176/2014 ΕΦ ΔΩΔ - Αγωγή αναγνωριστική ακινήτου. Χρησικτησία. Δημόσιες Γαίες. Δίκαιο Δωδεκανήσου. Κτηματολογικός κανονισμός. Οι διατάξεις του άρθρου 4 §§ 1 και 2 του ν. 3127/2003, αποτελούν κοινό δίκαιο για όλη την επικράτεια και για τη Δωδεκάνησο. Εισάγεται εξαίρεση


ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - 100/2010 ΕΙΡ ΡΟΔ - Κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησκτησία). Αοριστία. Νομική φύση. Αόριστη η αγωγή, εάν δεν γίνεται επίκληση ή μνεία της νομικής φύσης του επιδίκου ακινήτου, ώστε να καθίσταται σαφής και ορισμένη η περιγραφή του

176/2014 ΕΦ ΔΩΔ ( 633362)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αγωγή αναγνωριστική ακινήτου. Χρησικτησία. Δημόσιες Γαίες. Δίκαιο Δωδεκανήσου. Κτηματολογικός κανονισμός. Οι διατάξεις του άρθρου 4 §§ 1 και 2 του ν. 3127/2003, αποτελούν κοινό δίκαιο για όλη..
την επικράτεια και για τη Δωδεκάνησο. Εισάγεται εξαίρεση από τις διατάξεις του άρθρου 4 §§ 1 και 2 του α.ν. 1539/1938. Προϋποθέσεις. Αγωγή αναγνώρισης κυριότητας λόγω χρησικτησίας κατά του Δημοσίου. Στο δικόγραφο πρέπει να αναφέρεται ότι ο ενάγων ή και οι δικαιοπάροχοί του νέμοντο, με συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις, το ακίνητο επί τριάντα έτη συνεχώς μέχρι την 19.3.2003. Δεν απαιτείται και η επίκληση συνδρομής καλής πίστεως ότι είχαν αποκτήσει την κυριότητα. Το εναγόμενο Δημόσιο, φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της κακής πίστης του ενάγοντος ή και των δικαιοπαρόχων του κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής του. Το ακίνητο (αρζι μιρι) που βρίσκεται εντός οικισμού προ του 1923 φέρεται εγγεγραμμένο στο όνομα της Κυβερνήσεως των Νήσων του Αιγαίου, περιήλθε δε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Ιταλικού Δημοσίου σύμφωνα με την από 10.2.1947 Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων χωρών και της Ιταλίας. Κρίθηκε ότι από το 1940 ενέμετο αδιατάρακτα η γιαγιά του ενάγοντος το επίδικο και μετέπειτα η μητέρα του η οποία και το μεταβίβασε στον ενάγοντα ο οποίος το ενέμετο από το 1996 με συγκεκριμένες υλικές πράξεις πιστεύοντας καλή τη πίστη ότι το απέκτησε από την μητέρα του που το καλλιεργούσε πολλά έτη. Ουδέποτε οχλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Νόμιμα έγινε πρωτόδικα δεκτή η αγωγή. Συμπλήρωση αιτιολογίας. Πρόσθετοι λόγοι. Παραδεκτό. Απορρίπτει έφεση κατά της υπ` αριθμ. 118/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.



Αριθμός Απόφασης

176/2014

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Σάββα Κυριακίδη, Πρόεδρο Εφετών, Γλυκερία Μουρίκη, Θεώνη Μπούρη [Εισηγήτρια], Εφέτες, και τη Γραμματέα Καθολική Γεωργίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 14η Μαρτίου 2014, για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση:

(Α)

Του Εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας Παρέδρου του ΝΣΚ Μαρίας Ελευθερίου.

Του Εφεσιβλήτου: ... του ..., κατοίκου .. Ρόδου, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σάββα Παπαγεωργίου (αρ. γραμ. 2329/2013 ΔΣΡ).

(Β) Του Προσθέτως Εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας Παρέδρου του ΝΣΚ Μαρίας Ελευθερίου. Του Καθ’ ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης: .. του .., κατοίκου .. Ρόδου, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σάββα Παπαγεωργίου (αρ. γραμ. 2329/2013 ΔΣΡ).

Ο ενάγων (εφεσίβλητος) άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου κατά του εναγομένου (εκκαλούντα) την από 24-11-2007 και με αριθ. εκθ. κατ. 512/18-12-2007 αγωγή του. Το Δικαστήριο εκείνο με την 118/2009 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή, αντιμωλία των διαδίκων. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, το εναγόμενο άσκησε: α) στο δικαστήριο που την εξέδωσε, απευθυνόμενη στο παρόν την ένδικη από 22-10-2010 και με αριθ. εκθ. κατ. 277/25-10- 2010 έφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος με αριθ. εκθ. κατ. 82/22-3-2012. Για τη συζήτηση δε αυτής ορίστηκε δικάσιμος η 15-3-2013 και μετά απ’ αναβολή η 14-3-2014. Και β) στο παρόν δικαστήριο τους από 21-3-2013 και με αριθμ. εκθ. κατ. 2/22-32-2013 πρόσθετους λόγους έφεσης, για την συζήτηση δε αυτών ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το σχετικό πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσαν.

Μελέτησε Τη Δικογραφία

Σκέφθηκε Σύμφωνα Με Το Νόμο

Η υπό κρίση από 22.10.2010 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 277/25.10.2010 και αριθμό Εφετείου 82/22.3.2012) έφεση του ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ.118/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 24.11.2007 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 512/18.12.2007) αγωγή του εφεσιβλήτου, αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου. Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 2066Δ΄/30.9.2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Τερέζας Παντούβερη, περί επιδόσεως της εκκαλουμένης στο εκκαλούν την 30.9.2010, σε συνδυασμό με το χρόνο καταθέσεως της εφέσεως στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (25.10.2010), συνάγεται ότι η έφεση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (άρθρο 518 παρ.1 του ΚΠολΔ). Επειδή δε έχει ασκηθεί και νομότυπα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 επ. και 511 επ. του ίδιου Κώδικα, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532 και 533 παρ.1 του ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω, το εκκαλούν άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα πρόσθετους λόγους [με την κατάθεση του υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 2/22.3.2013 δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και την κοινοποίηση αυτού στον εφεσίβλητο στις 10.1.2014 (βλ. την υπ’ αριθμ. 9104Ζ΄/10.1.2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Νικολάου Χρυσάνθη), ήτοι πριν από την προθεσμία των τριάντα ημερών από την ημερομηνία συζητήσεως της εφέσεως]. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι αφορούν σε κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και συνέχονται αναγκαστικά με αυτά (άρθρ. 520 παρ.2 του ΚΠολΔ) πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτοί και να ερευνηθούν περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτών, συνεκδικαζόμενοι με την έφεση (άρθρα 246, 524 παρ.1 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη μεν του άρθρου 2 του ν. 510 της 29/30 Δεκεμβρίου 1947 εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο Εισαγωγικός Νόμος ΑΚ και το ν.δ. της 7 - 10 Μαΐου 1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού νόμου", με τη διάταξη δε του άρθρου 8 § 2 του ίδιου πιο πάνω νόμου ορίστηκε, ότι "αι περί κτηματολογίου ισχύουσαι εν Δωδεκανήσω διατάξεις διατηρούνται εν ισχύϊ". Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι προβλέφθηκε, με την εισαγωγή μεν στη Δωδεκάνησο από την 30.12.1947 η ενότητα του Αστικού Δικαίου μεταξύ της Δωδεκανήσου και της λοιπής Ελλάδος, με την παράλληλη δε διατήρηση σε ισχύ στη Δωδεκάνησο των διατάξεων περί κτηματολογίου η διαφύλαξη των βασικών πλεονεκτημάτων του Κτηματολογικού Κανονισμού, που θεσπίστηκε με το 132/1929 Κυβερνητικό Διάταγμα και ίσχυσε στη Ρόδο, στην Κω και σε τμήμα της Λέρου από την 1.9.1929, δηλαδή των αρχών της νομιμότητας, που καθιερώθηκαν με τα άρθρα 41, 53 και 61 του κτηματολογικού βιβλίου και που συνιστούν τις βασικές αρχές του συστήματος αυτού από εκείνο της μεταγραφής του ΑΚ. Από την παράλληλη αυτή εφαρμογή στη Δωδεκάνησο των διατάξεων του ΑΚ αφενός και των περί κτηματολογίου διατάξεων αφετέρου, δημιουργήθηκε σχέση μεταξύ κοινού δικαίου προς τοπικό δίκαιο, κατά γενική δε ερμηνευτική αρχή, την οποία όχι μόνο δεν απέκλεισε, αλλά έμμεσα καθιέρωσε ο ν. 510/1947 στη διάταξη του άρθρου 8 § 3, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ αυτών, υπερισχύει το τυπικό δίκαιο, εκτός αν οι υπό εφαρμογή διατάξεις του κοινού δικαίου είναι απόλυτες ή αποκλειστικές, εκφράζουν δηλαδή αρχές που υπαγορεύτηκαν από το γενικότερο σκοπό ή συμφέρον, οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται ενιαία σε ολόκληρη τη χώρα (ΟλΑΠ 129/1984). Εξάλλου, σύμφωνα μεν με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του πιο πάνω Κτηματολογικού Κανονισμού διατηρείται κατ’ αρχάς η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες α) δημόσιων γαιών (μιρί, αρζί μιρί, μετρουκέ, μεβάτ), β) ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) και γ) βακουφίων, όπως είχε κατά το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο Οθωμανικό Δίκαιο, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 63 εδάφιο τελευταίο του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού, δεν είναι ποτέ παραδεκτή η παραγραφή της πλήρους ή ψιλής κυριότητας ως προς τις γαίες μιρί ή αρζί μιρί, σε βάρος των δημόσιων περιουσιακών (ιδιόκτητων) κτημάτων. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 4 §§ 1 και 2 του α.ν. 1539/1938, που τέθηκε σε ισχύ στη Δωδεκάνησο με το β. δ/μα της 31-12-1948/10-1-1949 "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν, τοιαύτη δε αρξαμένη προ της ισχύος του (νόμου), ουδεμίαν νόμιμην συνέπειαν έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη προ της ενάρξεως της ισχύος του κατά τους προϊσχύσαντας νόμους". Ως εκ της γενικότητας των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι απαγορεύεται η παραγραφή κάθε δικαιώματος, νομικής φύσεως μουλκ, σε ακίνητα ιδιοκτησίας του Δημοσίου (ΑΠ 821/2010 Δνη 2011/784).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3127 της 17/19-3-2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2310/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζεται, ότι: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό, που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός αν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής, που ορίζεται στις περιπτώσεις α΄και β΄, προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων, που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τμ. Για ενιαίο ακίνητο, εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τμ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα, που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Εξάλλου, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Με τις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 4 §§ 1 και 2 του ν. 3127/2003, που αποτελεί κοινό δίκαιο, ισχύον για όλη την επικράτεια, εφόσον υπαγορεύτηκε από το γενικότερο συμφέρον, και, συνακόλουθα και για τη Δωδεκάνησο (ΑΠ 821/2010 ό.π.), εισάγεται εξαίρεση από τις διατάξεις του άρθρου 4 §§ 1 και 2 του α.ν. 1539/1938, που ρυθμίζουν το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων κτημάτων του και ισχύουν, όπως έχει ήδη εκτεθεί, για τη Δωδεκάνησο. Έτσι, από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3127/2003, πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου. Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης μόνο αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου (ΑΠ 4/2013 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 411/2012 Αρμ 2013/474, ΑΠ 1120/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ). Για τη διαδικαστική, έτσι, πληρότητα του δικογράφου της σχετικής αγωγής αρκεί, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 216 §1 α`ΚΠολΔ, να αναφέρεται σ`αυτό, ότι ο ενάγων ή και οι δικαιοπάροχοί του ενέμοντο, με συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις, το ακίνητο επί τριάντα έτη συνεχώς μέχρι την 19.3.2003, χωρίς να απαιτείται και η επίκληση συνδρομής στο πρόσωπο αυτών καλής πίστεως, δηλαδή πεποιθήσεώς τους ότι είχαν αποκτήσει την κυριότητα. Αντιθέτως, το εναγόμενο Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4 § 1 του Ν. 3127/2003, διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως του ενάγοντος ή και των δικαιοπαρόχων του, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου κατά το χρόνο κτήσεως της νομής του (ΑΠ 786/2012, ΑΠ 1777/2011 δημ. ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι από το έτος 1996 έως και την έναρξη ισχύος (19-3-2003) του Ν. 3127/2003, νέμεται το αναφερόμενο οικόπεδο, εκτάσεως 270 τμ., που βρίσκεται εντός οικισμού Αρχιπόλεως του Δήμου Αφάντου Ρόδου, καλοπίστως και με συγκεκριμένες υλικές πράξεις. Ότι το εν λόγω ακίνητο απέκτησε με άτυπη δωρεά από τη μητέρα του, η οποία το ενέμετο με τις αναφερόμενες πράξεις καλοπίστως από το έτος 1972, οπότε το απέκτησε άτυπα ως προίκα από τη μητέρα της, η οποία το ενέμετο από το έτος 1940. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του, με το συνυπολογισμό και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, περισσότερα από τριάντα (30) χρόνια συνεχούς νομής στο εν λόγω ακίνητο, ζήτησε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς του επί του ως άνω ακινήτου. Η αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, είναι σαφής και ορισμένη, περιέχουσα για τη δικαστική εκτίμησή της όλα τα αξιούμενα από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία εγκυρότητας του δικογράφου της, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Συνεπώς, κρίνονται αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της εφέσεως και των προσθέτων λόγων της.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος αποδείξεως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εκτάσεως 270 τ.μ., νομικής φύσης «αρζί μιρί», που βρίσκεται στην περιοχή «Αλώνια», εντός οικισμού (βλ. το από Νοεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού............ ..............) του Δ.Δ. Αρχιπόλεως, που προϋφίσταται του έτους 1923 (βλ. την υπ’ αριθμ. 582/2014 βεβαίωση του Δήμου Ρόδου), του Δήμου Αφάντου της νήσου Ρόδου. Το ανωτέρω ακίνητο, με αριθμό κτηματολογικής μερίδας 512, τόμος 15, φύλλο 2, φάκελος 1900 του Κτηματολογίου της Ρόδου, με βάση την υπ’ αριθμ. 1900/22.5.1929 αρχική θεμελιώδη εγγραφή, φέρεται εγγεγραμμένο στο όνομα της Κυβερνήσεως των Νήσων του Αιγαίου, περιήλθε δε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Ιταλικού Δημοσίου σύμφωνα με την από 10.2.1947 Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων χωρών και της Ιταλίας. Το επίδικο ακίνητο ενέμετο αδιατάρακτα από το έτος 1940 η γιαγιά του ενάγοντος, .... ...., χρησιμοποιώντας αυτό ως αλώνι και για την καλλιέργεια σιτηρών μέχρι το έτος 1972, οπότε το παραχώρησε ατύπως, ως προίκα, στη θυγατέρα της ... (μητέρα του ενάγοντος). Η τελευταία συνέχισε τις πράξεις νομής επί του ακινήτου, με διάνοια κυρίας και με καλή πίστη, μετατρέποντας αυτό σε κήπο και καλλιεργώντας το με οπωροκηπευτικά μέχρι το έτος 1996, οπότε το παραχώρησε με άτυπη δωρεά στο γιο της (ενάγοντα), ο οποίος τη διαδέχθηκε στη νομή του ακινήτου. Συγκεκριμένα, ο ενάγων το περιέφραξε με σιδηρούς πασσάλους και συρματόπλεγμα και εξακολούθησε να το καλλιεργεί με εποχιακές καλλιέργειες (ντοματιές, πιπεριές κλπ.) συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ο ενάγων κατά την, πιο πάνω, κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου βρισκόταν σε καλή πίστη, καθόσον είχε την ειλικρινή πεποίθηση ότι το απέκτησε από τη μητέρα του, καθόσον αυτή το καλλιεργούσε επί πολλά έτη, καθώς και ότι η μητέρα του επίσης το είχε αποκτήσει από τη δική της μητέρα (γιαγιά του), που το κατείχε από το έτος 1940, ασκώντας συνεχώς τις αναφερόμενες πιο πάνω πράξεις νομής στο επίδικο. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε τον ενάγοντα ή τις προαναφερθείσες δικαιοπαρόχους του στην, κατά τα ανωτέρω, άσκηση της νομής τους στο επίδικο οικόπεδο, αλλά ούτε άσκησε οιαδήποτε διακατοχική πράξη σ` αυτό. Τέτοια όχληση ή άσκηση οποιασδήποτε διακατοχικής πράξεως στο επίδικο δεν επικαλείται ούτε το ίδιο το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Πέραν των προαναφερθέντων, αξίζει να σημειωθεί ότι το εναγόμενο μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν είχε κάν επιμεληθεί να εγγράψει στα οικεία κτηματολογικά βιβλία το δικαίωμά του επί του επιδίκου, ενώ η σχετική καταχώρηση έλαβε χώρα την 16.7.2008 (βλ. την υπ’ αριθμ. 8781/16.7.2008 κτηματολογική εγγραφή επί του επιδίκου). Επομένως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο ενάγων από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν ήταν κύριος του επιδίκου οικοπέδου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, ενόψει και του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, ουδέποτε υπήρξε όχληση στον ίδιο και στις δικαιοπαρόχους του στην άσκηση της νομής επί του επιδίκου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των εξήντα (60) ετών. Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου πρωτοτύπως με χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Ν. 3127/2003, αφού αποδείχθηκε ότι ενέμετο αυτό, μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, με το συνυπολογισμό στο δικό του χρόνο νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, τελούσε δε σε καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση κατά το χρόνο κτήσεως της νομής αυτού, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου. Με τα δεδομένα αυτά, έπρεπε η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να καταδικασθεί το εκκαλούν, λόγω της ήττας του, στην αιτούμενη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του εφεσιβλήτου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένης, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει μετά την 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β΄ 11/20-1-1993 - ΟλΑΠ 5/2002, Δνη 43/377, ΑΠ 322/2008, δημ. ΝΟΜΟΣ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Συνεκδικάζει την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της. Απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της κατά της υπ` αριθμ. 118/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Καταδικάζει το εκκαλούν στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του εφεσιβλήτου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στη Ρόδο την 7η Μαϊου 2014 σε μυστική διάσκεψη και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στη Ρόδο τη 10η Ιουλίου 2014 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με παρούσα τη γραμματέα. Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Π.Β.

Σχόλια