαση Επιτροπής Εφέσεων της ΕΠΟ).

Ηδη, με την κλήση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι καλούντες - προσθέτως παρεμβαίνοντες ποδοσφαιριστές, επαναφέρουν προς περαιτέρω συζήτηση την υπόθεση, επικαλούμενοι ότι αυτή είναι πλέον ώριμη για την έκδοση οριστικής απόφασης, δεδομένου ότι για την πιο πάνω αίτηση της εκκαλούσας εκδόθηκε ήδη η με αριθμό 55/2002 απόφαση της Επιτροπής Αποτίμησης της Ε.Π.Ο. και ρυθμίσθηκαν σε δόσεις, μεταξύ των άλλων, και οι οφειλές της προς αυτούς, πλην όμως η τελευταία (εκκαλούσα), παρότι αναγνώρισε και αποδέχθηκε τη ρύθμιση αυτή και τους κατέβαλε στις 20-12-2002 την πρώτη δόση, στη συνέχεια αν και έχουν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες η δεύτερη και η τρίτη από τις δόσεις αυτές, δεν τους έχεικαταβάλει οποιοδήποτε γι` αυτές ποσό. Πραγματικά, από την προσκομιζόμενη με αριθμό 55/2002 απόφαση της Επιτροπής Αποτίμησης της ΕΠΟ προκύπτει, ότι εκτός των άλλων, ρυθμίσθηκαν σε δόσεις, οι οφειλές της εκκαλούσας και προς τους παραπάνω ποδοσφαιριστές, που συμπεριλαμβάνονται στην απόφαση αυτή, και για τις οποίες της επιβλήθηκε, με την εκκαλουμένη απόφαση, η ποινή του άρθρου 78 παρ. 4 του ν. 2725/1999, οι δόσεις δε αυτές ρυθμίστηκε να εξοφληθούν σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ποσού 4.703,96 ευρώ η κάθε μία για τον πρώτο των καλούντων Σ.Κ. και 4.045,73 ευρώ η κάθε μία για τον δεύτερο Ι.Τ., με έναρξη από τις 21-12-2002 και κάθε μήνα έως τις 21-12- 2003.

Κατά τη συζήτηση της κλήσης, η καθής εκκαλούσα Π.Α.Ε. [...], ενώ πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η από μέρους της μη πληρωμή της προαναφερόμενης δόσης οφειλόταν στο γεγονός ότι αγνοούσε την έκδοση της πιο πάνω με αριθμό 55/2002 απόφασης της Επιτροπής Αποτίμησης της Ε.Π.Ο. και κατά συνέπεια δεν γνώριζε τους ειδικότερους όρους και τις ρυθμίσεις καταβολής των οφειλόμενων ποσών στους πρώην ποδοσφαιριστές της, μεταξύ των οποίων και οι καλούντες, στη συνέχεια, με το έγγραφο υπόμνημά της που κατέθεσε στην παρούσα Επιτροπή, αυτοαναιρεί τον ισχυρισμό της αυτό, με χειρόγραφη προσθήκη που έχει γραφεί πριν το αιτητικό της και η οποία, κατά λέξη, αναφέρει ότι "Επειδή στους καλούντες έχει ήδη καταβληθεί μέρος των οφειλόμενων, η ΠΑΕ δε, προτίθεται να εξοφλήσει τους ποδοσφαιριστές". Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμος και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι, σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται στην προηγούμενη σχετική μη οριστική με αριθμό 279/2002 απόφαση της παρούσας Επιτροπής, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 3α του άρθρου 8 του ν. 2433/1996, προβλέπεται ότι τα κάθε είδους θέματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία της Ε.Π.Ο. ρυθμίζονται από το καταστατικό της, το οποίο καταρτίζεται και τίθεται σε ισχύ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 78 επ. του Α.Κ., η δε επίλυση των αθλητικών διαφορών, που ανακύπτουν από την τέλεση των πρωταθλημάτων και η επιβολή των σχετικών ποινών, ανατίθεται στα όργανά της, τα οποία συγκροτούνται με αποφάσεις του Διοικητικού της Συμβουλίου και λειτουργούν ως διαιτητικά όργανα. Τέτοιο διαιτητικό όργανο είναι και η Επιτροπή Αποτίμησης της Ε.Π.Ο. οι αποφάσεις της οποίας -σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 2 του από 16-9-2002 Κανονισμού Νο 1- είναι οριστικές, με την έννοια ότι δεν προσβάλλονται με κάποιο ένδικο μέσο ή ένδικο βοήθημα, τα οποία άλλωστε δεν προβλέπονται Η έννοια αυτή ενισχύεται και από τη διατύπωση που υπήρχε στο αντίστοιχο άρθρο 20 του προηγούμενου από 16-5-2000 όμοιου κανονισμού Νο 1 στην παράγραφο 2 του οποίου γίνεται λόγος ότι "οι αποφάσεις της Επιτροπής είναι οριστικές και τελεσίδικες". Η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη προς τη φύση της διαιτησίας, δεδομένου ότι η εκούσια προσφυγή σε αυτή, με επιλογή αυτού που υποβάλει αίτημα, δεν συμβιβάζεται με μεταγενέστερη εναντίωσή του κατά της δικαιοδοτικής κρίσης των διαιτητών. Κατά συνέπεια η εκούσια επιλογή της διαδικαστικής αυτής διαδρομής, ενώπιον της Επιτροπής αυτής της Ε.Π.Ο., που έχει θεσμοθετηθεί κατ` εξουσιοδότηση του νόμου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 88 του ν. 2725/1999, δηλαδή έξω από τα όρια της βούλησης των διαδίκων, και μάλιστα με την κατά την κρίση της ρύθμιση δεν συνάδει με την επίκληση άγνοιας από μέρους της υπόχρεης ΠΑΕ που προστρέχει στη διαιτητική αρμοδιότητα και δυνατότητα της Επιτροπής αυτής, και μάλιστα, με πιθανό ενδεχόμενο, δίχως καν τη συναίνεση των δικαιούχων ποδοσφαιριστών. Ετσι, οι έννομες συνέπειες της διαιτητικής απόφασης, όπως και κάθε γενικά δικαστικής απόφασης, είναι η "οριστικότητά" της, δηλ. η κατάργηση της εκκρεμοδικίας και η αδυναμία ανάκλησής της από το όργανο που την εξέδωσε, η "τελεσιδικία" της, δηλ. το απαράδεκτο προσβολής της, και το "δεδικασμένο", δηλ. η δέσμευση που αναπτύσσει η διαιτητική απόφαση, έναντι ορισμένου κύκλου προσώπων, αναφορικά με τη διάγνωση της έννομης σχέσης που έγινε από αυτή. Επιπλέον, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 893 Κ.Πολ.Δ. (η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται από τη στιγμή που θα υπογραφεί σύμφωνα με το άρθρο 892"), που περιέχει αυστηρού δικαίου κανόνα, η ολοκλήρωση της διαιτητικής απόφασης και η συνακόλουθη αυτοδίκαιη επέλευση των έννομων συνεπειών της, επέρχεται με την υπογραφή του κειμένου της, κατά το άρθρο 982, από τα μέλη του διαιτητικού οργάνου και αυτό ενόψει της παραπάνω φύσης του κανόνα της παρ. 1, ο οποίος αποσκοπεί στη διασφάλιση βεβαιότητας δικαίου ως προς το αφετήριο σημείο της αυτοδίκαιης επέλευσης των έννομων συνεπειών της διαιτητικής απόφασης, η οποία δημοσιεύεται όπως η απόφαση των τακτικών δικαστηρίων, σε δημόσια συνεδρίαση. Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου αυτού άρθρου 893 Κ.Πολ.Δ. η γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στους διαδίκους, γίνεται με απλή παράδοση αντιγράφου της στους διαδίκους. Σε κάθε περίπτωση, η παράλειψη παράδοσης αντιγράφου της διαιτητικής απόφασης δεν στηρίζει ακυρωτικό λόγο αυτής (βλ. ΕΑ 73/1984 Δνη 25/376), ενόψει όλων όσων αναφέρονται παραπάνω. Επιπλέον, ακόμη και από αυτές τις διατάξεις του άρθρου 121 του ν. 2725/1999 που αναφέρονται στην προσφυγή κατά των αποφάσεων των δικαιοδοτικών οργάνων, προσδιορίζεται σαν αφετηριακός χρόνος για την άσκηση προσφυγής ενώπιον της Επιτροπής Εφέσεων της Ε.Π.Ο., ο χρόνος "από τη γνωστοποίηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της απόφασης", δίχως δηλαδή την αναγκαία προϋπόθεση της επίδοσής της. Κατά συνέπεια, η καθής - εκκαλούσα ΠΑΕ έλαβε γνώση -με κάθε τρόπο- της πιο πάνω με αριθμό 55/2002 απόφασης της Επιτροπής Αποτίμησης της Ε.Π.Ο., πριν τη συζήτηση της κρινόμενης κλήσης, γεγονός που και η ίδια συνομολογεί, κατέβαλε την πρώτη δόση και στη συνέχεια έπαψε την καταβολή των επόμενων δύο (2) δόσεων που ακολουθούσαν, με αποτέλεσμα να υπάρξει από μέρους της παράβαση και μη τήρηση του διατακτικού της απόφασης αυτής της Επιτροπής Αποτίμησης της ΕΠΟ. Επίσης, πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτος και ο ισχυρισμός της καθής - εκκαλούσας, για την αναβολή της έκδοσης οριστικής απόφασης και την αναστολή της επιβολής των σε βάρος της πειθαρχικών κυρώσεων, για όσο χρόνο διαρκεί η ρύθμιση που αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση της Επιτροπής Αποτίμησης της ΕΠΟ, διαδικασία που πλέον παρέλκει και είναι δίχως αντικείμενο, δεδομένου ότι η υπόθεση είναι πλέον ώριμη, σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται παραπάνω, για την έκδοση οριστικής απόφασης.

Μετά από αυτά, η υπόθεση είναι πλέον ώριμη για την έκδοση οριστικής απόφασης και συνακόλουθα η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε -με αιτιολογία που συμπληρώνεται από τα παραπάνω- τα ίδια και αποφάσισε όμοια, με την εφαρμογή των ίδιων διατάξεων, έκανε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σωστή εκτίμηση των αποδείξεων, όλα δε όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα ΠΑΕ [...], με τους λόγους της κρινόμενης έφεσής της και τον πρόσθετο όμοιο, κρίνονται αναπόδεικτα και απαράδεκτα και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν σαν ουσιαστικά αβάσιμα.

Σε ακολουθία των παραπάνω, η κρινόμενη έφεση, και ο πρόσθετος λόγος της που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους στην ουσία, να γίνουν δεκτές οι πρόσθετες παρεμβάσεις και να διαταχθεί η κατάπτωση του παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 του Ν. 2725/1999 ...]

Σχόλια