Εμπορικός αντιπρόσωπος. Αποκλειστικός διανομέας. Αποζημίωση πελατείας. Καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και της σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Έγγραφος τύπος των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής.- Έννοια εμπορικού αντιπροσώπου. Έγγραφος τύπος σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Στοιχεία αγωγής

Εμπορικός αντιπρόσωπος. Αποκλειστικός διανομέας. Αποζημίωση πελατείας. Καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και της σύμβασης αποκλειστικής διανομής. Έγγραφος τύπος των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής.
Διατάξεις:
ΠΔ: 219/1991 άρθ. 8, 9, (Απόσπασμα)
Αριθμός 8316/1999
Εφετείο Αθηνών....

(...) Όπως ορίζεται από το άρθρο 9 παρ. 1 εδάφιο α του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. Ι του Π.Δ. 316/1995 "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά την λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς". Κατά το εδάφιο β του άρθρου 9 παρ. 1 του Π.Δ. 219/1991, "το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου"• και κατά το εδάφιο γ του ίδιου ως άνω άρθρου [και παραγράφου] "η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Εξάλλου, από το ίδιο ως άνω άρθρο στην παράγραφο 3 ορίζεται, ότι "η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος (όπως πιο πάνω εκτέθηκαν) δεν οφείλεται: α) όταν ο εντολέας καταγγείλει την σύμβαση λόγω υπαιτιότητας [του] εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο• β) όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλλει την σύμβαση, εκτός αν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου ή δικαιολογείται από λόγους ..., σωματικής αδυναμίας ή ασθένειας του εμπορικού αντιπροσώπου εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατό να απαιτηθεί εύλογα από αυτόν η εξακολούθηση της δραστηριότητας του". Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου "ο εμπορικός αντιπρόσωπος πριν από την λήξη της σύμβασης δεν μπορεί να παραιτηθεί των δικαιωμάτων του που απορρέουν από τις παραπάνω παραγράφους". Τέλος, σύμφωνα μεν με το άρθρο 11 του πιο πάνω Π.Δ., οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του (ήτοι από τις 30.5.1991, οπότε άρχισε να ισχύει), για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις όμως των μερών από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ αυτού (του Π.Δ.), εφαρμόζονται οι διατάξεις του από την 1 ην Ιανουαρίου 1994, σύμφωνα δε με το άρθρο 12 του ίδιου αυτού διατάγματος, καταργείται κάθε διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις αυτού και ειδικά οι διατάξεις των άρθρων 1, 2. 4 παρ. 1, 3, 4 και 5, 6, 7, 11, 12 του Ν. 307/1976 και του άρθρου 11 του Ν. 504/1976.
Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται εν απολύτω συνόψει τα εξής:
Α) Εισάγεται και στην Ελληνική έννομη τάξη - σε συμμόρφωση προς την οδηγία 86/653/ΕΟΚ. του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας "για το συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους" - ο καινοφανής θεσμός της αποζημίωσες πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου, ως ιδιαίτερη αμοιβή αυτού, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α και β του Π.Δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" (Βλ. Α. Λιακόπουλο, Ζητήματα εμπορικού δικαίου τ. II Γενικό Μέρος Εμπορικές συμβάσεις (1996) κεφ. 14 σελ. 130-136 Ν. Τέλλη, Η αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου - Ιδιαίτερη αμοιβή του αντιπροσώπου, μετά την λύση της σύμβασης (1997) σελ. 6 επ. και ιδίως 13, 27, 36, 42, 43, 45, 49, 50, 52, 53, 73, 79, 82, 83, 85, 86, 103 έως 217, 267 και 292).
Β) Οι ρυθμίσεις που προβλέπονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό δε και με εκείνες που αναφέρονται σ' αυτές των Π.Δ. 249/1993 και 88/ 1994, είτε αφορούν στην ως άνω αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου, είτε και στην ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας αυτού., όπως ορίζεται από τις διατάξεις του ΑΚ (βλ. ενδεικτικώς τα άρθρα 297, 298, 914 επ., 281, 288, 330, 722 723 επ. και 345, 346 του ΑΚ), σύμφωνα δηλαδή με το εδάφιο γ της παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/1991. τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και στις συμβάσεις αποκλειστικήν διανομής με την ορθή παραδοχή του ότι και ο αποκλειστικός διανομέας για μια ορισμένη γεωγραφική περιφέρεια έστω και αν ακόμη λειτουργεί προς ίδιον αυτού συμφέρον και με τη διακινδύνευση και ιδικών του ακόμη κεφαλαίων (risk - ρίσκο). δικαιούται και την κατά τα ως άνω αποζημίωση πελατείας και τις λοιπές ακόμη προμήθειες, αμοιβές και αποσβέσεις, κυρίως δε τις πρόσθετες αποζημιώσεις του εδαφ. γ της παρ. 1 του άρθρου 9 του ΠΑ 219/1991, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του AK, στον οποίο ρητώς παραπέμπει το εν λόγω εδάφιο (Βλ. Ν. Φαρμακίδη. Η σύμβαση αποκλειστικού διανομέα (1990) σελ. 12 επ.• Α. Λιακόπουλο, Γενικό εμπορικό δίκαιο (Β' έκδ., 1995) σελ.123 επ.• Ν. Τέλλη, όπ.π. σελ. 10-11• Μ. Αντωνοπούλου. Οι εμπορικοί αντιπρόσωποι Ανάλυση του Π. Δ. 312/1995 (1995) σελ. 23• Μ. Μαρίνο. Παρατηρήσεις κάτω από την ΑΠ 812/1991 ΕλλΔνη 32 (1991) ιδίως σελ.1494 τον ίδιο. Παρατηρήσεις κάτω από τη ΜονΠρΑθ 1079/1999 ΕΕμπΔ 45 (1999) ιδίως σελ. 47, 48, 49 - Contra όμως Γ. Πελεκάνος, Οι εμπορικοί αντιπρόσωποι δεν πρέπει να ταυτίζονται με τους μεταπωλητές, Ναυτεμπορική της 15.1.1992, που δέχεται ότι ο αποκλειστικός διανομέας (μεταπωλητής) μόνο με τις διατάξεις για την αδικοπρακτική ευθύνη ή την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις μπορεί να προστατευθεί).
Γ) Το άρθρο 8 του Π.Δ. 88/1994, που αντικατέστησε την παρ. 4 του άρθρου 8 του Π.Δ. 219/1991, αναφερόμενο στην τακτική καταγγελία της σχετικής σύμβασης, όταν αυτή είναι αορίστου χρόνου (άρθρο 8 παρ. 3 του Π.Δ. 219/1991) - πράγμα που συμβαίνει και στη σύμβαση ακόμη ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη εκτελούν μετά τη λύση της, οπότε θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 του Π.Δ.219/1991, ότι μετατρέπεται και αυτή σε σύμβαση αορίστου χρόνου ή και μετά τη σιωπηρή ανανέωση της, έστω αν προηγουμένως ήταν ορισμένου χρόνου, ακόμη δε και μονοετής ορίζει σχετικά με το χρονικό διάστημα προμήνυσης, στην μεν πρώτη παράγραφο του ότι "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου έτους και τα επόμενα έτη", στη δε δεύτερη, ότι "Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες με συμφωνία των συμβαλλομένων". Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 8 του Π.Δ. 219/1991 "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα των μερών παραλείπει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων". Από την τελευταία αυτή διάταξη, και όπως δέχεται η θεωρία και κυρίως η Γερμανική νομολογία, προκύπτει ότι σε έκτακτη καταγγελία και της σύμβασης της εμπορικής αντιπροσωπείας, αλλά κατ' αναλογίαν και της σύμβασης της αποκλειστικής διανομής, μπορεί να προβεί είτε ο αντιπροσωπευόμενος-εντολέας, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του αντιπροσώπου-διανομέως, είτε ο δεύτερος (αντιπρόσωπος-διανομέας), εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου-εντολέως, ήτοι πταίσμα που να εκπηγάζει από τις πράξεις ή παραλείψεις, αντίστοιχα, των ανωτέρω και το οποίο όμως να συνιστά συνάμα και σπουδαίο λόγο και σε τόσο σημαντικό μάλιστα βαθμό, που να διευκολύνει την καταγγελία αυτής. Ακόμη δε θα πρέπει να υφίσταται και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος αυτού και της καταγγελίας, στην οποία προβαίνει ο εκάστοτε καταγγέλλων (είτε δηλαδή αυτός είναι ο διανομέας, είτε ο εντολέας-αντιπροσωπευόμενος), διότι τούτο επιβάλλεται από τη γενικότερη κατεύθυνση για στενή ερμηνεία των ρυθμίσεων αυτών (Βλ. και Ν. Τέλλη, όπ. π. ιδίως σελ. 222, 223, 227, 275 και 276- NJW 1959, 878 [879]• MDR 199, 368 [369]• και παρομοίως Γερμανικό Ακυρωτικό BGHZ 29. 277 [280]). Η χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία (έκτακτη) από τον ένα των συμβαλλομένων μπορεί να αποτελέσει σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης από το έτερο των συμβαλλομένων μερών. Τούτο δε, γιατί και στην περίπτωση αυτήν η χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία της σύμβασης από τον ένα. των συμβαλλομένων μπορεί να συνιστά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι του αντισυμβαλλομένου του υπαίτια, ενίοτε δε υπό περιστάσεις και παράνομη. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει και όταν ο εντολέας αρνείται την εκτέλεση των παραγγελιών του εντολοδόχου (Βλ. Ανδρουτσόπουλο. Η σύμβασις εμπορικής αντιπροσωπείας σελ. 292, 293).
Δ) Εν όψει και των προαναφερομένων, μεταβατικού περιεχομένου, διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 219/1991, οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του, ήτοι μετά τις 30.5.1991, καθώς και σ' εκείνες τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την κατά την ως άνω έναρξη της ισχύος του εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις αυτού, από την 1η Ιανουαρίου 1994. ειδικώς όσον αφορά στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, εφ' όσον φυσικά δεν είχαν λυθεί αλλά εξακολουθούσαν να υφίστανται και κατά την 1.1.1994. Υπό την έννοια δε αυτήν υπήρξε αυτόματη μετάβαση -από τις προϊσχύσασες ρυθμίσεις του Ελληνικού δικαίου "περί εμπορικής αντιπροσωπείας" κατά τις συνδυαζόμενες, τότε, διατάξεις των άρθρων περί αντιπροσωπείας 211 ΑΚ, περί εντολής 713 επ. ΑΚ και άρθρων 90 επ. του ΕμπΝ περί παραγγελίας, σε συνδυασμό και με το άρθρο 330 ΑΚ - στις ρυθμίσεις πλέον της ως άνω οδηγίας (Βλ. υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, ενδεικτικώς, και ΑΠ 812/1991 ΕλλΔνη 1991 1490 - ΑΠ 887/1974 ΝοΒ 23. 492 και την από 4.7.1996 πρόταση του Γενικού Εισαγγελέα του ΔΕΚ στην υπόθεση 104/1995 και Γ. Μπαμπέτα, σχόλιο κάτω από την ΠολΠρωτΑθ 9099/1994 ΕΕμπΔ ΜΣΤ (1995) 567). Μάλιστα, εφόσον τουλάχιστον πριν τις 1.1.1994 γινόταν δεκτό ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, αλλά και η σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, ήταν υπό το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς άτυπες - δυνάμενες δηλαδή να καταρτισθούν και προφορικά (solo consensu) - δεν χρειαζόταν για την εγκυρότητα τους (τότε) ο έγγραφος τύπος, είτε ως συστατικός, είτε ως αποδεικτικός, εάν και εφόσον εξακολούθησαν να ισχύουν και λειτουργούν και μετά τις ως άνω ημερομηνίες (Βλ. Ν. Φαρμακίδη, Η σύμβαση αποκλειστικού διανομέα (1990) σελ. 21 - Α. Λιακόπουλο, Ζητήματα Εμπορικού Δικαίου τόμος II όπ. π., ιδίως σελ. 133, 136, 137, 139). Ήδη, όμως, για την εφαρμογή του Π.Δ. 219/1991, η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως (άρθρο 8 παρ. 1 του Π.Δ. 219/1991 • βλ. και Ν. Τέλλη. Τροποποίηση της νομοθεσίας περί εμπορικών αντιπροσώπων, ΕπισκΕΔ 1995 658).
Ε) Οι διατάξεις της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως ισχύουν και στην Ελλάδα μετά τη δημοσίευση των εν λόγω Π.Δ. (219/1991. 249/1993. 88/1994 και 312/1995), για την αποκλειστική διανομή, λόγω της υπεροχής τους έναντι του Ελληνικού δικαίου και ειδικότερα έναντι των διατάξεων αυτού στις οποίες δεν παραπέμπουν (όπως π.χ. του Αστικού Κώδικα), έχουν υπεροχή, σύμφωνα και με το άρθρο 28 του Συντάγματος1975/1986 και τον Κανονισμό υπ' αριθ. 1983/1983 της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (βλ. σχετικά και το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ. που υπερισχύει κάθε διάταξης του ημεδαπού νόμου, έχοντας υπεροχή έναντι τούτου ως πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης).
ΣΤ) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όπως και ο διανομέας (distributor) κατ' αναλογίαν, δικαιούται, πέραν της προαναφερόμενης αξίωσης για την αποζημίωση της πελατείας, σωρευτικώς, να αξιώσει και την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη. όπως ορίζεται στις διατάξεις Αστικού Κώδικα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. γ του Π Δ.219/1991). Ωστόσο, για τον προσδιορισμό της ζημίας αυτής, που μπορεί να είναι θετική ή αποθετική (και διαφυγόν κέρδος) και την οποία υφίσταται ο εμπορικός αντιπρόσωπος και ο αποκλειστικός διανομέας σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή, μέχρι και του χρονικού σημείου κατά το οποίο θα έληγε η σύμβαση με την παρέλευση της συμφωνημένης διάρκειας της (Βλ. και Ανδρουτσόπουλο, όπ. π. σελ.292-293 και Τέλλη, όπ. π.), ειδικότερα δε, για την εξειδίκευση των διαφυγόντων κερδών, θα ,πρέπει, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 297, 298 του ΑΚ (της τελευταίας ενέχουσας και δικονομικό χαρακτήρα αλλά και ουσιαστικό περιεχόμενο- βλ. και ΑΠ 269/1984 ΝοΒ 33. 279) και αυτής του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, να αναφέρει αναλυτικά την ενεστώσα αλλά και την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκώμενη μελλοντική ζημία του. Πιο συγκεκριμένα, ακόμη, πρέπει ν' αναφέρει τις πωλήσεις προϊόντων του αντιπροσωπευομένου, τους πελάτες και τα πωλούμενα αυτοκίνητα (έστω και συνοπτικά), τον τζίρο που πραγματοποιούσε πριν τη λύση της σύμβασης και τις επί τη βάσει τούτου καθαρές προμήθειες του. Διαφορετικά, το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να εκτιμήσει την τοιαύτη αξίωση του και να την επιδικάσει, έστω και κατά πιθανολόγηση, και επομένως πρέπει η σχετική αγωγή να απορρίπτεται ως αόριστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία εκθέτει, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο της και κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, τα ακόλουθα: 'Οτι αμέσως μετά την κατά τις αρχές του έτους 1992 ίδρυση της και κατόπιν της προηγηθείσας εξάμηνης δοκιμαστικής περιόδου, από τις 10.2.1992 έως τις 10.8.1992, συνεχίζοντας την (προηγούμενη) υπό άλλη μορφή συνεργασία της με την εναγομένη εταιρεία, η οποία είναι αποκλειστική εισαγωγέας στην Ελληνική Επικράτεια των αυτοκινήτων που κατασκευάζει η Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία WOLKS WAGEN - AUDI, εν άλλοις δηλαδή λόγοις γενική αντιπρόσωπος της τελευταίας (Βλ. και Τέλλη, όπ.π. ιδίως σελ. 145) συνήψε με αυτήν, υπό την ιδιότητα της ως γνήσιας υπαντιπροσώπου της (Βλ. Τέλλη, όπ. π. σελ.146,147), άτυπη (προφορική) σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η διάρκεια της οποίας συμφωνήθηκε μεταξύ τους από 10.8.1992 μέχρι τις 31.12.2002. Επί τη βάσει των συμβάσεων αυτών, η ίδια είχε το δικαίωμα να αγοράζει από την εναγόμενη για λογαριασμό της και να μεταπωλεί με κέρδος σε τρίτους τα αυτοκίνητα VW και AUDI, να δέχεται παραγγελίες τρίτων για την αγορά των ως άνω αυτοκινήτων, τις οποίες θα διαβίβαζε αντίστοιχα προς εκτέλεση στην εναγομένη, με ορισθείσα ως γεωγραφική περιοχή λειτουργίας της, για την πιο πάνω μεν δοκιμαστική περίοδο την περιοχή των Γιαννιτσών, ακολούθως δε και μετά τη λήξη της εν λόγω δοκιμαστικής περιόδου - που τελικά έληξε επιτυχώς - για την περιοχή της Πέλλας. 'Οτι στα πλαίσια αυτά και καθ' υπόδειξη αλλά και απαίτηση της εναγομένης, οργάνωσε με ιδικές της δαπάνες άρτια μονάδα εξυπηρέτησης πελατών, επισκεύασε τις κτιριακές της εγκαταστάσεις και αγόρασε καινούργια έπιπλα και άλλα είδη συναφούς εξοπλισμού, ξοδεύοντας έτσι το συνολικό ποσό των 1.225.620 δραχμών. Παράλληλα δε, ότι έθεσε τα σήματα και τη σημαία της VW και AUDI στις εγκαταστάσεις της. δαπανώντας μάλιστα και για διαφημίσεις της εναγομένης (αποκλειστικής εισαγωγέως και γενικής αντιπροσώπου, συνάμα, της παραγωγού των αυτοκινήτων αυτών), όπως κατωτέρω. 'Οτι, παρά πάντα ταύτα, περί τα τέλη του έτους 1992, η εναγομένη, παραβιάζοντας τις υποσχέσεις της και την αναληφθείσα προφορικώς, κατά τα ως άνω, υποχρέωση της για δεκαετή διάρκεια της τοιαύτης συνεργασίας των και εκμεταλλευόμενη, όπως επίσης αναφέρει, καταχρηστικά και κατά παράβαση της εννοίας των χρηστών ηθών την οικονομική της εξάρτηση, ζήτησε στο τέλος του έτους 1992 την έγγραφη πλέον διατύπωση του περιεχομένου της μεταξύ των σύμβασης και μάλιστα της υπαγόρευσε (επιτακτικά) την αλλαγή του όρου της σύμβασης, που αναφερόταν στη δεκαετή κατά τα πιο πάνω διάρκεια της. Υπό τις συνθήκες αυτές, επειδή η εναγομένη τη διαβεβαίωσε ότι επρόκειτο για τυποποιημένο κείμενο χωρίς καμία επίδραση και επίπτωση στην αρμονική τους συνεργασία, η οποία θα ανανεωνόταν αυτόματα ανά έτος για δέκα έτη, διότι έτσι άλλωστε γινόταν και με τους άλλους αντιπροσώπους της ανά την Ελλάδα και καθ' όσον άλλωστε εστερείτο και οποιασδήποτε άλλης επιλογής της, υπέκυψε ως οικονομικώς άλλωστε ασθενέστερη στην απαίτηση της εναγομένης και συμφώνησαν τελικώς, παρά την προηγουμένη συμφωνία τους. εγγράφως οι διάδικοι αυτοί ότι η διάρκεια της σύμβασης θα είναι από 1.1.1993 μέχρι 31.12.1993, με αυτόματη ανανέωση αυτής κάθε φορά και για ένα ημερολογιακό έτος, εφόσον μέχρι τις 1Οκτωβρίου του διανυόμενου έτους κανένας τους δεν καταγγείλει τη σύμβαση εγγράφως. 'Οτι η τελευταία αυτή έγγραφη σύμβαση λειτούργησε, με αυτόματη κατ' έτος ανανέωση της. κατά τα έτη 1993, 1994 και 1995.... 'Οτι σε κορύφωση της κατά καιρούς (από τα τέλη του 1992 έως και το 1995) επιδειχθείσας αντισυμβατικής και αντικείμενης στα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς της, η εναγομένη με την από 25.9.1995 εξώδικη καταγγελία της, που της περιήλθε στις 28.9.1995, κατήγγειλε τη μεταξύ τους ως άνω σύμβαση, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος και, μάλιστα, χωρίς να συντρέχει ούτε κανένας λόγος που προβλεπόταν στο άρθρο 35 της σύμβασης για τη λύση της σύμβασης με καταγγελία. Ότι, εντεύθεν, η καταγγελία αυτή ήταν άκυρη και δεν επέφερε τη λύση της σύμβασης, αλλά παρά ταύτα η εναγομένη έπαυσε, μετά τις 31.12.1995, να εκτελεί τις συμβατικές υποχρεώσεις της και γι' αυτό αναγκάστηκε πλέον από τα πράγματα η ίδια αυτή (η ενάγουσα) και κατήγγειλε, εγκύρως πλέον, τη μεταξύ τους σύμβαση κατά τις αρχές του έτους 1996.
Επικαλούμενη τα ως άνω η ενάγουσα και ιδίως την κατόπιν της δικής της κατά τα ως άνω καταγγελίας για σπουδαίο λόγο λύση της σύμβασης, εκθέτει στη συνέχεια: α) ότι με βάση το κέρδος της από τις προμήθειες για τις πωλήσεις αυτοκινήτων το έτος 1995 και τη μεγάλη πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ενόψει και της προσδοκώμενης αύξησης του κύκλου των εργασιών της κατά ποσοστό 10% ετησίως για τα υπόλοιπα έτη της διάρκειας της κατά τα πιο πάνω άτυπης σύμβασης της με την εναγομένη (έως τις 31.12.2002), απώλεσε και γι' αυτό ζητεί, ως διαφυγόντα κέρδη της, τα ακόλουθα ποσά ... [οριζόμενα κεχωρισμένως για τα έτη 1996 έως και 2002] και συνολικώς το ποσό των 45.396.112 δραχμών• β) ότι, κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας της εν λόγω σύμβασης (από το έτος 1992 μέχρι και το έτος 1995), δια των αναφερόμενων ενεργειών της προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες της εναγομένης, ειδικότερα δε της έφερε τους προδιοριζόμενους νέους πελάτες της, ώστε εντεύθεν αυτή η ίδια (η εναγομένη) να διατηρεί και εξασφαλίζει ουσιαστικά οφέλη για το μέλλον της. Και ότι δικαιούται, από την αιτία αυτήν, την κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. α του Π.Δ. 219/1991 αποζημίωση πελατείας, η οποία, με βάση τα παρατιθέμενα και αρκούντως προσδιοριζόμενα οικονομικά στοιχεία και όλες τις περιστάσεις, και ιδιαίτερα επί τη βάσει των προμηθειών που χάνει ως εμπορικός αντιπρόσωπος, είναι δίκαιη και εύλογη και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 6.091.468 δραχμών, που αποτελεί τον μέσο ετήσιο όρο (Μ.Ε.Ο.) των αμοιβών της κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης της με την εναγομένη.
Η αγωγή αυτή,..., όσον αφορά στο κονδύλιο της αγωγής των45.396.112 δραχμών, ως περαιτέρω ζημίας (διαφυγόντος κέρδους) της ενάγουσας, που φέρεται ότι προσδοκούσε αυτή μετά πιθανότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή εάν δεν την υποχρέωνε, με την κατά τα ως άνω για το μέλλον στάση της η εναγομένη, να αποστεί της δεκαετούς προφορικής των σύμβασης (που φέρεται ότι θα διαρκούσε μέχρι 31.12.2002) - δια της υπογραφής της μονοετούς επαναλαμβανόμενης έγγραφης σύμβασης - κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 281 ΑΚ και κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της λόγω της πλεονεκτικότερης θέσης της και της οικονομικής εξάρτησης της ίδιας (της ενάγουσας) προς την εναγομένη, σύμφωνα και με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 703/1977 (Βλ. και Σουφλερό, Καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης σελ. 236, 237 - Μπερνίτσα, Οι συμβάσεις αποκλειστικότητας στο Κοινοτικό Δίκαιο, ΕΕΕυρΔ 1981 691 επ. - Δούβλη. Η έννοια της επιχείρησης και οι συμφωνίες αποκλειστικής διανομής, ΕλλΔνη 32, ιδίως 7 επ. - Παμπούκη, ΕπισκΕΔ 1995 700 - Λιακόπουλο, Βιομηχανική ιδιοκτησία II σελ. 331), λεκτέον, επί τη βάσει και των προεκτεθέντων στη μείζονα σκέψη, ότι πρέπει (το κονδύλιο αυτό υπό διακριτικό στοιχείο α' ως ανωτέρω) να απορριφθεί στο σύνολο του, προέχοντος ως αόριστο, διότι δεν εξειδικεύονται καθόλου τα φερόμενα ως διαφεύγοντα μελλοντικώς, κατά βάσιμη μάλιστα πιθανότητα κέρδη, και πιο συγκεκριμένα οι πωλήσεις (έστω και ευσύνοπτα) προϊόντων της εναγομένης(αυτοκινήτων AUDI και VW) που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει η ενάγουσα, ο τζίρος που πραγματοποιούσε η ίδια πριν τη λύση της σύμβασης, ώστε να μπορεί να εκτιμηθούν επί τη βάσει τούτου και οι καθαρές προμήθειες του που μπορούσε να εισπράξει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως μη νόμιμο το εν λόγω κονδύλιο, αιτιολογώντας ότι η άτυπη δεκαετούς διαρκείας σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων καταργήθηκε εγκύρως, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, με την αντιθέτου περιεχομένου ως προς τη χρονική διάρκεια μεταγενέστερη έγγραφη τοιαύτη (ήτοι την ως άνω μονοετή σύμβαση) έσφαλε. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης, να εξαφανισθεί κατά το κεφάλαιο και τη διάταξη της αυτή η εκκαλουμένη και, αφού διακρατηθεί η αγωγή, να απορριφθεί κατά το εν λόγω αίτημα(κονδύλιο) της ως αόριστη.
Περαιτέρω, το κονδύλιο του συνολικού ποσού των 6.091.646 δραχμών. ως αποζημίωσης της πελατείας την οποία προσπορίστηκε η εναγομένη, μετά την αναφερόμενη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, σύμφωνα με τον προσδιοριζόμενο μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε η ίδια η ενάγουσα από τις 1.2.1995 έως 31.12.1995. είναι αρκούντως ορισμένο και νόμιμο. Στηρίζεται στις πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του νόμου και σε όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη. Ειδικότερα δε, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 εδ. α. και παρ. 3 και 4 του Π.Δ. 219/1991, δεκτού καθισταμένου, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή, ότι η ενάγουσα ήταν αντιπρόσωπος, συνάμα δε και αποκλειστική διανομέας της εναγομένης στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή των Γιαννιτσών και της Πέλλας, λειτουργούσα προς ίδιον αυτής συμφέρον και με τη διακινδύνευση (risk) και ιδικών της ακόμη κεφαλαίων, ώστε να δικαιούται την κατά τα ως άνω αποζημίωση πελατείας (Βλ. Ν. Φαρμακίδη, όπ.π. σελ. 23 - Ν. Τέλλη, όπ.π. σελ. 10-11 - Μ. Αντωνοπούλου, όπ.π. σελ. 23, αναφορικά με την παραδοχή ότι οι ως άνω αναφερόμενες διατάξεις, καθώς επίσης και εκείνες των Π.Δ.312/1995, 249/1993 και 88/1994, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και επί της σύμβασης της αποκλειστικής διανομής). Σημειώνεται ότι. κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν ήταν δυνατόν να λυθεί η ένδικη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, μολονότι μάλιστα ήταν η σύμβαση ορισμένου χρόνου (μονοετής) - αφού ως εκ του συγκεκριμένου χαρακτήρα της, να ανανεώνεται δηλαδή για κάθε έτος, ισχύσασα τελικώς από το 1992 περίπου έως και το έτος 1995. θεωρείται ότι μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου (άρθρο 8 παρ. 2 του Π.Δ.219/1991) - χωρίς την προμήνυση (προθεσμία της καταγγελίας της), σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 8 του Π.Δ. 88/1994, που αντικατέστησε την παρ. 4 του άρθρου 8 του Π.Δ. 219/1991.Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε με το να κρίνει ως μη νόμιμο το κονδύλιο της αγωγής για το ποσό των 6.091.646 δραχμών, το οποίο ζητείται ως αποζημίωση πελατείας από την ενάγουσα υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα της ως αντιπροσώπου (άλλως γνήσιας αντιπροσώπου) της εναγομένης εταιρείας, καθώς και αποκλειστικής διανομέως αυτής, στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή των Γιαννιτσών και της Πέλλας (γνήσιος υποδιανομέας). Επομένως, κατά τους βάσιμους λόγους της έφεσης της ενάγουσας, πρέπει να εξαφανισθεί ως προς την ανωτέρω διάταξη της η εκκαλουμένη απόφαση και, εφόσον το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης, να αναπεμφθεί η αγωγή ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο και κονδύλιο της, να δικασθεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ώστε να μη στερηθούν οι διάδικοι του πρώτου βαθμού της δικαιοδοσίας (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων δεν γεννάται, διότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική απόφαση. (…)



- Έννοια εμπορικού αντιπροσώπου.


- Έννοια εμπορικού αντιπροσώπου. Έγγραφος τύπος σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Στοιχεία αγωγής.
- Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ΠΔ 219/1991, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, για την εφαρμογή αυτού η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως. Από τη διάταξη αυτή. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 158, 159 παρ. 1 και 160 τον ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο νόμος επιβάλλει έγγραφο τύπο για την κατάρτιση δικαιοπραξίας, τότε ο τύπος αυτός αποτελεί συστατικό στοιχείο της δικαιοπραξίας, η δε μη τήρηση του συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (Βαθρακοκοίλης, ΑΚ άρθρα 158 και 159, όπου και παραπομπές στη νομολογία).
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 2, 116 και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, και α) ευκρινή έκθεση όλων των περιστατικών που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή... β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψη της ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής (ΑΠ 388/1998 ΕλλΔνη 39. 1548, ΑΠ 1325/1996 ΕλλΔνη 38. 1047, ΕφΑθ 10604/1995 Αρμ 51. 769). Εξ άλλου, τα ως άνω αναφερόμενα στοιχεία, αν δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή, είναι απαράδεκτα προτεινόμενα με τις πρωτόδικες προτάσεις, την έφεση ή την αντέφεση ή τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο (ΑΠ 1394/1996 Δίκη 28. 466).

Διατάξεις:
ΑΚ: 158, 159, 160, ΚΠολΔ: 116, 171, 216,ΠΔ: 219/1991 άρθ. 8 (Απόσπασμα)Αριθμός 1686/2000Εφετείο Θεσσαλονίκης(...) Με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ο ενάγων ιστορούσε ότι τον Οκτώβριο 1993 συνήψε, στη Θεσσαλονίκη, με τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης γερμανικής εταιρίας, η οποία κατασκευάζει και πωλεί είδη μηχανολογικού εξοπλισμού μονάδων εκτροφής χελιών και συναφών ειδών, σύμβαση με την οποία ανέλαβε, σε μόνιμη βάση, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό της εναγομένης εταιρίας την πώληση των ως άνω αναφερομένων προϊόντων της, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει πωλήσεις επ' ονόματι και για λογαριασμό της εναγομένης. Κατά τη συμφωνία τους, ο ενάγων θα αμειβόταν με προμήθεια ύψους 10% επί της τιμής πώλησης κάθε προϊόντος της εναγομένης. Ισχυριζόμενος περαιτέρω ο ενάγων ότι. κατόπιν δικής του διαμεσολάβησης, διεξαγωγής διαπραγματεύσεων, υποβολής οικονομικής προσφοράς και τεχνικών προδιαγραφών, καταρτίσθηκε σύμβαση μεταξύ της εναγομένης και της εδρεύουσας στη Σίνδο Θεσσαλονίκης με την επωνυμία "J.S. Fish Farm AE" σύμβαση, με την οποία η εναγομένη πώλησε στην τελευταία μηχανολογικό εξοπλισμό, όπως με λεπτομέρεια περιγράφεται στην αγωγή, αντί συνολικού τιμήματος 1.605.000 γερμανικών μάρκων, και ότι παρά ταύτα η εναγομένη αρνείται να του καταβάλει την αναλογούσα προμήθεια του, ζητούσε να υποχρεωθεί να του καταβάλει την αξία σε ελληνικές δραχμές του ποσού της προμήθειας του 160.500 γερμανικών μάρκων και ειδικώτερα την αξία του σε δραχμές κατά τον χρόνο εκδόσεως του τιμολογίου για την επίδικη πώληση, άλλως κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής, άλλως κατά τον χρόνο καταβολής του, με νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα (19.5.1995) άλλως από την επίδοση της αγωγής.Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη. Κατ' αυτής της απόφασης παραπονείται ο ενάγων με την κρινόμενη έφεση του για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνιση της, προς τον σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του.Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.Δ. 219 της 18/30.5.1991, σκοπός του οποίου, κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για την εφαρμογή των διατάξεων του διατάγματος αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ίδιου Π.Δ., για την εφαρμογή αυτού η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως. Από τη διάταξη αυτή. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 158, 159 παρ. 1 και 160 τον ΑΚ. προκύπτει ότι, όταν ο νόμος επιβάλλει έγγραφο τύπο για την κατάρτιση δικαιοπραξίας, τότε ο τύπος αυτός αποτελεί συστατικό στοιχείο της δικαιοπραξίας, η δε μη τήρηση του συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής, η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (Βαθρακοκοίλης, ΑΚ άρθρα 158 και 159, όπου και παραπομπές στη νομολογία).Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 2, 116 και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, και α) ευκρινή έκθεση όλων των περιστατικών που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή... β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψη της ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής (ΑΠ 388/1998 ΕλλΔνη 39. 1548, ΑΠ 1325/1996 ΕλλΔνη 38. 1047, ΕφΑθ 10604/1995 Αρμ 51. 769). Εξ άλλου, τα ως άνω αναφερόμενα στοιχεία, αν δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή, είναι απαράδεκτα προτεινόμενα με τις πρωτόδικες προτάσεις, την έφεση ή την αντέφεση ή τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο (ΑΠ 1394/1996 Δίκη 28. 466). Κατ' ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, στην οποία αγωγή δεν προσδιορίζεται αν η επίδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο, ο οποίος απαιτείται ως συστατικό στοιχείο προκειμένου να έχουν εφαρμογή επ' αυτής οι διατάξεις του προαναφερθέντος Π.Δ. πρέπει να απορριφθεί λόγω νομικής αοριστίας της, δηλαδή αοριστίας που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος πρέπει να εφαρμοσθεί. Η τοιαύτη αοριστία δεν είναι δυνατόν να θεραπευθεί, όπως προαναφέρθηκε, αν τα ελλείποντα στοιχεία προταθούν με τις πρωτόδικες προτάσεις ή στην κατ' έφεση δίκη, όπως εν προκειμένω επιχειρείται από τον ενάγοντα, ο οποίος διατείνεται, με την προσθήκη των προτάσεων του στην κατ' έφεση αυτή δίκη, ότι, αφού δεν ισχυρίσθηκε ότι η επίδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίσθηκε εγγράφως και ως εκ τούτου δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι κανόνες του ως άνω Π.Δ. 219/1991, έπρεπε να εφαρμοσθούν επ' αυτής άλλοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους στηρίζονται οι αξιώσεις από τις ατύπως συναφθείσες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας. Επομένως, αφού και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με παρόμοιες σκέψεις απέρριψε την αγωγή ως αόριστη με την εκκαλουμένη απόφαση, δεν έσφαλε, αλλά αντίθετα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί η έφεση, ως κατ' ουσία αβάσιμη, και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. (…)

Σχόλια