Αθλητές. Απαγόρευση καταβολής σ΄ αυτούς, που...

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit

45/2002 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ (339341)
(ΑΡΧΝ 2003/663) Αθλητές. Απαγόρευση καταβολής σ΄ αυτούς, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως ερασιτέχνες,..
από τους αθλητικούς συλλόγους και σωματεία εκτάκτων παροχών πάσης φύσεως, οι οποίες δεν προβλέπονται από το αρχικό τους συμβόλαιο. Επιτρέπεται όμως η....
συνομολόγηση οικονομικών οφειλών, που έχουν σχέση με τη συμμετοχή ή τη διάκρισή τους σε αγώνες, εφόσον τα οφέλη αυτά αναφέρονται στη διατροφή, μεταφορά κλπ., λόγω απουσίας του αθλητή από την εργασία του, εξαιτίας της προετοιμασίας τους για τη συμμετοχή του σε ολυμπιακούς αγώνες και συναντήσεις. Σημείωση Χρήστου Νικολαϊδη στο ΑρχΝομολ 2003/665.
  


ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 45/2002

Πρόεδρος: Αριστόδημος Παπασαραντόπουλος Εισηγητής: Μαρ.-Φωτ. Χατζηπανταζής, Εφέτης Δικηγόροι: Σωτ. Κωνσταντινίδης, Γεώργ. Βαρύτης, Ιωάν. Μούτλιας (Δ.Σ. Καβάλας), Αγαθονίκη Γιάπη

Επειδή, η κρινόμενη έφεση της ενάγουσας κατά της 22.005/2000 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου θεσσαλονίκης, το οποίο συνεκδίκασε την αγωγή αυτής και την προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με την ενούμενη σ` αυτή αγωγή αποζημιώσεως της εναγομένης και ήδη πρώτης εφεσίβλητης κατά της δεύτερης εφεσίβλητης κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ.1, 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή κατά το τυπικό μέρος της και να εξετασθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδίκασία, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Επειδή, κατά το άρθρο 52 παρ. 3 του Ν. 75/1975 "περί οργανώσεως του εξωσχολικού αθλητισμού κ.λπ.", όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του από τον Ν. 2725/1999, απαγορεύεται η καταβολή από τους αθλητικούς συλλόγους στους αθλητές, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως ερασιτέχνες, έκτακτων κάθε φύσεως παροχών, οι οποίες δεν προβλέπονται από το αρχικό συμβόλαιο των αθλουμένων για την επίτευξη ευνοϊκού αποτελέσματος, κατά δε το άρθρο 47 του αυτού ως άνω Νόμου και την, κατ` εξουσιοδότησή του εκδοθέντος, με αριθμό 15.732/23/30- 8- 1975 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού, επιτρέπεται η συνομολόγηση οικονομικών οφελών, που έχουν σχέση με τη συμμετοχή ή διάκριση στους αγώνες, εφόσον τα οφέλη αυτά αναφέρονται στη διατροφή, μεταφορά, περίθαλψη, ασφάλιση και αποζημίωση για την κάλυψη της ζημίας, λόγω απουσίας από την εργασία του αθλητή, εξ αιτίας της προετοιμασίας του για τη συμμετοχή του σε ολυμπιακούς αγώνες και διεθνείς συναντήσεις, οι δε παροχές αυτές δεν θεωρούνται εισόδημα και δεν υπόκεινται σε φορολογία εισοδήματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται, ότι κατ` αρχή απαγορεύεται η καταβολή έκτακτων παροχών από αθλητικό σωματείο σε αθλούμενο σ` αυτό ερασιτέχνη αθλητή για την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, κατ` εξαίρεση δε επιτρέπεται η καταβολή έκτακτων παροχών μόνο αν οι παροχές αυτές προβλέπονται και καθορίζονται με σαφήνεια από την καταρτισθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση, οπότε γεννάται αξίωση προς εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρεώσεως του σωματείου (βλ. σχ. Α.Π. 921/98 Ελλ.Δικ. 39,1550). Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα με την αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση, εκθέτει, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου της, ότι είναι αθλήτρια ενόργανης ρυθμικής αγωνιστικής γυμναστικής (γυμνάστρια) του αθλητικού σωματείου Θεσσαλονίκης με τη επωνυμία "...." και από το έτος 1990 είναι μέλος της Ελληνικής Εθνικής Ομάδας Ρυθμικής Αγωνιστικής Γυμναστικής (Ρ.Α.Γ.), ενταγμένη στο προπονητικό Κέντρο Υψηλών Επιδόσεων Θεσσαλονίκης. Οτι, έκτοτε, κατόπιν προτάσεως της πρώτης εφεσίβλητης, την οποία αποδέχθηκε η ίδια, προσέφερε σ` αυτή τις αθλητικές υπηρεσίες της, σύμφωνα με το συνταχθέντα από την τελευταία σχεδιασμό γυμναστικής διάρκειας ολυμπιακής περιόδου των ετών 1992-1996, στον οποίο υπήχθη κατά τη συμφωνία τους και κάτω από τις οδηγίες και το πρόγραμμα αυτής και συγκεκριμένα, των ομοσπονδιακών γυμναστών και προπονητών της, αντί τακτικής μηνιαίας παροχής, ανερχομένης στο ποσό των 200.000 δρχ., καθώς και των έκτακτων παροχών ("πριμ") επίτευξης υψηλών διακρίσεων σε αγώνες ολυμπιακού, παγκόσμιου, πανευρωπαϊκού και βαλκανικού επιπέδου, όπως καθορίζονται από τον προαναφερόμενο σχεδιασμό ανάπτυξης της πρώτης εφεσίβλητης. Οτι η ιδία, κατά το χρονικό διάστημα των ανωτέρω ετών, πέτυχε τις διακρίσεις, που αναφέρονται λεπτομερώς σ` αυτή, πλην όμως η πρώτη εφεσίβλητη, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, δεν της κατέβαλε αφ` ενός μεν τις έκτακτες παροχές των ετών 1992-1996, αφ` ετέρου δε την τακτική παροχή της, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-7-1996 μέχρι 31-12- 1996. Κατόπιν του προεκτιθεμένου ιστορικού, η εκκαλούσα ζητεί να υποχρεωθεί η πρώτη εφεσίβλητη να καταβάλει σ` αυτή το ποσό των 9.650.000 δρχ. με το νόμιμο τόκο. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσας σκέψεως, τυγχάνει νόμω βάσιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 185, 189, 192, 361,346 Α.Κ., πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί καταβολής νομίμων τόκων, αφότου κάθε παροχή έπρεπε να καταβληθεί μέχρι της επιδόσεως της αγωγής, αφού οι παροχές αυτές δεν θεωρούνται μισθός. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στο γεγονός ότι, κατά τα εκτιθέμενα λεπτομερώς στο δικόγραφο της αγωγής ως άνω πραγματικά περιστατικά, η συνδέουσα τις ανωτέρω διαδίκους, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, έννομη σχέση ήταν η σύμβαση παροχής αθλητικών υπηρεσιών από ερασιτέχνη αθλητή, δοθέντος ότι η πρώτη εφεσίβλητη Ομοσπονδία, υπαγόμενη στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, δεν διέθετε εκμετάλλευση για να εντάξει την εκκαλούσα και πολύ περισσότερο δεν έχει κερδοσκοπικό σκοπό, ενώ με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό γυμναστικής διάρκειας της ολυμπιακής περιόδου των ετών 1992-1996 απέβλεπε στην ανάπτυξη του ως άνω αθλήματος στην Ελλάδα και στη διάκρισή του διεθνώς, η δε εκκαλούσα, ως ερασιτέχνις αθλήτρια, αμειβόταν για την παροχή σ` αυτή των αθλητικών υπηρεσιών της με τακτικές και έκτακτες ("πριμ") παροχές, που είχαν ως σκοπό την κατά το δυνατό καλύτερη αθλητική απόδοση αυτής, καθώς επίσης με την ένταξη της εκκαλούσας στην Εθνική Ομάδα συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και της πρώτης εφεσίβλητης, ότι η παραμονή της στην εν λόγω Ομάδα εξαρτάτο από την τήρηση των αθλητικών υποχρεώσεών της και την επίδοση στο άθλημα, που είναι συνάρτηση των προσπαθειών της, οι δε εν λόγω υποχρεώσεις της απέβλεπαν στην καλλιέργεια του αθλήματος για την επίτευξη διακρίσεων στο εξωτερικό προς όφελος της Ελλάδας, ενώ η υπαιτιότητα της εκκαλούσας ως προς την αθέτηση των υποχρεώσεών της είχε συνέπειες, που ανάγονταν στην αθλητική ως άνω δραστηριότητα αυτής. Ετσι λοιπόν, η συνδέουσα τις ως άνω διαδίκους έννομη σχέση είχε ιδιόμορφο χαρακτήρα και διεπόταν από τους σχετικούς κανονισμούς του αθλήματος της Ρυθμικής Αγωνιστικής Γυμναστικής, με τους οποίους συναπτόταν, μάλιστα δε αυτή δεν απέβλεπε σε υλικό όφελος, αλλά στην αθλητική ενασχόληση από ελευθεριότητα της εκκαλούσας, ως γυμνάστριας, στην οποία παρεχόταν αμοιβή για την καλύτερη ανάπτυξη του αθλήματος (βλ. σχ. Α.Π. 1060/90 Ελλ. Δικ. 33,98) και επιπλέον, η τελευταία, κατόπιν προτάσεως της πρώτης εφεσίβλητης και αποδοχής αυτής από την ίδια, καταρτισθείσης έτσι της ισχύουσας μεταξύ αυτών ως άνω συμβάσεως παροχής αθλητικών υπηρεσιών από ερασιτέχνη αθλητή, εντάχθηκε στην προπονητική και αγωνιστική καθοδήγηση των τεχνικών και των προπονητών της πρώτης εφεσίβλητης με αντάλλαγμα, το οποίο συνίστατο, κατά τη συμφωνία τους, στην καταβολή στην ίδια των τακτικών και έκτακτων παροχών σε περίπτωση επιτυχίας υψηλών επιδόσεων, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό γυμναστικής διάρκειας για την ολυμπιακή περίοδο των ετών 1992-1996, που ίσχυε από 1-1-1993 μέχρι 31-12- 1997 και κατά τον οποίο οι αθλήτριες κατατάσσονται σε ομάδες και κατηγορίες με βάση τις επιδόσεις τους και ανάλογα με αυτές καταβάλλονται στις ίδιες αντίστοιχες τακτικές και έκτακτες παροχές. Απ` όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα σαφές καθίσταται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, ως νόμω αβάσιμη, καθώς και την προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με την ενούμενη σ` αυτή αγωγή αποζημιώσεως, έσφαλε, αφού εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής ως άνω πραγματικά περιστατικά. Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατά την ουσία της και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της υποθέσεως, πρέπει η παρούσα υπόθεση να αναπεμφθεί σ` αυτό για να κριθεί στην ουσία της (άρθρ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Ε.Α. 5865/90 Ελλ.Δικ. 32,1037). Δικαστικά δε έξοδα δεν πρέπει να επιδικασθούν, διότι η απόφαση αυτή, αφού δεν περατώνει οριστικά τη δίκη, δεν είναι οριστική (Α.Π. 1711/80 ΝοΒ 29, 1097 Ε.Α. 2835/91 Ελλ.Δικ. 33, 159).

Σχόλια