Αναγκαστική ομοδικία υπάρχει όταν ζητείται από τον οικοπεδούχο (σε σύμβαση ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με «αντιπαροχή») η αναγνώριση της ακυρότητας τόσο της πώλησης ακινήτου από τον εργολάβο σε τρίτο όσο και της περαιτέρω εγγραφής προσημείωσης υποθήκης από τον τρίτο υπέρ δανειστή του. Άρθρο: 76 § 1 ΚΠολΔ - Αριθμός απόφασης: ΑΠ 1686/2013 Τμήμα: Α2

Αριθμός απόφασης: ΑΠ 1686/2013 Τμήμα: Α2΄ Πολιτικό Πρόεδρος: Αθ. Κουτρομάνος Εισηγητής: Ευ. Λαμπροπούλου
Αναγκαστική ομοδικία υπάρχει όταν ζητείται από τον οικοπεδούχο (σε σύμβαση ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής με «αντιπαροχή») η αναγνώριση της ακυρότητας τόσο της πώλησης ακινήτου από τον εργολάβο σε τρίτο όσο και της περαιτέρω εγγραφής προσημείωσης υποθήκης από τον τρίτο υπέρ δανειστή του.
Άρθρο: 76 § 1 ΚΠολΔ
ΠΕΡΙΛΗΨΗΑΠΟΣΠΑΣΜΑ - ....Επιμέλεια: Αναστάσιος Βαλτούδης

Κατά την έννοια του άρθρου 76 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας συντρέχει μεταξύ άλλων και όταν, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους. Έτσι, στην περίπτωση ασκήσεως αγωγής του κυρίου ακινήτου για αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως του ακινήτου, για το λόγο ότι έγινε χωρίς νόμιμη πληρεξουσιότητα του ιδίου προς τον πωλητή, καθώς και για αναγνώριση της ακυρότητας της εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης που έγινε στη συνέχεια επ’ αυτού με συναίνεση του αγοραστή υπέρ τρίτου δανειστή του, για το λόγο ότι έγινε από μη κύριο, υπάρχει αναγκαστική ομοδικία μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή του ακινήτου αλλά και του τρίτου προσημειούχου δανειστή. Τούτο διότι δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, αφού δεν μπορεί να νοηθεί ουσιαστική κρίση ακυρότητας της πωλήσεως ως προς τον πωλητή και εγκυρότητας αυτής ως προς τον αγοραστή ούτε ουσιαστική κρίση ακυρότητας της πωλήσεως ως προς τον πωλητή και τον αγοραστή και εγκυρότητας τής (γενομένης με συναίνεση του αγοραστή) εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης ως προς τον τρίτο δανειστή. Εξάλλου κατά το άρθρο 76 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. η άσκηση των ενδίκων μέσων από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του, παρόλο που αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου (Ολ.Α.Π.63/1981). Στην περίπτωση αυτή (της πλασματικής ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες αυτό ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ.3 και 110 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.1433/2012, Α.Π.1108/2010), όπως η παράγραφος 3 ίσχυε πριν από την προσθήκη σ’ αυτήν δευτέρου εδαφίου με το άρθρο 62 ν.4139/2013 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η συζήτηση της υποθέσεως έλαβε χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (20-3-2013). Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι στο προστεθέν εδάφιο, με το οποίο προβλέπεται ο χωρισμός της υποθέσεως σε περίπτωση μη κλητεύσεως κάποιου από τους ομοδίκους, ρητώς ορίζεται ότι τούτο ισχύει μόνο επί απλής ομοδικίας.

Σχόλια