ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ - ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ-μία προσπάθεια ενατένισης των τύπων υπό το πρίσμα της ουσίας

74701F793500BA1F7BF661081732426C

ΕΙΣΑΓΩΓIKEΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
 Στα πλαίσια του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου έχει εκφραστεί η αντίληψη ότι σκοπός της ποινικής δίκης είναι η ικανοποίηση της ποινικής αξιώσεως της πολιτείας. Πράγματι, η άποψη αυτή φαίνεται ορθή δεδομένου ότι η ποινή για ένα έγκλημα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η οργανωμένη ...
κοινωνική αντίδραση της οργανωμένης πολιτείας στην προσβολή των εννόμων αγαθών που είτε διακινδύνευσαν είτε υπέστησαν βλάβη από το δράστη. Πολλές φορές όμως συμβαίνει τα έννομα αγαθά να είναι ατομικά ή κρατικά και να ανήκουν σε συγκεκριμένο φορέα φυσικό πρόσωπο ή στο κράτος ως νομικό πρόσωπο (ζωή, σωματική ακεραιότητα, προσωπική ελευθερία, ιδιοκτησία, περιουσία κτλ), ενώ δεν είναι λίγες και οι περιπτώσεις που σε ένα έγκλημα παράλληλα με το προστατευόμενο υπερατομικό έννομο αγαθό που δεν ανήκει σε συγκεκριμένο φορέα, υπάγεται στο βεληνεκές του αδίκου και ένα ατομικό έννομο αγαθό.Η προσβολή όμως των παραπάνω ατομικών εννόμων αγαθών δεν έχει αντίκτυπο μόνο στο θύμα αλλά παράλληλα οδηγεί σε διάβρωση των θεμελίων της κοινωνικής ζωής, σε αποδυνάμωση της αυθεντίας του δικαίου, σε κλονισμό της ασφάλειας και της ελευθερίας των πολιτών. Ως εκ τούτου, η επιβολή ποινής, ακόμη και για ένα έγκλημα κατά ατομικού εννόμου αγαθού παύει να αποτελεί ιδιωτική υπόθεση του θύματος και καθίσταται δημόσια υπόθεση της πολιτείας.
Τίθεται όμως εδώ ένα σημαντικό ερώτημα: Το θύμα του εγκλήματος, αυτό που άμεσα προσβλήθηκε από το έγκλημα, είναι δίκαιο και ορθό να μένει έξω από την όλη ποινική διαδικασία η οποία από την ποινική δίωξη (με εξαίρεση τα κατ’ έγκληση διωκόμενα εγκλήματα) έως και την επιβολή ποινής ανήκει μονοπωλιακά στο κράτος και στα διωκτικά όργανα που δρουν με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον ; Η απάντηση προκύπτει εύκολα από ένα εκ των πολλών σκοπών της επιβολής ποινής, και συγκεκριμένα από την ειδική πρόληψη. Η ικανοποίηση του αδικηθέντος εντάσσεται στην ειδική πρόληψη , στα πλαίσια του σκοπού αποτροπής του εγκληματία από τη διάπραξη νέων εγκλημάτων, βελτίωσης και αναπροσαρμογής του. Εν τέλει δηλαδή έχουμε το σχήμα: “ικανοποίηση του παθόντος προς το συμφέρον του… εγκληματία”. Αρκετές είναι οι διατάξεις οι οποίες αποτυπώνουν στο Ποινικό μας σύστημα τη σημασία της ικανοποιήσεως του παθόντος στα πλαίσια της ειδικής πρόληψης (100 παρ. 1, 3 ΠΚ, 106 παρ. 1 ΠΚ (πριν από την τροποποίηση), 66 παρ. 1 ΠΚ, 77 ΠΚ), 7 με κορυφαία τη διάταξη του άρ. 79 παρ. 2 η οποία αφορά την επιμέτρηση της ποινής. Για την επιμέτρηση λοιπόν παίζει σπουδαίο ρόλο «η επελθούσα εκ του εγκλήματος βλάβη ή ο εκ τούτου προκληθείς κίνδυνος», στοιχεία που δεν αναφέρονται μόνο στις αναφερόμενες στην αντικειμενική υπόσταση συνέπειες από το έγκλημα, δηλαδή στην ένταση και το μέγεθος της προσβολής, αλλά και σε περαιτέρω συνέπειες οι οποίες άμεσα προκαλούνται από το έγκλημα στον παθόντα, σε τρίτους ή στην κοινωνική ολότητα (πχ. αδυναμία ασκήσεως επαγγέλματος, ψυχική οδύνη των στενών συγγενών από θανάτωση ενός προσώπου).
Εξάλλου, το θύμα του εγκλήματος έχει υποστεί διττή βλάβη, η οποία συνίσταται αφενός στην αστική ζημία από την υλική ή την ηθική βλάβη αφετέρου στη βαθύτερη εκείνη βλάβη που προκάλεσε σε αυτό το έγκλημα και που άμεσα αισθάνθηκε πάνω στο σώμα, στην τιμή, στην ελευθερία , στην περιουσία του κτλ. Η μεν πρώτη αποκαθίσταται με την επιδίκαση ορισμένου χρηματικού ποσού, η δεύτερη όμως αποκαθίσταται μόνο με την κήρυξη της ενοχής του δράστη .Από όλα τα παραπάνω λοιπόν συνάγεται ότι είναι άδικο να μη δώσουμε το δικαίωμα στο θύμα να συμπράξει άμεσα προς την κατεύθυνση αυτή, να καταστεί άμεσος παράγοντας και κύριος διάδικος της ποινικής δίκης. Γι’ αυτό ακριβώς και στο δίκαιό μας υπάρχει ο θεσμός της πολιτικής αγωγής στα πλαίσια της ποινικής δίκης που αποτελεί το μέσο διά του οποίου ο παθών από το έγκλημα καθίσταται διάδικος της ποινικής δίκης, εξασφαλισμένος με σειρά δικονομικών δικαιωμάτων που του παρέχει η Ποινική Δικονομία9. Οι επικριτές του θεσμού έκαναν λόγο για νόθευση του δημόσιου χαρακτήρα της ποινικής δίκης και για εν μέρει αναβίωση του πρωτόγονου τρόπου ιδιωτικής δίωξης με την ύπαρξη ενός ιδιωτικού κατηγόρου παράλληλα με την κατηγορούσα αρχή. Τα επιχειρήματά τους όμως καταρρίπτονται αν λάβει κανείς υπόψη του ότι η πολιτική αγωγή δεν έχει μόνο αστική φύση αλλά ταυτόχρονα και ποινική. Έργο του ποινικού δικαστηρίου είναι η πανηγυρική διακήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου, μέρος της οποίας είναι και η αναγνώριση του εγκληματικού αδίκου που πραγματώθηκε σε βάρος του αδικηθέντος. Εξάλλου, η αποκατάσταση του θύματος ενυπάρχει στην ειδική πρόληψη ως σκοπού της ποινής και επιπλέον δε φαίνεται να υφίσταται κάποιος άλλος τρόπος αποκατάστασης εκείνης της «ηθικής» βλάβης του θύματος που έπληξε άμεσα τα έννομα αγαθά του, παρά από τη συμμετοχή του στην ποινική δίκη.Πρακτική δε απόρροια του εν μέρει ποινικού χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής αποτελεί το γεγονός ότι ο πολιτικός ενάγων πολύ λίγο ενδιαφέρεται για την αποζημίωση από τη βλάβη ή την αποκατάσταση της πρότερης κατάστασης ή την χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αλλά αντιθέτως έχει ως σκοπό την καταδίκη του κατηγορουμένου και την δικαστική αναγνώριση της ενοχής του.
 Β΄ ΜΕΡΟΣ:
 ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΤΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ – ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΕ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ
 1. Επίδραση του διττού χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής επί της ουσιαστικής νομιμοποίησης
 Διττός λοιπόν είναι ο χαρακτήρας της πολιτικής αγωγής στην ποινική δίκη, τόσο αστικός όσο και ποινικός. Αυτός ο διττός χαρακτήρας, αποτελεί εκείνον τον κατάλληλο ερμηνευτικό οδηγό για την επίλυση διαφόρων ζητημάτων, ιδίως αυτών που αφορούν την νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη, τόσο την ουσιαστική όσο και την τυπική. Ο τρόπος νομιμοποίησης στα πλαίσια της ελληνικής ποινικής δικονομίας φαίνεται ιδιαίτερα προσκολλημένος στην αστική φύση της πολιτικής αγωγής, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την μετουσίωση εκείνη που η πολιτική αγωγή υφίσταται όταν ενσωματώνεται στην ποινική δίκη και ότι απλά η πολιτική αγωγή αποτελεί έναν «μανδύα»κάτω από τον οποίο κρύβεται η προσπάθεια για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου.
Έτσι, ως προς την ουσιαστική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας παραπέμπει ολοκληρωτικά στις διατάξεις του Αστικού Δικαίου και δη στη γενική ρήτρα του άρ. 914 ΑΚ, μεταφέροντας την γενικότητα και την ευρύτητα του Αστικού Δικαίου που ασχολείται με τις αποζημιώσεις και τις χρηματικές αποκαταστάσεις στον ευαίσθητο χώρο του Ποινικού Δικαίου και της Ποινικής Δίκης, σε ένα χώρο δηλαδή όπου δεσπόζει ο στιγματισμός και η αντι-προσβολή εννόμων αγαθών του δράστη.
Στο χώρο λοιπόν αυτόν οι ουσιαστικά δικαιούμενοι προς παράσταση πολιτικής αγωγής, ως καθιστάμενοι ιδιώτες κατήγοροι εις βάρος του κατηγορουμένου, θα πρέπει να μην προσδιορίζονται και νομιμοποιούνται αμιγώς με τα ευρέα κριτήρια του Αστικού Δικαίου αλλά ταυτόχρονα και με όρους ουσιαστικού – δικονομικού ποινικού δικαίου οι οποίοι θα αποτελέσουν το «φίλτρο» εκείνο διά του οποίου θα επιλέγονται μόνο όσοι πληρούν τις αστικού χαρακτήρα τιθέμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις της νομιμοποίησης, ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα του ουσιαστικού και δικονομικού Ποινικού Δικαίου. Έτσι, το κριτήριο της ουσιαστικής νομιμοποίησης, εν ολίγοις, πληρούν μόνον όσοι έχουν υποστεί από το έγκλημα αφενός άμεση ζημία, δηλαδή όσοι εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της παραβιασθείσας ποινικής διάταξης, εφόσον η τελευταία αποτελεί και το αντικείμενο της συγκεκριμένης κάθε φορά δίκης, αφετέρου προσωπική ζημία, δηλαδή ζημία ευθεία και προσωπική, (όχι ενδιάμεση ούτε κατ’ αντανάκλαση) από το εκδικαζόμενο έγκλημα.
 2. Επίδραση του διττού ποινικού χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής επί των διατυπώσεων παράστασης πολιτικής αγωγής
Όπως προαναφέρθηκε, η πολιτική αγωγή εισερχομένη στην ποινική δίκη μετουσιώνεται σε αξίωση με δύο φύσεις αλλά μία υπόσταση. Η μία φύση της επιδιώκει την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου, ενώ η άλλη φύση της επιδιώκει την ικανοποίηση αστικών απαιτήσεων, ήτοι της αποκατάστασης της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης.
Επομένως, για να μελετήσει κανείς τις διατυπώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής, δηλαδή εκείνες τις τυπικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να τηρήσει κάποιος ώστε να παραστεί στην ποινική δίκη ως πολιτικώς ενάγων, θα πρέπει να λάβει υπόψη του τα καίρια εκείνα σημεία στα οποία συγκρούονται οι αρχές μεταξύ πολιτικής και ποινικής δίκης. Περαιτέρω, θα πρέπει να ερευνήσει αν και κατά πόσο δύνανται (ή δεν δύνανται) οι επικρατούσες στην πολιτική δίκη αρχές να μεταβάλουν το χαρακτήρα της ποινικής δίκης, δίνοντας στην τελευταία πολιτική χροιά, τουλάχιστον όσον αφορά το σκέλος των μελετώμενων διατυπώσεων παράστασης της πολιτικής αγωγής.
Στην πολιτική δίκη κρατούν μεταξύ άλλων οι αρχές της διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς, της δέσμευσης του δικαστηρίου από τα αιτήματα των διαδίκων, της εξουσίας διαθέσεως και εξόδου από τη δίκη, του συζητητικού και του συγκεντρωτικού συστήματος. Εν ολίγοις, στην πολιτική δίκη οι διάδικοι είναι αυτοί που έχουν την εξουσία έναρξης, συνέχισης και τερματισμού της δίκης, καθώς και την πρωτοβουλία συλλογής και προσκόμισης στο δικαστήριο του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού, ενώ ο δικαστής είναι δέσμιος των αιτημάτων τους, όπως εξάλλου σαφώς προκύπτει από τον αναιρετικό λόγο του άρ. 559 αρ. 11 ΚΠολΔ. Κυριαρχεί δε κατά κανόνα η απαίτηση σαφήνειας, ενώ απορρίπτονται αβίαστα αγωγές, ανταγωγές, αιτήματα, ισχυρισμοί, ενστάσεις και ένδικα μέσα που προβάλλονται με τρόπο αόριστο. Ο τύπος στην πολιτική αγωγή μετατρέπεται, θα έλεγε κανείς, σε ουσία.
Δεν θα ήταν υπερβολή ο ισχυρισμός ότι στον αντίποδα της πολιτικής αγωγής βρίσκεται η ποινική δίκη. Τα θεμελιώδη αιτήματα αυτής είναι αφενός η ανάγκη ανακάλυψης της ουσιαστικής αλήθειας ώστε να ανακαλυφθούν οι τυχόν δράστες, να δοθεί απάντηση στο έγκλημα και να αποκατασταθεί η διασαλευμένη εμπιστοσύνης των πολιτών στην έννομη τάξη διαμέσου μιας ταχείας και αποτελεσματικής διερεύνησης και εκδίκασης της υπόθεσης, αφετέρου η ανάγκη προστασίας του κατηγορουμένου.
Αφού εκθέσαμε το βασικό πλαίσιο τόσο της πολιτικής όσο και της ποινικής δίκης, ας προχωρήσουμε να δούμε από κοντά εάν είναι ορθό να απαιτήσουμε την σχεδόν άκαμπτη τυπικότητα της πολιτικής δίκης και επί των διατυπώσεων παράστασης πολιτικής αγωγής.
Θεμελιώδες αίτημα της ποινικής δίκης είναι η διαρκής αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας, από τότε που ο Εισαγγελέας καθ’ οιονδήποτε τρόπο πληροφορείται την τέλεση εγκλήματος μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Εάν ο νόμος, ο ερμηνευτής και ο εφαρμοστής αυτού απαιτήσει από τον πολιτικώς ενάγοντα την τήρηση υπερβολικών και άτεγκτων τύπων, που σε τίποτα δεν εξυπηρετούν την αναζήτηση της ουσίας, το πιο πιθανό είναι ότι ο πολιτικός ενάγων ως επί το πλείστον θα αποβάλλεται από την ποινική δίκη επειδή δεν τήρησε καν ή δεν τήρησε δεόντως, έστω και έναν από αυτούς τους ανούσιους τύπους (για τους τύπους που υποκρύπτουν ουσία δεν τίθεται θέμα προβληματισμού).
Και εδώ ακριβώς τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: Eάν ο πολιτικός ενάγων αποβληθεί από την πολιτική αγωγή (επειδή δεν τήρησε κάποιους τύπους – εκείνους που δεν υποκρύπτουν ουσία) υπόκειται σε τρώση πρώτον η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και δεύτερον η προστασία του κατηγορουμένου;
Ως προς την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας, ο πολιτικώς ενάγων φαίνεται να διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην ποινική δίκη. Ρόλο ο οποίος δε θα μπορούσε να υποκατασταθεί από την απλή κλήτευση αυτού να καταθέσει απλώς ως μάρτυρας κατηγορίας. Σε τι συνίσταται η συμβολή στον προσανατολισμό του οργάνου που θα τον παραπέμψει σε δίκη (επί της παράστασης στην προδικασία) ή του δικαστηρίου (επί της παράστασης στην κύρια διαδικασία) εκείνου που (εφόσον νομιμοποιείται ουσιαστικά ως αμέσως και προσωπικά παθών ή ζημιωθείς) γνωρίζει «από πρώτο χέρι» την υπόθεση, είναι εύκολο να γίνει αντιληπτό αν συνυπολογιστούν τα εξής:
Πρώτον, ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται στις ανακριτικές πράξεις, διατυπώνει ερωτήσεις και παρατηρήσεις και αιτείται την εγγραφή αυτών στις διάφορες εκθέσεις που συντάσσονται επί των ανακριτικών πράξεων (99 ΚΠΔ)
Δεύτερον, υποβάλλει προτάσεις ή αιτήσεις στον ανακριτή και στο δικαστικό συμβούλιο (307 ΚΠΔ)
Τρίτον, διορίζει τεχνικό σύμβουλο αν διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη
Τέταρτον, ζητά την εξαίρεση δικαστικών προσώπων των οποίων η συμμετοχή θα ετίθετο εις βάρος της αλήθειας
Πέμπτον, υποβάλλει έγγραφα προκειμένου να επηρεαστεί η ετυμηγορία του συμβουλίου (309 παρ. 2 ΚΠΔ)
Έκτον, κλητεύει μάρτυρες στο ακροατήριο (326 παρ. 2 ΚΠΔ)
Έβδομον, κάνει ερωτήσεις σε μάρτυρες και παρατηρήσεις επί αναγνωσθέντων εγγράφων (358 ΚΠΔ)
Όγδοον, κατά την απολογία του κατηγορουμένου υποβάλει ερωτήσεις σε αυτόν διά του διευθύνοντος (366 ΚΠΔ)
Ένατον, έχει δικαίωμα να προβάλει απόλυτες και σχετικές ακυρότητες τόσο στην προδικασία όσο και στο ακροατήριο (170 επ.)
Ένατον, αγορεύει επί της ενοχής (369 παρ. 1ΚΠΔ)
Κατόπιν αυτών, δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι το θύμα, περιβεβλημένο με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος (και όχι απλώς του μάρτυρα), δεν συμβάλει στην καθοδήγηση και στον σωστό προσανατολισμό του κατά περίπτωση δικαστικού οργάνου προς αναζήτηση της αλήθειας.
Ως προς την προστασία του κατηγορουμένου από την κρατική αυθαιρεσία, αυτή κατοχυρώνεται πλήρως όχι με την καθιέρωση πλειάδος τύπων που εμποδίζουν την είσοδο του φερομένου ως αμέσως και προσωπικώς ζημιωθέντος στην ποινική δίκη, αλλά ακριβώς με την αποβολή εκείνου που δεν είναι αμέσως και προσωπικά ζημιωθείς, ήτοι με τον εξονυχιστικό έλεγχο της ουσιαστικής νομιμοποίησης, ώστε ο κατηγορούμενος να έχει έναν «άξιο» αντίπαλο και όχι έναν άσχετο τρίτο.
Εάν δηλαδή είναι σημαντικό από όλους εκείνους τους κατά το αστικό δίκαιο δικαιούμενους σε αποζημίωση ή αποκατάσταση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης να επιλέξουμε μόνο αυτούς των οποίων η παρουσία συνάδει με το χώρο της ποινικής δίκης, φαίνεται από την άλλη επιτακτική η ανάγκη να μην υποβάλλουμε τους τελευταίους στην υπερβολική τήρηση τύπων ούτε να απαιτούμε από αυτούς την τήρησή τους κατά γράμμα, στα πλαίσια μιας «δικονομικής τυπολατρίας» και εξεζητημένης ανελαστικότητας. Και εάν μεν θεωρήσουμε τη συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη ως ένα δικαίωμα που εμπεριέχεται σε αυτό της δικαστικής προστασίας του άρ. 20 παρ. 1 Σ, δεν τίθεται κανένα πρόβλημα από τη θέσπιση δικονομικών προϋποθέσεων, στο μέτρο που οι τελευταίες, εφόσον δεν κονιορτοποιούν το δικαίωμα και δεν το πλήττουν στον πυρήνα του θεωρούνται θεμιτές. Εάν όμως συνεκτιμήσουμε ότι το διφυές αυτό δικαίωμα (αστικού και ποινικού χαρακτήρα) σχετίζεται άμεσα με μια ποινική δίκη, της οποίας τα μέσα και οι στόχοι διαφέρουν ουσιωδώς από δίκες που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια της πολιτικής διαδικασίας, τότε θα πρέπει από όλους εκείνους τους τύπους να επιλέξουμε μόνον τους συμβατούς με την ποινική διαδικασία.
Όποιος δικονομικός τύπος δεν διαπνέεται από τη ratio των παραπάνω στοιχείων, θα πρέπει να θεωρείται ως ξένο σώμα προς την ποινική δίκη, να αποφεύγεται η νομοθετική του καθιέρωση, ή να καταργείται η τυχόν υπάρχουσα, ειδάλλως ο δικαστής να προβαίνει σε μία τέτοια ερμηνεία της διάταξης ώστε να διαφυλάσσει την ποινική δίκη από τυχόν αυθαίρετες και ασύμβατες με την ποινική διαδικασία νομοθετικές παρεμβάσεις.
Τέτοιοι «τύποι» επί των οποίων πρέπει να ισχύουν οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι και ορισμένοι (δηλαδή όχι όλοι) από τους συν-αποτελούντες τις διατυπώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής που αφορούν την είσοδο στην ποινική δίκη του πληρούντος το ουσιαστικό κριτήριο νομιμοποίησης ζημιωθέντος. Σε περίπτωση όμως που ο μεν νομοθέτης δε λαμβάνει υπόψη του τον προορισμό και τα αιτήματα μιας ποινικής δίκης ο δε δικαστής είναι αδύνατον να αχθεί σε μια, διά της ερμηνείας, ορθή εφαρμογή των παραπάνω «τύπων» (διότι δε χωρεί εκ των πραγμάτων τέτοια ερμηνεία), (θεωρώ ότι) ο μόνος δρόμος που απομένει είναι η μη εφαρμογή της σχετικής διάταξης ως αντίθετης προς το Σύνταγμα (άρ. 93 παρ. 4 Σ) και συγκεκριμένα προς την παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων η οποία κατά μία άποψη θεμελιώνεται στη γενική αρχή της ισότητας του άρ. 4 παρ. 1 Σ ενώ κατ’ άλλη άποψη αποτελεί περιεχόμενο του δικαιώματος δικαστικής ακρόασης του άρ. 20 Σ το οποίο πρέπει να διανέμεται ισότιμα.
Γενικότερα, η διείσδυση της αρχής της ισότητας των όπλων και στην ποινική δίκη έχει ως αποτέλεσμα την επέκταση και στον πολιτικώς ενάγοντα ενός δικαιώματος που προβλέπεται (όχι αποκλειστικά) για τον κατηγορούμενο. Η εφαρμογή όμως της εν λόγω αρχής στη μελετώμενη περίπτωση, (κατά τη γνώμη μου) μπορεί να ειδωθεί και υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατόν από τη μια η παραχρήμα – άνευ όρων και προϋποθέσεων – απονομή δικαιωμάτων στο πρόσωπο που έχει λάβει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, ενώ η απονομή αντίστοιχων δικαιωμάτων στο πρόσωπο που έχει ουσιαστικά αδικηθεί να περνά από τις «συμπληγάδες πέτρες» τύπων που τίποτε το ουσιαστικό δεν έχουν να προσφέρουν στα πλαίσια των θεμελιωδών αιτημάτων και των αρχών της ποινικής δίκης.
Θα μπορούσε εδώ να αντιτείνει κανείς ότι αφενός αναμφίβολα ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε εγγενώς δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τον ζημιωθέντα που σπεύδει να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, αφετέρου η ισότητα των όπλων (κατά την άποψη που τη θεμελιώνει στο άρ. 4 παρ. 1 Σ) δεν είναι τυπική-αριθμητική αλλά ουσιαστική-αναλογική (στοχεύει δηλαδή σε ίση μεταχείριση ομοίων και διαφορετική μεταχείριση των ανομοίων). Ωστόσο, η προστασία του κατηγορουμένου, όπως και η θεώρηση της ισότητας υπό την ουσιαστική της εκδοχή, διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο ακριβώς στο επίπεδο της ουσιαστικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, και επιβάλλουν στο νομοθέτη, στον ερμηνευτή και στον εφαρμοστή του δικαίου, να επιλέξουν μ ό ν ο ν τους ουσιαστικά αδικηθέντες ως φορείς άξιους απονομής της ιδιότητας και των δικαιωμάτων του πολιτικώς ενάγοντος ώστε να μην εισέρχεται στην ποινική δίκη ο καθένας που κατά τους ισχυρισμούς του εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του παραβιασθέντος και αποτελούντος αντικείμενο της εν λόγω δίκης κανόνα του ποινικού δικαίου. Τα πράγματα όμως (θεωρώ πως) διαφοροποιούνται όταν ο (ήδη κριθείς ως) ουσιαστικά αδικηθείς υποβάλλεται σε κάποιους τύπους ανούσιους. Τέτοιου είδους τύποι δεν είναι σωστό να συνδέονται με την προστασία του κατηγορουμένου και συνακόλουθα η μη εφαρμογή τους λόγω πρόσκρουσης προς την αρχή της ισότητας να αναχαιτίζεται από την συνεκτίμηση της ανάγκης προστασίας του κατηγορουμένου.
Η τελευταία υφίσταται για να αναπτύσσει τη δράση της ακριβώς σε εκείνες τις περιπτώσεις που η μονόπλευρη ρητή απονομή δικαιωμάτων αποκλειστικά στον κατηγορούμενο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντίθετη προς την ισότητακαι όχι για να δικαιολογεί τη μη απονομή των σύμφυτων με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος δικαιωμάτων στον ουσιαστικά αδικηθέντα, διά της θέσπισης ανούσιων τύπων, ασύμβατων με την ποινική διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει, (θεωρώ ότι) θα πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή, για κάθε συγκεκριμένο πρόβλημα που ανακύπτει στην πράξη, ανάμεσα στην προστασία του κατηγορουμένου από τη μια μεριά και στο μη παραγκωνισμό της θέσης του ουσιαστικά αδικηθέντος από την άλλη. Πρόκειται πράγματι για δύο αντίρροπα ζητούμενα (αφενός προστασία κατηγορουμένου αφετέρου διευκόλυνση συμμετοχής του φέροντος τις προϋποθέσεις ουσιαστικής νομιμοποίησης αδικηθέντος) που αποτελούν σε τελική ανάλυση επέκταση της θεώρησης του ποινικού δικαίου (ουσιαστικού και δικονομικού) ως «μέτρου προστασίας των εννόμων αγαθών και μέτρου ελευθερίας των πολιτών». Όσο δηλαδή είναι επιτακτική η ανάγκη της πολιτειακής αντίδρασης στο έγκλημα και της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών στην έννομη τάξη, άλλο τόσο είναι επιβεβλημένη η διασφάλιση προστασίας του κατηγορουμένου από τυχόν αυθαιρεσίες και η παροχή της δυνατότητας υπεράσπισης του εαυτού του. Ισχύει όμως και το αντίστροφο! Όσο αξίζει κανείς να προστατεύσει τον κατηγορούμενο, άλλο τόσο οφείλει να λάβει υπόψη του ότι στην αντίπερα όχθη βρίσκεται ένας άνθρωπος που αδικήθηκε άμεσα και προσωπικά, ο οποίος αναμένει περαιτέρω και την τυπική του νομιμοποίηση ώστε να εισέλθει στην ποινική δίκη, καθιστάμενος έτσι ως φορέας εκείνου του τμήματος της ποινικής αξιώσεως της πολιτείας που αντιστοιχεί στη δική του βλάβη και την αντίστοιχη αξίωσή του για δικαίωση, ένας κύριος συμπράττων στην απάντηση κατά του εγκλήματος.
Αλλά ακόμη και αν κληθεί κανείς να προσδιορίσει κατά το δυνατόν τη «χρυσή τομή» εν προκειμένω (θεωρώ ότι) είναι ακριβώς αυτή: από τη μια προσεκτική οριοθέτηση του κύκλου των προσώπων που δικαιούνται να λάβουν μέρος στην ποινική δίκη ως υφιστάμενοι άμεση και προσωπική ζημία (ουσιαστική νομιμοποίηση), από την άλλη όμως, για όσους πληρούν το πρώτο κριτήριο της ουσιαστικής νομιμοποίησης, μη προσκόλληση σε εκείνους τους τύπους που φαίνονται ανούσιοι.
Ειρήσθω τέλος ότι η θέσπιση από το νομοθέτη και η διατήρηση εξεζητημένων δικονομικών τύπων για τη συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη αντιτίθεται και προς της εξασφάλιση εκείνων των προϋποθέσεων που εξασφαλίζουν την έμπρακτη εφαρμογή της αρχής της κατ’ αντιδικίαν διεξαγωγής της ποινικής δίκης, ιδίως στη διαδικασία στο ακροατήριο.
3. αντιπαραβολή ουσιαστικής νομιμοποίησης και διατυπώσεων παράστασης πολιτικής αγωγής
Συμπερασματικά, το δικαστήριο (στο ακροατήριο) ή το συμβούλιο (στην προδικασία) θα πρέπει πρώτα να ελέγξει την ουσιαστική νομιμοποίηση του δηλούντος παράσταση πολιτικής αγωγήςκαι με ιδιαίτερη αυστηρότητα και σχολαστικότητα να ερευνά τη συνδρομή τόσο της άμεσης όσο και της προσωπικής ζημίας ώστε να μην διευρυνθεί υπέρμετρα ο κύκλος των δικαιουμένων σε παράσταση πολιτικής αγωγής. Δεν είναι πρέπον να δίνεται η δυνατότητα συμμετοχής στον ευαίσθητο χώρο της ποινικής δίκης στον «καθένα». Εξάλλου, η συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντα έχει εξαιρετικό χαρακτήρα στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης.
Αφότου όμως το αποφασίζον δικαστικό όργανο πεισθεί ως προς την ουσιαστική νομιμοποίηση, θα πρέπει να διευκολύνει τη συμμετοχή του προσώπου στην ποινική δίκη, προβαίνοντας στον εξής διαχωρισμό: Όσον αφορά εκείνες τις διατυπώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής οι οποίες έχουν να προσφέρουν κάτι το ουσιώδες σε σχέση και με τα αιτήματα της ποινικής δίκης, θα πρέπει να τις ερευνά προσεκτικά. Κατά τα άλλα, όσον αφορά εκείνους τους τύπους που διαπνέονται μόνον από τη ratio της αναχαίτισης της εισόδου στην ποινική δίκη, η προσκόλληση και η εμμονή της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας σε αυτούς καταντά πλέον «τυπολατρία». Γι’ αυτό και ο δικαστής, σύμφωνα και με όσα υποστηρίξαμε παραπάνω, θα πρέπει διά της ερμηνείας να τους προσπερνά. Σε καμία δε περίπτωση η Νομολογία δε θα πρέπει, όπως πράγματι συμβαίνει, να προβαίνει σε ερμηνεία που οδηγεί σε διεύρυνση των τύπων που δεν ανταποκρίνονται σε ουσιαστικές αρχές της ποινικής δίκης.
Στον παραπάνω διαχωρισμό φαίνεται να προβαίνει σιωπηρά ακόμη και το ΕΔΔΑ ως προς τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική δίκη, εν όψει της υπαγωγής του δηλούντος παράσταση πολιτικής αγωγής θύματος στο προστατευτικό πεδίο του άρ. 6 παρ. 1 εδ. α΄ ΕΣΔΑ ως φορέα αστικής φύσης αξιώσεων.Έτσι, ενώ δέχεται πως και η πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη, ως εμπίπτουσα στο άρ. 6 ΕΣΔΑ, θεμιτά υπόκειται σε περιορισμούς διαδικαστικών προϋποθέσεων στα πλαίσια επιβολής από τα κράτη προϋποθέσεων παραδεκτού για κάθε είδους «προσφυγή»,ωστόσο υπήρξαν περιπτώσεις που αγνόησε την προσκόλληση σε τύπους, άλλοτε επικαλούμενο την εθνική Νομολογία, βασιζόμενο και εναρμονιζόμενο με αυτήν, και άλλοτε αγνοώντας παντελώς τα κρατούντα στην Νομολογία ενός κράτους, εν όψει της διαφύλαξης της ουσίας. Σε ένα τέτοιο πνεύμα λοιπόν θα πρέπει να κινείται και ο έλληνας δικαστής, εναρμονιζόμενο με τις επιταγές της ΕΣΔΑ, που κατά το άρ. 28 παρ. 1 Σ υπερισχύει από κάθε άλλη εθνική διάταξη νόμου, όπως αυτή ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ.
Γ΄ ΜΕΡΟΣ
ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ
1. Η έννοια «των διατυπώσεων παράστασης πολιτικής αγωγής» ως τμήμα των διαδικαστικών προϋποθέσεων
Ο νομοθέτης, έχοντας ως σημείο εκκίνησης τις προϋποθέσεις και τους όρους νομιμοποίησης του ενάγοντος στην πολιτική διαδικασία, διαμόρφωσε τις ειδικές δικονομικές προϋποθέσειςσυμμετοχής του θύματος στην ποινική δίκη ως πολιτικώς ενάγοντος, οι οποίες σε κάποια σημεία ομοιάζουν ενώ σε άλλα παρεκκλίνουν, είτε ελαφρώς είτε πολύ, από τις αντίστοιχες διαδικαστικές προϋποθέσεις (άρ. 62 επ. ΚΠολΔ) της πολιτικής διαδικασίας.
Ειδικότερα, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη είναι οι εξής .
α) η δήλωση παράστασης κατά τις νόμιμες διατυπώσεις
β) η επί της πολιτικής αγωγής δικαιοδοσία και αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων
γ) η ικανότητα προς το είναι διάδικον
δ) η ικανότητα προς το παρίστασθαι σε δικαστήριο και διεξάγειν τη δίκη ιδίω ονόματι
Οι μελετώμενες διατυπώσεις περιλαμβάνονται στο παραπάνω υπό α΄ στοιχείο και αφορούν το χρόνο, τον τρόπο και το περιεχόμενο δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής. Περιγράφονται στα άρ. 83 και 84 για την προδικασία και στο άρ. 68 ΚΠΔ για το ακροατήριο.Βέβαια, στη θεωρία του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, φαίνεται οι εν λόγω διατυπώσεις να καλούνται κοντολογίς ως «τυπική νομιμοποίηση».Ας ειπωθεί δε ότι η δήλωση παράστασης αποτελεί στο χώρο της ποινικής δίκης το αντίστοιχο του εισαγωγικού τηςπολιτικής δίκης εγγράφου του δικογράφου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
2. Οι επιμέρους διατυπώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής
Οι διατυπώσεις της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής μπορούν να διαχωριστούν με κριτήριο το χρόνο, τον τρόπο και το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης τόσο κατά την προδικασία όσο και κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο.
α. διατυπώσεις που αφορούν το χρόνο δήλωσης
αα. Το θεμιτό των διατυπώσεων του χρόνου
Καταρχήν, ας ειπωθεί ότι όλες οι πρoϋποθέσεις που συνέχονται με το χρόνο δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο, φαίνονται να εναρμονίζονται πλήρως με τα θεμελιώδη αιτήματα της ποινικής δίκης. Δεν αποτελούν εξεζητημένους όρους, αν ληφθεί υπόψη, πρώτον, η οικονομία της δίκης και η ανάγκη ταχείας διεξαγωγής αυτής, υπό την έννοια ότι το θέμα παράστασης πολιτικής αγωγής, κάποτε, σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό σημείο, θα πρέπει να «κλείσει» και να μη μένει επ’ αόριστον ανοιχτό αν θα παραστεί ή όχι κάποιος ως πολιτικώς ενάγων. Δεύτερον, από τον καθορισμό ενός ασφαλούς χρονικού σημείου μετά το οποίο δεν είναι δυνατή η παράσταση πολιτικής αγωγής, πέρα από την ασφάλεια δικαίου, δημιουργείται και ασφάλεια στον ίδιο τον κατηγορούμενο ο οποίος θα γνωρίζει ως βέβαιο ότι πλέον δε θα έχει πέρα από την κατηγορούσα αρχή να αντιμετωπίσει και έναν «ιδιώτη κατήγορο». Τρίτον, η απαίτηση του νομοθέτη να δηλώνει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας την παράστασή του δεν αντιτίθεται ούτε και προς το δικαίωμα της ισότητας των όπλων, δεδομένου ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, του οποίου τα δικαιώματα κυρίως τρώσκονται στην ποινική δίκη, έχει σε ορισμένες περιπτώσεις συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια να αμυνθεί.
ββ. Ο χρόνος δήλωσης κατά την προδικασία
Ως προς το χρόνο κατά την προδικασία, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, όπως προκύπτει από το άρ. 83 παρ. 1 ΚΠΔ, που παραπέμπει στο άρ. 308 ΚΠΔ, μπορεί να υποβληθεί μέχρι το πέρας της ανάκρισης. Ωστόσο ως πέρας της ανάκρισης νοείται τόσο η τυπική, δηλαδή η γνωστοποίηση του ανακριτή προς τους διαδίκους της ολοκλήρωσης των οικείων εργασιών ανάκρισηςόσο και η ουσιαστική, ήτοι η έκδοση Πρωτόδικου βουλεύματος από το Συμβούλιο, και ως εκ τούτου φαίνεται να προκύπτει προβληματισμός περί του ακριβούς καταληκτικού χρονικού σημείου δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής.
Ειδικότερα, εάν το τελειωτικό χρονικό σημείο δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής δεχτούμε ότι είναι η τυπική περάτωση της ανάκρισης, συρρικνώνεται κατά πολύ ο χρόνος παράστασης πολιτικής αγωγής, δεδομένου ότι μετά την τυπική περάτωση, ο δηλώσας παράσταση στερείται του δικαιώματος επανάληψης τυχόν λανθασμένης δήλωσής του, είτε απεβλήθη (διά της έκδοσης βουλεύματος) μέχρι και την τυπική περάτωση, είτε μετά από αυτήν. Τα πράγματα θα έχουν διαφορετικά, εάν η προθεσμία γίνει δεκτό ότι επεκτείνεται μέχρι την έκδοση οριστικού βουλεύματος, δεδομένου ότι τυχόν αποβολή της πολιτικής αγωγής διά αμετακλήτουπαρεμπίπτοντος βουλεύματος, σε τίποτα δεν κωλύει τον πολιτικώς ενάγοντα να επαναλάβει ορθώς τη δήλωσή του, πάντως πριν από την έκδοση οριστικού βουλεύματος.
Ο νομοθέτης φαίνεται να εννοούσε την ουσιαστική περάτωση (άποψη απόλυτα κρατούσα σε θεωρία και Νομολογία) όπως προκύπτει από το (σήμερα καταργημένο) άρ. 480 παρ. 2 κατά το οποίο ο πολιτικώς ενάγων είχε δικαίωμα έφεσης κατά των απαλλακτικών βουλευμάτων «αν πριν από την έκδοση του βουλεύματος δήλωσε ότι παρίσταται με την ιδιότητά του αυτή και δεν έχει αποβληθεί». Έτσι, ακόμα κι αν ο δηλώσας παράσταση αποβλήθηκε με (παρεμπίπτον) βούλευμα που εκδόθηκε μέχρι την ουσιαστική περάτωση, εν συνεχεία μπορεί να επαναλάβει σωστά την δήλωσή του και επομένως να ασκήσει και το προβλεπόμενο στο άρ. 309 παρ. 2 εδ. στ΄ δικαίωμα κάθε διαδίκου να επηρεάσει την επικείμενη ετυμηγορία του συμβουλίου με την υποβολή εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων προς το συμβούλιο, πράγμα που θα ήταν αδύνατον σε περίπτωση που καταληκτικό σημείο της νομιμοποίησης πολιτικής αγωγής ήταν η τυπική περάτωση της ανάκρισης. Περαιτέρω, γίνεται σαφώς δεκτό (με βάση και τη γραμματική διατύπωση του καταργημένου άρ. 480 παρ 2 ΚΠΔ) ότι απώτερο χρονικό σημείο είναι η έκδοση του πρωτοβάθμιου βουλεύματος, και ειδικότερα η υπογραφή του, αμέσως μετά την καθαρογραφή, από τον προεδρεύοντα δικαστή και το γραμματέα, και όχι η επίδοσή του.
Περαιτέρω, για τα εγκλήματα που η περάτωση της κύριας ανάκρισης λαμβάνει χώρα με έκδοση Βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών (άρ. 308 εδ. γ΄), η έκδοση αυτού του Βουλεύματος είναι το απώτατο χρονικό σημείο της δήλωσης παράστασης Πολιτικής αγωγής, ενώ όταν η παραπομπή πραγματοποιείται με απευθείας κλήση (όπως συμβαίνει στην ευθύτατη παραπομπή, στην προανάκριση –άρ. 245 παρ. 1 ΚΠΔ ή στην ανάκριση που περατώνεται με απευθείας κλήση : άρ. 308 παρ. 3, 308 Α παρ. 2) το χρονικό όριο είναι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος.Επίσης, σε περίπτωση που εξεδόθη σε πρώτο βαθμό βούλευμα που διατάσσει περαιτέρω ανάκριση, είναι δυνατή η δήλωση παράστασης κατά το νέο αυτό στάδιο της ανάκρισης.Τίθεται ζήτημα όμως αν συμβαίνει το ίδιο και σε περίπτωση που το Συμβούλιο εφετών, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό κατόπιν έφεσης κατά του πρωτοβάθμιου βουλεύματος, διατάσσει περαιτέρω ανάκριση. Κάποιοι συγγραφείς, όπως και η Νομολογία, δέχονται αυτή τη δυνατότητα με το επιχείρημα της συνέχισης της ανακριτικής διαδικασίας και συνακόλουθα παρέκτασης της τασσόμενης περί νομιμοποίησης προθεσμίας, ενώ άλλοι την απορρίπτουν στηριζόμενοι (μεταξύ άλλων) πρώτον στη γραμματική διατύπωση του άρ. 83 παρ. 1 εδ. α΄ΚΠΔ το οποίο παραπέμπει μόνο στο άρ. 308 ΚΠΔ και όχι στο άρ. 318 ΚΠΔ, υποδεικνύοντας έτσι ως κρίσιμο γεγονός την έκδοση του πρωτοβάθμιου αποκλειστικά οριστικού βουλεύματος, δεύτερον στο γεγονός ότι η διάταξη από το δευτεροβάθμιο συμβούλιο εφετών περαιτέρω ανάκρισης επιφέρει μάλλον κατά κυριολεξία αναβίωση της ήδη ουσιαστικά, με την έκδοση του πρωτοβάθμιου βουλεύματος, τερματισθείσας ανάκρισης, παρά συνέχισή της, και επομένως δεν είναι δυνατόν να παρατείνει μια ήδη ανενεργό προθεσμίας, και τρίτον σε δικαιοπολιτικά επιχειρήματα όπως η έκθεση της ποινικής δίκης σε κίνδυνο επικίνδυνων παλινωδιών, με κύριο αποδέκτη τον ίδιο τον κατηγορούμενο ο οποίος ενώ με την ουσιαστική περάτωση της ανάκρισης είχε αποκτήσει την εύλογη πεποίθηση αναφορικά με την απουσία αντιδικίας, τώρααιφνιδιάζεται αποκτώντας ξαφνικά, χωρίς να συντρέχει εύλογος λόγος, έναν ακόμη κατήγορο. Η δεύτερη άποψη φαίνεται να έχει σαφώς ένα πλήρες, οργανωμένο και πειστικότερο πλέγμα επιχειρημάτων. Συν τοις άλλοις συνάδει απολύτως με τα ουσιώδη αιτήματα της ποινικής δίκης, δηλαδή τόσο με την επιτάχυνση της δίκης η οποία κάποτε μάλιστα πρέπει να τερματιστεί και άρα δεν μπορεί το θέμα της νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος να παραμένει επ’ αόριστον εκκρεμές όσο και με την προστασία, κατά τα προεκτεθέντα, του κατηγορουμένου.
β. διατυπώσεις που αφορούν το χρόνο δήλωσης στο ακροατήριο
Ως προς το ακροατήριο, το απώτατο χρονικό σημείο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής είναι η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας (άρ. 6 παρ. 2 ΚΠΔ), η οποία λαμβάνει χώρα με την εξέταση μάρτυρα ή τη διεξαγωγή άλλης αποδείξεως π.χ. ανάγνωση εγγράφου (συνδυασμός άρθρων 339, 343, 350 ΚΠΔ). Το άρ. 68 παρ. 1 αναφέρεται σαφώς στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ωστόσο στην πράξη ανακύπτουν πολλαπλά ζητήματα τα οποία θα μελετήσουμε στη συνέχεια.
Πρώτον, αυτός ο οποίος νομιμοποιήθηκε ως πολιτικών ενάγων κατά την προδικασία και δεν αποβλήθηκε είναι υποχρεωμένος κατά την διαδικασία στο ακροατήριο να επαναλάβει τη σχετική δήλωση και αν ναι μέχρι ποίου σημείου. Δεύτερον, είναι δυνατόν να δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής το πρώτον κατά την μετ΄ αναβολή δίκη και να γίνει αυτή δεκτή; Τρίτον, είναι δυνατόν να δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής το πρώτον κατά την δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, μετά από διαπίστωση αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή μετά από την παραπομπή του άρ. 136 ΚΠΔ; Tέταρτον, είναι δυνατόν να δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής το πρώτον κατά την δίκη κατόπιν ευδοκίμησης αίτησης ακύρωσης διαδικασίας (341 ΚΠΔ) ή απόφασης (430 ΚΠΔ); Πέμπτον, όταν έχει λάβει χώρα αναβολή και ενώ έχει ήδη δηλωθεί η παράσταση κατά τη δίκη προ της αναβολής, είναι υποχρεωμένος ο πολιτικός ενάγων να δηλώσει ξανά την παράστασή του και αν ναι μέχρι ποίου σημείου; Έκτον, είναι δυνατόν να δηλωθεί το πρώτον παράσταση πολιτικής αγωγής κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό εφόσον ο δηλών παράσταση πολιτικής αγωγής δεν παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση; Εβδομον, ο πολιτικώς ενάγων που νομιμοποιήθηκε κατά τη διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένος να την επαναλάβει και στο δευτεροβάθμιο και μέχρι ποίου σημείου; Και, τέλος, όγδοον, θα ερευνηθεί το ζήτημα της δυνατότητας παράστασης πολιτικής αγωγής από το θύμα κατά τη συζήτηση που αφορά διόρθωση ή συμπλήρωση δικαστικής απόφασης κατ’ άρ. 145 ΚΠΔ.
Ως προς το πρώτο ζήτημα, γίνεται ορθά δεκτό ότι το άρ. 68 έχει τεθεί για την περίπτωση που κάποιος είτε δεν προέβη σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην προδικασία είτε προέβη αλλά αποβλήθηκε. Εάν αντιθέτως παρέστη κατά την προδικασία και δεν αποβλήθηκε, τότε η δήλωση στο ακροατήριο έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα και συνιστά απλώς πιστοποίηση, όπως συνάγεται και από το άρ. 343 εδ. α΄ υποεδ. α΄. Η νομιμοποίηση που έλαβε χώρα κατά την προδικασία ισχύει και ενώπιον του ακροατηρίου, επομένως είναι περιττό ο ήδη πολιτικώς ενάγων να επαναδιατυπώνει τη δήλωση παράστασης με κάθε λεπτομέρεια, εφόσον το έπραξε ήδη κατά την προδικασία. Αρκεί, αλλά και είναι αναγκαία, η αποσαφήνιση του θύματος ότι εξακολουθεί να μετέχει ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη. Πλην όμως η δήλωση δεν υπάγεται εδώ στα πλαίσια του άρ. 68 ΚΠΔ παρά μόνον στα πλαίσια του άρ. 343 εδ. α΄ υποεδ. α΄.Ως προς το δεύτερο ζήτημα, νομοθετικά υφίσταται η διάταξη του άρ. 68 παρ. 3 εδ. β΄ η οποία με μια πρώτη πρόχειρη ανάγνωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πάντοτε είναι δυνατή η δήλωση το πρώτον στη μετ’ αναβολή δίκη.
Ωστόσο, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι όταν η αναβολή της υπόθεσης λαμβάνει χώρα για κρείσσονες αποδείξεις, πράγμα που σημαίνει ότι ήδη η αποδεικτική διαδικασία έχει ξεκινήσει, και άρα το τασσόμενο χρονικό όριο του άρ. 68 παρ. 2 ΚΠΔ παρήλθε, για να παραστεί νομίμως ο πολιτικώς ενάγων κατά τη νέα συζήτηση πρέπει ήδη να έχει νομιμοποιηθεί πριν από την αναβολή της συζήτησης, όπως συνάγεται και από την προσεκτική διατύπωση του άρ. 68 παρ. 3 εδ. β΄ που αναφέρεται όχι στην άσκηση αλλά στην κατά την (για οποιοδήποτε λόγο) μετ’ αναβολή συζήτηση υποστήριξη (της ήδη ασκηθείσας) δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής. Όμως οι υποστηρικτές της πρώτης άποψης, μεταξύ άλλων επιστρατεύουν ως επιχείρημα και την επανεκδίκαση της υπόθεσης εξ’ αρχής και ολοκληρωτικά στη μετ’ αναβολή δικάσιμο σε κάθε περίπτωση. Επ’ αυτού θα έλεγε κανείς ότι η παραπάνω άποψη συνδέει απλώς την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας με την αναμενόμενη νέα συζήτηση και μόνον, ενώ εδώ χρήζει έρευνας το αν η προηγηθείσα επεξεργασία των αποδείξεων συνιστά για την επικείμενη συζήτηση μια παράμετρο υπολογίσιμη ή αδιάφορη. Στο μέτρο λοιπόν που οι κρείσσονες αποδείξεις εισφέρουν απλά συμπλήρωση ή επανόρθωση σε τυχόν ατέλειες των αποδείξεων που προηγήθηκαν, οι τελευταίες «πρέπει να εκληφθούν ως κεκτημένη υποδομή, λειτουργικά αλληλένδετη και αξιολογικά συνεκτιμητέα με τα προσκομιζόμενα το πρώτον στο ακροατήριο στοιχεία».
Ας διευκρινισθεί επίσης ότι όταν η αναβολή έλαβε χώρα για άλλο λόγο πλην των κρεισσόνων αποδείξεων  και επιπλέον δεν έχει καν ξεκινήσει η αποδεικτική διαδικασία, παραδεκτά προβάλλεται η δήλωση παράστασης το πρώτον. Φαίνεται τέλος αυτονόητο ότι επιτρέπεται το πρώτον η δήλωση όταν η αναβολή έλαβε χώρα για κρείσσονες αποδείξεις, πλην όμως δεν ξεκίνησε καν η αποδεικτική διαδικασία πριν από την αναβολή.
Για να απαντήσουμε στο τρίτο ερώτημα (θεωρώ ότι) θα πρέπει πρώτα να λάβουμε υπόψη μας ότι τέτοιο ζήτημα τίθεται πρώτον, όταν από την συζήτηση προέκυψε η αναρμοδιότητα (δηλαδή σαφώς μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας) ενώ το έγκλημα ανήκε σε αρμοδιότητα ανώτερου δικαστηρίου (119 παρ. 2 ΚΠΔ) και δεύτερον, όταν η αναρμοδιότητα προέκυψε πριν από τη συζήτηση.
Το ζήτημα (θεωρώ ότι) θα επιλυθεί ως ακολούθως: Eάν στο αναρμόδιο δικαστήριο που παρέπεμψε είχε ήδη ξεκινήσει η αποδεικτική διαδικασία, θα αποκλειστεί μάλλον η δυνατότητα νέας δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής, δεδομένου του ενιαίου και αδιάσπαστου της αποδεικτικής διαδικασίας, (όπως έγινε δεκτό και για την περίπτωση της αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις)
Εάν όμως, παρά την παρέλευση του κρίσιμου αυτού χρονικού σημείου, μπορούν να υπάρχουν παράγοντες τέτοιοι που αποκλείουν αυτόν τον ενιαίο και αδιάσπαστο χαρακτήρα, τότε φαίνεται εφικτή η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στο δικαστήριο μετά την παραπομπή. Τέτοια περίπτωση σαφώς συντρέχει όταν λαμβάνει χώρα ολική επαναφορά της υπόθεσης από τη διαδικασία στο ακροατήριο στο στάδιο της προδικασίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που έχουμε αλλαγή δικαιοδοσίας (όταν για παράδειγμα ως αρμόδιο κρίνεται το στρατιωτικό δικαστήριο) ή στην περίπτωση που καθ’ ύλην αναρμόδιο δικαστήριο ήταν το μονομελές πλημμελειοδικείο ή το πταισματοδικείο (120 παρ. 3 ΚΠΔ)Εν προκειμένω, θα φαινόταν κάπως υπερβολικό να θεωρήσει κανείς ότι και σε μια τέτοια περίπτωση νοείται και διατηρείται διατηρηθεί το αδιάσπαστο και ενιαίο ανάμεσα σε αποδεικτική διαδικασία προ και μετά την παραπομπή.
Στην περίπτωση της κατά τόπον αναρμοδιότητας, δε φαίνεται να υφίσταται πρόβλημα χρονικά παραδεκτής δήλωσης της πολιτικής αγωγής σε περίπτωση που το δικαστήριο διαπιστώσει αυτή και παραπέμψει στο τοπικά αρμόδιο πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Το πρόβλημα όμως υφίσταται, εάν το δικαστήριο επιφυλαχθεί να αποφασίσει αργότερα, με βάση τις αποδείξεις. Θεωρώ πως στην συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον οι αποδείξεις αφορούν κατά κύριο λόγο την κατά τόπον αρμοδιότητα και δεν επεκτείνονται επί της ουσίας της υπόθεσης, χωρεί το πρώτον πολιτική αγωγή στο δικαστήριο μετά την παραπομπή διότι δεν ξεκίνησε επί της ουσίας η αποδεικτική διαδικασία.
Ως προς το τέταρτο ερώτημα λεκτέα τα εξής: O ζημιωθείς που κατά την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η ερήμην του κατηγορουμένου καταδικαστική απόφαση είτε είχε δηλώσει (68 παρ. 2 ΚΠΔ) είτε είχε επαναδιατυπώσει (343 εδ. α΄ ΚΠΔ) δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας μπορεί σαφώς να παραστεί νόμιμα και κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης. Πρόβλημα τίθεται σε περίπτωση που ο ζημιωθείς το πρώτον δηλώνει παράσταση του άρ. 68 ΚΠΔ κατά τη νέα συζήτηση. Οι υποστηρικτές της καταφατικής τοποθέτησηςεπικαλούνται την αναλογική εφαρμογή του άρ. 68 παρ. 3 εδ. β΄, παραβλέποντας αφενός την διατύπωση του νόμου περί υποστήριξης (της ήδη ασκηθείσας) παράστασης πολιτικής αγωγής αφετέρου ότι κρίσιμο στοιχείο εδώ αποτελεί, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω για την αναβολή, το υπολογίσιμο ή το αδιάφορο των αποδεικτικών στοιχείων και της επεξεργασίας τους που έλαβαν χώρα κατά την ερήμην του κατηγορουμένου συζήτηση. Και ως προς τα τελευταία, κάθε άλλο παρά αδιάφορη είναι η προδιανυθείσα αποδεικτική διαδικασία, διότι με την αίτηση ακύρωσης αποφάσεως ή διαδικασίας το μόνο που επέρχεται μεν άρσης της νομικής υπόστασης των ερήμην εκδοθεισών δικαιοδοτικών κρίσεων αλλά παράλληλα παραμένει ισχυρή η ήδη διανυθείσα αποδεικτική διαδικασία, χωρίς να περιθωριοποιείται, και επομένως βρίσκεται, όπως συμβαίνει και με την αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις, σε αδιάσπαστη ενότητα με την επακολουθούσα κατά τη νέα συζήτηση. Το σπουδαιότερο όμως επιχείρημα προκύπτει και από την ιδιομορφία της αιτήσεως ακυρώσεως διαδικασίας (341 ΚΠΔ) και αποφάσεως (430 ΚΠΔ) ως ενδίκων βοηθημάτων που ναι μεν δεν ανήκουν τυπικά στα ένδικα μέσα ούτε και επιρρίπτουν σφάλμα στην προεκδοθείσα απόφαση, πλην όμως, στο μέτρο που αποσκοπούν σε επανεκτίμηση μιας κατάστασης, διέπονται από τους γενικούς ορισμούς των άρ. 462 επ. ΚΠΔ. Ως εκ τούτου υπόκεινται στην αρχή
της μη χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου, πράγμα το οποίο αναντίρρητα επιφέρει η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής το πρώτον κατά την νέα, μετά την ευδοκίμηση της αίτησης των άρ, 341 και 430 ΚΠΔ, συζήτηση της υπόθεσης.Περαιτέρω, ορθό φαίνεται και στην περίπτωση δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της ίδιας της αίτησης των άρ. 341 και 430 ΚΠΔ να δοθεί ομόρροπη με τα αμέσως προηγηθέντα λύση.
Για την απάντηση στο πέμπτο ερώτημα που θέσαμε είναι ορθό να ακολουθήσει κανείς την ίδια συλλογιστική που δεν απαιτεί εκ νέου νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος όταν αυτός ήδη νομιμοποιήθηκε κατά την προδικασία. Έτσι, αρκεί (πολλώ μάλλον) εδώ απλώς μια διαπίστωση, πιστοποίηση και επαλήθευση της ήδη δηλωθείσας παράστασης στα πλαίσια του άρ. 343 εδ. α΄ υποεδ. α΄. Εξάλλου είναι σαφής η νομοθετική διατύπωση περί απλής υποστήριξης (και όχι εκ νέου άσκησης) της ήδη ασκηθείσας παράστασης πολιτικής αγωγής, για οποιοδήποτε λόγο κι αν έχει λάβει χώρα η
αναβολή. Κατόπιν αυτών (θεωρώ πως) είναι λανθασμένη η αντίληψη που έχει
διατυπωθεί από τη Νομολογία πως η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής όταν επαναλαμβάνεται στη μετ’ αναβολή δίκη πρέπει να περιέχει όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία. Πάντως, ένα ακόμα επιχείρημα που θα μπορούσε να επιστρατευθεί ιδίως για την περίπτωση αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις είναι ότι δεν απαιτείται στη μετ’ αναβολή συζήτηση εκ νέου άσκηση παράστασης πολιτικής αγωγής με όλους τους νόμιμους τύπους, με την ίδια ακριβώς ratio που αποκλείεται το πρώτον η δήλωση παράστασης δεδομένης της προηγηθείσας έναρξης αποδεικτικής διαδικασίας σε συνδυασμό και με τον ενιαίο και αδιάσπαστο χαρακτήρα ήδη προηγηθείσας αφενός και ακολουθούσας αποδεικτικής διαδικασίας αφετέρου.
Ως προς το έκτο ζήτημα, σύσσωμη η θεωρία και Νομολογία θεωρούν πως η δήλωση παράστασης το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκλείεταικαθώς αντιβαίνει εμμέσως στη βασική αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου στα ένδικα μέσα, η οποία είναι δυνατόν να επέλθει εξαιτίας της πιθανότητας επιδίκασης αποζημίωσης. Εξάλλου, επιβαρύνεται και δικονομικά η θέση του κατηγορουμένου, καθώς ο κατηγορούμενος αποκτά έναν επιπλέον κατήγορο που μάχεται «μανιωδώς» υπέρ της ενοχής του. Συνεπώς, σωστά η Νομολογία αποκλείει στο παραπάνω χρονικό σημείο το πρώτον δήλωση παράστασης Πολιτικής Αγωγής. Ειρήσθω δε ότι ίδιας αντιμετώπισης θα πρέπει να τύχει και η περίπτωση του πρωτοδίκως αποβληθέντος πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος επανέρχεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθώς και του ήδη παραστάντος κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πολιτικώς ενάγοντος, υπό διαφορετική ιδιότητα όμως αυτή τη φορά. Ας σημειωθεί όμως ότι πρoϋπόθεση για την εφαρμογή της απαγόρευσης της nonreformationinpejus αποτελεί η άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής απόφασης από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή από άλλο δικαιούμενο πρόσωπο υπέρ αυτού (470 ΚΠΔ).
Συντρεχόντων λοιπόν των όρων του 470 ΚΠΔ, στην απαγόρευση της χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου θεμελιώνεται περαιτέρω και η αδυναμία παράστασης πολιτικής αγωγής το πρώτον τόσο ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση αναίρεσης όσο και στο δικαστήριο της παραπομπής μετά από ευδοκίμηση ασκηθείσας αναίρεσης, είτε πρωτοβάθμιο (εφόσον η αναίρεση ασκήθηκε κατά ανέκκλητης πρωτόδικης απόφασης) είτε δευτεροβάθμιο. Αποκλείεται επιπλέον με την ίδια σκέψη (σε περίπτωση συνδρομής των όρων του 470 ΚΔ) και η δήλωση το πρώτον παράστασης πολιτικής αγωγής τόσο κατά τη συζήτηση αίτησης επανάληψης της διαδικασίας όσο και ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας το οποίο επελήφθη εκ νέου της υπόθεσης, εφόσον έγινε δεκτή η αίτηση επανάληψης από το δικαστικό συμβούλιο. Και για τις δύο αυτές περιπτώσεις θα ήταν αντιφατικό από τη μια να προβλέπεται η εν λόγω ειδική διαδικασία προς το συμφέρον του κατηγορουμένου και από την άλλη να είναι δυνατή η χειροτέρευση της θέσης του. Εξάλλου, καίτοι η επανάληψη της διαδικασίας είναι ένδικο βοήθημα και όχι ένδικο μέσο, είναι δυνατόν να συναχθεί, σε συνδυασμό και με την αρχή της εν γένει προστασίας του κατηγορουμένου, η αναλογική εφαρμογή αρχών των ενδίκων μέσων. Ειδικότερα δε για την περίπτωση της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας εκ νέου διαδικασία, ρητά προβλέπεται, προς αποφυγή διχογνωμιών, η μη ισχύς τηςnonreformationinpejus (530 παρ. 2 εδ. ε΄ΚΠΔ). Εάν λοιπόν ρητά προβλέπεται για την περίπτωση αυτή, δε φαίνεται ορθό να αρνηθεί κανείς την αναλογική εφαρμογή της ίδιας ρύθμισης και επί της συζήτησης της αίτησης.
Είναι περαιτέρω δύσκολη η αντιμετώπιση του ζητήματος που το θύμα δηλώνει το πρώτον παράσταση πολιτικής αγωγής σε περίπτωση εκδίκασης ενδίκου μέσου κατά το οποίο δεν ισχύει η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, όπως για παράδειγμα σε περίπτωση έφεσης από τον κατηγορούμενο κατά καταδικαστικής απόφασης και άσκησης αντίθετης έφεσης από τον εισαγγελέα ή από τον πολιτικώς ενάγοντα (σε περίπτωση δηλαδή που ήδη κατά την δίκη σε πρώτο βαθμό υπήρχε παράσταση πολιτικής αγωγής και τώρα κατά τη συζήτηση σε δεύτερο βαθμό, σπεύδει και άλλο πρόσωπο να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής) ή σε περίπτωση έφεσης από τον εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης (εδώ βέβαια η πολιτική αγωγή μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας νοείται) ή σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης (και) από τον εισαγγελέα εις βάρος του κατηγορουμένου ή σε περίπτωση υποβολής αίτησης επανάληψης της διαδικασίας από τον εισαγγελέα σε περίπτωση αθωωτικής απόφασης (526 παρ. 2)Η θέση που θα λάβει κανείς επί του ζητήματος αυτού εξαρτάται πλήρως από το αν θα λάβει υπόψη του, ιδίως στις περιπτώσεις της έφεσης, το ότι η υπόθεση συζητείται από την αρχή και ολοκληρωτικά, ή αν θα ενστερνιστεί εκείνη την ερμηνευτική εκδοχή που κάνει λόγο για αλληλένδετο
της προηγηθείσας και της νυν αποδεικτικής διαδικασίας εξαιτίας της συνεκτίμησης και μη ακύρωσης των όσων αποδεικτικών στοιχείων διημείφθησαν και αποτυπώθηκαν κατά την πρωτόδικη κρίση. Ορθότερη φαίνεται η άποψη που θα αρνούνταν και εδώ την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής το πρώτον και σε αυτές τις περιπτώσεις, εν όψει της (κατά τη γνώμη μας) πλήρους αποκοπής του συνεκτικού δεσμού της δήλωσης, ιδίως στις περιπτώσεις της αναίρεσης και της επανάληψης της διαδικασίας, με το καταληκτικό όριο της εκ του άρ. 68 παρ. 2 ΚΠΔ τασσομένης προθεσμίας, αλλά και στα πλαίσια της άποψης που ήδη εκφράσαμε για σχετικά γρήγορη εκκαθάριση (από άποψη χρόνου) του θέματος της ένταξης του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη.
Τέλος, ως προς το έβδομο ζήτημα που θέσαμε, η Νομολογία ορθά φαίνεται να μην θεωρεί απαραίτητη την επανάληψη της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έλαβε χώρα νομότυπα και έγινε δεκτή στο πρωτοβάθμιο. Πράγματι, για την συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δε φαίνεται να υφίσταται αντίστοιχη διάταξη με αυτή του άρ. 343 εδ. α΄, ενώ υπέρ της άποψης της Νομολογίας συνηγορεί (κατά την άποψή μου) και το άρ. 500 ΚΠΔ που επιβάλλει την κλήτευση όλων των διαδίκων που παραστάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, άρα και του πολιτικώς ενάγοντα. Ειρήσθω όμως ότι τα παραπάνω ισχύουν υπό τον όρο της μη μεταβολής του είδους της αιτουμένης ικανοποίησης, ενώ απλή ανατίμηση του αιτουμένου ποσού δε δημιουργεί πρόβλημα, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβλέποντας το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων, επιδικάσει το τυχόν αυξημένο αιτούμενο κονδύλιο, υποπίπτοντας έτσι σε υπέρβαση εξουσίας. Περαιτέρω, υπάρχουν και αποφάσεις που σε περίπτωση επανάληψης δήλωσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθιστούν σαφές ότι δεν απαιτούν η νέα δήλωση, όταν επαναλαμβάνεται να περιέχει όλα τα κατά νόμον απαιτούμενα στοιχεία αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.Δεν απαιτείται δε κατά την Νομολογία (και ορθά) για την παράσταση στην κατ’ έφεση δίκη να έχει ασκήσει έφεση και ο πολιτικώς ενάγων, εκτός αν η Πολιτική αγωγή είχε απορριφθεί με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Τέλος, ως προς το όγδοο θέμα, η περίπτωση της δήλωσης παράστασης για πρώτη φορά σε περίπτωση διόρθωσης ή συμπλήρωσης δικαστικής απόφασης θα πρέπει προεχόντως να αποκλειστεί, όπως εξάλλου προκύπτει σαφέστατα και από το γράμμα του νόμου που ορίζει ότι «Η διόρθωση ή συμπλήρωση διατάσσεται με απόφαση ή διάταξη, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που εμφανίστηκαν» (145 παρ. 2 εδ. β΄). Επομένως, αποκλείεται η παρέμβαση και συμμετοχή οποιουδήποτε δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ελλιπής απόφαση.
γ. διατυπώσεις που αφορούν τον τρόπο της δήλωσης στην προδικασία
Στην προδικασία η δήλωση όπως προκύπτει από το γράμμα του άρ. 83 παρ. 1 μπορεί να γίνει με τρεις τρόπους: α) με αυτοτελές έγγραφο β) με την έγκληση και γ) με δήλωση στον ανακριτή κατά την εξέταση του ζημιωμένου ως μάρτυρα.
Το αυτοτελές έγγραφο μπορεί να εγχειρισθεί κατά το γράμμα του νόμου ενώπιον του αρμοδίου εισαγγελέα, αλλά εφόσον το χρονικό όριο είναι η περάτωση της ανάκρισης, γίνεται δεκτό ότι μπορεί να εγχειρισθεί και στον ανακριτή ή στον γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο.Εξάλλου, το παραπάνω προκύπτει και από τη διατύπωση του νόμου στο άρ. 83 παρ. 1 εδ. γ΄ .(Τέλος, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ’ αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, ακόμη και (άρα και πρωτύτερα) κατά το χρόνο που εξετάζεται ως μάρτυρας ο ζημιωμένος).Στην περίπτωση δε αυτή ισχύουν όλοι οι σχετικοί περί εμπρόθεσμης και νομότυπης εγχείρησης του εγγράφου προς τον εισαγγελέα.
Περαιτέρω, ενόψει της εκ του άρ. 83 παρ. 1 εδ. β΄ απαίτησης σύνταξης έκθεσης εγχειρήσεως του εγγράφου του άρ. 83 παρ. 1 εδ. α΄, έχει σημειωθεί ισχυρή διχοστασία σχετικά με το αν η μη τήρηση του όρου αυτού συνεπάγεται το απαράδεκτο της παράστασης πολιτικής αγωγής. Η Νομολογία δέχεται ότι η έκθεση συνιστά συστατικό τύπο της δήλωσης και ως εκ τούτου η μη τήρησή του επιφέρει ακυρότητα της δήλωσης και μη κτήση της ιδιότητας του πολιτικώς ενάγοντος. Η άποψη αυτή στηρίζεται στο επιχείρημα ότι εάν δε συνταχθεί έκθεση, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί ούτε ο χρόνος ούτε το πρόσωπο που κατά νόμον δικαιούται σε παράσταση πολιτικής αγωγής αλλά ούτε και το περιεχόμενο του υποβληθέντος εγγράφου. Έτσι όμως, το μόνο που καταφέρνει είναι να αναδείξει ακόμα περισσότερο τον αποδεικτικό (και άρα όχι συστατικό) χαρακτήρα της σύνταξης έκθεσης. Προς την αντίρροπη κατεύθυνση η δεύτερη άποψη επικαλείται τη σκέψη όπου ο νόμος θέλησε την επί ποινή απαραδέκτου τήρηση ορισμένης διατυπώσεως έχει εκφραστεί ρητά (άρ. 17, 18, 430, 476, 527 ΚΠΔ) και εξάλλου, ως προς την πολιτική αγωγή προβλέπεται απαράδεκτο μόνο στο άρ. 84 που αφορά το περιεχόμενο της δήλωσης. Ωστόσο, αν τηρήσει κανείς αυτή την ελαστική συλλογιστική, τόσο η παράτυπη αντιπροσώπευση όσο και η εκπρόθεσμη δήλωση, συμπεριλαμβανόμενες και αυτές στο άρ. 83, δε θα έπρεπε να συνεπάγονται καμία κύρωση. Τρίτον, υφίσταται και η ενδιάμεση άποψη που δέχεται το απαράδεκτο της δήλωσης μόνο αν από κανένα άλλο στοιχείο αποδεικτικά ισοδύναμο με την έκθεση( υποβληθείσα αίτηση για τη λήψη αντιγράφων της δικογραφίας, κατατεθέν παράβολο κτλ) δεν μπορεί να προκύψει ο χρόνος και το δικαιούμενο πρόσωπο που προέβη σε δήλωση.
Η τελευταία αυτή άποψη φαίνεται και ορθότερη διότι βλέπει πίσω από τον «τύπο» της σύνταξης έκθεσης την «ουσία», τη ratio για την οποία αυτός θεσπίστηκε. Aς ληφθεί δε υπόψη ότι η εν λόγω λύση εξυπηρετεί και τους στόχους της ποινικής δίκης, διότι και τον κατηγορούμενο προστατεύει, και την επιτάχυνση της διαδικασίας σέβεται (αφού όταν δεν είναι δυνατόν από κανένα άλλο στοιχείο να διαπιστωθεί το εμπρόθεσμο της δήλωσηςκαθώς και το πρόσωπο που δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής τότε ισχύει το απαράδεκτο αναγκαστικά), αλλά και την ισότητα των όπλων λαμβάνει υπόψη υπό την έννοια ότι δεν οδηγεί σε αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος, παραγκωνίζοντάς τον σε κάθε περίπτωση μη σύνταξης έκθεσης, αλλά δέχεται το απαράδεκτο της παράστασης πολιτικής αγωγής ως ύστατη λύση, μόνο δηλαδή όταν έχει εξαντλήσει δικονομικά όλες τις δυνατότητες εύρεσης αποδεικτικού μέσου που εξυπηρετεί τους ίδιους στόχους με την έκθεση.
Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής μπορεί επίσης να γίνει και με την έγκληση. Η έγκληση μπορεί να υποβληθεί είτε εγγράφως είτε προφορικά. Αν γίνει με έγγραφο τύπο η δήλωση παράστασης περιλαμβάνεται στο περιεχόμενο του ίδιου του εγγράφου, ενώ αν γίνει προφορικά, τόσο η έγκληση όσο και η δήλωση καταχωρούνται στη συντασσόμενη έκθεση. Απαιτείται δε για το παραδεκτό της δήλωσης παράστασης να τηρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που τίθενται από το νόμο για την άσκηση της έγκλησης (46 και 42 ΚΠΔ).
Περαιτέρω, τίθεται θέμα εάν η δήλωση παράσταση πολιτικής αγωγής μπορεί να υποβληθεί και διαμέσου της μήνυσης. Η άποψη που αποκλείει μια τέτοια δυνατότητα επικαλείται μεταξύ άλλων καiτο εξής: Δυνατότητα παράστασης πολιτικής αγωγής συντρέχει στο πρόσωπο τόσο του παθόντος, (όταν δηλαδή η παραβιασθείσα από τον κατηγορούμενο ποινική διάταξη προστατεύει ατομικό έννομο αγαθό) όσο και του αμέσως ζημιωθέντος (όταν δηλαδή η παραβιασθείσα ποινική διάταξη προστατεύει ένα κοινωνικό έννομο αγαθό, πλην όμως στο βεληνεκές αδίκου υπάγονται και εξατομικεύσιμα ιδιωτικά συμφέροντα).Από την άλλη, το άρ. 46 ΚΠΔ φαίνεται με μια πρώτη ανάγνωση να δίνει δυνατότητα υποβολής έγκλησης στον παθόντα, μην αναφέροντας και τον αμέσως ζημιωθέντα, ενώ το άρ. 42 ΚΠΔ αποκλείει τον αδικηθέντα από την υποβολή της μήνυσης. Με αυτά τα δεδομένα τίθεται προβληματισμός σε ποιες από τις δύο διατάξεις θα υπαχθεί ο αμέσως ζημιωθείς. Η επίλυσή του όμως είναι απλή δεδομένης αφενός της εννοιολογικής συγγένειας μεταξύ παθόντος και αμέσως αδικηθέντος αφετέρου της διατύπωσης του άρ. 46 ΚΠΔ πριν από τη μεταγλώττισή του στη δημοτική, το οποίο έκανε λόγο για «αδικηθέντα». Το ζήτημα δε του νομικού χαρακτηρισμού μιας καταγγελίας από την εισαγγελική αρχή(ανεξαρτήτως του τίτλου που φέρουν – συνήθως όλα τιτλοφορούνται ως μηνύσεις εξαιτίας της άγνοιας που υφίσταται) ως έγκλησης ή ως μήνυσης με βάση το πρόσωπο το οποίο της υποβάλλει και εν γένει το περιεχόμενό της είναι σπουδαιότατο, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων, στη μεν περίπτωση της έγκλησης έχει δυνατότητα προσφυγής (48 ΚΠΔ) στη δε περίπτωση της μήνυσης ο νόμος δε φαίνεται να τον εξοπλίζει με παρόμοιο μέσο.(42 – 45 ΚΠΔ). Παρόλα αυτά υφίσταται και η αντίθετη άποψη που δίνει τη δυνατότητα δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής και διαμέσου της μήνυσης. Ωστόσο, ορθότερη είναι η τελευταία αυτή άποψη, (όχι επειδή υπάγει στην έννοια του άρ. 42 και τον αμέσως ζημιωθέντα, πράγμα που με βάση τα προλεχθέντα αποκλείεται αλλά) διότι (κατά τη γνώμη μου) φαίνεται να έχει σπουδαία πρακτική αξία σε εκείνη ακριβώς την περίπτωση που ο εισαγγελέας εσφαλμένα χαρακτήρισε την καταγγελία ως μήνυση ενώ θα έπρεπε να την χαρακτηρίσει ως έγκληση. Σε αυτή την περίπτωση αν αποκλείσουμε την δυνατότητα δήλωσης πολιτικής αγωγής και με τη (εσφαλμένως χαρακτηρηθείσα) μήνυση, ο δηλώσας παράσταση πολιτικής αγωγής θα παραμείνει, εξαιτίας του σφάλματος της εισαγγελικής αρχής, μετέωρος, άνευ νομιμοποιήσεως.
Ως προς τη σχέση της έγκλησης και της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής ισχύουν τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρ. 82 παρ. 3 σε συνδυασμό με το άρ. 50 ΚΠΔ, η δήλωση παράστασης δεν αναπληρώνει την έγκληση, όταν το έγκλημα είναι κατ’ έγκληση διωκόμενο. Έχει ωστόσο εκφραστεί και η άποψη ότι η δήλωση παράστασης στο ακροατήριο αναπληροί
την ελλείπουσα έγκληση, εφόσον δεν έχει παρέλθει το τρίμηνο, με τη σκέψη ότι η έννοια της παράστασης πολιτικής αγωγής περιέχει (πρωτίστως) το αίτημα καταδίκης του κατηγορουμένου. Άλλη άποψη θεωρεί πως μόνο σε περίπτωση που στη δήλωση παράστασης στο ακροατήριο περιέχεται και αίτημα καταδίκης, δύναται η δήλωση αυτή να αναπληρώνει και την μη υποβληθείσα έγκληση. Ούτε όμως και η έγκληση αναπληροί τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.Περαιτέρω, η παραίτηση από την έγκληση (εννοείται όταν το έγκλημα είναι αυτεπαγγέλτως διωκόμενο) δεν εμποδίζει την παράσταση του παθόντος ως πολιτικώς ενάγοντος ενώ ούτε και η παραίτηση από την πολιτική αγωγή σημαίνει παραίτηση από το δικαίωμα εγκλήσεως ή ανάκληση της τυχόν υποβληθείσας έγκλησης. Επιπρόσθετα, η υποβολή της έγκλησης δεν αποτελεί προϋπόθεση παραδεκτού της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής.
Τελευταίος τρόπος δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής είναι η εξέταση του ζημιωμένου ως μάρτυρα στα πλαίσια της προανακρίσεως ή της κύριας ανακρίσεως.Ο τρόπος αυτός δεν απαιτεί τη σύνταξη εκθέσεως εγχείρησης της δήλωσης παράστασης, εφόσον η δήλωση αυτή εγγράφεται στη συντασσόμενη έκθεση καταθέσεως μάρτυρα.
Πέρα από τους τρεις αυτούς τρόπους, δε φαίνεται να έχει γίνει είτε από την επιστήμη είτε από τη Νομολογία δεκτός άλλος τρόπος ο οποίος είτε να αναπληρώνει την ελλείπουσα είτε να θεραπεύει τη μη σύννομη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.
Κλείνοντας τον τρόπο παράστασης πολιτικής αγωγής κατά την προδικασία, ας μελετήσουμε συλλήβδην τη δυνατότητα υποβολής της δήλωσης διαμέσου πληρεξουσίου. Καταρχήν, στην περίπτωση της υποβολής δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής διαμέσου της έγκλησης ή ειδικού εγγράφου , το άρ. 83 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ ορίζει ότι η υποβολή δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής μπορεί να γίνει και από πληρεξούσιο εφοδιασμένο με γενική ή ειδική και γραπτή ενώ περαιτέρω παραπέμπει στο άρ. 42 παρ. 2 εδ. β΄ και γ΄ πράγμα που σημαίνει ότι το έγγραφο της πληρεξουσιότητας δεν απαιτείται να είναι συμβολαιογραφικό (όπως παλαιότερα προβλεπόταν), αλλά αρκεί και απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαίωση της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Γίνεται δε δεκτό ότι εδώ ως δικηγόρος νοείται και ο ίδιος ο εντολοδόχος. Από την εν λόγω δε παραπομπή συνάγεται ότι ο πληρεξούσιος δεν απαιτείται να έχει τη δικηγορική ιδιότητα. Ως προς το περιεχόμενο της πληρεξουσιότητας,(σε αντίθεση με την πληρεξουσιότητα για την έγκληση η οποία κατ’ άρ. 46 σε συνδ. με 42 παρ. 2 εδ. α΄ΚΠΔ απαιτείται να είναι ειδική) αυτή μπορεί να είναι είτε ειδική (μόνον για την υποβολή της εν λόγω δήλωσης) είτε γενική, περιλαμβάνουσα αντιπροσώπευση που εκτείνεται σε όλο το φάσμα των διαδικαστικών πράξεων. Ωστόσο, στην τελευταία αυτή περίπτωση, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι τέτοια ευρεία πληρεξουσιότητα, ως εκ του περιεχομένου της, συνάπτεται άμεσα με την δικηγορική ιδιότητα του αντιπροσώπου.Αξιοσημείωτο δε είναι ότι η πληρεξουσιότητα προς υποβολή έγκλησης δεν καλύπτει και την εν λόγω δήλωση, όπως προκύπτει από τα 83 παρ. 1 εδ. α΄ και 82 παρ. 3 ΚΠΔ.
Άξιο έρευνας είναι αν χωρεί πληρεξουσιότητα στην περίπτωση του άρ. 83 παρ. 1 εδ. γ΄. Το ζήτημα συνάπτεται άμεσα με τη δυνατότητα να καταθέσει ως μάρτυρας αντί του ζημιωθέντος κάποιος υποκατάστατος, δικηγόρος ή μη, στα πλαίσια προανάκρισης ή ανάκρισης. Μια τέτοια δυνατότητα ορθότερο είναι να αποκλείεται δεδομένης της φύσης αλλά και των σκοπών μιας τέτοιας εξέτασης που απαιτεί μία προσωπική παρουσία και επικοινωνία. Δέον να συνεκτιμηθεί αφενός ο αποκλεισμός (κατά την κρατούσα άποψη) της «δι’ αντιπροσώπου» παροχής μαρτυρίας στο ακροατήριο εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος ο οποίος παρίσταται «διά πληρεξουσίου δικηγόρου» αφετέρου ο παρόμοιος αποκλεισμός απολογίας του κατηγορουμένου όταν δε βρίσκεται ο ίδιος στο ακροατήριο αλλά εκπροσωπείται από συνήγοροΠεραιτέρω, ερευνητέο αν δύναται ο ζημιωθείς, αντί της μαρτυρίας του, να καταθέσει διά πληρεξουσίου δικηγόρου υπόμνημα στο οποίο ο πληρεξούσιος δικηγόρος, (τηρουμένων βέβαια των προϋποθέσεων του άρ. 83 παρ. 1 εδ. α΄ σαν αν επρόκειτο για ειδικό έγγραφο) να δηλώνει αντί του ζημιωθέντος παράσταση πολιτικής αγωγής. Σε περίπτωση που κάνουμε δεκτή μια τέτοια δυνατότητα κατάθεσης υπομνήματος, σαφώς και δύναται να χωρήσει αναλογική εφαρμογή του άρ. 83 παρ. 1 εδ. α΄. Ωστόσο, έχει διατυπωθεί η γνώμη περί αποκλεισμού δυνατότητας υποβολής υπομνήματος από τον ζημιωθέντα, τουλάχιστον στα πλαίσια της ανάκρισης όπου δεν προβλέπεται παρόμοια δυνατότητα ούτε για τον κατηγορούμενο (άρ. 100 ΚΠΔ σε αντιπαραβολή με 104 παρ. 2 για την προανάκριση), με τo επιχείρημα ότι έτσι καταστρατηγείται η αρχή της ισότητας των όπλωνγια την οποία εξάλλου κάναμε λόγο στην αρχή ως μία από τις κατευθυντήριες γραμμές της παρούσας εργασίας.
δ. διατυπώσεις που αφορούν τον τρόπο της δήλωσης στο ακροατήριο
Ως προς τον τρόπο παράστασης στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία, φαίνεται απλουστευμένος σε σχέση με τα όσα αναπτύχθηκαν αμέσως παραπάνω, εφόσον αρκεί η προφορική δήλωση στο ακροατήριο έως την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να προβλέπεται κάποιος ιδιαίτερος τύπος. Ωστόσο, η παραπάνω διαπίστωση ισχύει με μία επιφύλαξη. Δηλαδή, ενώ στην παράσταση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης αρκεί μόνον η προφορική δήλωση, για την παράσταση για αποζημίωση και αποκατάσταση από το έγκλημα, απαιτείται η επίδοση δικογράφου αγωγής κατά τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας (άρ. 167 ΚΠΔ) πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. ( άρ. 68 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Η πρόβλεψη αυτή του νόμου αποτελεί κατάλοιπο της παλαιάς Ποινικής Δικονομίας, στην οποία προβλέπονταν αφενός η καθαρά αστικού χαρακτήρα πολιτική αγωγή για τις ιδιωτικές απαιτήσεις, αφετέρου ο θεσμός της ιδιωτικής κατηγορίας. Η νομοθετική αυτή πρόβλεψη όμως σήμερα, που αφενός η πολιτική αγωγή υφίσταται ως θεσμός που με την διείσδυση στην ποινική δίκη μετουσιώνεται και λαμβάνει και ποινικό χαρακτήρα, αφετέρου ο πολιτικώς ενάγων ελάχιστα ενδιαφέρεται για την ικανοποίηση των αστικών απαιτήσεών του αλλά πρωτίστως για την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου, η πρόβλεψη του άρ. 68 παρ. 1 θωρείται πια ξεπερασμένη. Ως εκ τούτου, η ίδια η πράξη έχει ελαχιστοποιήσει την εφαρμογή του, εφόσον ο πολιτικώς ενάγων για την είσοδό του στην Ποινική δίκη επιλέγει όχι το μανδύα της επιδίωξης αποζημίωσης και αποκατάστασης της υλικής ζημίας του, αλλά το εισιτήριο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.Παρόλη όμως την αχρησία του άρ. 68 παρ. 1, ναυάγησαν οι προθέσεις κατάργησής του στο ΣχΚΠΔ 1995.
Περαιτέρω, τίθεται ζήτημα και για την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, δεδομένης της σιωπής του νομοθέτη, αν χωρεί παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος του έχοντος γενική ή ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρου. Έχουν σχετικά υποστηριχθεί δύο απόψεις. Η πρώτη που απαντά καταφατικά, επικαλείται ως επιχειρήματα πρώτον την αναλογική εφαρμογή του άρ. 83 παρ. 1 εδ. α΄ και για την διαδικασία στο ακροατήριο και δεύτερον την ευθεία εφαρμογή της δυνατότητας παράστασης του διαδίκου διά πληρεξουσίου δικηγόρου που ισχύει στα πλαίσια της πολιτικής δικονομίας. Η αποφατική αντίθετα τοποθέτηση εδράζεται στα εξής: πρώτον δεν είναι δυνατή η αναλογική εφαρμογή του άρ. 83 παρ. 1 εδ. α΄ διότι το τελευταίο ρυθμίζει μόνο την διά πληρεξουσίου δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και όχι γενικά την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, δεύτερον τα κρατούντα στην πολιτική δικονομία δεν είναι δυνατόν να γίνουν δεκτά για την πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη εν όψει του δισυπόστατου χαρακτήρα της, αστικού και ποινικού, τρίτον τα της εκπροσώπησης του κατηγορουμένου από συνήγορο (340 παρ. 2 ΚΠΔ) δε νοείται να εφαρμοστούν στην παρούσα ανόμοια δικονομική κατάσταση και τέταρτον η συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντος, ως εκ της ιδιότητάς του (συνηθέστατα είναι ουσιώδης μάρτυρας), εμπεριέχει την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του και δε νοείται δίχως αυτή.
Έχουν εκφραστεί περαιτέρω και δύο ενδιάμεσες απόψεις. Η πρώτη εξ αυτών αποκλείει τη δυνατότητα παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος διά πληρεξουσίου δικηγόρου όταν αυτός είναι ουσιώδης μάρτυρας, εξεταζόμενος ανωμοτί (222 περ. δ΄ ΚΠΔ) ενώ η δεύτερη δέχεται σε κάθε περίπτωση την περί ου ο λόγος δυνατότητα του πολιτικώς ενάγοντος η οποία καταλαμβάνει όλες τις συνυφασμένες με την ιδιότητα του τελευταίου ως διαδίκου δικονομικές πράξεις (προβολή δικονομικών ακυροτήτων, άσκηση ενδίκων μέσων σύμφωνα με 486 περ. β΄, 488, 492, 505 περ. γ΄, 506 περ. γ΄) με την επιφύλαξη όμως της μη δυνατότητας του πληρεξουσίου να καταθέσει ως μάρτυρας αντί του πολιτικώς ενάγοντος.
Το ζήτημα (θεωρώ ότι) πρέπει να λυθεί υπέρ της τελευταίας αυτής άποψης, με βάση ακριβώς το κριτήριο της αρχής της ισότητας των όπλων. Έτσι θα πρέπει να σκεφτούμε ως εξής: Όπως ο κατηγορούμενος, καίτοι απολαμβάνει του δικαιώματος της διά συνηγόρου εκπροσώπησης (340 παρ. 2 εδ. α΄), ανά πάσα στιγμή είναι δυνατόν να κληθεί από το δικαστήριο σε αυτοπρόσωπη εμφάνιση (340 παρ. 2 εδ. δ΄), αλλά κι αν δεν προσέλθει η μόνη επίπτωση είναι η κατ’ άρ. 340 παρ. 2 εδ. ε΄ βίαιη προσαγωγή του (αν φυσικά πραγματοποιηθεί) ειδάλλως αν η τελευταία δεν πραγματωθεί, και πάλι ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από το συνήγορό του για όλες τις διαδικαστικές πράξεις(340 παρ. 2 εδ. γ΄) και άρα δε δικάζεται ωσεί παρώναλλά θεωρείται παρώνμε μόνη πρακτική συνέπεια την αδυναμία του να απολογηθεί διά του συνηγόρου του (366 ΚΠΔ), έτσι, τα ίδια θα πρέπει να γίνουν αναλογικά δεκτά και για τον πολιτικώς ενάγοντα. Εάν δηλαδή κληθεί αυτός ως ουσιώδης μάρτυρας (αντίστοιχη υποχρέωση με αυτήν της κατ’ άρ. 340 παρ. 2 εδ. αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου εφόσον διαταχθεί από το δικαστήριο) τότε μπορεί να εκπροσωπηθεί από συνήγορο για όλες τις διαδικαστικές πράξεις (όπως και ο κατηγορούμενος) εκτός από την κατάθεση μαρτυρίας (αντίστοιχο της απολογίας) διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του.
Πριν μεταβούμε στη μελέτη της επόμενης θεματικής, θα ήταν απαραίτητο να αναφερθούμε και σε μια ακόμα διαδικαστική προϋπόθεση η οποία συνέχεται άμεσα με τις διατυπώσεις δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής και δη με τον τρόπο. Πρόκειται για τον όρο που τίθεται στο άρ. 63 εδ. β΄ και γ΄ ΚΠΔ και που απαιτεί επί ποινή απαραδέκτου την καταβολή χρηματικού ποσού πενήντα ευρώ ως τέλος παράστασης πολιτικής αγωγής είτε κατά την προδικασία είτε κατά την κύρια διαδικασία. Γενικότερα, η νομοθετική πρόβλεψη δικαστικών δαπανημάτων κρίνεται συνταγματικά ανεκτή στα πλαίσια του άρ. 20 παρ. 1 Σ στο μέτρο που αυτά κατατείνουν απλώς στη συναγωγή τεκμηρίου για τη σοβαρότητα της πρόθεσης του αιτούντος οποιοδήποτε είδος δικαστικής προστασίας. Ως φραγμοί δε της παραπάνω πρόβλεψης ας αναφερθούν πρώτον το δυσανάλογα μεγάλο ύψος του δικαστικού δαπανήματος (δεδομένου ότι σε μια τέτοια περίπτωση το κράτος μετακυλύει ένα μεγάλο μέρος της υποχρέωσής του προς συμμετοχή στο κόστος λειτουργίας της δικαιοσύνης στους πολίτες του) και δεύτερον η δυσανάλογη κύρωση του απαραδέκτου που συνεπάγεται η μη πληρωμή του σε συνάρτηση και με το είδος του δαπανήματος (το οποίο κάποιες φορές δε συνάπτεται ούτε με τη λειτουργία της δικαιοσύνης ούτε με την απονεμόμενη δικαστική προστασία).Η αλήθεια είναι ότι το ποσό των 50 € δεν είναι ούτε ιδιαίτερα υψηλό και επιπλέον φαίνεται να συνδέεται με τη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Οι προαναφερθέντες όμως συλλογισμοί περί ενδεχόμενης ανεκτικότητας της εν λόγω προϋπόθεσης από απόψεως συνταγματικού δικαίου μπορούν εύκολα να καταρριφθούν αν λάβουμε υπόψη μας τις σκέψεις που κάναμε ήδη από την αρχή της παρούσης εργασίας. Η θεσπιζόμενη με το άρ. 63 εδ. β΄ και γ΄ ΚΠΔ προϋπόθεση δεν αφορά την αστική ή τη διοικητική δίκη, οπότε ίσως θα μπορούσε να θεωρηθεί συνταγματική, αλλά αφορά την ποινική δίκη η οποία έχει μια ιδιαίτερη χροιά και κινείται στην τροχιά της δικής της ratio. Κανέναν λοιπόν ουσιαστικό στόχο της δε φαίνεται να εξυπηρετεί η εν λόγω προϋπόθεση. Απαιτεί την πληρωμή του εν λόγω ποσού υπό τη δαμόκλειο σπάθη του αποκλεισμού της συμμετοχής του σε μια δίκη της οποία σκοπός είναι προπάντων η ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας για την οποία ναι μεν ο δικαστής είναι επιφορτισμένος διαμέσου του διερευνητικού/διαγνωστικού ρόλου του, πλην όμως και ο ουσιαστικά ζημιωθείς με τη συμμετοχή του έχει να προσφέρει τα μέγιστα και συνεπώς να προσανατολίσει και αυτός το δικαστή προς τη σωστή κατεύθυνση (ενδεικτικά ας αναφερθεί η δυνατότητά του περί προβολής δικονομικών ακυροτήτων, το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων, η δυνατότητά του να διατυπώνει ερωτήσεις και παρατηρήσεις (99 ΚΠΔ), ο ουσιώδης και διαρκής ρόλος του στο ακροατήριο κτλ126). Αλλά ούτε και με την επιτάχυνση της διαδικασίας φαίνεται να συνέχεται η εν λόγω προϋπόθεση (σε αντίθεση για παράδειγμα με τις προϋποθέσεις που αφορούν το χρόνο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής). Εξάλλου, εφόσον η συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντος συμβάλλει στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, τα σκοτεινά σημεία της υπόθεσης θα διαφωτιστούν πιο εύκολα και πιο γρήγορα με τη συμμετοχή και του ουσιαστικά ζημιωμένου ο οποίος είναι πέρα για πέρα αδιανόητο να αποκλείεται επειδή δεν πλήρωσε το ποσό των 50 €. Αλλά ούτε και στο «μήκος κύματος» της προστασίας του κατηγορουμένου φαίνεται να
βρίσκεται η εν λόγω καθαρά τυπικού χαρακτήρα προϋπόθεση σε αντιδιαστολή με άλλες προϋποθέσεις.(όπως σαφώς συμβαίνει με τις προϋποθέσεις του χρόνου ή, όπως παρακάτω θα δούμε, με την προϋπόθεση που απαιτεί σύντομη έκθεση της υπόθεσης ώστε να διαφανεί διαυγέστερα το αν με βάση τα πραγματικά περιστατικά, αληθινά υποτιθέμενα, ο δηλών παράσταση πολιτικής αγωγής είναι και ουσιαστικά δικαιούμενος).Συνεπώς, αφού δεν βρίσκει η εν λόγω ρύθμιση κανένα δικαιολογητικό έρεισμα σχετικό με τους ιδιόμορφους σκοπούς της ποινικής δίκης, αποτελεί αδικαιολόγητο όρο της νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής και, αποκλείοντας τον πολιτικώς ενάγοντα, συν τοις άλλοις, αντιτίθεται σαφώς και προς την ισότητα των διαδίκων με την έννοια που ειδώθηκε στις απαρχές της παρούσας εργασίας.
Το θετικό πάντως είναι πως η μη αποβολή του πολιτικώς ενάγοντα λόγω μη πληρωμής του τέλους παράστασης πολιτικής αγωγής δε στοιχειοθετεί «παρά το νόμον» παράσταση ούτε, άρα, συνδέεται με οποιαδήποτε ακυρότητα.
ε. Διατυπώσεις που αφορούν το περιεχόμενο της δήλωσης στην προδικασία
Το αναγκαίο περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής στην προδικασία καθορίζεται από το άρ. 84 ΚΠΔ. Οι προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται σε αυτό είναι πρώτον η συνοπτική έκθεση της υπόθεσης, δεύτερον οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παράστασης και τρίτον ο διορισμός αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου εάν ο δηλών δε μένει μόνιμα εκεί. Γίνεται λοιπόν φανερό, με την πρώτη κιόλας ανάγνωση, ότι οι εν λόγω όροι σαφώς και είναι λιγότεροι από εκείνους που απαιτούνται για την άσκηση αγωγής στα πλαίσια της πολιτικής διαδικασίας (216 ΚΠΔ) όπου εκεί γίνεται λίγος για σ α φ ή έκθεση της υπόθεσης και α κ ρ ι β ή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Το άρ. 84 ΚΠΔ λοιπόν εν πρώτοις στρέφεται προς τη σωστή κατεύθυνση. Στην πορεία όμως, σε συνδυασμό ιδίως με την προβληματική πολλές φορές ερμηνεία του, δυστυχώς «λοξοδρομεί», αν λάβει κανείς υπόψη του αφενός την απαίτηση τύπων που τίποτε το ουσιαστικό δεν έχουν να προσφέρουν στα πλαίσια της ποινική διαδικασίας, αφετέρου την «άνευ άλλης ευκαιρίας» αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος που συνεπάγεται η μη τήρηση, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας των εκ του νόμου καθορισμένων τύπων
Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, η «συνοπτική έκθεση της υπόθεσης» δηλώνει την παράθεση εκείνων των πραγματικών περιστατικών που, αληθή υποτιθέμενα, στοιχειοθετούν την πλήρωση της νομοτυπική μορφής του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.Η αναφορά σε συνοπτικότητα της έκθεσης καθιστά περιττή την επέκταση σε λεπτομέρειες καθώς και την επίκληση αποδεικτικών ερεισμάτων.
Τίθεται όμως ζήτημα ποιο είναι το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω προϋπόθεσης του νόμου, δεδομένου ότι η επίκληση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών λαμβάνει συνηθέστατα χώρα τόσο κατά την εγχείρηση της έγκλησης όσο και κατά την εξέτασή του ως μάρτυρα, κατά την οποία μάλιστα η έκθεση των αναγκαίων περιστατικών εκμαιεύεται και από τον ανακρίνοντα. Έτσι, αληθινό πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης είναι η περίπτωση υποβολής δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής με αυτοτελές έγγραφοΗ ίδια όμως ratio της ήδη γενομένης έκθεσης των πραγματικών περιστατικών φαίνεται να διέπει και την περίπτωση που πριν από την υποβολή της αυτοτελούς δήλωσης το θύμα είχε προβεί σε υποβολή έγκλησης. Σε μια τέτοια όμως περίπτωση, θα ήταν συνεπέστερο να απαιτήσει κανείς τη ρητή παραπομπή στην ήδη υποβληθείσα έγκληση.
Η δεύτερη προϋπόθεση της παράθεσης των λόγων που θεμελιώνουν το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής υποκρύπτει την απαίτηση για παράθεση της επελθούσας εκ του εγκλήματος ζημίας στο δηλούντα καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ζημίας και τέλεσης του εγκλήματος.Έτσι συνέχεται άμεσα με την παράθεση των όρων ουσιαστικής νομιμοποίησης του δηλούντος παράσταση πολιτικής αγωγής, ως υποστάντος άμεση και προσωπική ζημία και εμπίπτοντος στο προστατευτικό πεδίο της ποινικής διάταξης, της οποίας η πλήρωση της νομοτυπικής μορφής αποτελεί και το αντικείμενο της εκάστοτε δίκης.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι η ουσιαστική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος ελέγχεται στα πλαίσια του διερευνητικού ρόλου του ποινικού δικαστή. Δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί η ουσιαστική νομιμοποίηση ως «κάτι που δηλώνεται», διότι αποτελεί μέγεθος αξιολογήσιμο και όχι εκθέσιμο ή περιγράψιμοΥπό το πρίσμα αυτό λοιπόν κρίσιμο κριτήριο αποβαίνει η παράθεση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης προς εξασφάλιση ελέγχου από το δικαστή (αλλά και ως εγγύηση για τα δικαιώματα του κατηγορουμένου) της ουσιαστικής νομιμοποίησης. Ωστόσο, η παράθεση των πραγματικών περιστατικών ήδη πληρούται από την προηγούμενη προϋπόθεση της συνοπτικής έκθεσης της υπόθεσης. Η δε συνοπτική έκθεση της υπόθεσης περιττεύει εν όψει είτε συνυποβολής της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής με την έγκληση ή τη λήψη μαρτυρίας από το θύμα είτε μνείας των πραγματικών περιστατικών σε προηγουμένως υποβληθείσα έγκληση. Συνακόλουθα, και η εν λόγω προϋπόθεση παράθεσης των λόγων στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής φαίνεται ορθότερο να αντιμετωπιστεί ομόρροπα.
Διχογνωμία υφίσταται μεταξύ Νομολογίας και κρατούσας θεωρίας από τη μια και μέρους της θεωρίας από την άλλη,εξαιτίας της τάσης των δικαστηρίων για διευκρίνιση κατά το στάδιο της προδικασίας του είδους τόσο της ζημίας όσο και της εξ αυτής απαίτησης. Έτσι το θύμα θα πρέπει να προκρίνει είτε την επέλευση ηθικής βλάβης είτε την επέλευση περιουσιακής ζημίας, ενώ είναι περαιτέρω αναγκαίο, κατά την κρατούσα άποψη, να διευκρινίσει εάν σε κάθε περίπτωση αιτείται χρηματική ικανοποίηση ή αποζημίωση ή αποκατάσταση.
Η πρώτη άποψη στηρίζει την ορθότητά της στη ρητή παραπομπή του άρ. 82 παρ. 1 ΚΠΔ στο άρ. 63 κατά το οποίο αντικείμενο της πολιτικής αγωγής είναι η αποζημίωση και αποκατάσταση από το έγκλημα και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Τίθεται ωστόσο ζήτημα εάν ο χαρακτηρισμός της βλάβης και ο ακριβής προσδιορισμός του αιτήματος είναι προϋποθέσεις που αφορούν τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος ή που ανάγονται στην κατά την όψιμη φάση του ακροατηρίου, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, επιδίκαση των αιτουμένων.Η ανεύρεση της ορθής λύσης είναι δυνατόν να βρεθεί με βάση τις σκέψεις που εκφράστηκαν ήδη ως οδοδείκτες για την επίλυση των επιμέρους προβλημάτων. Γενικότερα, τύποι που αφορούν τη νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος και δεν ανταποκρίνονται σε θεμελιώδη αιτήματα ουσίας, θα πρέπει να απορρίπτονται. Βέβαια, ως προς τις εν λόγω προϋποθέσεις έχει εκφραστεί η άποψη ότι δεν πρόκειται για τυπολατρία, παρά για εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας.Ωστόσο, οφείλει να ομολογήσει κανείς πως ο νομοθέτης δεν απαιτεί ρητά, μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων, την εξειδίκευση της ζημίας και της απαίτησης παρά απαιτεί την «συνοπτική έκθεση της υπόθεσης» και την έκθεση των «λόγων εφ’ ων ερείδεται το δικαίωμα». Πρόκειται λοιπόν για υιοθέτηση μιας ερμηνευτικής εκδοχής που απορρέει από το άρ. 82 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρ. 63 ΚΠΔ και που απαιτεί την επί ποινή απαραδέκτου ειδολογική αποσαφήνιση της ζημίας και του αιτήματος. Ο διττός χαρακτήρας όμως της πολιτικής αγωγής επιβάλλει στη μεν περίπτωση που τύποι μη εξυπηρετούντες την «ουσία» της ποινικής δίκης συνάγονται εμμέσως διά μιας (μεταξύ δύο) ερμηνευτικής εκδοχής, την απόκρουσή της, στη δε περίπτωση που τέτοιοι τύποι προβλέπονται ρητά από το νόμο, την απαλοιφή τους είτε διά της ερμηνείας (εάν είναι δυνατόν) είτε διά της νομοθετικής τροποποίησης. Έτσι και στη μελετώμενη περίπτωση, δεδομένου ότι ο νομοθέτης δεν απαιτεί ρητά και ξεκάθαρα, ως διατύπωση παράστασης πολιτικής αγωγής, την εξειδίκευση της ζημίας και του αιτήματος θα πρέπει να αποκλειστεί εκείνη η ερμηνευτική εκδοχή που εντάσσει μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων που επισύρουν το απαράδεκτο και την αποσαφήνιση του είδους της ζημίας και του αιτήματος. Όπως προαναφέρθηκε, κρίσιμο ζήτημα στα πλαίσια της ποινικής δίκης αποτελεί η ουσιαστική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, δηλαδή η διάγνωση του δικαιώματος ανέλιξης του θύματος σε διάδικο της ποινικής δίκης ως αμέσου και προσωπικώς ζημιωθέντος. Αρκούντως ικανή όμως φαίνεται για τη διάγνωση αυτή η εξιστόρηση της αξιόποινης πράξης και των πραγματικών περιστατικών, ενώ παρέλκει μάλλονο χαρακτηρισμός της (οπωσδήποτε μνημονευθείσας, για λόγους ελέγχου της ουσιαστικής νομιμοποίησης) βλάβης, καθώς και ο προσδιορισμός του είδους του αιτήματος. Πράγματι, μηδενική πρακτική σημασία φαίνεται να έχει η διασάφηση του αιτήματος, δεδομένου ότι εν πάση περιπτώσει ο πολιτικώς ενάγων βρίσκεται, τουλάχιστον στο στάδιο της π ρ ο δ ι κ α σ ί α ς, στην ίδια θέση τόσο από άποψη διατυπώσεων όσο και από άποψη δικαιωμάτων. Σημειωτέον επίσης ότι ο προσδιορισμός του είδους του αιτήματος ανάγεται στην όψιμη φάση του ακροατηρίου, μετά την τυχόν καταδίκη του κατηγορουμένου.
Και ενώ για το ζήτημα της εξειδίκευσης της ζημίας και του αιτήματος υφίσταται η προαναφερθείσα διχογνωμία, ομόφωνα η θεωρία και η Νομολογία δεν απαιτούν και τον ακριβή προσδιορισμό του χρηματικού ποσού ως προϋπόθεση νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος. Η θέση αυτή είναι ορθή και υπαγορεύεται από την προαναφερθείσα ανάγκη να μην δημιουργούνται διατυπώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής που δεν εξυπηρετούν ζητήματα «ουσίας», όταν αυτές δεν προκύπτουν ευθέως από το γράμμα του νόμου. Επίσης ορθά η Νομολογία δεν απαιτεί επί ηθικής βλάβης την περαιτέρω εξειδίκευσή της όταν αυτή προκύπτει ευθέως από το έγκλημα ή όταν αναφέρεται στο κύρος, την πίστη και τη φήμη νομικού προσώπου.
Τρίτη διατύπωση παράστασης πολιτικής αγωγής αποτελεί η προβλεπόμενη στο άρ. 84 ΚΠΔ για τον επί ποινή απαραδέκτου διορισμό αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου αν αυτός που κάνει τη δήλωση δεν διαμένει μόνιμα εκεί. Αν και ο νομοθέτης προέβλεψε την παραπάνω προϋπόθεση, δε φρόντισε ωστόσο να αποσαφηνίσει περαιτέρω το περιεχόμενό της, με αποτέλεσμα ο προσδιορισμός της έδρας του δικαστηρίου, της μόνιμης διαμονής του θύματος και της λειτουργικής τους διασύνδεσης να αφεθεί παντελώς σε θεωρία και Νομολογία με αναπόφευκτη περαιτέρω την δημιουργία ανασφάλειας δικαίου.
Τίθεται εν πρώτοις ζήτημα πώς ερμηνεύεται η έννοια δικαστήριο του άρ. 84. Έτσι ως δικαστήριο θα μπορούσε να νοηθεί αυτό ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε η καταγγελία για το έγκλημα ή αυτό στο οποίο βρίσκεται η υπηρεσιακή έδρα του ανακρίνοντος ή ακόμη και το εκτός έδρας Πταισματοδικείο το οποίο πολλές φορές προβαίνει σε διενέργεια επιμέρους διαδικαστικών πράξεων ή ακόμη και σε προκαταρκτική εξέταση. Από θεωρία και Νομολογία φαίνεται να αποκλείονται οι παραπάνω εκδοχέςενώ γίνεται δεκτό ότι ως δικαστήριο νοείται αυτό στο οποίο πράγματι διεξάγεται η ανάκριση και πρόκειται να προβεί στην έκδοση του βουλεύματος.
Κατά πάγια Νομολογία ως «έδρα» του δικαστηρίου νοείται η πόλη όπου εδρεύει το δικαστήριο κατά τη φυσική της έκταση και τα γεωγραφικά της σύνορα, με τους τυχόν συνοικισμούς της που αποτελούν συνέχεια ή προέκτασή της ώστε να εμφανίζεται μαζί με αυτούς ως ενιαία πόλη, ανεξάρτητα από τη τυχόν ανακήρυξη των τελευταίων σε δήμους ή –σπανιότερα- κοινότητες. Παρόλη όμως την νομολογιακή προσπάθεια για υιοθέτηση ενός ενιαίου κριτηρίου, διαπνεόμενου μάλιστα από προθέσεις ελαστικότητας, η ακατάπαυστα επεκτεινόμενη δόμηση στα πολυπληθή αστικά κέντρα, ιδίως της Αθήνας και του Πειραιά, δημιούργησε τεράστια προβλήματα ασφάλειας δικαίου, ιδίως εξαιτίας της α υ θ α ί ρ ε τ η ς τακτικής των δικαστηρίων –χωρίς κοινό γνώμονα- άλλοτε να δέχονται και άλλοτε να αποκλείουν κάποιους νέους συνοικισμούς από τη θεώρησή τους ως συνέχεια ή προέκταση της πόλης.
Προβληματικός όμως φαίνεται και ο τρόπος που η Νομολογία εκλαμβάνει την έννοια της μόνιμης διαμονής ως προς το θύμα, ταυτίζοντάς την με την έννοια της κατοικίας, και μη θεωρώντας ως μόνιμη διαμονή την επαγγελματική στέγη. Όπως όμως ορθά έχει παρατηρηθεί, «η μόνιμη διαμονή» βρίσκεται ως έννοια στο μέσον μεταξύ των όρων «κατοικία» και «προσωρινή διαμονή» του άρ. 122 παρ. 1 ΚΠΔκαι όχι ως ταυτόσημο της κατοικίας. Πέρα όμως από αυτό, η άποψη της Νομολογίας προς αποκλεισμό της επαγγελματικής στέγης ως έννοιας υπαγομένης στην κατοικία, φαίνεται λογικά άτοπη ιδίως σε εκείνες τις περιπτώσεις που το έγκλημα συναρτάται άμεσα με το επάγγελμα κάποιου (όπως για παράδειγμα ληστεία σε κατάστημα, δυσφήμηση εις βάρος κάποιου ως επαγγελματία) και όπου η αναλογική εφαρμογή του άρ. 51 εδ. γ΄ ΑΚ θα ήταν επιβεβλημένη. Σημειωτέον ότι ως προς τα νομικά πρόσωπα ως «μόνιμη διαμονή» του άρ. 84 ΠΚ θα πρέπει να νοηθεί η (πραγματική) έδρα αυτών, ανεξαρτήτως από τον τόπο μόνιμης διαμονής του εκπροσώπου του νομικού προσώπου.
Η ενασχόληση με την πλευρά του ίδιου του θύματος, μας επιτρέπει στο σημείο αυτό να ασχοληθούμε και με το πρόσωπο του αντικλήτου, καθώς και με την τοπική σχέση που θα πρέπει να έχει προς την έδρα του δικαστηρίου. Η έννοια του αντικλήτου είναι γνωστή και από άλλες διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας που αφορούν τον κατηγορούμενο, όπως τα άρ. 155 παρ. 2 εδ. γ΄και δ΄, 273 περ. γ΄ εδ. η΄ και περ. ε΄ εδ. β΄,γ΄ και ε΄ ΚΠΔ. Ως αντίκλητος λοιπόν θα πρέπει να νοηθεί και εδώ ένα οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο, ακόμη και μη περιβεβλημένο την δικηγορική ιδιότητα, ειδικά καθορισμένο από το θύμα ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του, επιτετραμμένο με το καθήκον της παραλαβής των διάφορων διαδικαστικών εγγράφων. Ως προς την τοπική σχέση του αντικλήτου προς την έδρα του δικαστηρίου, ορθά έχει παρατηρηθεί ότι η σιωπή του νόμου ως προς την απαιτούμενη τοπική σχέση του αντίκλητου προς την έδρα του δικαστηρίου (σε αντίθεση με τον πολιτικώς ενάγοντα για τον οποίο ως απαιτούμενη τοπική σχέση ορίζεται η μόνιμη διαμονή) δε δίνει περιθώρια για ανελαστικές ερμηνείες που οδηγούν σε αποβολή της πολιτικής αγωγής, απαιτώντας οπωσδήποτε την κατοικία του αντίκλητου στην έδρα του δικαστηρίου, και μη αρκούμενες απλώς στη διατήρηση απλώς επαγγελματικής στέγης (ειδικότερα δικηγορικού γραφείου, για την περίπτωση που ο αντίκλητος τυγχάνει και δικηγόρος).
Απομένει τέλος να εξεταστεί η εναρμόνιση της εν λόγω τυπικής προϋπόθεσης προς ουσιαστικούς σκοπούς της ποινικής δίκης. Καταρχήν, ως σκοπός του διορισμού αντικλήτου στην προκείμενη περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί η έγκαιρη επίδοση των διαδικαστικών εγγράφων προς τον πολιτικώς ενάγοντα ώστε να εξασφαλίζεται η χρονική εξοικονόμιση κατά την επέλευση των εννόμων συνεπειών τους με απώτερο στόχο την ταχύτερη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Πρόκειται όμως για ένα επιχείρημα εύκολα καταριπτέο για τους εξής λόγους. Πρώτον, οι επιδόσεις όλων των διαδικαστικών εγγράφων (γνωστοποίηση πέρατος ανάκρισης, ονομάτων πραγματογνωμόνων κτλ) γίνονται μεν προς όφελος του πολιτικώς ενάγοντος αλλά η παράλειψή τους δεν επάγεται καμία δικονομική ακυρότητα. Έτσι σε περίπτωση μη διορισμού αντικλήτου, ο μόνος που θα φέρει τη ζημία («πληρώνοντας», τρόπον τινά, την παράλειψη διορισμού αντικλήτου) είναι ο ίδιος ο πολιτικώς ενάγων. Παλαιότερα βεβαίως η μόνη πρακτική συνέπεια ήταν η μη έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά του απαλλακτικού βουλεύματος από τον πολιτικώς ενάγοντα, με αποτέλεσμα πράγματι την επιμήκυνση του χρονικού διαστήματος διεκπεραίωσης από τα δικαστήρια της υπόθεσης. Σήμερα όμως που ο πολιτικώς ενάγων στερείται κάθε ενδίκου μέσου κατά απαλλακτικού βουλεύματος , έχει εκλείψει και η εν λόγω πρακτική συνέπεια. Δεύτερον, εν πάση περιπτώσει, όπως ορθά έχει παρατηρηθεί, η σύγχρονη ανάπτυξη των συγκοινωνιών καθιστά ιδιαιτέρως παρωχημένη την αντίληψη που συνδέει τη μελετώμενη ρύθμιση με το σκοπό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.Τρίτον, η μηδενική σκοπιμότητα της εν
λόγω ρύθμισης συνάγεται από τη θεώρηση ως κρίσιμου χρόνου, εκείνου της τυπικής νομιμοποίησης του θύματος, αδιάφορα από μεταγενέστερη εξασθένιση της κρίσιμης σύνδεσης αντικλήτου και έδρας του δικαστηρίου.
Έτσι, ως λύσεις απομένουν οι εξής: Είτε η κήρυξη της εν λόγω διάταξης ως ανντισυνταγματικής (όπως συνέβη και στην Ιταλία) ως αντικείμενη στην αρχή της ισότητας, διότι μεταχειρίζεται άνισα τον πολίτη που διαμένει στην έδρα του δικαστηρίου σε σχέση με εκείνον που δε διαμένει εκεί ή ως αντικείμενη στην ισότητα των όπλων (κατά τα όσα εκφράστηκαν στην αρχή της παρούσας εργασίας), με το να καθιστά δυσχερή την περιβολή της ιδιότητας του πολιτικώς ενάγοντος από το θύμα, είτε η αναλογική εφαρμογή του άρ. 121 ΚΠολΔ που δίνει τη δυνατότητα επίδοσης στη Γραμματεία του δικαστηρίου σε περίπτωση μη διορισμού αντικλήτου.
Διαπνεόμενη από πνεύμα επιείκειας προς τον πολιτικώς ενάγοντα και εκφεύγοντας από τα πλαίσια υπερβολικής τυπικότητας, θα πρέπει τέλος να επικροτηθεί η εισαγωγή με το άρ. 4 παρ. 4 ν. 1653/1986 η πρόσθεση του τελευταίου εδαφίου στο άρ. 84 ΚΠΔ κατά το οποίο ο διορισθείς πληρεξούσιος δικηγόρος θεωρείται στην προκείμενη περίπτωση και αντίκλητος.
Το τελευταίο ζήτημα που αφορά το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής είναι η περίπτωση που το θύμα κατά την προδικασία χρησιμοποιεί μελλοντική έκφραση: «θέλω παραστεί ως πολιτικώς ενάγων» ή «θα παραστώ ως πολιτικώς ενάγων». Έχουν εκφραστεί σθεναρά από τη θεωρία και οι δύο απόψεις. Η μεν πρώτη θεωρεί αποβλητέα εν προκειμένω την πολιτική αγωγή, διότι η δήλωση παράστασης πρέπει να είναι βέβαιη, πλήρης, σαφής, μη εξαρτώμενη από αναβλητική αίρεση ή προθεσμία και να εκφράζει με καθαρότητα τη βούληση του παθόντος για άμεση και όχι μελλοντική παράσταση, ενώ η δεύτερη θεωρεί περιττή την προσήλωση στη γραμματική διατύπωση και προκρίνει την αναζήτηση του αληθινού νοήματος της διατυπωθείσας δήλωσης. Στη δε Νομολογία, μετά από αμφιταλαντεύσεις, καθιερώθηκε η επιεικέστερη λύση με την ΟλΑΠ 7/2006με την αιτιολογία ότι δεν πρόκειται για ασάφεια ή για αοριστία ή για επιφύλαξη, όταν από το κείμενο της δήλωσης ή και της διαλαμβάνουσας αυτής έγκλησης δε δημιουργείται αμφιβολία αλλά προκύπτει ότι το νόημα της δήλωσης ήταν η άμεση παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά την προδικασία με σκοπό την απόκτηση δικαιωμάτων.
Ορθότερη φαίνεται η άποψη που θεωρεί παραδεκτή την παράσταση πολιτικής αγωγής στα πλαίσια του προβαδίσματος που θα πρέπει, όπως και παραπάνω υποστηρίχθηκε, να δίνεται στην ουσιαστική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος και όχι στην προσκόλληση σε ανούσιους τύπους που δε φαίνεται να εξυπηρετούν τις ουσιώδεις πτυχές της ποινικής δίκης. Εξάλλου,συνήθως η μελλοντική αυτή έκφραση συνάπτεται στην έγκληση, όταν δηλαδή ούτε η ποινική δίωξη έχει κινηθεί αλλά ούτε και προκαταρκτική εξέταση έχει αρχίσει. Έτσι, η μελλοντική έκφραση εδώ μάλλον επιβεβλημένη φαίνεται.
 στ. διατυπώσεις που αφορούν το περιεχόμενο της δήλωσης στο ακροατήριο
 Η δήλωση εν προκειμένω συντελείται με μόνη την προφορική ανακοίνωση του θύματος προς το δικαστήριο ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων. Η εν λόγω δήλωση καταχωρίζεται στα οικεία πρακτικά, προσδίδοντας αμέσως και αυτομάτως στον αδικηθέντα την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος.
Ωστόσο, η έλλειψη οποιασδήποτε νομοθετικής πρόβλεψης ως προς το αναγκαίο περιεχόμενο της δήλωσης στο ακροατήριο οδήγησε εν προκειμένω σε διατύπωση δύο απόψεων. Αφενός εκείνης η οποία απαιτεί αναλογική εφαρμογή του άρ. 84 ΚΠΔ, δηλαδή την επί ποινή απαραδέκτου τήρηση των σχετικών όρων αφετέρου της δεύτερης η οποία δίνει έμφαση στην ουσιαστική νομιμοποίηση και προκρίνει την άμεση επέμβαση του δικαστή προς παροχή όσων διευκρινίσεων κρίνονται απαραίτητες για τη συναγωγή της ιδιότητας του θύματος ως αμέσως και προσωπικώς ζημιωθέντος.
Η δεύτερη άποψη κρίνεται ορθότερη, στα πλαίσια της μη επιτρεπτής δημιουργίας εκ του μη όντος, είτε με αναλογική εφαρμογή (όπως εν προκειμένω) είτε διά της ερμηνείας, τύπων. Το ουσιώδες στοιχείο της ουσιαστικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος πληρούται αρκούντως στα πλαίσια της δεύτερης άποψης η οποία και εκπορεύεται από την προφορικότητα του ακροατηρίου. Υπό το ίδιο πνεύμα θα πρέπει να κριθεί και η υφιστάμενη διχογνωμία ως προς την εξειδίκευση του αιτιώδους συνδέσμου.
Επιβεβλημένος ωστόσο φαίνεται ο ποσοτικός προσδιορισμός του αιτήματος, σε αντίθεση με την προδικασία. Η επιδίκαση του αιτουμένου ποσού λαμβάνει χώρα στην όψιμη φάση μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου, και επομένως, θα ήταν παράλογο και άτοπο το δικαστήριο να μην γνωρίζει τι ποσό αιτείται ο πολιτικώς ενάγων. Εξάλλου, η πολιτική αγωγή δεν παύει να είναι αγωγή ενσωματωμένη στην ποινική δίκη, επομένως θα ήταν αδιανόητο να μην είχε κάποιο αίτημα. Επίσης το ζήτημα του αιτήματος συγκεκριμένου ποσού συνέχεται άμεσα με τη δυνατότητα του ποινικού δικαστηρίου να παραπέμψει την πολιτική αγωγή ως ανεκκαθάριστη στα πολιτικά δικαστήρια σε περίπτωση υπέρβασης του ποσού των 44 € (65 παρ. 2 ΚΠΔ), ενώ εξυπηρετεί και το πρακτικό ζήτημα της ανάγκης υπολογισμού του καταβλητέου αγωγοσήμου.
Τέλος, αυξημένη πρακτική σημασία φαίνεται να έχει η περίπτωση εκείνη που ο δηλών παράστασης πολιτικής αγωγής (ίσως από υπερβάλλοντα ζήλο) δηλώσει ότι παρίσταται για ηθική βλάβη και για υποστήριξη της κατηγορίας. Εν προκειμένω θα μπορούσαν να υποστηριχθούν δύο απόψεις. Θα μπορούσε αφενός να γίνει λόγος για ασάφεια και αοριστία της δήλωσης και επομένως για συνακόλουθη αποβολή της πολιτικής αγωγής, αφετέρου θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι εδώ ο πολιτικώς ενάγων απλώς διευκρινίζει επιτρεπτά την εν πάση περιπτώσει περιεχόμενη στην παράσταση πολιτικής αγωγής προς αποζημίωση σε περίπτωση υλικής βλάβης ή προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υποστήριξη της κατηγορίας. Σημειωτέον ότι ο κύριος λόγος παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη είναι η υποστήριξη της κατηγορίας.
Ορθότερη φαίνεται η δεύτερη άποψη, δεδομένου ότι θα ήταν άτοπο στη μεν περίπτωση που χωρεί παράσταση πολιτικής αγωγής μ ό ν ο ν προς υποστήριξη της κατηγορίας και το θύμα δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής με αίτημα αποζημίωση ή αποκατάσταση ή χρηματική ικανοποίηση, η πολιτική αγωγή να γίνεται δεκτή μόνον για υποστήριξη της κατηγορίας (πράγμα που σημαίνει την λανθάνουσα και σε αυτές τις περιπτώσεις υποστήριξη της κατηγορίας), ενώ στην περίπτωση που απλώς το θύμα ανακοινώνει τον αληθινό λόγο της παράστασής του να αποβάλλεται. Την ίδια άποψη θα είχαν προφανώς και όσοι αρνούνται την υπερβολική προσήλωση στους τύπους, όπως η Α. Ψαρούδα-Μπενάκη και ο Ν.Αποστολίδης.
 Δ΄ ΜΕΡΟΣ:
 ΕΠΙΛΟΓΟΣ
 Γενικότερα στη ζωή των ανθρώπων θα πρέπει να δίνεται προβάδισμα στην ουσία των πραγμάτων. Οι τύποι που εισέρχονται σε οποιαδήποτε έκφανση και επίπεδο της ανθρώπινης ζωής (απονομή της δικαιοσύνης, εξυπηρέτηση των πολιτών από τη διοίκηση, στρατός, σύστημα υγείας κτλ) θα πρέπει να επικροτούνται μόνο όταν πίσω από αυτούς κρύβεται μία ratio η οποία συνδέεται άμεσα με έναν ουσιαστικό σκοπό. Ειδάλλως η ύπαρξη τύπων καταντά εμμονή, τυπολατρία και γραφειοκρατία.
Εάν όμως δεχτούμε ότι η ύπαρξη ανούσιων τύπων αποτελεί μία παραφωνία γενικότερα, αποτελεί αναμφίβολα παραφωνία στο χώρο του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου όπου προέχει η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας στην οποία συμβάλλει και η περιβολή του θύματος με την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος.
============================================


* ΓΡΆΦΕΙ ο   Σίσκος Παναγιώτης είναι Δικηγόρος και ΥπΜΔ Ποινικού Δικαίου ΑΠΘ

Σχόλια