Έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης - Αριθμός 112/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα - ανυπαρξία παθητικής νομιμοποίησης - μισθωτική - ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΡΙΘΜΟΣ 20987/2013

- Έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης. Εκπροσώπηση Ανώνυμης εταιρείας. Προσωποκράτηση εμπόρου. Παραμόρφωση εγγράφου.
- Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή..... εναγόμενος, αντίστοιχα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
- Κατά το άρθρο 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1920, η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως από το διοικητικό της συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικώς, μπορεί δε το καταστατικό να ορίσει, ότι και ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία εν γένει ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι με αυτές ρυθμίζεται θέμα που προβλέπεται και από τα άρθρα 65, 67, 68 και 70 ΑΚ και αφορά την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, με τον καθορισμό του οργάνου το οποίο εκφράζει τη βούληση του νομικού τούτου προσώπου στις έννομες σχέσεις του με άλλα πρόσωπα, εκπροσωπεί αυτό ενώπιον του δικαστηρίου και αποφασίζει περί της διοικήσεως της εταιρίας και της διαχειρίσεως της περιουσίας της προς πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο δε όργανο ορίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο είναι αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 2190/1920, να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της, με εξαίρεση μόνο τις αποφάσεις εκείνες οι οποίες κατά διάταξη νόμου ή του καταστατικού υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως. Το δικαίωμα τούτο της οργανικής εκπροσωπήσεως της εταιρίας, εφόσον επιτρέπει το καταστατικό της, μπορεί, κατά την αναφερθείσα διάταξη της § 2 του άρθρου 18, να ανατεθεί από το διοικητικό συμβούλιο και σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή σε άλλα πρόσωπα, τα οποία έτσι δικαιούνται να ασκήσουν τις ως άνω εξουσίες που ανήκουν στο διοικητικό συμβούλιο, είτε ενόλω είτε εν μέρει, ανάλογα με την έκταση της επιτραπείσας υποκαταστάσεως. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 64 § 2 του ΚΠολΔ, τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 73 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 62 έως 72 του ΚΠολΔ.
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξ άλλου, με το Ν. 2.462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα", που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται, ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη. Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα, που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 του ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντίστοιχα, ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει, ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του. Αντίστοιχα δε, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία διατάσσεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορική οφειλή, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει στις πραγματικές παραδοχές της και ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, από κακοπιστία δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του (ΟλΑΠ 23/2005 Α' Τακτική Ολομέλεια).
- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει και ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο.

Διατάξεις:
ΚΠολΔ: 62-72, 73, 559 αριθ. 20,
Νόμοι: 2190/1920 άρθ. 18, 22, 
Αριθμός 112/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: χ1, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Θεοδώρα Πέτρου -Πετρουλά.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΛΑΤΙΝΗ-ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕΒΕ" που εδρεύει στη ΒΙΠΕ Σίνδου Θεσσαλονίκης, και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Ιωάννης Δαμηλάκης και Γεράσιμος Απέργης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26178/2003 του ίδιου Δικαστηρίου 3427/2004, 2865/2005 προδικαστικές και 1151/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 27-6-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 26-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση εγγράφου υπάρχει και ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας κάνει λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου και αποδίδει σε αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, όχι όμως λάθος κατά την αξιολόγησή του. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή δυνάμενες να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον υπό στοιχεία 1Α λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, διότι προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας εταιρίας και του πληρεξουσίου της δικηγόρου για άσκηση της από 6.2.1995 αγωγής παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. ΧΧΧ πρακτικού του ΔΣ της εταιρίας, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ και ανακοινώθηκε στο ΜΑΕ της Διεύθυνσης Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, αφορούσε δε την εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής (1.3.1995) και την πληρεξουσιότητα του δικηγόρου, που υπέγραφε αυτή. Ειδικότερα, με το λόγο αναιρέσεως αυτό προβάλλεται, ότι το Εφετείο ανέγνωσε μέρος του εγγράφου τούτου, όπως η περικοπή αυτή τούτου αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ υπήρχε σε αυτό και άλλη παράγραφος, κρίσιμη και δυνάμενη να οδηγήσει σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα ως προς το επίμαχο θέμα της νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης και της πληρεξουσιότητας του δικηγόρου της για την άσκηση της αγωγής. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο του υπ' αριθ. ΧΧΧ πρακτικού συνεδριάσεως του ΔΣ της αναιρεσίβλητης δεν προέκυπτε από το πρωτότυπο ή από κυρωμένο αντίγραφο αυτού, αφού τέτοιο δεν είχε προσκομιστεί από τους διαδίκους, αλλά, το μεν, από το υπ' αριθ. πρωτ. ΧΧΧ έγγραφο της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής προς το Εθνικό Τυπογραφείο για δημοσίευση της ανακοίνωσης καταχώρησης στις ΧΧΧ στο ΜΑΕ του υπ' αριθ. ΧΧΧ πρακτικού του ΔΣ της εταιρίας, το δε, από το υπ' αριθ. πρωτ. ΧΧΧ έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Θεσσαλονίκης. Από την επισκόπηση του δεύτερου από τα αναφέροντα έγγραφα αυτά, τα οποία, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για να διαπιστωθεί, αν υπάρχει η επικαλούμενη παραμόρφωση, προκύπτει ότι πράγματι το υπ' αριθ. ΧΧΧ πρακτικό είχε και άλλο περιεχόμενο, πέρα από εκείνο που συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εκπροσώπηση της αναιρεσίβλητης, στο οποίο ορίζονταν οι περιπτώσεις, που απαιτούσαν ειδική ομόφωνη απόφαση του ΔΣ της εταιρίας για τη λήψη αποφάσεως, σε αυτές δε υπάγονταν, κατά τον αναιρεσείοντα, και η διαχείριση απαιτήσεων κατά τρίτων, η άσκηση αγωγής κατ' αυτών και η πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου για την άσκηση αυτής και για την εκπροσώπησή της στο δικαστήριο. Από την παραδοχή, όμως, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι "η εκπροσώπηση της ενάγουσας, με εξαίρεση στις περιπτώσεις, όπου για πράξεις ή δεσμεύσεις αυτής απαιτείται προηγουμένως ειδική απόφαση εκείνου (ΔΣ), ενώπιον κάθε αρχής .... των δικαστηρίων κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας για κάθε πράξη και ενέργεια αυτής θα γίνεται από τον Πρόεδρο του ΔΣ της γ1, από τον Αντιπρόεδρο αυτού γ2 ......", συνάγεται σαφώς ότι το Εφετείο ανέγνωσε και την περικοπή αυτή του αναφερόμενου εγγράφου, όπως είχε το κείμενο αυτής στο δεύτερο αναφέρον έγγραφο και άρα δεν υφίσταται περίπτωση σφάλματος κατά την ανάγνωση του αναφέροντος εγγράφου τούτου, με την έννοια της παραλείψεως αναγνώσεως περικοπής αυτού.
2. Επειδή, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 §§ 1 και 2 του ν. 2190/1920, η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως από το διοικητικό της συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικώς, μπορεί δε το καταστατικό να ορίσει, ότι και ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρία εν γένει ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι με αυτές ρυθμίζεται θέμα που προβλέπεται και από τα άρθρα 65, 67, 68 και 70 ΑΚ και αφορά την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, με τον καθορισμό του οργάνου το οποίο εκφράζει τη βούληση του νομικού τούτου προσώπου στις έννομες σχέσεις του με άλλα πρόσωπα, εκπροσωπεί αυτό ενώπιον του δικαστηρίου και αποφασίζει περί της διοικήσεως της εταιρίας και της διαχειρίσεως της περιουσίας της προς πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο δε όργανο ορίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο είναι αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 2190/1920, να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της, με εξαίρεση μόνο τις αποφάσεις εκείνες οι οποίες κατά διάταξη νόμου ή του καταστατικού υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως. Το δικαίωμα τούτο της οργανικής εκπροσωπήσεως της εταιρίας, εφόσον επιτρέπει το καταστατικό της, μπορεί, κατά την αναφερθείσα διάταξη της § 2 του άρθρου 18, να ανατεθεί από το διοικητικό συμβούλιο και σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή σε άλλα πρόσωπα, τα οποία έτσι δικαιούνται να ασκήσουν τις ως άνω εξουσίες που ανήκουν στο διοικητικό συμβούλιο, είτε ενόλω είτε εν μέρει, ανάλογα με την έκταση της επιτραπείσας υποκαταστάσεως. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 64 § 2 του ΚΠολΔ, τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 73 του ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 62 έως 72 του ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα α) καταστατικό της ενάγουσας υπ' αριθ. ΧΧΧ, και β) υπ' αριθ. ΧΧΧ έγγραφο της Νομαρχίας Αττικής, Τμήμα ΑΕ, με το οποίο ανακοινώθηκε ότι καταχωρήθηκε στο μητρώο Ανωνύμων Εταιριών το από ΧΧΧ πρακτικό του ΔΣ της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, προκύπτουν τα ακόλουθα : Στο μεν άρθρο 20 §§ 1 και 2 του πρώτου (καταστατικού) ορίζεται, ότι το ΔΣ είχε κατ' αρχήν τη διοίκηση (διαχείριση και διάθεση) της εταιρικής περιουσίας και την εκπροσώπησή της, δικαστικώς και εξωδίκως, ενεργώντας συλλογικά και ότι με απόφασή του μπορούσε να αναθέσει την εκπροσώπηση της ενάγουσας και γενικώς την άσκηση των δικαιωμάτων του, ολικώς ή μερικώς ή ειδικώς ορισμένες πράξεις, σε ένα ή περισσότερους συμβούλους, συμπεριλαμβανόμενου του Προέδρου ή σε υπαλλήλους της εταιρίας ή σε τρίτους, στους οποίους μπορούσε να δοθεί οποιοσδήποτε τίτλος (γενικός διευθυντής, διευθύνων σύμβουλος, εντεταλμένος σύμβουλος, διευθυντής κλπ.), αυτοί δε θα εκπροσωπούσαν την εταιρία σύμφωνα με τα οριζόμενα στη σχετική απόφαση του ΔΣ αυτής. Επίσης, από το δεύτερο ως άνω πρακτικό του ΔΣ, το οποίο ίσχυε ως τις 3.6.1995, συμπεριλαμβάνοντας ως εκ τούτου και το χρονικό σημείο άσκησης της αγωγής (1.3.95), συνάγεται ότι το ΔΣ της αναιρεσίβλητης ενέκρινε ομόφωνα, ότι την εταιρία αυτή, με εξαίρεση τις περιπτώσεις, όπου για πράξεις ή δεσμεύσεις αυτής απαιτούταν προηγουμένως ειδική απόφαση του ιδίου οργάνου της (ΔΣ), εκπροσωπούσαν ενώπιον κάθε Αρχής, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου, των τραπεζών, των κάθε φύσεως Οργανισμών, των δικαστηρίων κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας και τη δέσμευαν για κάθε πράξη και ενέργεια αυτής ο Πρόεδρος του ΔΣ γ1, ο Αντιπρόεδρός του γ2, ο Γενικός Διευθυντής γ3 κλπ., στους οποίους παρεχόταν το δικαίωμα πρώτης υπογραφής, και οι οποίοι να ενεργούσαν από κοινού με τους γ4 κλπ., οι οποίοι θα είχαν δικαίωμα δεύτερης υπογραφής. Επομένως, από τα προαναφερόμενα έγγραφα αποδεικνύεται, ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (1.3.1995) υπήρχε απόφαση του ΔΣ της ενάγουσας, ληφθείσα κατά εξουσιοδότηση του καταστατικού της, η οποία παρείχε στα παραπάνω πρόσωπα την εξουσία να εκπροσωπούν την ενάγουσα και να διενεργούν συλλογικά κάθε πράξη και ενέργεια σε σχέση με αυτή την εκπροσώπησή της δεσμεύοντας εκείνη, και άρα και την εξουσία να ασκήσουν την ένδικη αγωγή γι' αυτή, ενέργεια που συνιστούσε πράξη διαχείρισης αυτής. Περαιτέρω, προς απόδειξη του ότι τα αναφερόμενα στο υπ' αριθ. ΧΧΧ πρακτικό του ΔΣ της αναιρεσίβλητης πρόσωπα αποφάσισαν ενεργώντας από κοινού για την έγερση της ένδικης αγωγής, προσκομίστηκε η από ΧΧΧ βεβαίωση, με την οποία οι νόμιμοι εκπρόσωποι της γ3 (πρώτη υπογραφή) και γ4 (δεύτερη υπογραφή) βεβαίωσαν, ότι με κοινή τους απόφαση ανέθεσαν στο δικηγόρο Δημήτριο Πετρά την άσκηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και του έδωσαν την εντολή να εκπροσωπήσει την εταιρία τους ενώπιον παντός δικαστηρίου, οιουδήποτε βαθμού και δικαιοδοσίας, ως και κατά τη συζήτηση των ενδίκων μέσων και γενικά να ενεργήσει για λογαριασμό της εταιρίας τους κάθε πράξη και ενέργεια για την επιτυχή έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Μετά από αυτά το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα νομιμοποιούταν σε άσκηση της αγωγής και καλώς άσκησε αυτή δια των αναφερθέντων νομίμων εκπροσώπων της, που ενήργησαν από κοινού και διόρισαν πληρεξούσιο δικηγόρο για την άσκηση της αγωγής και την εκπροσώπηση της εταιρίας στο δικαστήριο και για τη διενέργεια όλων των πράξεων, που αφορούσαν τη διεξαγωγή της δίκης σε κάθε δικαστήριο, στον πρώτο και το δεύτερο βαθμό. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερθείσες, αναφερόμενες δε στην εκπροσώπηση ανώνυμης εταιρίας ουσιαστικές διατάξεις, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, και όχι από τον αριθ. 14, υπό στοιχείο 1Β λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Άλλως και υπό την εκδοχή, ότι ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, αφού η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε απόφαση του ΔΣ αυτής για την έγερση της αγωγής και το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, ώστε, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, να έχει δικαίωμα να ζητήσει την παροχή έννομης προστασίας, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν για τη ύπαρξη αποφάσεως για την έγερση της αγωγής, την ιδιότητα των προσώπων που εκπροσωπούσαν την αναιρεσίβλητη και ήταν φορείς του σχετικού με την έγερση της αγωγής δικαιώματος, την παράστασή της στο δικαστήριο και την εκπροσώπησή της σε αυτό δια πληρεξουσίου δικηγόρου, αλλά και για την ύπαρξη τέτοιας αποφάσεως, στοιχεία τα οποία δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην αγωγή, είναι επίσης αβάσιμος.
3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 338 § 1, 339, 346 και 432 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να λάβει υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας και να εκτιμήσει έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προσκομίζονται αυτά, αλλά και να γίνεται νόμιμη επίκλησή τους με τις προτάσεις του διαδίκου που τα προσκόμισε. Επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο, του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11β λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον υπό στοιχεία 1Γ λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11β, διότι έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο για την απόδειξη της νομιμοποιήσεως της ενάγουσας για την άσκηση της αγωγής το υπ' αριθ. ΧΧΧ πρακτικό του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, το οποίο όμως ούτε η τελευταία, αλλά ούτε και εκείνος, το επικαλέστηκαν νομίμως και το προσκόμισαν στο δικαστήριο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αυτό τούτο το υπ' αριθ. ΧΧΧ πρακτικό, αλλά το υπ' αριθ. πρωτ. ΧΧΧ έγγραφο της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, Διεύθυνση Εμπορίου, Τμήμα ΑΕ, με το οποίο ανακοινώθηκε προς το Εθνικό Τυπογραφείο για δημοσίευση στο ΦΕΚ, ότι στις ΧΧΧ καταχωρήθηκε στο ΜΑΕ το υπ' αριθ. ΧΧΧ πρακτικό συνεδριάσεως του ΔΣ της αναιρεσίβλητης, στο οποίο ήταν καταχωρημένη η περικοπή του πρακτικού αυτού, που αφορούσε την εκπροσώπηση της εταιρίας από τις 21.6.1993 μέχρι τις 30.6.1995.
Συνεπώς, ο υπό στοιχείο 1Γ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
4. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και μάρτυρες), που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση προς απόδειξη του καταλυτικού του περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως αιτήματος της αγωγής ισχυρισμού του, ότι η μη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων οφειλόταν σε οικονομική του αδυναμία. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματός του, έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στην υπ' αριθμ. 12.355/1999 εισηγητική έκθεση εξέτασης του Εισηγητή Δικαστή, που ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 20.989/1996 μη οριστική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Εφετείου, και όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη και για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά σε αυτή, χωρίς όμως να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", μεταξύ των οποίων και τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα 1) δηλώσεις φόρου εισοδήματος από το 1993 έως και το 2004, 2) το έντυπο Ε9 του 1997 και του 2005 για την ακίνητη περιουσία του, 3) την υπ' αριθ. 102/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που αφορούσε την αναστολή εκτέλεσης πράξεων του ΙΚΑ, 4) έγγραφα ....... του Ειδικού Ελεγκτικού Κέντρου και ...... της Β' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, πράγμα για το οποίο από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της αποφάσεως σε σχέση με την ανυπαρξία της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα οικονομικής του αδυναμίας, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 § 1 του ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξ άλλου, με το ν. 2.462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα", που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται, ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη. Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 § 1 του ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα, που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 του ΚΠολΔ, που ορίζουν, αντίστοιχα, ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει, ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του. Αντίστοιχα δε, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία διατάσσεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορική οφειλή, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει στις πραγματικές παραδοχές της και ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, από κακοπιστία δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του (ΟλΑΠ 23/2005 Α' Τακτική Ολομέλεια).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι ο αναιρεσείων κατά τον επίδικο χρόνο ήταν έμπορος, ως εξαγωγέας, αγοράζων και μεταπωλών σε τρίτους εμπορεύματα με κέρδος, ότι η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης προερχόταν από εμπορική αιτία και η μη πληρωμή της απαίτησης αυτής δεν οφειλόταν σε οικονομική του αδυναμία. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής για απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά του αναιρεσείοντος, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της επιδικασθείσας από 66.425,24 ευρώ απαιτήσεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να μη διαλάβει, πέραν των ανωτέρω, στις παραδοχές του, ότι η ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης οφειλόταν στη με δόλιο τρόπο αποφυγή της πληρωμής της, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1047 § 1 του ΚΠολΔ, 11 του παραπάνω Διεθνούς Συμφώνου και 28 του Συντάγματος, ούτε την καθιερούμενη στο άρθρο 25 § 1 εδαφ. δ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση του τρίτου λόγου αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αβάσιμος.
6. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων στη διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής. Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο της αγωγής, με το οποίο τον υποχρέωσε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη 4.784.400 δραχμές κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, καθόσον : 1) με το να δεχθεί, ότι αυτός παρά το νόμο ζημίωσε την αναιρεσίβλητη υπαιτίως, διότι δεν απέδωσε σε αυτή το ποσό των 4.784.400 δραχμών, που εισέπραξε από την πώληση 135 τόνων σιμιγδαλιού, που είχε αγοράσει από την ίδια, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 375 του ΠΚ, αφού ούτε στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθονταν πραγματικά περιστατικά υπεξαίρεσης, ούτε από την αιτιολογία της αποφάσεως προκύπτει, ότι κατά το χρόνο της πωλήσεως της ανωτέρω ποσότητας σιμιγδαλιού στην Αλβανία η κυριότητά της ανήκε στην αναιρεσίβλητη και όχι στον αναιρεσείοντα, και 2) η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν αναφέρονται σε αυτή τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αδικοπραξία - υπεξαίρεση εκ μέρους του, και συγκεκριμένα την έννομη σχέση, με βάση την οποία η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα της πωληθείσας ποσότητας σιμιγδαλιού και ήταν κύρια αυτού και κατά το χρόνο της πωλήσεώς της, στοιχείο το οποίο απαιτούταν με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας. Στο αναιρετήριο, όμως, εκτίθενται σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές επιγραμματικές αναφορές, οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του.
Συνεπώς, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατό να ελεγχθούν και να στοιχειοθετηθούν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, γι' αυτό και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος.
7. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του χωρίς να έχει γίνει επίκλησή τους και να προσκομισθούν νομίμως, προκειμένου δε περί εγγράφων να προσδιορίζονται τα έγγραφα αυτά, και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα μη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό (ΟλΑΠ 30/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11β του ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε νόμιμα η αναιρεσίβλητη, ενσωματώνοντας απλώς τις προτάσεις της στο πρωτόδικο δικαστήριο, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα αυτά, στις υποβληθείσες στο Εφετείο προτάσεις, πλην όμως δεν προσδιορίζει περαιτέρω ούτε ποια είναι τα έγγραφα αυτά, ούτε τον ισχυρισμό ή τους ισχυρισμούς, για τους οποίους το Εφετείο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις, και την επίδραση, που είχαν αυτοί στο διατακτικό της αποφάσεως. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως αυτός είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Ιουνίου 2006 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1.151/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 
==========
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 20987/2013
(ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΙΣΘΩΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ)


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Σταύρο Χαριτίδη, Πάρεδρο, ο οποίος ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Βασιλική Μπλέτσου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 3 Ιουνίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : ………………………………, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας του δικηγόρου Κωνστάντιας Καλαμπαλίκα (ΑΜ/ΔΣΘ ……), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «……………………………….», που εδρεύει στην Αθήνα και που ήδη τελεί υπό ειδική εκκαθάριση κι εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Άννας Ψωμιάδου (ΑΜ/ΔΣΘ ……), που κατέθεσε προτάσεις.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 11-6-2012 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό καταθέσεως 18914/2012, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 13-12-2012 και κατόπιν αναβολής για την παραπάνω δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της παραπάνω υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομιμοποίηση (ενεργητική και παθητική), που απλώς υπονοείται στο άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ. και αφορά στην εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της όλης δίκης, η δε ύπαρξη της ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.). Αν αυτή (η νομιμοποίηση), όπως και οι προϋποθέσεις των άρθρων 62 και 63 Κ.Πολ.Δ., απουσιάζουν, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν όμως, οι ως άνω διαδικαστικές προϋποθέσεις έλλειπαν κατά την άσκηση της αγωγής, ενώ υπάρχουν κατά την επ ακροατηρίου συζήτηση, η διαδικασία προχωρεί ομαλώς, γιατί κρίσιμος είναι σχετικώς ο χρόνος της τελευταίας επ ακροατηρίου συζήτησης κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση. Στην αντίθετη δε περίπτωση, αν δηλαδή διαπιστωθεί η ύπαρξη των ως άνω διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης κατά την άσκηση της αγωγής και στη συνέχεια η έλλειψη τους στην επ ακροατηρίου συζήτηση, τότε η αγωγή απορρίπτεται κατ αρχήν ως απαράδεκτη, εκτός εάν επήλθε στον χρόνο αυτό ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησης, οπότε θα κηρυχθεί απαράδεκτη απλώς η συζήτηση της αγωγής, προκειμένου η δίκη να συνεχισθεί από εκείνους που υποκαθίστανται αυτοδικαίως στη θέση του ενάγοντος ή του εναγομένου (βλ. Νίκα σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., άρθρο 68 παρ. 6, 2000, Εφ.Αθ. 1911/2005, ΝΟΜΟΣ, Εφ.Αθ. 748/1993, ΕλλΔνη 1994/82 με σύμφωνες παρατηρήσεις Κρητικού, πρβλ. ΑΠ 610/2006, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, με τον νόμο 4021/2011 αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 ν. 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 για την «Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις», προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος. Τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων:., δ) η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007, και ε) η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 63Ε του ν. 3601/2007. Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για τον σκοπό αυτό κατ άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα. Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (παρ. 1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρακολουθηματικών εννόμων σχέσεων, δηλαδή εγγυήσεις, εξασφαλίσεις (458 ΑΚ), εκχωρήσεις και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις. Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 ν. 3601/2007). Περαιτέρω, με την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Ωστόσο, το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του μεταβιβάζοντος ως σύνολο, ο οποίος (μεταβιβάζων) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, το οποίο εφαρμόζεται και στην περίπτωση της σύστασης μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος κατ άρθρο 63 Ε παρ. 1 και 6, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεση τους. Οι δε εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα κι υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησης του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής του ……………………………… κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………………………», που αφορά σε διαφορά από σύμβαση μίσθωσης που συνήψε ως μισθωτής η εναγόμενη παραπάνω τραπεζική εταιρία κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, στις 11-6-2012 και επιδόθηκε σ αυτήν στις 14-6-2012 ( βλ. σχετική προσκομιζόμενη υπ αριθμ. 7954Β/14-6-2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………………………………). Περαιτέρω, προκύπτει, ότι με την υπ αριθ. 2124/Β.95/18-1-2013 απόφαση του υπουργού οικονομικών (ΦΕΚ Β7 74/18-1-2013), προς εξυγίανση της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας, συστάθηκε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «………………………………», και μεταβιβάστηκαν σ αυτό τα περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας, που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 της ίδιας απόφασης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι έννομες σχέσεις της «………………………………», που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, στις οποίες έχει συμβληθεί ως μισθωτής η «………………………………» (παρ. 1 περ. ια ) και στις οποίες υποκαθίσταται πλήρως κι αυτοδικαίως το νέο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «………………………………». Επίσης, με την υπ αριθμ. 7/18-1-2013 απόφαση της Επιτροπής μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β718-1-2013), αφενός ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία «………………………………», τιθέμενο έτσι υπό ειδική εκκαθάριση, αφετέρου δε χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας στο συσταθέν μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «………………………………». Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού κατά το χρόνο συζήτησης της ανωτέρω αγωγής επ ακροατηρίου (3-6-2013) διαπιστώνεται έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης (ανυπαρξία παθητικής νομιμοποίησης της τελούσας υπό ειδική εκκαθάριση τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………………………………» για την επίδικη έννομη σχέση), η οποία όμως υπήρχε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, η συζήτηση της τελευταίας πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, προκειμένου να κλητευθεί το μη κλητευθέν παθητικά νομιμοποιούμενο πλέον για την επίδικη έννομη σχέση, νέο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα-ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………………………………», δεδομένου ότι η παρούσα εκκρεμής δίκη, ως σχετιζόμενη με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζεται πλέον από το τελευταίο, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη της (βλ. άρθρα 63 Δ παρ. 5 και 63 Ε παρ. 1 και 6 εδ. τελ. ν. 3601/2007).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ αντιμωλία των διαδίκων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της με αριθμ. κατάθεσης 18914/2012 αγωγής ως προς την τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………………………………», προκειμένου να κλητευθεί το μη κλητευθέν παθητικά νομιμοποιούμενο πλέον νέο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα-ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………………………………», που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα.
 

Σχόλια