1758/2009 ΑΠ - Ακίνητα. Προϋποθέσεις κτήσεως της κυριότητας σε ακίνητο αφενός με τακτική και αφετέρου με έκτακτη χρησικτησία. Δημόσια κτήματα. Εγκαταλειμένα ακίνητα. Κατάληψη από το Δημόσιο και κτήση κυριότητας απ΄ αυτό. Τα δημόσια κτήματα είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας. ....


ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - 100/2010 ΕΙΡ ΡΟΔ - Κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησκτησία). Αοριστία. Νομική φύση. Αόριστη η αγωγή, εάν δεν γίνεται επίκληση ή μνεία της νομικής φύσης του επιδίκου ακινήτου, ώστε να καθίσταται σαφής και ορισμένη η περιγραφή του

1758/2009 ΑΠ ( 510765) 
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Ακίνητα. Προϋποθέσεις κτήσεως της κυριότητας σε ακίνητο αφενός με τακτική και αφετέρου με έκτακτη χρησικτησία. Δημόσια κτήματα. Εγκαταλειμένα ακίνητα. Κατάληψη από το Δημόσιο και κτήση κυριότητας απ΄ αυτό. Τα δημόσια κτήματα είναι ανεπίδεκτα ...
χρησικτησίας. Διαδικασία διοικητικής καταλήψεως. Δικονομία πολιτική. Αναιρετικοί λόγοι. Προϋποθέσεις παραδεκτού της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Η αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων δεν ελέγχεται αναιρετικά. Εννοια "πραγμάτων" κατ΄ αρ. 559 περ. 10 ΚΠολΔ και αρ. 559 περ. 8. Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου. Προϋποθέσεις παραδεκτού του λόγου αυτού. Αποδεικτικά μέσα. Αρκεί γενική μνεία, ότι λήφθηκαν αυτά. Προϋποθέσεις ορισμένου της ενστάσεως περί καταχρήσεως του δικαιώματος. "Αίτηση" αδίκαστη. Εννοια αιτήσεως. Ισχυρισμός περί δεδικασμένου. Δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι΄ αυτό πρέπει ως ισχυρισμός να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. (Επικυρώνει την 181/2006 ΕφΘράκης).


  
Αριθμός 1758/2009 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ` Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες. 

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρεμεζή. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Δημήτριο Κάμαρη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2004 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης λόγω αρμοδιότητας, 100/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και 181/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-12-2006 αίτησή του. 

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. 

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1043, 1045 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όταν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικως ανέλεγκτη εκτίμησή του πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής ουσιώδη, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου του ήδη αναιρεσείοντος:Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 94 τ.μ. περίπου, κείται επί της οδού ... αριθ. ... της ... και συνορεύει όπως στην απόφαση αυτή αναφέρεται. Κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, αυτό ήταν ιδιόκτητη γαία "μουλκ". Κατά τον χρόνο της ελληνικής νομοθεσίας στη Θράκη, ο ιδιοκτήτης του ήταν άγνωστος και δεν κατεχόταν από κανένα. Το έτος 1925 περίπου, οι αδελφοί ΒΒ και ΓΓ, πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη, κατέλαβαν το ακίνητο αυτό και το χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες της επιχείρηση εμπορίας ξυλανθράκων. Όμως δεν κατείχαν τούτο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, μέχρι την 23-2-1946,ή έκτοτε μόνο με διάνοια κυρίου. Οι ίδιοι, με την από 19-3-1968 δήλωσή τους προς τον τότε Οικονομικό Έφορο ..., αναγνώρισαν ότι δεν έγιναν κύριοι αυτού και δήλωσαν ότι αυτό ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Μάλιστα με την από 18-2-1970 αίτησή τους, την οποία υπέγραψε, ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους, ο ενάγων-ήδη αναιρεσείων, ζήτησαν να τους χορηγηθεί βεβαίωση που να εμφαίνεται ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να την χρησιμοποιήσουν για φορολογική τους υπόθεση που είχαν με τον Δήμο ... . 

Ύστερα από έρευνα και ειδική εντολή του Υπουργείου Οικονομικών, το επίδικο καταλήφθηκε από το Δημόσιο, ως εγκαταλελειμμένο. Η κατάληψή του έγινε στις 20-2-1970 από τον τότε Οικονομικό Eφορο ..... και το Διοικητή του Α` Αστυνομικού Τμήματος ... της περιοχής που βρίσκεται το ακίνητο, και συντάχθηκε το από 20-2-1970 πρωτόκολλο με το σχετικό σχεδιάγραμμα, όρια κλπ, και καταγράφηκε στο γενικό βιβλίο Καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων με αριθμό ... . Η κατάληψη αυτή γνωστοποιήθηκε στις 18-4-1974 στους κληρονόμους του κατόχου ΒΒ, που είχε αποβιώσει στις 6-12-1970,και το σχετικό αποδεικτικό μάλιστα υπέγραψε ο ενάγων δικηγόρος, ως εκπρόσωπος αυτών. Με το ... πρωτόκολλο καθορίσθηκε σε βάρος του ΒΒ αποζημίωση χρήσης του επιδίκου για το χρονικό διάστημα από 1-1-1961 έως 31-12-1973, ύψους 1500 δραχμών. Μετά την κατάληψη του ακινήτου και μέχρι το έτος 2001 δεν ζητήθηκε από κανένα η απόδοσή του, ούτε έγινε κάποια άλλη ενέργεια προς τη διοίκηση από μέρους του ενάγοντος ή τρίτου, σχετικώς με αυτό, παρόλο ότι ο ενάγων γνώριζε τη διοικητική κατάληψή του, σε αντίθεση με το αναφερόμενο στην απόφαση όμορο ακίνητο, που καταλήφθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, με το ίδιο πρωτόκολλο κατάληψης, του οποίου την απόδοση ζήτησαν, και πέτυχαν, οι κληρονόμοι του κατόχου αυτού με την 17/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Ο πατέρας του ενάγοντος ΑΑ, δημοτικός υπάλληλος του Δήμου ..., στις 27-1-1970 αγόρασε, με ιδιωτικό συμφωνητικό, από τον ΒΒ μόνο, το επίδικο ακίνητο, αντί αναγραφέντος τιμήματος 80.000 δραχμών. Με το από 1-10-1979 μισθωτήριο ο ενάγων εκμίσθωσε το επίδικο στους ... και ... και με από 1-7-1996 μισθωτήριο στον ..., με το δε από 14-7-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό επέτρεψε στην εταιρία "............" να τοποθετήσει μηχανισμό ενός κλιματιστικού μηχανήματος. 

Κατά του ενάγοντος εκδόθηκε το ..... πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημόσιου κτήματος, το οποίο ακυρώθηκε με την 75/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, κατά την οποίας άσκησε έφεση το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κομοτηνής. Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε το Εφετείο, ότι οι ΒΒ και ΓΓ δεν κατέστησαν κύριοι του επίδικου ακινήτου, αφού δεν το νέμονταν με διάνοια κυρίου, ότι κύριος τούτου κατέστη το Ελληνικό Δημόσιο μετά παρέλευση 10ετίας από την κατά την 20-2-1970 νομότυπη κατάληψή του, ήτοι από 20-2-1980, και ότι έκτοτε αυτό, ως πράγμα του Δημοσίου, είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, επομένως οι ανωτέρω διακατοχικές πράξεις του ενάγοντος και του πατέρα του δεν μπορούν να προσπορίσουν κυριότητα, με χρησικτησία, στον πρώτο Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, που έκρινε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος και επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικώς με το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία από τους ΒΒ και ΓΓ, αφού δέχθηκε ότι αυτοί δεν κατείχαν το ακίνητο με διάνοια κυρίου, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο περί του αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι των άρθρων 974, 1041, 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, στην απόφαση διαλαμβάνεται σαφής αιτιολογία, ότι το ακίνητο καταλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο, ως εγκαταλελειμμένο, ο δε ένατος λόγος αναίρεσης, πέμπτο μέρος, από τον αριθ.19 της ίδιας ως άνω διάταξης, με τον οποίο προβάλλεται, έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα αυτό, διότι στην απόφαση,άλλοτε μεν το επίδικο αναφέρεται ως εγκαταλελειμμένο και άλλοτε, ως αδέσποτο, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν έγινε δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο καταλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο ως εγκαταλελειμένο, η δε αναφορά "αδέσποτο" γίνεται στην μείζονα σκέψη του Εφετείου, όπου παρατίθενται οι διατάξεις του άρθρου 972 ΑΚ, 2 παρ.1 α.ν. 1539/1938, η οποία και δεν αποτελεί παραδοχή τούτου επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ένατος λόγος αναίρεσης, ένατο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.8β ΚΠολΔ, με τον οποίο ,όπως εκτιμήθηκε, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι το επίδικο ακίνητο, ανήκε, κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας στη Θράκη στον Μουσουλμάνο ..., ο οποίος το πώλησε ατύπως στον ΒΒ, ο οποίος συνέχισε να το νέμεται, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι , από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν εκ του πράγματος. Επειδή, κατά το άρθρο 34 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", "2. Ακίνητα, εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ` αυτών ουδέ δι`αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ` αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. 3. Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ` ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων) και του Προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4. Εφ` όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν περίληψις του Πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων του Υπουργείου των Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται κατ` αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον δι` αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών μετά γνώμιν του κατ` άρθρ. 10 Συμβουλίου". 6. Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ιδιοκτήτη αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ. 5 καθοριζομένην διαδικασίαν, και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου μισθώματα, μειούμενα παρά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως. 7. Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτη ή εντός της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 11, προθεσμίας, δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι` αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, προέδρον των πρωτοδικών. 8. Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητος αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον". 

Εξάλλου, η έκδοση από διοικητικές αρχές πρωτοκόλλων κατάληψης ακινήτων επί των οποίων το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητας, αποτελεί διοικητική πράξη, που, χωρίς να συνιστά μέσο οριστικής επίλυσης διαφοράς, οδηγεί σε ικανοποίηση ιδιωτικού δικαιώματος αυτογνώμονη, δηλαδή χωρίς την παρέμβαση των δικαστικών αρχών, η οποία κατ` αρχήν απαιτείται προς τον σκοπό αυτό, γι`αυτό πρέπει, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της, να προβλέπεται ειδικώς από το νόμο, μη αναγόμενη στα ευρύτερα διοικητικά καθήκοντα των οργάνων που την επιχειρούν. Επομένως, πρωτόκολλο κατάληψης που εκδίδεται, κατά την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 34 του α.ν 1539/1938 διαδικασία, για ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες τους, με πρόθεση παραίτησής τους από την κυριότητα, προς τον σκοπό τη διαχείριση από το Δημόσιο, ως διοικητή αλλοτρίων των ακινήτων αυτών, και την απόκτηση της κυριότητας τούτου από αυτό μετά την πάροδο 10ετίας από της κατάληψής του, είναι νόμιμο, αφού από τις ανωτέρω διατάξεις ρητώς προβλέπεται η έκδοση του πρωτοκόλλου κατάληψης, και καθορίζονται, κατά τρόπο σαφή, οι προϋποθέσεις έκδοσής του και τήρησης της αρχής της δημοσιότητας, με καταχώριση τούτου στα βιβλία μεταγραφών, στην μερίδα του ιδιοκτήτη, εφόσον αυτός είναι γνωστός στην αρμόδια υπηρεσία. Περαιτέρω, οι ανωτέρω διατάξεις του α.ν. 1539/1938, οι οποίες έχουν ως δικαιολογητικό λόγο την ανάγκη αξιοποίησης των εγκαταλελειμμένων από τους ιδιοκτήτες τους ακινήτων, με πρόθεση παραίτησής τους από την κυριότητα αυτών, από το Ελληνικό Δημόσιο και την απόκτηση της κυριότητάς τους από το τελευταίο μετά παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, και άρα την ικανοποίηση του γενικού, ή του δημόσιου, συμφέροντος και την άρση της αμφισβήτησης ως προς την κυριότητα των ακινήτων αυτών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιβαίνουν στις διατάξεις του Συντάγματος, του άρθρου 4 παρ.1,2, περί ισότητας των Ελλήνων, του άρθρου 20 περί του δικαιώματος καθενός στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, του άρθρου 17 παρ.1,2 και του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α, οι οποίες προστατεύουν την ιδιοκτησία όπως την προσδιορίζει αυτή ο κοινός νομοθέτης, ο οποίος μπορεί και να θεσμοθετεί τις προϋποθέσεις κτήσης και απώλειας αυτής στο πλαίσιο ικανοποίησης όχι μόνο του ατομικού αλλά και του γενικού συμφέροντος, αφού αυτές, προς προστασία των ιδιοκτητών από μη σύννομες καταλήψεις, αφενός ορίζουν, κατά τρόπο σαφή, τις προϋποθέσεις έκδοσης του πρωτοκόλλου κατάληψης των ακινήτων αυτών και τήρησης της αρχής της δημοσιότητας τούτου, όπως ανωτέρω αναφέρεται, εφόσον ο ιδιοκτήτης του ακινήτου είναι γνωστός στην αρμόδια υπηρεσία, αφετέρου προνοούν για την απόδοση του καταληφθέντος ακινήτου προς τον ιδιοκτήτη, με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, καθώς και, σε αρνητική περίπτωση, για τη δυνατότητα προσφυγής αυτού στο αρμόδιο δικαστήριο, προς τον σκοπό αυτό. 

Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται, κατά την γενόμενη εκτίμησή του, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι έγινε νόμιμη κατάληψη του ακινήτου, με πρωτόκολλο κατάληψης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938, με τις οποίες προβλέπεται κατάληψη ακινήτων εγκαταλελειμμένων από τους ιδιοκτήτες τους, με πρωτόκολλο κατάληψης, ήτοι με διοικητική πράξη των οργάνων του Δημοσίου, η οποία εκδίδεται αυθαίρετα και ανεξέλεγκτα, ως προς τις προϋποθέσεις έκδοσής της, της οποίας δεν προβλέπεται τήρηση της αρχής της δημοσιότητας, με κοινοποίηση στον εμφανιζόμενο ως κύριο ή κάτοχο του ακινήτου, ή με καταχώρισή της στα βιβλία μεταγραφών, με συνέπεια την αποστέρηση από τον ενδιαφερόμενο του δικαιώματος της έννομης προστασίας, αντίκεινται στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α ΚΠολΔ), πρέπει να διαλαμβάνει, πλην των άλλων, τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, πλην των άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση και η αιτία συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, δεύτερο μέρος, αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ 1 περ.α, αποδίδεται ως πλημμέλεια παραβίαση των διατάξεων, από το δικαστήριο της ουσίας, του άρθρου 192 παρ.8 ν.δ. 2888/1954, καθώς επίσης και των διατάξεων περί χρησικτησίας και παραγραφής, ως προς τις οποίες δέχθηκε ομοιότητα με τις διατάξεις του α.ν. 1539/1938,με τον δε ένατο λόγο, πρώτο μέρος, αναίρεσης, της διάταξης του άρθρου 972 ΑΚ, χωρίς περαιτέρω να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία. Με τους πέμπτο, πρώτο μέρος, ένατο, ενδέκατο μέρος, λόγους αναίρεσης, γίνεται απλή επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, χωρίς να αποδίδεται καμία απολύτως συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια στην πληττόμενη απόφαση για παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί της ανωτέρω διάταξης, με τον δε ένατο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη, αποδίδεται παραβίαση, από το Εφετείο, των διατάξεων των ν.79/1913, 147/1914, 6018/1934, χωρίς περαιτέρω να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις των νόμων αυτών που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από την ίδια διάταξη, αποδίδεται παραβίαση του άρθρου 34 α.ν. 1539/1938, διότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως νόμιμο το από 20-2-1970 πρωτόκολλο κατάληψης του επίδικου ακινήτου, παρόλο ότι, όπως ο αναιρεσείων προέβαλε, δεν προηγήθηκε τούτου η αναφερόμενη στον ως άνω νόμο ειδική εντολή από την αρμόδια προϊσταμένη Αρχή του Οικονομικού Εφόρου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ 1α ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δέχθηκε ότι η κατάληψη του επιδίκου έγινε κατόπιν έρευνας και ειδικής εντολής του Υπουργείου Οικονομικών και συντάχθηκε το ανωτέρω πρωτόκολλο με σχετικό σχεδιάγραμμα. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν. Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης, δεύτερο, δεύτερο μέρος και τέταρτο, πρώτο μέρος, από τον αριθ. 11 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίσθηκε, ήτοι την από το άρθρο 34 α.ν. 1539/1938 προβλεπόμενη ειδική εντολή του Υπουργείου Οικονομικών προς το αρμόδιο για την κατάληψη υπάλληλο, με πρωτόκολλο κατάληψης, του επίδικου ακινήτου, καθώς και την ανωτέρω αναφερόμενη από 19-3-1968 δήλωση των ΒΒ και ΓΓ προς τον Οικονομικό Έφορο .. , τα οποία δεν προσκομίσθηκαν από το αναιρεσίβλητο. Oπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην παραδοχή του ότι, κατόπιν έρευνας και ειδικής εντολής του υπουργείου Οικονομικών το επίδικο ακίνητο καταλήφθηκε,με πρωτόκολλο κατάληψης, στις 20-2-1970 και ότι οι ΒΒ και ΓΓ με την από 19-3-1968 δήλωσή τους προς τον τότε Οικονομικό Έφορο ... αναγνώρισαν ότι δεν έγιναν κύριοι του επίδικου ακινήτου, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, και των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, δηλαδή δέχθηκε ανελέγκτως, ότι τα διάδικα μέρη προσκόμισαν τα πιο πάνω έγγραφα. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως το Δικαστήριο να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους λόγους αναίρεσης, δεύτερο, τρίτο μέρος, πέμπτο, τρίτο μέρος και ένατο έκτο μέρος, από την ανωτέρω διάταξη, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια, η παραδοχή ως αληθινού, χωρίς απόδειξη, ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 34 α.ν. 1539/1938 προϋπόθεση για την έκδοση του ως άνω πρωτοκόλλου κατάληψης του επίδικου ακινήτου, ήτοι ότι παρασχέθηκε η ειδική εντολή του Υπουργείου Οικονομικών προς το αρμόδιο για την κατάληψη υπάλληλο, ότι οι ΒΒ και ΓΓ δε νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και ότι το επίδικο ακίνητο ήταν εγκαταλελειμμένο. Oπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή των πιο πάνω περιστατικών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως. Επομένως στις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και πρέπει οι λόγοι αυτοί αναίρεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ. α` ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα",κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Αντιθέτως δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια της παραπάνω διάταξης οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από το αναιρεσίβλητο ήτοι ότι ο ΒΒ και ΓΓ δε νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο και, συνεπώς, δεν έγιναν κύριοι τούτου με χρησικτησία. Τα ανωτέρω όμως δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά άρνηση της αγωγής, καθώς και συμπεράσματα που συνήγαγε το δικαστήριο της ουσίας από τις αποδείξεις κατά την κυριαρχική του εκτίμηση και επομένως ο επικαλούμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται περί των αναφερόμενων σ` αυτήν εξαιρέσεων, προκύπτει ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ, αποδίδεται σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι έλαβε υπόψη την από 18-2-1970 αίτηση των ΒΒ και ΓΓ, την οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσίβλητο, η οποία όμως δεν ήταν νόμιμο αποδεικτικό μέσο, για τους αναφερόμενους στον λόγο αυτό αναίρεσης λόγους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αυτό, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, διότι δεν πρόκειται ούτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, αφού ο αναιρεσείων έλαβε γνώση των από 10-11-2005 προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, με τις οποίες έγινε επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, και επομένως μπορούσε ακόμη και με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών του (άρθρ. 237 παρ.3, 524 παρ.1 ΚΠολΔ), να προβάλλει τον ισχυρισμό του, περί της μη νομιμότητας του αποδεικτικού αυτού μέσου, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμούς που αφορούν τη δημόσια τάξη, προτάθηκε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, δηλαδή κατάδηλη παραμόρφωση του νοητικού πορίσματος του αποδεικτικού μέσου του εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο προβαίνει στην αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία ανήκει στην κυριαρχική του εξουσία, και από το γεγονός το οποίο πράγματι υφίσταται, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ως ορθό. Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης από τον αριθ 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Αρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, και β)το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο. 

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της από 18-2-1970 αίτησης των ΒΒ και ΓΓ, διότι εσφαλμένα κρίθηκε ότι η υπάρχουσα σ`αυτό υπογραφή του αναιρεσείοντος, προέρχεται από πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων, καθώς και ως προς την υπάρχουσα στο έγγραφο αυτό ανυπόγραφη προσθήκη, η οποία δεν προέρχεται από τον αναιρεσείοντα και το περιεχόμενο της οποίας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια, ως προς την υπογραφή του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή δεν αναφέρεται σε διαγνωστικό λάθος του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά στην εκτίμηση ότι ο υπογράφων το έγγραφο ενήργησε ως πληρεξούσιος των αιτούντων. Καθόσον αφορά την πλημμέλεια, ως προς την υπάρχουσα στο έγγραφο αυτό προσθήκη, είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού περιστατικά, ήτοι το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, και το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικώς με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την 61/2004 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης πρακτικά συνεδρίασης τούτου, καθώς και την 75/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, όπως, επίσης, και την ... κατακυρωτική έκθεση, το .. συμβόλαιο αγοραπωλησίας, το από 24-2-1966 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, το από 27-1-1970 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης του επίδικου ακινήτου, την 22/1975 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής και τα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά συνεδρίασης τούτου, την 17/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, τα πρακτικά 17β/1982, 15/1984, την 225/1984 απόφαση του Εφετείου Θράκης και την αντίστοιχη 300/1987 του Αρείου Πάγου. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, πέμπτος, τέταρτο μέρος και ένατος δέκατο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ 1α ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ως έγκυρες την ανωτέρω, από 19-3-1968 δήλωση και την από 18-2-1970 αίτηση των ΒΒ και ΓΓ, με τις οποίες, υπέλαβε, ότι αναγνωρίζουν ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει σ` αυτούς αλλά στο αναιρεσίβλητο, ήτοι ότι περιέχουν μονομερείς δηλώσεις αυτών εγκατάλειψης της κυριότητας του επιδίκου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 217, 1192 ΑΚ, αφού για το έγκυρό τους οι μονομερείς αυτές δηλώσει έπρεπε να περιληφθούν το τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. 

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, τα εν λόγω έγγραφα δεν υπέλαβε ως δηλώσεις παραίτησης των ανωτέρω αναφερόμενων προσώπων από εμπράγματα δικαιώματα αυτών επί του επίδικου ακινήτου, αλλά ως τεκμήρια, ενισχυτικά της παραδοχής του, ότι τα πρόσωπα αυτά δεν άσκησαν διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου, επί του ακινήτου αυτού. Επειδή, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρ.559 αριθ.1 περ.α, 19 ΚΠολΔ,αποδίδονται ως πλημμέλειες, ότι το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η κατάληψη του επίδικου ακινήτου από το αναιρεσίβλητο, στις 18-4-1974, γνωστοποιήθηκε στους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος, στις 6-12-1970, κατόχου αυτού ΒΒ, με κοινοποίηση του σχετικού αποδεικτικού στον αναιρεσείοντα, ως πληρεξούσιο αυτού, ότι εις βάρος του ανωτέρω, αποβιώσαντος ήδη, προσώπου εκδόθηκε το .. πρωτόκολλο αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1961 έως 31-12-1973,το οποίο δεν επιδόθηκε σε κανένα και ως εκ τούτου δεν είχε καμία έννομη συνέπεια, καθώς και ότι μετά την κατάληψη του επιδίκου από το αναιρεσίβλητο μέχρι και το 2001 δεν έγινε καμία ενέργεια του αναιρεσείοντος προς τη Διοίκηση σχετικώς με το επίδικο, παρόλο ότι η Διοίκηση γνώριζε ότι αυτός (αναιρεσείων) κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο, το οποίο από το 1992 έως το 2001 ήταν διαγεγραμμένο από τα βιβλία καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 223 ΑΚ και τις περί επίδοσης διατάξεις,επίσης δε διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ζητήματα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι οι αποδιδόμενες πλημμέλειες πλήττουν αιτιολογίες της απόφασης οι οποίες εκφέρονται εκ περισσού, αφού υπάρχει άλλη κύρια αιτιολογία, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος ΒΒ, και ο αδελφός του ΓΓ, που ήταν στην κατοχή του επιδίκου από το έτος 1925 έως 1968 δεν κατέστησαν κύριοι τούτου (με χρησικτησία), αφού δεν το νέμονταν με διάνοια κυρίου, ότι το αναιρεσίβλητο, το οποίο στις 20-2-1970 προέβη σε νομότυπη κατάληψη του ακινήτου, ως εγκαταλελειμμένου, έγινε κύριος τούτου από 20-2-1980, και έκτοτε αυτό κατέστη ανεπίδεκτο χρησικτησίας, συνεπώς οι διακατοχικές πράξεις που έγιναν από τον αναιρεσείοντα επ`αυτού δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κατάλυση της κυριότητας αυτής και στην από μέρους του απόκτηση της κυριότητάς του. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου της από 18-4-1974 γνωστοποίησης της κατάληψης του επιδίκου από το αναιρεσίβλητο, στους κληρονόμους του ΒΒ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει, καθόσον το έγγραφο αυτό απευθυνόταν στον ΒΒ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν αναφέρεται σε διαγνωστικό λάθος του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά στην εκτίμηση ότι το εν λόγω έγγραφο απευθύνεται στους κληρονόμους του ΒΒ. Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Aρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Αν με την αναίρεση προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν αρκεί ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά πρέπει να είχε επαναφερθεί νόμιμα και στο δεύτερο βαθμό. Ο ηττημένος στον πρώτο βαθμό αναιρεσείων επαναφέρει νόμιμα τους ισχυρισμούς του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων (άρθρ.520 ΚΠολΔ). 

Ο κανόνας αυτός ισχύει για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, εφόσον για την εφαρμογή του νόμου απαιτείται η υποβολή στο δικαστήριο της ουσίας κάποιας πρότασης, οπότε πρέπει ο αναιρεσείων να προτείνει την υποβολή της πρότασης αυτής στο Εφετείο και να αναγράφει στο αναιρετήριο ότι αυτό έχει γίνει. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 25 παρ. 3 Συντάγματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, λόγω των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ` ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς, συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του αξιούμενου δικαιώματος, επιβεβλημένη η θυσία του. Από τις διατάξεις αυτές και το συνδυασμό τους με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της ένστασης αυτής, πρέπει να αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά που την θεμελιώνουν. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον όγδοο, πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 550 αριθ.1, προβάλλεται η πλημμέλεια της παραβίασης από το Εφετείο, των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 Συντ. , διότι το από 20-2-1970 πρωτόκολλο κατάληψης του επιδίκου από το αναιρεσίβλητο, είναι ανίσχυρο, καθόσον εκδόθηκε καταχρηστικώς, λόγω της αδράνειας του τελευταίου να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό επί 50 έτη (1920-1970) και της παγιωθείσας εν τω μεταξύ πραγματικής κατάστασης, με την απόκτηση δικαιωμάτων, με χρησικτησία, επ` αυτού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αυτό, και για τον οποίο δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, ήτοι ότι με τον ισχυρισμό του εν λόγω διαδίκου, για κατάχρηση δικαιώματος του Δημοσίου, γινόταν επίκληση όλων των ανωτέρω, αναγκαίων για το ορισμένο αυτού, ειδικών περιστάσεων, εξαιτίας των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον ήδη αναιρεσείοντα. 

Πρέπει, συνεπώς, ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αόριστος. Με την ίδια αιτιολογία πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από τον αριθ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσείοντος. Ο αυτός λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 9 γ ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ως πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ως άνω ένσταση, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ως αίτηση, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι για παραδοχή ένστασης. Επειδή, με τον ίδιο όγδοο λόγο αναίρεσης, τέταρτο, πέμπτο, έκτο μέρος, προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1, 8 περ.β, 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, οι οποίοι υποβλήθηκαν με τις προτάσεις και την προσθήκη- αντίκρουση των προτάσεών του, περί ακυρότητας, για τους αναφερόμενους στο λόγο αυτό αναίρεσης λόγους, της 884/2001 απόφασης της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας ..., με την οποία ανακλήθηκε η 415/1992 απόφαση του Νομάρχη ..., ότι έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 9 α.ν. 1539/1938,την οποία δεν εφάρμοσε,και ότι στέρησε από την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα αυτό. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν, ως αλυσιτελείς, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμησή του πραγματικών περιστατικών, ότι η 415/1992 απόφαση του Νομάρχη ..., με την οποία διατάχθηκε η διαγραφή από τα βιβλία καταγραφής των Δημοσίων Κτημάτων του ΒΚ ... ακινήτου για τον λόγο ότι εκδόθηκε η 17/1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, αφορά όμορο ακίνητο του επιδίκου. Επειδή, οι λόγοι αναίρεσης, όγδοος, έβδομο μέρος, ένατος, τέταρτο και έβδομο μέρος, τους οποίους ο αναιρεσείων προσπαθεί να στηρίξει στο άρθρο 559 αριθ.20,10 και 20 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, με μόνη την αριθμητική επίκληση του άρθρου αυτού, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι καμία συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια δεν αποδίδεται με αυτούς στην αναιρεσιβαλλομένη, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί των ανωτέρω διατάξεων Επειδή, με τον ένατο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια διότι δεν έλαβε υπόψη, ως αποδεικτό μέσο, το από 20-2-1970 πρωτόκολλο κατάληψης του επίδικου ακινήτου από το αναιρεσίβλητο, ενώ με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, όγδοο μέρος, προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.α, όπως εκτιμήθηκε, 8 β και 10 ΚΠολΔ, διότι το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε το εν λόγω έγγραφο ως ισχυρό, χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί ακυρότητάς του και χωρίς απόδειξη ως προς τα περιστατικά αυτά. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, λόγω της μεταξύ τους αντιφατικότητας. Επειδή, το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γιαυτό για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο λόγο αναίρεσης, ενδέκατο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο, ως προς την ακυρότητα του από 20-2- 1970 πρωτοκόλλου κατάληψης του επίδικου ακινήτου από το αναιρεσίβλητο, που απέρρεε από την 225/1984 απόφαση του Εφετείου Θράκης και από την 300/1987 αντίστοιχη απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός για την ύπαρξη του δεδικασμένου προτάθηκε στο Εφετείο. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει την από 7-12-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 181/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2009. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουλίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια