Αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης. Προϋποθέσεις. Η ύπαρξη χρονολογίας, από την οποία προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βουλήσεώς του και ....609/2014 ΑΠ


ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΑΔΙΟΠΡΑΞΙΑ ΛΟΓΩ ΚΛΟΠΗΣ -

609/2014 ΑΠ ( 644544) 
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης. Προϋποθέσεις. Η ύπαρξη χρονολογίας, από την οποία προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου...
της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βουλήσεώς του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης όταν υπάρχουν και άλλες ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά. Με έλλειψη της χρονολογίας αυτής ισοδυναμεί και η πλαστογραφημένη χρονολογία, εκείνη δηλαδή που έχει τεθεί στο σώμα της διαθήκης από τρίτο πρόσωπο, κατ’ απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα του διαθέτη, ενώ η ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης λόγω συναφούς εκκρεμούς ποινικής δίκης. Η αναβολή αυτή, η οποία μπορεί να διαταχθεί και στην κατ’ έφεση δίκη, όχι όμως στο αναιρετικό τμήμα του Αρείου Πάγου απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων. Προϋποθέσεις. Απορρίπτει την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5541/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.


  
Αριθμός 609/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ι. Γ. Κ., συζ. Χ. Ν., κατοίκου ............... ....., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Δ. Π., κατοίκου ...., 2) Δ. Π. - Τ., κατοίκου ..., και 3) Μ. συζ. Η. Π., κατοίκου ... . Οι 1η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Δημητρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4172/2007 μη οριστική, 628/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5541/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/4/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 5536Δ/12.9.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., με τη συνημμένη σ’ αυτή βεβαίωση παραλαβής δικογράφου και αποστολής συστημένης επιστολής, ακριβές αντίγραφο της από 19.4.2011 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 21.11.2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσίβλητους προς την αναιρεσείουσα. Νέα κλήση της διαδίκου αυτής, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (μετ’ αναβολή) δικάσιμο δεν χρειαζόταν, καθόσον η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (αρθρ. 575 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, εφόσον η αναιρεσείουσα καθώς ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, που, όπως προαναφέρθηκε, είναι όπως και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι επισπεύδων, δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών (αρθρ. 576 ΚΠολΔ).

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1721 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν, αλλά και να μην συντρέχει λόγος ανικανότητας του άρθρου 1723 ΑΚ. Η χρονολογία, από την οποία προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βουλήσεώς του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης όταν υπάρχουν και άλλες ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά. Η έλλειψη συνεπώς κάποιου από τους ανωτέρω βασικούς όρους συνεπάγεται την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Με έλλειψη δε της χρονολογίας αυτής ισοδυναμεί και η πλαστογραφημένη χρονολογία, εκείνη δηλαδή που έχει τεθεί στο σώμα της διαθήκης από τρίτο πρόσωπο, κατ’ απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα του διαθέτη, ενώ η ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Αν ελλείπει κάποιο από τα στοιχεία αυτά είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 1718 ΑΚ.

Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας του. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη αναγνωριστική, ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Την 9-7-2005 απεβίωσε στην Αθήνα, σε ηλικία 79 ετών, χωρίς να αφήσει κατιόντες, η Ε. Π. - Τ. του Δ., κάτοικος εν ζωή ... . Πλησιέστερους, μεταξύ άλλων, κατά το χρόνο του θανάτου της εξ αίματος συγγενείς της, οι οποίοι καλούνται στην δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, είχε -(1) την αμφιθαλή αδερφή της και πρώτη ενάγουσα, Π. σύζυγο Δ. Π., το γένος Δ. Π. - Τ., (2) τον δεύτερο ενάγοντα, Δ. Σ. Π. - Τ., ο οποίος τυγχάνει τέκνο του προαποβιώσαντος αυτής αδερφού της Σ. Δ. Π. - Τ. και (3) την τρίτη ενάγουσα Μ. σύζυγο Η. Π., το γένος Δ. και Ε. Φ., η οποία τυγχάνει τέκνο της προαποβιώσασας αυτής αδερφής της, Ε. Φ. το γένος Δ. Π. - Τ., (βλ. το υπ’ αριθ. πρωτ. .../25-10-2005 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών της Κοινότητας Μαρκοπούλου Ωρωπού Αττικής ). Η ως άνω αποβιώσασα φέρεται ότι είχε συντάξει την από 2-5-2005 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ’ αριθ. 1673/10-3-2006 πρακτικό συνεδρίασης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθ. 657/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής η εναγομένη εγκαθίσταται κληρονόμος της αποβιώσασας σε ένα ακίνητο της κληρονομιάς, στο οποίο κατοικούσε εν ζωή η κληρονομουμένη, στον ... στην ειδικότερη θέση "...", επί της οδού ... αριθ. .. , επιφανείας περίπου 425 τμ, μετά της επ’ αυτού ισόγειας παλαιάς οικίας εμβαδού 65 τμ. Η διαθήκη αυτή δεν αποδείχθηκε ότι είναι γνήσια διαθήκη της κληρονομουμένης Ε. Π. - Τ., διότι δεν έχει γραφτεί, δεν έχει χρονολογηθεί και δεν έχει υπογραφτεί με το ίδιο της το χέρι. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η ως άνω διορισθείσα πραγματογνώμονας αντιπαραβάλλοντας την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη με άλλα αναμφισβήτητης γνησιότητας έγγραφα της φερόμενης ως διαθέτιδας, που αναφέρονται στην έκθεση της. Ειδικότερα για τη διερεύνηση της γνησιότητας της γραφής και υπογραφής στην επίδικη διαθήκη χρησιμοποιήθηκαν δειγματικά έγγραφα βεβαίας γνησιότητας, που κρίθηκαν κατάλληλα ποιοτικά και ποσοτικά επαρκή καθώς και δείγματα υπογραφών της θανούσας, που είχαν τεθεί σε βεβαίας γνησιότητας έγγραφα, τα οποία χορηγήθηκαν από την πλευρά των εναγόντων. Η δειγματική γραφή και υπογραφή σε ευχετήρια κάρτα, καθώς και η δειγματική γραφή σε μισό φύλλο τετραδίου, που παραδόθηκαν στην ως άνω πραγματογνώμονα από την εναγομένη, αφού συγκρίθηκαν με τη γραφή και υπογραφή της θανούσας σε αναμφισβήτητα γνήσια έγγραφα και διαπιστώθηκε πως τα δύο αυτά έγγραφα δεν έφεραν γνήσια γραφή και υπογραφή της φερόμενης ως διαθέτιδας, εξαιρέθηκαν δικαιολογημένα από το συγκριτικό υλικό της πραγματογνωμοσύνης. Σύμφωνα με τα πορίσματα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης το κείμενο της επίδικης διαθήκης και η επ’ αυτού υπογραφή, που αποδίδονται στην ανωτέρω κληρονομουμένη, προέρχονται από το ίδιο μεν άτομο, το οποίο όμως δεν είναι αυτή η ίδια. Πράγματι από την συγκριτική αντιπαραβολή της γραφής και υπογραφής επί του ελεγχομένου εγγράφου με τα προαναφερθέντα γνήσια έγγραφα προκύπτουν σημαντικές μεταξύ τους διαφορές επισημαινόμενες μεταξύ άλλων και από την ανωτέρω πραγματογνώμονα και ειδικότερα: (Α) Ως προς τη γραφή, -α) η ταχύτητα χάραξης του κειμένου της διαθήκης είναι γρήγορη και ελεγχόμενη, ενώ η γραφή στα συγκρινόμενα γνήσια έγγραφα είναι αργή, δικαιολογούμενη από την μεγάλη ηλικία της κληρονομουμένης και τις χαμηλές γραμματικές γνώσεις της, β) η γραφή του κειμένου της διαθήκης είναι εν γένει, (πλην περιορισμένων εξαιρέσεων), κάθετη προς τον οριζόντιο άξονα του εγγράφου, ενώ εκείνη στα δειγματικά γνήσια έγγραφα έχει κλίση προς τα δεξιά, γ) η γραφή στην επίμαχη διαθήκη γίνεται με το μονοτονικό σύστημα πλημμελώς εφαρμοζόμενο, αντίθετα η γραφή στα δειγματικά γνήσια έγγραφα προσπαθεί να ακολουθήσει, αν και πλημμελώς, το πολυτονικό σύστημα με χρήση πνευμάτων. (Β) Ως προς την υπογραφή, α) στην επίδικη διαθήκη τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται είναι μεγάλα και στρογγυλά, με χωριστή το καθένα χάραξη και κάθετη ως προς τον οριζόντιο άξονα, ενώ οι αναμφίβολα γνήσιες δειγματικές υπογραφές της κληρονομουμένης γίνονται με στοιχεία ελλειπτικά, πλάγια και με συνεχόμενη χάραξη, β) το μικρό όνομα της κληρονομουμένης έχει διορθωθεί από το αρχικά λανθασμένο "Ε." στο ορθό "Ε.", γεγονός που ουδέποτε παρατηρείται στα αντιπαραβληθέντα έγγραφα, που φέρουν αναμφισβήτητα γνήσιες υπογραφές της ιδίας, αν και το μικρό της όνομα εμφανίζεται μερικές φορές αποτετμημένο κατά τα τελευταία στοιχεία του και γ) το επίθετο της κληρονομουμένης αναγράφεται ως "Π.", αντί του ορθού "Π.", δηλαδή με δύο ομόηχες αρχικές συλλαβές "Πα" αντί τριών κατά την ορθή γραφή, λάθος βασικό για κάθε γνήσιο υπογραφέα, αλλά και ασύνηθες για την ίδια την κληρονομουμένη, η οποία αν και μερικές φορές προβαίνει σε απότμηση της τελευταίας συλλαβής του επιθέτου της για λόγους χώρου (λ.χ. στην αστυνομική της ταυτότητα), εντούτοις δεν συνηθίζει να προβαίνει σε απότμηση της 3ης από τις τρεις ομόηχες πρώτες συλλαβές. Το συμπέρασμα της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης ενισχύεται με ανάλογες παρατηρήσεις και από την ιδιωτική γνωμοδότηση του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Γ. Χ., καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, τόσο εκείνης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και εκείνου που χορήγησε την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση, οι οποίες κρίνονται αντικειμενικές και αξιόπιστες και βεβαιώνουν ότι η εναγομένη δεν υπήρξε ουδέποτε αποκλειστική οικιακή βοηθός της κληρονομουμένης, με στενή σχέση εμπιστοσύνης προς αυτήν, η οποία να δικαιολογεί την κατάλειψη σε αυτήν ενός τόσο σημαντικού περιουσιακού στοιχείου. Αντίθετα από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα της εναγομένης Μ. Γ., οδηγού TAXI, που διατηρεί ελεύθερη σχέση μαζί της, δεν δημιουργούνται αμφιβολίες για το ανωτέρω συμπέρασμα, αφού η κατάθεση του δεν κρίνεται αξιόπιστη, αλλά προϊόν διαθέσεως συμπαραστάσεως προς την εναγομένη, ούτε άλλωστε και από τα όψιμα προσκομιζόμενα από την ίδια διάδικο δειγματικά έγγραφα. Από το σύνολο των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών προκύπτει ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, ως μη γνήσια διαθήκη της αποβιώσασας Ε. Π. - Τ., οι δε εφεσίβλητοι - ενάγοντες νομιμοποιούνται να επικαλεσθούν την ακυρότητα αυτή και να ζητήσουν την αναγνώριση της, καθόσον τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι στην κληρονομιά της ως άνω αποβιώσασας. Κατά συνέπεια η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία και να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ανωτέρω διαθήκης". Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γραφής και υπογραφής της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης από πρόσωπο διαφορετικό από την φερομένη ως συντάκτριά της, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 1721 ΑΚ, την οποία το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την αποδοχή των συμπερασμάτων της διαταχθείσας από το δικαστήριο γραφολογικής πραγ/νης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ’ όσον το Δικαστήριο εκτιμά, κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔ, ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Υπό την επίκληση δε τις αποδιδομένης κατά τα ανωτέρω πλημμέλειας ο λόγος αυτός πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ’ εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επειδή κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ "αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή, που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία". Με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα και δεν θεσμοθετείται υποχρέωση, αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, με απόφαση πάντοτε του δικαστηρίου, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του διαδίκου, εφόσον υφίσταται εκκρεμής ποινική αγωγή, η οποία επηρεάζει τη διάγνωση της αστικής δικαιολογικής σχέσης. Η αναβολή, η οποία μπορεί να διαταχθεί και στην κατ’ έφεση δίκη, όχι όμως στο αναιρετικό τμήμα του Αρείου Πάγου (αρθρ. 573 παρ.1 ΚΠολΔ) απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την προς τούτο απόφασή του, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ, καθόσον μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της δεν ανέστειλε την ενώπιον του Εφετείου δίκη, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η εκκρεμούσα εναντίον της αναιρεσείουσας - εναγομένης ποινική διαδικασία για πλαστογραφία της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης, μετά την υποβολή μηνύσεως από την τρίτη αναιρεσίβλητη, άλλως ότι απέρριψε το οικείο αίτημα με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Οι αιτιάσεις αυτές ανεξάρτητα από το ότι αφορούν στους αναιρετικούς λόγους των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που δεν πλήττουν την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων δικονομικού δικαίου, όπως είναι η ερευνώμενη διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες, προεχόντως, γιατί η περί αναβολής - αναστολής της δίκης, κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επειδή ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως εξαιτίας της παραβάσεως των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι’ αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που εκτιμώντας ελεύθερα όπως έχει το δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ.) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά. Επομένως ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος αναίρεσης που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν προσέδωσε την ίδια βαρύτητα στις καταθέσεις των μαρτύρων αμφοτέρων των διαδίκων αλλά μεγαλύτερη στον μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, κρίνοντας αναξιόπιστη την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Μ. Γ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή τέλος η κατά το άρθρο 245 του ΚΠολΔ αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, που έχει ως αποστολή τη διευκρίνιση αποσαφήνιση και επεξήγηση του πραγματικού υλικού και δεν είναι αποδεικτικό, όπως η εξέταση των διαδίκων, μέσο απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο αποφασίζει ελευθέρως και ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση της αναγκαιότητας και της συντελεστότητας του μέτρου, για τη διαλεύκανση των εριστών σημείων της διαφοράς και του όλου της υπόθεσης πραγματικού μέρους. Η απορριπτική δε κρίση του Δικαστηρίου δεν ελέγχεται αναιρετικώς ούτε από τον αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επομένως ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα καταλογίζει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημα της για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο για παροχή διευκρινίσεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (πρώτης και τρίτης) - άρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ - και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.4.2011 αίτηση της Ι. Γ. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.5541/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ (και για τις δύο).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια