229/2006 ΜΠΡ ΡΟΔ - Κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία). Δημόσιες γαίες. Ποια στοιχεία πρέπει να μνημονεύονται για τη μετατροπή της νομικής φύσης από αρζί μιρί σε μουλκ. Αόριστη η αγωγή χωρίς μνεία του αριθμού και της ημερομηνίας της κτηματολογικής διάταξης της θεμελιώδους εγγραφής στο...


ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - 100/2010 ΕΙΡ ΡΟΔ - Κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησκτησία). Αοριστία. Νομική φύση. Αόριστη η αγωγή, εάν δεν γίνεται επίκληση ή μνεία της νομικής φύσης του επιδίκου ακινήτου, ώστε να καθίσταται σαφής και ορισμένη η περιγραφή του

229/2006 ΜΠΡ ΡΟΔ ( 475510) 
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία). Δημόσιες γαίες. Ποια στοιχεία πρέπει να μνημονεύονται για τη μετατροπή της νομικής φύσης από αρζί μιρί σε μουλκ. Αόριστη η αγωγή...
χωρίς μνεία του αριθμού και της ημερομηνίας της κτηματολογικής διάταξης της θεμελιώδους εγγραφής στο όνομα του αρχικού δικαιούχου, η οποία αποδεικνύει υπέρ του προσώπου στο όνομα του οποίου έγινε το δικαίωμα εξουσιάσεως κατά το χρόνο ενάρξεως καταρτίσεως του Κτηματολογίου. Περιστατικά αοριστίας λόγω σύγχυσης στον υπολογισμό των ποσοστών συνιδιοκτησίας.


  
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 229/2006

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Πέτρο Καραγκουνίδη, Πρωτοδίκη, τον οποίον όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου Ρόδου και από τη Γραμματέα Καθολική Γεωργίου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στη Ρόδο, στις 28 Σεπτεμβρίου 2006, για να δικάσει τη με αριθ. έκθ. κατάθ 328/16-9-2004 αγωγή, μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Ζ. θυγ. Ν. Π., κατοίκου Ρόδου, που παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων της δικηγόρων Αθανασίου Στέργου και Κωνσταντίνου Σαρρή, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ....... 4) ......, κατοίκων Ρόδου, οι οποίοι παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Βασιλείου Καβουριού και Μιχαήλ Καντιδενού, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ της παρούσας είχε οριστεί αρχικώς για τις 27-10-2005 και μετά από αναβολή, για την παρούσα δικάσιμο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την § 1 του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η αγωγή (εκτός των άλλων απαιτούμενων στοιχείων) πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Τούτο απαιτείται, προκειμένου η αγωγή να είναι δεκτική δικαστικής εκτίμησης και να καθίσταται εφικτή στον μεν εναγόμενο να απαντήσει σ` αυτή, στο δε Δικαστήριο, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να τάξει τις προσήκουσες αποδείξεις. Η έλλειψη σαφούς, επαρκούς και συγκεκριμένης εξειδίκευσης των ως άνω περιστατικών καθιστά την αγωγή αόριστη και ως εκ τούτου έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτης (βλ. ΑΠ 266/1991 ΕΕΝ 1992.154, ΑΠ 127/1987 Δ 18.695). Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να θεραπευθεί, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου (βλ. ΑΠ 56/1984 ΕλλΔνη 25.1353), ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1296/83 ΝοΒ 32/1028), γιατί τούτο αντίκειται στην, περί τήρησης της προδικασίας, διάταξη του άρθρου 111 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 216 § 1 ΚΠολΔ, 9 § 1 και 2 του ν. 2100/1952 και 1, 4 επ., 20 επ. 40, 43, 44, 45, 46, 47, 51 επ., 61, 63, 65, 68 και 69 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (Κυβερνητικού Διατάγματος 132 της 1ης Σεπτεμβρίου 1929), που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 § 2 του ν. 510/1947, προκύπτει ότι επί αγωγής από το άνω άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της προβλεπόμενης από αυτό δεκαπενταετούς παραγραφής κατά αρχικής (θεμελιώδους) εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία ακινήτου, κειμένου στην περιφέρεια του Κτηματολογίου Ρόδου, φερομένου δε με την αγωγή ως ανήκοντος προηγουμένως στην κατηγορία των κατά τον Οθωμανικό Νόμο δημόσιων γαιών, επί των οποίων είχε αποκτηθεί κατά τον ίδιο νόμο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) από ιδιώτη, δηλαδή ακινήτου ανήκοντος στην κατηγορία των εραζί - εμιριέ (αρζί - μιρί) και καταστάντος στη συνέχεια ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) κατά το πιο πάνω άρθρο 9 § 1 και 2 του ν. 2100/1952, διότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του τελευταίου, απαιτείται για την πληρότητα της, ως προς το χαρακτήρα του εν λόγω ακινήτου ως "μουλκ" να γίνεται επίκληση και να αναφέρονται σ` αυτή α) η νομική φύση του ακινήτου, β) η θεμελιώδης κτηματολογική εγγραφή, γ) ο αρχικός τιτλούχος του ακινήτου, δ) ότι ο αρχικός τιτλούχος του ακινήτου απέκτησε το επί τούτου δικαίωμα "τεσσαρούφ" προ της ενάρξεως των εργασιών καταρτίσεως του Κτηματολογίου και ε) ότι διατηρήθηκε τούτο στο όνομα του συνεχώς μέχρι τη δημοσίευση του Ν. 2100/1952 (βλ. ΑΠ 403/1999 ΕλλΔνη 40 1560, ΑΠ 193/1997, ΕλλΔνη 38.1572, ΑΠ 641/1995 ΕλλΔνη 39.586, ΕφΔωδ 86/2002 ΔωδΝομ 2003.69, ΕφΔωδ 62/2002 ΔωδΝομ 2003.68).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι το, αναλυτικώς περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, νομικής φύσης «αρζί μιρί» και ήδη, μετά τη δημοσίευση του Ν. 2100/1952, «μουλκ», εφέρετο κατά τη θεμελιώδη εγγραφή του εγγεγραμμένο εξ` ολοκλήρου στο όνομα του Σ. Τ. Οτι στη συνέχεια μεταβιβάστηκε στους Μ. Τ. κατά 3/4 εξ` αδιαιρέτου και Μ. Κ. κατά το 1/4 εξ` αδιαιρέτου. Οτι ένας εκ των συγκληρονόμων της Μ. Τ. και δη ο Σ. Α. κληρονόμησε μετά το θάνατο αυτής ποσοστό 3/12 εξ` αδιαιρέτου επί του μεριδίου της. Οτι περαιτέρω ο Σ. Α. μεταβίβασε λόγω πώλησης το μερίδιό του, ήτοι τα 3/16 εξ` αδιαιρέτου του ακινήτου, στον πατέρα της ενάγουσας Ν. Π., αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να του μεταβιβάσει και τα υπόλοιπα 9/12 εξ` αδιαιρέτου επί του ακινήτου, όταν αποκτούσε την κυριότητα αυτών, πλην όμως ο τελευταίος απεβίωσε και δεν προέβη στην εν λόγω μεταβίβαση. Οτι μετά το θάνατο του Ν. Π. ο υιός του Τ. Α. κατέστη μετά από αγωγή χρησικτησίας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου κύριος των 3/16 εξ` αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου. Οτι ο τελευταίος αποβίωσε και κληρονομήθηκε κατά τα αναφερόμενα ποσοστά από τους εναγομένους. Οτι παρά τις ως άνω κτηματολογικές εγγραφές, τόσο ο πατέρας της, όσο και η ίδια η ενάγουσα νέμονται από το 1974 και έκτοτε όλο το επίδικο ακίνητο. Με αυτό το ιστορικό ζητεί, προσμετρώντας και τον χρόνο νομής του πατέρα της, να αναγνωριστεί ότι έχει γίνει κυρία και των λοιπών 13/16 εξ` αδιαιρέτου του ακινήτου καθώς συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της ο νόμιμος χρόνος της κτητικής παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, κατά παραδοχή της αντιστοίχου νομίμου ενστάσεως των εναγομένων, καθώς δεν εκτίθενται με σαφήνεια τα θεμελιωτικά αυτής γεγονότα, ώστε να είναι ευχερής τόσο η διάγνωση της διαφοράς από το Δικαστήριο όσο και η αντίστοιχη απάντηση των εναγομένων σε αυτήν.

Πιο συγκεκριμένα: α) ενώ αρχικώς στην αγωγή αναφέρεται ότι ο Σ. Α. κληρονόμησε ποσοστό 3/12 εξ` αδιαιρέτου επί του μεριδίου της Μ. Τ., το οποίο ήταν 3/4 εξ` αδιαιρέτου, ήτοι ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου επί όλου του ακινήτου, στη συνέχεια αναφέρεται ως δικό του ποσοστό συνιδιοκτησίας τα 3/12 εξ` αδιαιρέτου επί όλου του ακινήτου κι όχι επί του μεριδίου της αποβιώσασας δικαιοπαρόχου του, καταλείποντας στο Δικαστήριο σαφείς αμφιβολίες περί του πραγματικού ποσοστού του συνιδιοκτησίας επί του ακινήτου, το οποίο μεταβίβασε στον πατέρα της ενάγουσας, β) Αναφέρεται στην αγωγή ότι ο υιός του Σ. Α., ο Τ., πέτυχε την έκδοση δικαστικής αποφάσεως με την οποία αναγνωρίστηκε κύριος των 3/16 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου, τα οποία και μεταβιβάστηκαν μετά το θάνατο του, λόγω διαθήκης, στους εναγομένους. Ετσι όμως το ποσοστό συνιδιοκτησίας των εναγομένων φέρεται, σύμφωνα με τα παραπάνω, να είναι 3/16 εξ` αδιαιρέτου και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το αίτημα της αγωγής κατά αυτών που είναι να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της ενάγουσας η κτητική παραγραφή του άρθρου 63 στα 13/16 εξ` αδιαιρέτου του ακινήτου που φέρονται, κατά την αγωγή, να ανήκουν στους εναγομένους. Κατά συνέπεια, λόγω της ανωτέρω σύγχυσης στον υπολογισμό των ως άνω ποσοστών συνιδιοκτησίας από την ενάγουσα, καταλείπεται σοβαρή αμφιβολία στο Δικαστήριο σχετικά με τα ερωτήματα επί ποίου ποσοστού εξ` αδιαιρέτου του ακινήτου ζητείται η αναγνώριση κυριότητος λόγω χρησικτησίας, πώς φέρονται οι εναγόμενοι τυπικά κύριοι του εν λόγω ποσοστού αλλά και μήπως υπάρχουν και τυχόν άλλοι συνιδιοκτήτες του ακινήτου που θα έπρεπε να είχαν ομοίως εναχθεί από την ενάγουσα.

Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αντίστοιχη διόρθωση σε κάποια ποσοστά που έκαναν οι δικηγόροι της ενάγουσας με δήλωσή τους στα πρακτικά, πέρα του γεγονότος ότι δεν επέλυσε πλήρως τις ήδη εκτεθείσες αντιφάσεις της αγωγής καθώς, επί παραδείγματι δε δίνει απάντηση στο κενό περί του πώς οι εναγόμενοι απέκτησαν το εν λόγω, διορθωμένο, ποσοστό των 9/12 εξ` αδιαιρέτου όταν ο δικαιοπάροχός τους φέρεται να είχε αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση κύριος μόνο των 3/16 εξ` αδιαιρέτου επί του ακινήτου, μη νομίμως προβλήθηκε κατ` αυτόν τον τρόπο, ιδίως κατά το σκέλος της με το οποίο διορθώνει το αίτημα της αγωγής από το 13/16 εξ` αδιαιρέτου στο ορθό, κατά την ενάγουσα, 9/12 εξ` αδιαιρέτου, καθώς μία τέτοια διόρθωση αποτελεί απαράδεκτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής κατ` άρθρο 223 § 1 ΚΠολΔ σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, με τη επισήμανση ότι ομοίως απαραδέκτως συμπληρώθηκαν και οι, πέραν του αιτητικού της αγωγής, αλλαγές των ιστορούμενων ποσοστών συνιδιοκτησίας στα λοιπά σημεία της αγωγής, καθότι η εν λόγω αοριστία, όντας νομική και όχι ποσοτική, δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να θεραπευθεί με απλή δήλωση στα πρακτικά. Περαιτέρω θα πρέπει να σημειωθεί ότι, επιπλέον των ανωτέρω, η αγωγή είναι αόριστη και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν αναφέρει, σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσας, τον αριθμό και την ημερομηνία της κτηματολογικής διάταξης του Κτηματολογικού Δικαστή, που αφορά τη θεμελιώδη εγγραφή στο όνομα του αρχικού δικαιούχου, η οποία διάταξη αποδεικνύει υπέρ του προσώπου, στο όνομα του οποίου έγινε, το προμνησθέν δικαίωμα εξουσιάσεως κατά το χρόνο ενάρξεως της καταρτίσεως του Κτηματολογίου. Κατά συνέπεια των ανωτέρω, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω της εκτεθείσας αοριστίας της ως απαράδεκτη. Τέλος τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων θα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ενάγουσας, η οποία χάνει τη δίκη (αρ. 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων σε βάρος της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού στη Ρόδο, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 19 Δεκεμβρίου 2006.



Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ε.Φ.



Σχόλια