ΝΟΜΟΣ 3127/2003 ΚΤΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΗ, ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ (ΤΡΟΠ/ΣΗ Ν. 2308/95 & 2664/98), ΧρησικτησΙα κτημΑτων δημοσΙου κλπ - Άρειος Πάγος 4/2013 - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 865/2011 Γ΄ Τμ - Αριθμός 266/2008 Εφετείο Αιγαίου

http://static-enet.toolip.gr/resources/2010-01/dikasthrio-thumb-large.jpg

ΑΛΛΆ ΚΑΙ ΕΔΩ!!!

ΝΟΜΟΣ 3127/2003
ΚΤΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΗ, ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ (ΤΡΟΠ/ΣΗ Ν. 2308/95 & 2664/98), ΧρησικτησΙα κτημΑτων δημοσΙου κλπ

Άρθρο 4
Χρησικτησία ακινήτων του Δημοσίου
1 Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε...
σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2,000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23,2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή
β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' πρoσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις, Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της πρoηγoύμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.

3. Αποφάσεις που εκδόθηκαν από τις επιτροπές ενστάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 6, 7 και 10 του Ν.2308/1995, με τις οποίες αναγνωρίζονται δικαιώματα του Δημοσίου σε ακίνητα που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1, επανεξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων καθορίζεται η διαδικασία επανεξέτασης και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.



Οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις που επιφέρει ο Ν 4164/2013 στη διαδικασία κτηματογράφησης και τη δημιουργία κτηματολογίου

Με το Ν 4164/2013 επήλθαν σημαντικής έκτασης τροποποιήσεις στο Ν 2308/1995, που διέπει τη διαδικασία κτηματογράφησης για τη δημιουργία κτηματολογίου, και στο Ν 2664/1998, που διέπει τη λειτουργία του κτηματολογίου ως συστήματος δημοσιότητας. Ο Ν 4164/2013 συνεχίζει μια μακρά σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων στους Ν 2308/1995 και 2664/1998 (μεγαλύτερης έκτασης τροποποιήσεις περιλάμβαναν οι Ν 3127/2003 και 3481/2006). Οι παρεμβάσεις αυτές δεν ήταν πάντοτε επιτυχείς, αφού είχαν συχνά αποσπασματικό χαρακτήρα και ρύθμιζαν λεπτομερειακά ζητήματα, τα οποία είχαν απασχολήσει την πράξη και ενίοτε είχαν ήδη αντιμετωπισθεί από τη νομολογία. Αποτέλεσμα τούτου είναι η εμφάνιση σχοινοτενών διατάξεων (πρβλ. λ.χ. το άρθρο 18 Ν 2664/1998, όπως ισχύει) και η πολλαπλή ρύθμιση συναφών ζητημάτων (λ.χ. της διοικητικής διόρθωσης των εγγραφών), συχνά χωρίς συντονισμό και μέριμνα για την εναρμόνιση των διδόμενων λύσεων, με συνέπεια να μην αποφεύγονται οι ερμηνευτικές αμφισβητήσεις και οι αντινομίες. Οι διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις δεν διακρίνονται εν τέλει από ενιαία λογική και συστηματικό χαρακτήρα, αλλά αντιθέτως εισάγουν, ως επί το πλείστον, περιπτωσιολογικές λύσεις, με αποτέλεσμα την αλλοίωση του εσωτερικού συστήματος και της συνοχής της ρύθμισης.
Οι κυριότερες από τις μεταρρυθμίσεις που επιφέρει ο Ν 4164/2013 μπορεί να συνοψισθούν στις ακόλουθες:
Με το άρθρο 1 καταργείται το ΝΠΔΔ «Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας» (Ο.Κ.Χ.Ε.) και οι αρμοδιότητές του μεταφέρονται στην ανώνυμη εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», η οποία μετονομάζεται σε «ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ Ανώνυμη Εταιρεία». Εγκαταλείπεται, δηλαδή, το πρότυπο της προώθησης των κτηματογραφήσεων και της εποπτείας των κτηματολογικών γραφείων από ένα ΝΠΔΔ και ένα ΝΠΙΔ, με διακριτές μεταξύ τους αρμοδιότητες, και ανατίθεται το σύνολο των σχετικών διαδικασιών στην ανώνυμη εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ», ήδη «ΕΚΧΑ ΑΕ».
Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι δεδομένης της φύσης της «ΕΚΧΑ ΑΕ» ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, οι αρμοδιότητες του Ο.Κ.Χ.Ε. που προσήκουν σε ΝΠΔΔ (όπως η έκδοση κανονιστικών πράξεων ή η ανάπτυξη και η λειτουργία της Εθνικής Υποδομής Γεωχωρικών Πληροφοριών) δεν μεταφέρθηκαν σε αυτήν, αλλά θα ασκούνται εφεξής από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
Με το άρθρο 2 επήλθαν τροποποιήσεις στο Ν 2664/1998, το νόμο δηλαδή που διέπει τη λειτουργία του κτηματολογίου ως συστήματος δημοσιότητας των εμπραγμάτων σχέσεων επί ακινήτων. Ορισμένες από τις μεταβολές συνιστούν απλώς νομοτεχνικές βελτιώσεις ή διευκρινίσεις και άλλες αποτελούν ουσιαστικότερες τομές. Οι πιο ενδιαφέρουσες τροποποιήσεις μπορεί να συνοψισθούν ως εξής:
Με το άρθρο 2 παρ. 2 τροποποιείται το άρθρο 6 παρ. 2 Ν 2664/1998 και παρατείνεται εκ νέου η προθεσμία για την άσκηση αγωγής διόρθωσης των πρώτων εγγραφών όσον αφορά στις περιοχές που κηρύχθηκαν υπό κτηματογράφηση πριν από την έναρξη ισχύος του Ν 3481/2006 σε δώδεκα έτη κατ’ αρχήν και δεκατέσσερα έτη για το Ελληνικό Δημόσιο και τους κατοίκους εξωτερικού. Η διαρκής, με διαδοχικά νομοθετήματα, παράταση της (αρχικώς πενταετούς και επταετούς) προθεσμίας, κάθε φορά λίγο προτού αυτή παρέλθει και πάντοτε με επίκληση της διαπίστωσης ότι η παράταση είναι αναγκαία διότι ορισμένα πρόσωπα δεν έχουν μεριμνήσει για την εμπρόθεσμη αμφισβήτηση των εγγραφών, ενθαρρύνει την αβελτηρία των δικαιούχων και αναβάλλει διαρκώς την πραγμάτωση της δικαιοπολιτικής επιδίωξης του νομοθέτη, της οριστικοποίησης των πρώτων εγγραφών και της συνακόλουθης διαμόρφωσης σταθερής βάσης για τη λειτουργία του Κτηματολογίου. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι για τις κτηματογραφήσεις μετά την έναρξη ισχύος του Ν 3481/2006 επανέρχεται με το Ν 4164/2013 σε ισχύ η αρχική (πενταετής και επταετής) προθεσμία.
Με την τροποποίηση του άρθρου 6 παρ. 3 Ν 2664/1998 (άρθρο 2 παρ. 3 Ν 4164/2013) προβλέπεται ότι όταν ζητείται η διόρθωση πρώτης εγγραφής δικαιώματος που έχει καταχωρισθεί εν μέρει ως «αγνώστου ιδιοκτήτη» και εν μέρει υπέρ ορισμένου προσώπου, ασκείται η προβλεπόμενη στο άρθρο 6 παρ. 2 Ν 2664/1998 αγωγή διόρθωσης (και όχι η προβλεπόμενη στο άρθρο 6 παρ. 3 Ν 2664/1998 αίτηση διόρθωσης), κατά του Ελληνικού Δημοσίου και κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η εγγραφή.
Ορίζεται, περαιτέρω (περ. β της παρ. 3 του άρθρου 6), ότι η αίτηση διόρθωσης κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας μπορεί να ασκηθεί και εάν ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης μεταγραπτέα, αλλά μη μεταγεγραμμένη πράξη, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος. Η ρύθμιση αυτή μπορεί δογματικά να εμφανίζεται παράδοξη (αφού ο αιτών, εφόσον δεν έχει μεταγραφεί ο τίτλος κτήσης του, δεν έχει αποκτήσει το προβαλλόμενο δικαίωμα), αντιμετωπίζει όμως ένα ανακύπτον στην πράξη πρόβλημα, ιδίως στις περιπτώσεις αποδοχών κληρονομίας: ο αιτών δεν μπορεί να μεταγράψει τον τίτλο του στο υποθηκοφυλακείο, αφού αυτό δεν λειτουργεί πλέον, ούτε όμως και στο κτηματολογικό γραφείο, αφού για την καταχώριση στο κτηματολογικό φύλλο θα έπρεπε ο δικαιοπάροχος του αιτούντος να αναφέρεται ως δικαιούχος (πρβλ. άρθρο 16 παρ. 1 περ. ε’ Ν 2664/1998).
Με το άρθρο 2 παρ. 7 Ν 4164/2013 προστέθηκε παράγραφος 2α στο άρθρο 13 Ν 2664/1998, η οποία ορίζει ότι μετά την άσκηση και καταχώριση αγωγής διόρθωσης επιγενόμενης εγγραφής επιτρέπεται η μεταβίβαση και η επιβάρυνση του δικαιώματος για το οποίο ζητείται η διόρθωση αναλόγως με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7α Ν 2664/1998 (το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 2 παρ. 4 Ν 3127/2003) και προβλέπει δυνατότητα διάθεσης ή επιβάρυνσης του δικαιώματος στο οποίο αφορά πρώτη εγγραφή από μη εγγεγραμμένο πρόσωπο. Εν τούτοις, ειδοποιό διαφορά μεταξύ πρώτων και επιγενόμενων εγγραφών αποτελεί ότι οι πρώτες εγγραφές δεν παράγουν μέχρι την οριστικοποίησή τους ούτε μαχητό τεκμήριο, μπορεί επομένως ευχερέστερα να προβλεφθεί η παράκαμψή τους, έστω υπό την αίρεση της τελικής δικαστικής κρίσης. Αντιθέτως, στην περίπτωση των επιγενόμενων εγγραφών, το τεκμήριο ακρίβειάς τους επιτάσσει τόσο στις αρχές (άρα και στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου) όσο και στους συναλλασσομένους συμμόρφωση με το περιεχόμενό τους, έως ότου αυτές διορθωθούν με τα προβλεπόμενα στο νόμο μέσα. Με τη θεσπιζόμενη τροποποίηση, επιτρέπεται η διάθεση εγγεγραμμένου δικαιώματος από πρόσωπο που δεν φέρεται ως δικαιούχος, αρκεί να έχει προηγηθεί δικαστική αμφισβήτηση της ακρίβειας της εγγραφής. Για την ανατροπή όμως του τεκμηρίου ακρίβειας της κτηματολογικής εγγραφής, δεν αρκεί η έγερση αγωγής, αλλά απαιτείται η έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης (πρβλ. άρθρο 13 παρ. 2 Ν 2664/1998). Η απλή έγερση -ενδεχομένως απαράδεκτης ή αβάσιμης- αγωγής διαφοροποιείται μεν από την απλώς λεκτική αμφισβήτηση του τεκμηρίου, δεν φαίνεται όμως να αρκεί για να δικαιολογηθεί η καταχώριση διάθεσης του εγγραπτέου δικαιώματος από τον ενάγοντα. Εξάλλου, η νέα διάταξη επιτρέπει την εμφάνιση στο κτηματολογικό φύλλο αντιφατικών μεταξύ τους διαθέσεων, από τον εγγεγραμμένο και από τον ενάγοντα, αφού η καταχώριση διάθεσης από μη εγγεγραμμένο πρόσωπο δεν κωλύει προφανώς τη διάθεση από τον εγγεγραμμένο ως δικαιούχο.
Με προσθήκες σε ρυθμίσεις του Ν 2664/1998 (άρθρα 14 παρ. 1, 22 παρ. 1) ο νομοθέτης του Ν 4164/2013 επεδίωξε τη διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των κτηματολογικών γραφείων και των πολιτών, προβλέποντας τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεων και συνημμένων δικαιολογητικών, καθώς και διακίνησης πιστοποιητικών, αντιγράφων και αποσπασμάτων με ηλεκτρονικά μέσα. Η υλοποίηση της δυνατότητας αυτής συναρτάται με την έκδοση κανονιστικών πράξεων, που θα ορίζουν τις προϋποθέσεις και την ειδικότερη διαδικασία, η ρύθμιση όμως αποτελεί αναμφίβολα θετικό βήμα στην κατεύθυνση της απλοποίησης και της επιτάχυνσης των διαδικασιών.
Σημειωτέον, τέλος, ότι με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 15-16, ο νομοθέτης επιβεβαίωσε την άποψη, που είχε ήδη επικρατήσει στη νομολογία των εφετείων, ότι η υποβολή αίτησης διορθώσεως προδήλου σφάλματος ή γεωμετρικών στοιχείων δεν αποτελεί αναγκαία προδικασία για την άσκηση αγωγής ή την υποβολή αιτήσεως διορθώσεως της εγγραφής. Ως εκ τούτου, ο θιγόμενος από την ανακριβή εγγραφή δύναται κατ’ επιλογήν του να προσφύγει σε βοήθημα διοικητικής ή δικαστικής διόρθωσης, αναλόγως των ειδικότερων προϋποθέσεων που συντρέχουν και των έννομων αποτελεσμάτων που επιθυμεί (λ.χ. εάν ενδιαφέρεται για τη γένεση δεδικασμένου).
Με το άρθρο 3 Ν 4164/2013 τροποποιήθηκαν διατάξεις του ν. 2308/1995, του νόμου δηλαδή που διέπει τη διαδικασία της κτηματογράφησης για τη λειτουργία κτηματολογίου σε συγκεκριμένη περιοχή της επικράτειας. Οι τροποποιήσεις αφορούν αφενός στην εναρμόνιση με την κατάργηση του Ο.Κ.Χ.Ε. και αφετέρου σε διαδικαστικά ως επί το πλείστον ζητήματα, με στόχο την περαιτέρω απλούστευση και την επιτάχυνση της διαδικασίας και τη διασφάλιση της διαρκούς ενημέρωσης των γραφείων κτηματογράφησης για τη μεταβολή των πληροφοριών.
Αξίζει, εν προκειμένω, να τονισθεί η αντικατάσταση του άρθρου 2 παρ. 2 Ν 2308/1995 με το άρθρο 3 παρ. 4 Ν 4164/2013, σύμφωνα με το οποίο το Δημόσιο υποχρεούται να υποβάλλει δηλώσεις εγγραπτέων δικαιωμάτων κατά το στάδιο της κτηματογράφησης. Σύμφωνα με την αρχική μορφή του άρθρου 2 παρ. 2 Ν 2308/1995, «το ελληνικό Δημόσιο, οι οργανισμοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης» δεν είχαν υποχρέωση, αλλά μόνον ευχέρεια, υποβολής δήλωσης εγγραπτέων δικαιωμάτων. Η σχετική ευχέρεια περιορίσθηκε στο stricto sensu Δημόσιο μετά την τροποποίηση του άρθρου 2 παρ. 2 με το άρθρο 29 παρ. 3γ Ν 2508/1997. Πλέον, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 2 παρ. 2 με το άρθρο 3 παρ. 4 Ν 4164/2013, όλα τα ΝΠΔΔ έχουν εξομοιωθεί ως προς την υποχρέωση υποβολής δήλωσης εγγραπτέων δικαιωμάτων με τους ιδιώτες.
Σημειωτέον, επίσης, ότι σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 3 παρ. 10 Ν 4164/2013, η μη καταβολή του αναλογικού ανταποδοτικού τέλους κτηματογράφησης δεν εμποδίζει πλέον άνευ ετέρου τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση του εγγραπτέου δικαιώματος, αλλά μπορεί να αναχθεί σε σχετικό κώλυμα με κοινή υπουργική απόφαση.
Από τις λοιπές διατάξεις του Ν 4164/2013 αξίζει να μνημονευθούν συνοπτικά:
-το άρθρο 5, με το οποίο μεταρρυθμίζεται το καθεστώς της σύναψης συμβάσεων μελετών και παροχής υπηρεσιών, ιδίως αναφορικά με τις διαδικασίες κτηματογράφησης (μελέτες κτηματογράφησης, κατάρτιση υποβάθρων και δασικών χαρτών κ.ο.κ.), με την εταιρεία ΕΚΧΑ ΑΕ.
-το άρθρο 7, με το οποίο επέρχονται σημαντικές τροποποιήσεις στον Ν 3889/2010, όσον αφορά στη διαδικασία κύρωσης δασικών χαρτών.
-το άρθρο 9, με το οποίο επιτρέπεται η μόνιμη διασύνδεση των κεντρικών υπολογιστικών συστημάτων της εταιρείας ΕΚΧΑ ΑΕ και της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (ΓΓΠΣ) με σκοπό την παροχή αμοιβαίας δυνατότητας άμεσης πρόσβασης στα στοιχεία των ηλεκτρονικών αρχείων και ανταλλαγής δεδομένων με μέσα ηλεκτρονικής αποθήκευσης, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Ν 2472/1997. Με τη θεσπιζόμενη ρύθμιση, είναι προφανές ότι η βάση δεδομένων της φορολογικής αρχής δεν θα απαρτίζεται μόνο από το περιεχόμενο των δηλώσεων (Ε9) των πολιτών, αλλά θα είναι εφικτή η διασταύρωση με το περιεχόμενο των κτηματολογικών εγγραφών, ώστε να διασφαλίζεται η ακριβής απεικόνιση της ακίνητης περιουσίας των φορολογουμένων.

Πηγή: EφΑΔ 7/2013, 609 - Παρατηρήσεις στο Ν 4164/2013 (παρατ. Ζ. Τσολακίδης)

ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 865/2011 Γ΄ Τμ

ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ. Από τις διατάξεις του άρθ. 4 ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθ. 1042 ΑΚ, συνάγεται ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο του Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτούνται αδιατάρακτη νομή επί 30 έτη του πράγματος και καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν γνωρίζει ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα. Έννοια βαριάς αμέλειας.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 865/2011 Γ΄ Τμ.
Πρόεδρος: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη.
Εισηγητής: Δημήτριος Μαζαράκης.
Στο άρθρο 4 του ν. 3127/2003 – που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για τη κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο – ορίζονται τα εξής: «§ 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ πρoσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. § 2. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...». Έτσι, από τις άνω διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 ΑΚ, προκύπτει, ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο του Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτούνται αδιατάρακτος νομή επί 30 έτη του πράγματος και καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν γνωρίζει ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα. Ο ΑΚ δεν ορίζει την έννοια της βαριάς αμέλειας ούτε παρέχει κριτήρια για τον προσδιορισμό της. Γενικώς, βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της. Η έννοια της βαριάς αμέλειας είναι αόριστη νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι βαριάς αμέλειας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το, εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια αυτή (ΑΠ 1439/2007). Έτσι, το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης ή την έλλειψή της, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού.

               Αριθμός 266/2008

               Τ ο    Ε φ ε τ ε ί ο    Α ι γ α ί ο υ

       Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Σπυρίδωνα Γρηγοράτο, Πρόεδρο Εφετών, Σάββα Κυριακίδη, Εφέτη, Ελένη Καλογήρου, Εφέτη-Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Μαρίνα Δεναξά.
       Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2008, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
       Του εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο ΝΣΚ Γαρυφαλία Σκιάνη.
       Των εφεσιβλήτων: 1 ) Α. B, 2 ) Ε B, 3 ) Ε B, 4 ) Α B και 5 ) Ι B, από τους οποίους η 1η και 4η παραστάθηκαν μετά και οι λοιποί δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Παραδείση.
Οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες,  ζήτησαν με την από 7/6/2005 αγωγή τους, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου, που έχει καταχωρηθεί με αριθμ. 832/2005, να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ΄αυτήν. 
Το παραπάνω δικαστήριο με την 73ΤΜ/2006  οριστική απόφασή του δέχτηκε την αγωγή.
 Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλε το εκκαλούν με την από 1/11/2006 έφεσή του προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Σύρου με αριθ. 106/2-11-2006,  ορίστηκε δε δικάσιμος αυτής με την 202/2006 πράξη της Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η 12 Οκτωβρίου 2007 και μετά από αναβολή η ημερομηνία που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.

               Μελέτησε τη δικογραφία και

               Σκέφθηκε σύμφωνα με το Νόμο



Η υπό κρίση έφεση ( αρ. 106/2006 ) κατά της υπ΄αριθμ. 73/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και αρμοδίως εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου τούτου. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της ( άρθρ. 531 παρ. 1 ΚΠολΔ ).
Με την από 7-6-2005 αγωγή ( αρ. 832/2005 ), οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι ιστορούσαν ότι, με τον εκτιθέμενο παράγωγο τρόπο ( κληρονομική διαδοχή ) άλλως με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία έγιναν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς επί του περιγραφομένου επίδικου ακινήτου, δηλαδή ενός οικοπέδου εμβ. 67,50 τ.μ. με την επ΄αυτού διώροφη οικία που βρίσκεται στη συνοικία των Τ του Δήμου της Ερμούπολης και ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητά τους ισχυριζόμενο ότι απέκτησε το ίδιο την κυριότητα του επιδίκου επειδή το είχε καταλάβει ως αδέσποτο το έτος 1961. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ΄αριθμ. 73ΤΜ/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου η οποία την έκανε δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την υπό κρίση έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής.
Στο άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 – που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση των Ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο -, ορίζονται τα εξής: < παρ. 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος, έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α ) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για δέκα έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτιστεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β ) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α ) και β ) προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ ( δηλαδή εφόσον κατά την κτήση της νομής ο νομέας γνωρίζει ή από βαριά αμέλεια αγνοεί την ύπαρξη κυριότητος άλλου προσώπου στο ακίνητο ).
Παρ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητα εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου  εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δόμησης.
Παρ. 3. Αποφάσεις που εκδόθηκαν από τις Επιτροπές ενστάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 6, 7 και 10 του Ν. 2308/1995 με τις οποίες αναγνωρίζονται δικαιώματα του Δημοσίου σε ακίνητα που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1, επανεξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος-Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων καθορίζεται η διαδικασία επανεξέτασης και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής >.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ειδικότερα από την ένορκη εξέταση του μάρτυρα των εναγόντων ( το εναγόμενο δεν εξέτασε μάρτυρα ), η οποία περιέχεται στα προσκομιζόμενα, ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα τα οποία νομίμως επαναπροσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα μικρό οικόπεδο, εμβαδού 67,50 τ.μ. που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Ν., στη συνοικία Τ ( κοντά στο παλιό Ορφανοτροφείο Αρρένων) του Δήμου Ερμούπολης ( εντός σχεδίου πόλεως ). Επί του οικοπέδου είναι κτισμένη, από το έτος 1973, διώροφη οικία, αποτελούμενη από ισόγειο εμβ. 45 τ.μ. με υδατοδεξαμενή εμβ. 14,50 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβ. 59,50 τ.μ. Το όλο ακίνητο απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από μηνός Μαΐου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.
Το εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν οικόπεδο εγκαταλελειμμένο από τους ιδιοκτήτες του, ότι το κατέλαβε το έτος 1961 ως αδέσποτο και το κατέγραψε στο Βιβλίο δημοσίων κτημάτων και ότι μετά την πάροδο δεκαετίας από την κατάληψη απέκτησε το ίδιο την κυριότητά του σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 8 του ΑΝ 1539/1938. Ωστόσο, το συγκεκριμένο επίδικο ακίνητο με την επ΄αυτού οικοδομή περιήλθε στους ενάγοντες με νόμιμη κληρονομική διαδοχή, και συγκεκριμένα: Από κληρονομία του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη στις 3-1-2000 Γ B  περιήλθε στους πέντε ενάγοντες αδελφούς του και στη μητέρα τους Α χήρα Σ. B, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το επίδικο ακίνητο που ανήκε στην κληρονομία του αποβιώσαντος. Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ΄αυτούς κληρονομία με την υπ΄αριθμ. 6482/2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Σύρου Ελένης Α που μεταγράφηκε νόμιμα, και στη συνέχεια, μετά το θάνατο της μητέρας τους, η οποία απεβίωσε, επίσης χωρίς διαθήκη στις 6-2-2004, το ιδανικό μερίδιο της τελευταίας στο επίδικο (1/6) περιήλθε κατ΄ισομοιρίαν στους ενάγοντες, που κατέστησαν έτσι συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αφού αποδέχθηκαν και την κληρονομία της μητέρας τους με την υπ΄αριθμ. 9095/2005 πράξη αποδοχής κληρονομίας της ίδιας παραπάνω συμβ/φου που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ. B το επίδικο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ΄αριθμ. 5629/1973 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σύρου Νικολ. που μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον πατέρα του Σ B, ο οποίος, αρκετά χρόνια πριν είχε καταλάβει το επίδικο και το χρησιμοποιούσε ως χώρο εναπόθεσης των εργαλείων του ( βλ. κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Κ ο οποίος βεβαιώνει ότι, διαμένοντας ο ίδιος στο γειτονικό Ορφανοτροφείο Αρρένων περί το έτος 1955, έβλεπε από τότε το Σ. B να χρησιμοποιεί το επίδικο, που τότε ήταν ακάλυπτο οικόπεδο περιφραγμένο με ξύλα ). Ευθύς μετά την παραπάνω συμβολαιογραφική μεταβίβαση του επιδίκου προς αυτόν, ο Γ B υπέβαλε αρμοδίως αίτηση για την έκδοση οικοδομικής άδειας και εκδόθηκε πράγματι επ΄ονόματί του  η υπ΄αριθμ. 1764/11330/5-11-1973 οικοδομ. Άδεια της Πολεοδομίας Νομ. Σύρου, δυνάμει της οποίας ανήγειρε στο επίδικο την υπάρχουσα μέχρι σήμερα διώροφη οικία ( που περιγράφεται παραπάνω ), στην οποία και διέμενε μέχρι το χρόνο του θανάτου του. Το γεγονός αυτό, το ότι δηλαδή ο Γ B, μόλις του μεταβιβάστηκε νομότυπα το ακίνητο έσπευσε να ζητήσει την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανοικοδόμησή του, καταδεικνύει την καλή του πίστη ότι έγινε πράγματι κύριος του επιδίκου, διότι, αν γνώριζε ότι αξιώνει σ΄αυτό δικαιώματα του Δημόσιο, δεν θα διακινδύνευε απευθυνόμενος σε δημόσια υπηρεσία προκειμένου να του χορηγηθεί οικοδομική άδεια ώστε να προβεί στην άμεση ανοικοδόμησή του. ΄Ετσι, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο δικαιοπάροχος του Γ B, Σ B δεν βρισκόταν σε καλή πίστη όταν εκείνος απέκτησε το επίδικο, ο – άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων – Γ B έγινε κύριος του επιδίκου με βάση την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 με χρησικτησία εις βάρος του Δημοσίου, αφού, έχοντας αποκτήσει το επίδικο ( που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923 ), με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, το κατείχε και το ενέμετο καλόπιστα, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως από το έτος 1973 μέχρι το χρόνο του θανάτου του το έτος 2000 ( για διάστημα δηλαδή 27 ετών ), ενώ μετά το θάνατο συνέχισαν να το νέμονται οι ενάγοντες κληρονόμοι του. Είναι χαρακτηριστικό ότι, καθώς αποδείχθηκε, το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε το Γ B στην άσκηση της νομής του στο επίδικο ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ΄αυτό. Ειδικότερα, αφότου συνετάγη το πρωτόκολλο κατάληψης του επιδίκου και καταγράφηκε αυτό στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής της οικονομικής Εφορίας Σύρου την 17-5-1961 και αφότου την 26-11-1961 διενεργήθηκε δημοπρασία για την εκμίσθωσή του, που απέβη άκαρπη λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών ( βλ. τα από 26-11-1961 πρακτικά δημοπρασίας ), έκτοτε, ουδεμία άλλη δημοπρασία διενεργήθηκε και το εναγόμενο δεν επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής στο επίδικο. Κατά συνέπειαν οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επιδίκου, τόσον παραγώγως με τη σύνταξη και μεταγραφή των προαναφερομένων πράξεων αποδοχής κληρονομίας, όσο και πρωτοτύπως με χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του Γ B. Δεν έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, αφού ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο και εκτιμώντας προσηκόντως τις αποδείξεις οδηγήθηκε στην αυτήν κρίση, τα δε αντίθετα υπό του εκκαλούντος υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το υπ΄αριθμ. 5629/1973 πωλητήριο συμβόλαιο ( που αποτελεί τον τίτλο του δικαιοπαρόχου των εναγόντων ) είναι εικονικό δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχεί, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι ο μεταβιβάσας Σ B που δεν ήταν πλούσιος και είχε έξι παιδιά, δεν είχε λόγους να ευνοήσει το ένα από αυτά ( το Γ B ) προβαίνοντας σε χαριστική παροχή προς αυτόν. Εξάλλου κατά το χρόνο κατάρτισης του πωλητηρίου αυτού συμβολαίου ( 1973 ) δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν οι συμβληθέντες σ΄αυτό ότι τριάντα χρόνια αργότερα θα ίσχυε ο Ν. 3127/2003, ώστε να μεθοδεύσουν τη σύνταξη του επιδίκου συμβολαίου.
Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως κατ΄ουσίαν  αβάσιμη και να επιβληθεί εις βάρος του εκκαλούντος η δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας ( άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ ), μειωμένη κατ΄άρθρο 22 Ν. 3693/1957 – επειδή πρόκειται για το Δημόσιο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά  την έφεση κατά της υπ΄αριθμ. 73ΤΜ/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου.
Απορρίπτει αυτήν κατ΄ουσίαν.
Επιβάλλει εις βάρος του εκκαλούντος τη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας ( μειωμένη ), την οποία ορίζει σε τετρακόσια ( 400 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Ερμούπολη Σύρου στις 1 Δεκεμβρίου 2008 και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους.
Ο Πρόεδρος                                                 Η  Γραμματέας

     Σπυρίδων Γρηγοράτος                                      Μαρίνα Δεναξά


Σχόλια