Σχολάζουσα κληρονομία, κηδεμόνος εξουσία - 1865 εδ. α του Αστικού Κώδικα κλπ.. σχετικο το Άρθρο 61 (Ν. 4182/2013)


Ο θάνατος ενός προσώπου, επιφέρει ως δεδομένη νομική συνέπεια την επαγωγή της περιουσίας του στους εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Υπάρχουν ωστόσο περιπτώσεις, όπου κάτι τέτοιο δεν ....καθίσταται δυνατό, διότι ο κληρονόμος είναι άγνωστος, είτε πραγματικά είτε πλασματικά, με αποτέλεσμα να επέρχεται συνακόλουθα αβεβαιότητα σε σχέση με την τύχη της κληρονομιαίας περιουσίας.

Αυτή την αβεβαιότητα δικαίου ήρε εν τη γενέσει της ο νομοθέτης με την εισαγωγή του θεσμού της «σχολάζουσας» κληρονομίας. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1865 εδ. α του Αστικού Κώδικα, αν ο κληρονόμος είναι άγνωστος ή δεν είναι βέβαιο αν αποδέχθηκε την κληρονομία, το δικαστήριο της κληρονομίας διορίζει κηδεμόνα της κληρονομίας ύστερα από αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως.

Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης, κατά την εκουσία δικαιοδοσία, είναι το «Δικαστήριο της κληρονομίας», δηλαδή το Μονομελές Πρωτοδικείο της τελευταίας κατοικίας, διαφορετικά της τελευταίας διαμονής του κληρονομουμένου και αν αυτή δεν αποδεικνύεται, το μονομελές πρωτοδικείο της πρωτεύουσας. Σε κατεπείγουσες μάλιστα περιστάσεις ο εισαγγελέας πρωτοδικών διορίζει προσωρινό κηδεμόνα, ο οποίος οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να προκαλέσει το διορισμό του οριστικού κηδεμόνα από το δικαστήριο.

Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως διορισμού κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας κρίνει κυριαρχικά, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία, ποιο πρόσωπο παρέχει εχέγγυα έντιμης και καλής διαχείρισης της κληρονομίας και διορίζει το πρόσωπο που θα κρίνει καταλληλότερο για την άσκηση του λειτουργήματος αυτού.
Βασικές αρμοδιότητες του κηδεμόνα, σύμφωνα με το άρθρο 1866 ΑΚ, είναι η αντιπροσώπευση του κληρονόμου και η διαχείριση της κληρονομίας. Παράλληλα δε υποχρεούται να ενεργήσει τη σφράγιση και την απογραφή της κληρονομιαίας περιουσίας και να λάβει κάθε συντηρητικό μέτρο, καθώς και να εισπράξει τις απαιτήσεις και να καταθέσει έντοκα τα χρήματα σε ασφαλή τράπεζα. Ο κηδεμόνας ωστόσο δεν έχει την εξουσία να προβαίνει σε πιο ουσιαστικές πράξεις διαχείρισης, όπως εκποιητικές δικαιοπραξίες, χωρίς την προγενέστερη άδεια του δικαστηρίου της κληρονομίας.

Ο κληρονόμος θεωρείται κυριολεκτικά άγνωστος στις περιπτώσεις όπου κυοφορείται ή δεν έχει ακόμα απολέσει το δικαίωμα του να αποποιηθεί την κληρονομία, ενώ στην περίπτωση όπου κληρονόμος είναι ίδρυμα το στοιχείο του αγνώστου τελεί σε συνάφεια με την εκκρεμότητα ίδρυσής του.
Κρίσιμο στοιχείο για την αναγωγή της κληρονομίας σε σχολάζουσα αποτελεί η ιδιότητα του κληρονόμου ως «αγνώστου». Ο κληρονόμος θεωρείται κυριολεκτικά άγνωστος στις περιπτώσεις όπου κυοφορείται ή δεν έχει ακόμα απολέσει το δικαίωμα του να αποποιηθεί την κληρονομία, ενώ στην περίπτωση όπου κληρονόμος είναι ίδρυμα το στοιχείο του αγνώστου τελεί σε συνάφεια με την εκκρεμότητα ίδρυσής του, καθώς δεν αποκλείεται η Πολιτεία να μην εγκρίνει τελικά τη σύστασή του.

Ωστόσο, η έννοια του αγνώστου καλύπτει και περιπτώσεις, όπου ο κληρονόμος δεν είναι πραγματικά άγνωστος αλλά κρίνεται πλασματικά ως τέτοιος, λόγω του σύνθετου χαρακτήρα και της αβεβαιότητας της κατάστασης που απαιτείται να αποκρυσταλλωθεί, προκειμένου αυτός να αποκτήσει οριστικά την ιδιότητα του κληρονόμου. Έτσι, ως άγνωστος θεωρείται ο κληρονόμος, όταν περισσότερα πρόσωπα διαφωνούν σοβαρά περί του κληρονομικού δικαιώματος, το οποίο αξιώνει το καθένα για τον εαυτό του, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει πεποίθηση ή τουλάχιστον σφοδρή πιθανολόγηση για το ποιος είναι πραγματικός κληρονόμος, χωρίς να διατάξει περαιτέρω έρευνα.

Επιπλέον, ως άγνωστος λογίζεται ο κληρονόμος και όταν ο κληρονομούμενος άφησε δημόσια διαθήκη, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο στην περιουσία του, αλλά το κύρος της διαθήκης αμφισβητείται μεταξύ περισσότερων προσώπων, που αξιώνουν για τον εαυτό τους το κληρονομικό δικαίωμα. Στην περίπτωση αυτή όμως, είναι αναγκαία αφενός η άσκηση αγωγής κατά του εγκαταστάτου κληρονόμου για ακύρωση της διαθήκης, είτε για λόγους τυπικούς, είτε λόγω ανικανότητας του κληρονομουμένου προς σύνταξη αυτής κατ’ άρθρο 1719 ΑΚ, και αφετέρου η ύπαρξη τουλάχιστον σοβαρών αμφιβολιών του δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη του κληρονομικού δικαιώματος του εγκαταστάτου κληρονόμου.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν εξαρτάται και δεν επηρεάζεται από την έκδοση κληρονομητηρίου, που να πιστοποιεί το κληρονομικό δικαίωμα του εγκαταστάτου, διότι το κληρονομητήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 821 ΚΠολΔ, παράγει μεν νόμιμο τεκμήριο για το αναφερόμενο σε αυτό δικαίωμα και το πρόσωπο στο οποίο ανήκει, το οποίο όμως δεν είναι αμάχητο, συνεπώς μπορεί να αμφισβητηθεί και να ανατραπεί με ανταπόδειξη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση πιθανολόγησης της ακυρότητας της διαθήκης.

Επίσης, μια ακόμα περίπτωση «άγνωστου» κληρονόμου με ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι αυτή κατά την οποίαν ο κληρονομούμενος, λόγω έλλειψης συγγενών των τεσσάρων τάξεων, φέρεται να κληρονομείται από τον επιζώντα σύζυγό του, κατά του οποίου όμως έχει ασκήσει αγωγή διαζυγίου επί της οποίας δεν είχε εκδοθεί μέχρι το χρόνο του θανάτου του αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Και στην περίπτωση αυτή ωστόσο, είναι αναγκαίο αφενός η αγωγή του κληρονομούμενου κατά του επιζώντος συζύγου να έχει ασκηθεί για βάσιμο λόγο διαζυγίου, ώστε να επέλθει ο αποκλεισμός που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 1822 Α.Κ., και αφετέρου να υπάρχουν τουλάχιστον σοβαρές αμφιβολίες για την ύπαρξη του κληρονομικού δικαιώματος του επιζώντος συζύγου. Μόνο εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, η κληρονομιά θεωρείται σχολάζουσα και το δικαστήριο διορίζει κηδεμόνα αυτής.

Ο θεσμός της σχολάζουσας κληρονομίας ωστόσο δεν δύναται να αφίσταται από τον ουσιώδη σκοπό για τον οποίον εισήχθη, που δεν είναι άλλος από τη διασφάλιση της κληρονομιαίας περιουσίας και την τελική επαγωγή της στο πρόσωπο που έχει το σχετικό νόμιμο δικαίωμα.Συνεπώς, αν δεν βρεθεί κληρονόμος μέσα σε εύλογη προθεσμία, και μετά την τήρηση των προβλεπομένων διατυπώσεων περί πρόσκλησης αναγγελίας των πρόσωπων που αξιώνουν κληρονομικό δικαίωμα, το δικαστήριο της κληρονομίας βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος, εκτός από το Δημόσιο. Η βεβαίωση αυτή δημιουργεί μεν τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου, το οποίο όμως είναι μαχητό, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να ανατραπεί με την έκδοση κληρονομητηρίου που αναγνωρίζει άλλο πρόσωπο ως τελικό κληρονόμο.http://www.capital.gr 
Αστικός Κώδικας - Κληρονομικό δίκαιο - Σχολάζουσα κληρονομία
Άρθρο 1865. Περιπτώσεις: Αν ο κληρονόμος είναι άγνωστος ή δεν είναι βέβαιο αν αποδέχτηκε την κληρονομία, το δικαστήριο της κληρονομίας ύστερα από αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διορίζει κηδεμόνα της κληρονομίας. Σε κατεπείγουσες περιστάσεις ο εισαγγελέας πρωτοδικών διορίζει προσωρινό κηδεμόνα. Αυτός οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να προκαλέσει το διορισμό οριστικού κηδεμόνα από το δικαστήριο.
Άρθρο 1866. Εξουσία του κηδεμόνα: Ο κηδεμόνας αντιπροσωπεύει τον κληρονόμο και διαχειρίζεται την κληρονομία, έχοντας την υποχρέωση να ενεργήσει τη σφράγιση και την απογραφή της και να λάβει κάθε συντηρητικό μέτρο καθώς και να εισπράξει τις απαιτήσεις και να καταθέσει έντοκα τα χρήματα σε ασφαλή τράπεζα. Χωρίς άδεια του δικαστηρίου της κληρονομίας δεν μπορεί να εκποιεί αντικείμενα της, να συνάπτει δάνεια και συμβιβασμούς ούτε να εκμισθώσει κινητά ή ακίνητα της κληρονομίας πέρα από μια διετία.
Άρθρο 1867. Μητέρα κληρονόμου που κυοφορείται: Αν ο κληρονόμος κυοφορείται κατά το θάνατο του κληρονομουμένου, η μητέρα, αν δεν μπορεί να διαθρέψει τον εαυτό της, μπορεί να απαιτήσει ανάλογη διατροφή από την κληρονομική μερίδα του κυοφορούμενου, έως τον τοκετό. Για να καθοριστεί η κληρονομική μερίδα θεωρείται ότι θα γεννηθεί ένα μόνο τέκνο.
Άρθρο 1868. Όταν δεν βρίσκεται κληρονόμος: Αν δεν βρεθεί κληρονόμος μέσα σε προθεσμία ανάλογη προς τις περιστάσεις, το δικαστήριο της κληρονομίας βεβαιώνει ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος, εκτός από το δημόσιο. Η βεβαίωση δημιουργεί τεκμήριο ότι το δημόσιο είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος.
Άρθρο 1869. Το δικαστήριο πριν από τη βεβαίωση διατάζει να δημοσιευτεί πρόσκληση, για να αναγγελθούν εκείνοι που αξιώνουν κληρονομικό δικαίωμα, και καθορίζει συνάμα τα σχετικά με τη δημοσίευση και την προθεσμία της αναγγελίας. Αν οι δαπάνες της δημόσιας πρόσκλησης είναι δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με την κληρονομία, μπορεί αντί για δημοσίευση να γίνει ειδική πρόσκληση προς τους πιθανούς κληρονόμους. Αν μέσα στην ορισμένη προθεσμία δεν αναγγέλθηκε κληρονόμος ή το δικαίωμα εκείνου που εμπρόθεσμα αναγγέλθηκε κριθεί ανυπόστατο, το δικαστήριο προχωρεί στη βεβαίωση που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο.
Άρθρο 1870. Πριν από τη δικαστική βεβαίωση ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος, δεν μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα από το δημόσιο ή κατά του δημοσίου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου.
 
1. Στοιχεία και πληροφορίες που περιέρχονται σε υπηρεσίες του Δημοσίου ή νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα για την ύπαρξη κληρονομίας χωρίς εμφανή κληρονόμο διαβιβάζονται στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση της τελευταίας κατοικίας του κληρονομουμένου, η οποία προβαίνει σε εξακρίβωση των στοιχείων της κληρονομίας, πιθανολογεί την ύπαρξη ή μη κληρονόμων και ενημερώνει για τις ενέργειές της το Υπουργείο Οικονομικών. Ιδιαίτερη υποχρέωση ενημέρωσης έχει η Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) του κληρονομουμένου, εφόσον παρέλθει εξάμηνο από το θάνατό του, χωρίς να εμφανιστούν οι κληρονόμοι του, προκειμένου να διοριστεί κηδεμόνας ή να βεβαιωθεί το κληρονομικό δικαίωμα του Δημοσίου.
2. Εφόσον προκύπτει ανάγκη ορισμού κηδεμόνα και αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών, ο σχετικός φάκελος διαβιβάζεται στο Υπουργείο αυτό. Αν από τα στοιχεία πιθανολογείται σφόδρα ότι δεν υπάρχει κληρονόμος πλην του Δημοσίου, ο διορισμός κηδεμόνα παραλείπεται και υποβάλλεται αίτηση στο δικαστήριο της κληρονομίας για τη βεβαίωση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 1868 του Αστικού Κώδικα και με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου 5 του παρόντος.
3. Η αρμόδια αρχή διορίζει κηδεμόνα για την προσωρινή διοίκηση της κληρονομίας και την εξακρίβωση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου όταν ο κληρονόμος είναι άγνωστος ή δεν είναι βέβαιο ότι αποδέχθηκε την κληρονομία. Για το διορισμό κηδεμόνα ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση η γραμματεία του δικαστηρίου της κληρονομίας. Ο επικαλούμενος κληρονομικό δικαίωμα μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε τη βεβαίωση του κληρονομικού του δικαιώματος, με αίτησή του προς το δικαστήριο της κληρονομίας, η οποία κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή, επί ποινή απαραδέκτου της συζητήσεώς της.
4. Συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται και τα άρθρα 1867, 1868 και 1870 του Αστικού Κώδικα.
5. Αν δεν υπάρχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα ενεργειών του κηδεμόνα και του τυχόν αντικαταστάτη του μετά την παρέλευση διετίας από του αρχικού διορισμού ούτε σχετική εκκρεμοδικία και πιθανολογείται με γνώμη του Συμβουλίου ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο, το έργο του θεωρείται ως περαιωθέν και ζητείται η αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου κατά το άρθρο 1868 του Αστικού Κώδικα. Πριν την υποβολή της αίτησης δημοσιεύεται πρόσκληση της αρμόδιας αρχής προς όσους τυχόν αξιώνουν κληρονομικό δικαίωμα, προκειμένου να αναγγείλουν το δικαίωμά τους σε προθεσμία τριών (3) μηνών. Η πρόσκληση δημοσιεύεται σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας και αναρτάται στην ιστοσελίδα της αρμόδιας αρχής επί έναν τουλάχιστον μήνα και η προθεσμία αναγγελίας αρχίζει από την ολοκλήρωση των δημοσιεύσεων.
6. Με την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου, θεωρείται ότι η κληρονομία επάγεται σε αυτό χωρίς όρο και για την εκκαθάρισή της, εφόσον απαιτείται, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δ΄.

 

Σχόλια