Παραπέμπεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως ζήτημα εξαιρετικού ενδιαφέροντος λόγω αντίθεσης της εθνικής νομολογίας προς εκείνη του ΕΔΔΑ αν μπορεί να θεωρηθεί ως «αγνώστου διαμονής» ο κατηγορούμενος που δεν γνωρίζει καθόλου για το σχηματισμό δικογραφίας σε βάρος του και η διεύθυνσή του προσδιορίζεται μόνο από την εναντίον του μήνυση/έγκληση καθώς επίσης αν το Δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμά και άλλα έγγραφα αποδεικτικά της διεύθυνσής του, αν η διεύθυνσή του δεν είναι γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή - Αριθμός απόφασης: ΑΠ 455/2013 Τμήμα: Τμήμα: Ζ

Αριθμός απόφασης: ΑΠ 455/2013 Τμήμα: Τμήμα: Ζ΄ Πρόεδρος: Θεοδώρα Γκοΐνη, (Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου) Εισηγητής: Ιωάννης Γιαννακόπουλος
Παραπέμπεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως ζήτημα εξαιρετικού ενδιαφέροντος λόγω αντίθεσης της εθνικής νομολογίας προς εκείνη του ΕΔΔΑ αν μπορεί να θεωρηθεί ως «αγνώστου διαμονής» ο κατηγορούμενος που δεν γνωρίζει καθόλου για το σχηματισμό... δικογραφίας σε βάρος του και η διεύθυνσή του προσδιορίζεται μόνο από την εναντίον του μήνυση/έγκληση καθώς επίσης αν το Δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμά και άλλα έγγραφα αποδεικτικά της διεύθυνσής του, αν η διεύθυνσή του δεν είναι γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή
-
ΠΕΡΙΛΗΨΗΑΠΟΣΠΑΣΜΑ - Επιμέλεια: Σωτήρης Μπαλτάς
Κατά το άρ. 156 ΚΠΔ, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι’ αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρ. 154§2 ΚΠΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171§1 περ. δ΄ ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρ. 11§2 Ν. 3904/2010, απόλυτη ακυρότητα προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν «την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα».
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία των Εθνικών Δικαστηρίων, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρ. 273§1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.
Επί του ως άνω ζητήματος, του αν, δηλαδή, ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν έχει δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο τη νέα του διεύθυνση, θεωρείται, σε κάθε περίπτωση, ήτοι και αν ακόμη δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση, ως άγνωστης διαμονής, ή αν πρέπει η Εισαγγελία να τον αναζητήσει και σε άλλες διευθύνσεις, που ενδεχομένως προκύπτουν από δηλώσεις του σε άλλες Αρχές (όπως στη Δ.Ο.Υ., όπου, κατ’ άρ. 76§1 Ν. 2238/1994 «Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος», είναι υποχρεωτική η δήλωση κάθε μεταβολής στην κατοικία του φορολογουμένου), καθώς και αν το Δικαστήριο, στο οποίο φέρεται η υπόθεση, έχει υποχρέωση να μη βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως, αλλά να συνεκτιμήσει και άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που προσκομίζει ο ενδιαφερόμενος, έχει αποφανθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη νομολογία του οποίου [βλ. υπόθεση Popovitsi κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 53451/2007 - απόφαση από 14.1.2010), υπόθεση Elyasin κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 46929/2006 - απόφαση από 28.5.2009)], αν η αρμόδια Εισαγγελική Αρχή δεν εξάντλησε τις προσπάθειές της να τον εντοπίσει ή αν το Εφετείο, το οποίο απέρριψε έφεσή του ως εκπρόθεσμη, βασίστηκε μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συνεκτιμήσει τα προσκομιζόμενα ενώπιόν του στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνσή του, παραβιάζεται η διάταξη του άρ. 6§1 ΕΣΔΑ, τοσούτω μάλλον, καθόσον, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμιά γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την Εισαγγελία για κάθε αλλαγή διευθύνσεως.
Με τους, από το άρ. 510§1 στοιχ. Η, Δ και Α, πρώτο, δεύτερο, κατά το ένα σκέλος του, και τρίτο λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για υπέρβαση εξουσίας, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα από την παραβίαση του υπερνομοθετικής ισχύος (άρ. 28§1 Συντάγματος) άρ. 6§1 ΕΣΔΑ και συγκεκριμένα γιατί το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ως έγκυρη την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός είχε γνωστή διαμονή, χωρίς να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά να βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως και στο ότι αυτός δεν είχε δηλώσει τη διεύθυνσή του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, και στη συνέχεια να απορρίψει την έφεσή του ως εκπρόθεσμη, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, παραβιάζοντας συγχρόνως και τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως αυτές προδιαγράφονται στη διάταξη του άρ. 6§1 ΕΣΔΑ, αφού μεταφέρεται στους ώμους του πολίτη το βάρος να ενημερώνει την (ορισμένη) Εισαγγελία για όποια μεταβολή της κατοικίας του.
Το ως άνω, λοιπόν, ζήτημα, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, είναι εξαιρετικής σημασίας και παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον, γι’ αυτό πρέπει οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως να παραπεμφθούν στην Πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρ. 23§2β΄ Ν. 1756/1988, όπως ισχύει, και το άρ. 3§2 Ν. 3810/1957, το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ ως προς τις ποινικές υποθέσεις (άρθρο 111§1 περ. θ΄ Ν. 1756/1988), ενόψει της μέχρι τώρα κρατούσας νομολογίας των Ελληνικών Δικαστηρίων και της αντίθετης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

[Σημείωση: Όμοια προσέγγιση και από το ΣυμβΕφΠατρ 242/2007, ΠοινΧρ 2008.355]

Σχόλια