Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος - άρθρο 281 ΑΚ

- Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Θάνατος διαδίκου πριν την αμετάκλητη περάτωση της δίκης. Αναίρεση απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος. Νόμιμη βάση απόφασης.
- Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του .....δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφορήτων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
- Tο Εφετείο δεν στερεί την απόφασή του από νόμιμη βάση, όταν για το ουσιώδες ζήτημα ενστάσεως διαλαμβάνει σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ.
- Σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσής του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Διατάξεις:
ΑΚ: 279, 280,281ΚΠολΔ: 269, 520, 525, 527ΑΝ: 2636/1940 άρθ. 1, 6, 7, 12, 13, 1530/1950 άρθ. 2, 8,ΝΔ: 1138/1949 άρθ. 1, 2, 3, ΚΥΡΙΑΚΗΑριθμός 466/2008ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΓ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Της αναιρεσείουσας: Χ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταμολέκα.Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 4. Ψ4. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσεβά ο οποίος ανακάλεσε την από 14-11-2007 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε ότι η 3η αναιρεσίβλητη (Ψ3) απεβίωσε την 23η Μαρτίου 2006 και κληρονομήθηκε από την 4η αναιρεσίβλητη (Ψ4) η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5543/2000 προδικαστική, 4685/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 890/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 7-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσής του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ψ3 αποβίωσε στις 23-3-2006, δηλαδή πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε στις 12-9-2006, η δε τέταρτη αναιρεσίβλητη Ψ4 που είναι τέκνο και μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσε ότι συμμετέχει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και ως μοναδική κληρονόμος της αποβιώσασας Ψ3. Ενόψει τούτων, νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κληρονόμο της ανωτέρω αποβιώσασας διαδίκου. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφορήτων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος που πρόβαλε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, αμυνόμενη κατά της εναντίον της διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Στον αποβιώσαντα στις 4-2-1968 απώτερο δικαιοπάροχο των εναγουσών Ψ είχε παραχωρηθεί, ως γεωργικός κλήρος, κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος XXX Ωρωπού έτους 1927, που κυρώθηκε με το ν. 4587/1930, το υπ' αριθμ. XXX, Δ' κατηγορίας, κληροτεμάχιο, εκτάσεως 9.825 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "XXX" της εποικισθείσας περιοχής του άνω αγροκτήματος της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας XXX και το οποίο συνορεύει βόρεια, επί προσώπου 50μ., με αγροτική οδό (ήδη οδό XXX), ανατολικά σε πλευρά 192,89 μέτρων, με το υπ'αριθμ. XXX κληροτεμάχιο ιδιοκτησίας της εναγομένης, νότια, επί προσώπου 50μ., με αγροτική οδό και ήδη Λεωφόρο XXX και δυτικά, σε πλευρά 196,50 μ., με το υπ' αριθμ. XXX κληροτεμάχιο, πρώην ιδιοκτησίας XXX. Για το εν λόγω κληροτεμάχιο εκδόθηκε ακολούθως επ' ονόματι του ως άνω κληρούχου ο υπ' αριθμ. XXX τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδας, που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι ενάγουσες με τους αναφερόμενους στην αγωγή παράγωγους τρόπους (κληρονομικές διαδοχές και μεταβιβάσεις μεριδίων, λόγω δωρεάς) κατέστησαν εξ αδιαιρέτου συγκύριες του ανωτέρω υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου, κατά ποσοστά 59,860/80, 8,140/80, 3/80 και 9/80, αντίστοιχα. Τμήμα του κληροτεμαχίου τούτου, εμβαδού 1.873,81 τ.μ., που εμπεριέχεται στον τίτλο του αρχικού κληρούχου, αλλά και των μετέπειτα καθολικών διαδόχων του και των εναγουσών, που είναι το επίδικο ακίνητο και το οποίο εικονίζεται στο από XXX τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα XXX με περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α, κατέχεται από την εναγομένη, ιδιοκτήτρια του ανατολικά αυτού ευρισκόμενου με αριθμό 36 κληροτεμαχίου. Η κατάληψη του επιδίκου τμήματος έγινε σταδιακά, αρχικά από το δικαιοπάροχο πατέρα της εναγομένης Χ, που αποβίωσε στις 30-3-1976, και στη συνέχεια από την εναγόμενη κληρονόμο του. Ειδικότερα ο Χ, ο οποίος, δυνάμει του υπ' αριθμ. XXX παραχωρητηρίου της Α.Τ.Ε., που μεταγράφηκε νόμιμα, ήταν κύριος του εκτεινόμενου ανατολικά υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου, της αυτής με το όμορο αυτού XXX κληροτεμάχιο των εναγουσών εκτάσεως των 9.825 τ.μ. και των ιδίων με εκείνο πλευρικών διαστάσεων, το οποίο είχε παραχωρηθεί σ' αυτόν κατά την ίδια ως άνω οριστική διανομή του έτους 1927 του αγροκτήματος XXX Ωρωπού, μετά το έτος 1960 άρχισε σταδιακά να μετατοπίζει τη δυτική πλευρά του κληροτεμαχίου του την εφαπτόμενη με την ανατολική πλευρά του υπ'αριθμ... κληροτεμαχίου, σε βάρος του τελευταίου, ενόψει του ότι μεταξύ των δύο κληροτεμαχίων δεν υπήρχε περίφραξη ή κάποιο διακριτό διαχωριστικό όριο, και ενώ, τόσο ο κληρούχος αυτός, όσο και ο κληρούχος του υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου και δικαιοπάροχος των εναγουσών Ψ είχαν εγκατασταθεί, αντίστοιχα, στα έχοντα τα παραπάνω όρια και έκταση των 9.825τ.μ. κληροτεμάχιά τους, νεμόμενοι αυτά με την καλλιέργεια δημητριακών από το έτος 1930. Η σταδιακή κατάληψη και ενσωμάτωση του επιδίκου τμήματος στο υπ' αριθμ. XXX κληροτεμάχιο άρχισε από το δικαιοπάροχο της εναγομένης Χ, με την καλλιέργεια δημητριακών και ακολούθως τη φύτευση σ' ένα μέρος του επιδίκου ελαιοδέντρων και τη συλλογή του ελαιόκαρπου, εν αγνοία του αρχικού ιδιοκτήτη του υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου Ψ, ο οποίος, λόγω και της μεγάλης έκτασης του ακινήτου του, δεν αντιλήφθηκε μέχρι το θάνατό του (4-2-1968) τη σταδιακή κατάληψη και τον περιορισμό της έκτασης αυτού, ολοκληρώθηκε δε κατά το έτος 1990, δηλαδή πολύ μεταγενέστερα από το θάνατο του δικαιοπαρόχου της εναγομένης Χ, που συνέβη το έτος 1976, από την ίδια, με την τοποθέτηση από αυτήν περίφραξης από συρμάτινο πλέγμα και σιδηροπασάλους και την ενσωμάτωση έτσι έκτοτε ολόκληρου του επιδίκου τμήματος στο υπ' αριθμ. XXX κληροτεμάχιό της. Λόγω της ενσωμάτωσης του επιδίκου τμήματος στο υπ' αριθμ. XXX κληροτεμάχιο, το ακίνητο των εναγουσών (υπ' αριθμ. XXX κληροτεμάχιο) έχει μειωμένη έκταση κατά το καταληφθέν μέρος αυτού, πλέον των τμημάτων αυτού που είχαν καταληφθεί για τη διαμόρφωση των βορείως και νοτίως αυτού διερχομένων οδών XXX και λεοφώρου XXX. Αντίστοιχη, βέβαια, κατάληψη, σχεδόν ίσης έκτασης προς το επίδικο, έγινε και σε βάρος του υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου της εναγομένης, με τη μετατόπιση δυτικά των ορίων του ευρισκόμενου ανατολικά αυτού υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου, όπως και σε βάρος του τελευταίου με τη μετατόπιση δυτικά των ορίων του ευρισκόμενου ανατολικά αυτού υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου, και αλληλοδιαδόχως με τη μετατόπιση προς τα δυτικά των ορίων των συνεχομένων προς ανατολάς υπ' αριθμ. XXX έως XXX κληροτεμαχίων, με συνέπεια όλα τα κληροτεμάχια αυτά (XXX έως και XXX) να έχουν περίπου τις διαστάσεις που είχαν βάσει της διανομής του έτους 1927, όπως και το κληροτεμάχιο της εναγομένης, το οποίο, μαζί με το ενσωματωθέν σ' αυτό επίδικο τμήμα, έχει έκταση 9.640,30 τ.μ. Μετά την κατά τα ανωτέρω κατάληψη του όλου επιδίκου τμήματος, οι τότε συγκύριες αυτού τρίτη και τέταρτη ενάγουσες και η XXX διαμαρτυρήθηκαν προφορικώς προς την εναγομένη και ακολούθως άσκησαν κατ' αυτής την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 1659/1995 αγωγή και στη συνέχεια την ένδικη από 25-6-1999 αγωγή περί διεκδικήσεως του επιδίκου τμήματος, με την οποία και παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της προηγουμένης. Η εναγομένη, για τη θεμελίωση της επικουρικά προβληθείσης ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος των εναγουσών για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου, επικαλέσθηκε την υφιστάμενη εδώ και πολλά έτη, εν γνώσει των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους, πραγματική κατάσταση του κληροτεμαχίου της (υπ' αριθμ. XXX), στο οποίο εμπεριέχεται και το επίδικο τμήμα, και ειδικότερα την ύπαρξη επί δεκαετία σταθερών και αμετακίνητων ορίων με την περίφραξη αυτού από το έτος 1990, την ύπαρξη πυκνού ελαιώνα μεγάλης ηλικίας και επί του επιδίκου, με τη φύτευση ελαιών από το δικαιοπάροχο αυτής από 60ετίας, τη διατήρηση έκτοτε των ελαιών και τη συλλογή του ελαιοκάρπου τους, από τις οποίες μια σειρά επί του επιδίκου καταστράφηκε, την υφιστάμενη επί 70ετία αμετακίνητη είσοδο και έξοδο από τον αγρό της από τις προς βορρά και νότο αυτού διερχόμενες αγροτικές οδούς, καθώς και την υπάρχουσα διαφορά της έκτασης μεταξύ του κληροτεμαχίου των εναγουσών και του δικού της κληροτεμαχίου, για την οποία, ενώ ήταν ορατή από τις ενάγουσες, ούτε αυτές, ούτε οι δικαιοπάροχοί τους (άμεσοι και απώτερος) εναντιώθηκαν επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σε αυτήν η πεποίθηση ότι δεν υφίσταται σύγχυση των ορίων των δύο αυτών κληροτεμαχίων και ότι οι ενάγουσες δεν πρόκειται να ασκήσουν το ένδικο δικαίωμά τους. Όμως, σύμφωνα με όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα, τα επικαλούμενα από την εναγομένη ως άνω περιστατικά είναι εν μέρει αβάσιμα, καθόσον αυτή μεταθέτει στην προ 60ετίας φύτευση των ελαιών το χρόνο της πραγματικής κατάληψης του επιδίκου τμήματος, που έγινε σταδιακά μετά το έτος 1960 και ολοκληρώθηκε το έτος 1990 με την περίφραξη, και η οποία κατάληψη, κατά τα ανωτέρω, δεν ήταν ορατή και δεν έγινε αντιληπτή από τον αρχικό κληρούχο Ψ και στη συνέχεια από τους καθολικούς διαδόχους αυτού και τις ενάγουσες, παρά μόνο όταν ολοκληρώθηκε με τη γενόμενη περίφραξη του επιδίκου, για την οποία οι ενάγουσες εναντιώθηκαν προφορικά και άσκησαν κατά το έτος 1995 τη ρηθείσα προγενέστερη αγωγή τους και στη συνέχεια κατά το έτος 1999 την ένδικη αγωγή. Έτσι, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μακρά αδράνεια των εναγουσών κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου, ούτε για συμπεριφορά αυτών από την οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί στην εναγομένη η πεποίθηση, και μάλιστα ευλόγως, ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμά τους , και συνακόλουθα η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος δεν είναι καταχρηστική, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Τούτο δε και για τον πρόσθετο λόγο ότι από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών να διεκδικήσουν το επίδικο τμήμα θα επέλθουν σε βάρος τους σοβαρές και επαχθείς οικονομικές συνέπειες, σε αντίθεση με τις μικρότερες συνέπειες που θα υποστεί η εναγομένη, η οποία έχει τη διακριτική ευχέρεια να διεκδικήσει την ελλείπουσα από το κληροτεμάχιό της εδαφική έκταση, στρεφόμενη κατά του ιδιοκτήτη του όμορου προς ανατολάς υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου στο οποίο αυτή έχει προσαρτηθεί, αλλά και ενόψει του γεγονότος ότι τα ελαιόδεντρα που υπήρχαν στο επίδικο έχουν ήδη καταστραφεί από πυρκαϊά που προκλήθηκε το έτος 1997, ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για διεκδίκηση από τις ενάγουσες αξιοποιημένου ακινήτου. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο, έκρινε αβάσιμη την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, και ακολούθως δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση αυτών και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, έκανε εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη διεκδικητική αγωγή. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για διεκδίκηση του επιδίκου τμήματος ακινήτου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της παραπάνω ενστάσεως της αναιρεσείουσας εναγομένης διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ. Ειδικότερα αναφορικά με το χρόνο κατάληψης του επιδίκου ακινήτου, η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τόσο ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας και κληρούχος του υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου Χ, όσο και ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων και κληρούχος του υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου XXX, είχαν εγκατασταθεί, αντίστοιχα, στα έχοντα τα παραπάνω όρια και έκταση των 9.825 τ.μ. όμορα κληροτεμάχιά τους από το έτος 1930, νεμόμενοι έκτοτε αυτά, ο καθένας χωριστά, δεν έρχεται σε αντίθεση με την περαιτέρω παραδοχή της απόφασης, ότι ο ως άνω δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας μετά το έτος 1960 άρχισε σταδιακά τη μετατόπιση της δυτικής πλευράς του κληροτεμαχίου του σε βάρος του υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου του Ψ. Επίσης αντίφαση προς την παραδοχή, ότι η σταδιακή κατάληψη του επιδίκου, με την ενσωμάτωσή του στο υπ' αριθμ. XXX κληροτεμάχιο, έγινε αρχικά με την καλλιέργεια δημητριακών και ακολούθως με τη φύτευση σε τμήμα του καταληφθέντος ελαιοδέντρων από το δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, εν αγνοία του αρχικού ιδιοκτήτη του υπ' αριθμ. XXX κληροτεμαχίου XXX, από την περαιτέρω παραδοχή, ότι η κατάληψη του όλου επιδίκου τμήματος ολοκληρώθηκε κατά το έτος 1990 από την αναιρεσείουσα, με την τοποθέτηση από αυτήν περίφραξης από συρμάτινο πλέγμα και σιδηροπασάλους και την ενσωμάτωση έτσι έκτοτε ολόκληρου του επιδίκου τμήματος στο υπ' αριθμ. XXX κληροτεμάχιό της. Επομένως και οι τρείς λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σε σχέση με την απόρριψη της από το άρθρο αυτό ένστασης της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέοι και κατά τα δύο μέρη αυτών, ως αβάσιμοι.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-9-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 890/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια