102/2010 ΑΠ - Ακίνητα. Προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το β.ρ. δίκαιο. Ειδικότερα η έννοια της καλής πίστης. Εμφανείς υλικές πράξεις νομής. Χρησικτησία με αυτές τις προϋποθέσεις χωρεί και επί δημοσίων κτημάτων, αρκεί ...


ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - 100/2010 ΕΙΡ ΡΟΔ - Κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησκτησία). Αοριστία. Νομική φύση. Αόριστη η αγωγή, εάν δεν γίνεται επίκληση ή μνεία της νομικής φύσης του επιδίκου ακινήτου, ώστε να καθίσταται σαφής και ορισμένη η περιγραφή του

102/2010 ΑΠ ( 514001) 
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Ακίνητα. Προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το β.ρ. δίκαιο. Ειδικότερα η έννοια της καλής πίστης. Εμφανείς υλικές πράξεις νομής. Χρησικτησία με...
αυτές τις προϋποθέσεις χωρεί και επί δημοσίων κτημάτων, αρκεί να έχει συμπληρωθεί ο χρόνος αυτής μέχρι τις 11/9/1915. Μετά το χρονικό αυτό σημείο απαγορεύεται οποιαδήποτε χρησικτησία δημοσίου κτήματος. Προϋποθέσεις ιδιοκτησίας ιδιωτικού δάσους. Εννοια της δασικής έκτασης. Προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία υπό το καθεστώς του ΑΚ. Δικονομία πολιτική. Εφεση. Στοιχεία ορισμένου αυτής. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 195/2006 ΕφΚαλαμάτας).

  
Αριθμός 102/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες. 

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανικολάου. Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην .... .... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαθεοδώρου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2001 μη οριστική, 75/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-4-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 20-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.8 παρ.8 κωδ. (7-39), ν.9 παρ.1 πανδ. (50-4), ν.2 παρ.20, πανδ.(41-4), ν. 6 πανδ. (44-3), ν.76 παρ.1, πανδ.,(18-1) και 7 παρ.3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ` άρθρο 51 Εισαγ. Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Ως "καλή πίστη" νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ.3,48 πανδ.(41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ` αυτού. Οι εμφανείς υλικές πράξεις νομής πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδεικνύονται από εκείνον, ο οποίος επικαλείται βούληση περί εξουσιάσεως του πράγματος, ενώ τη συνδρομή της καλής πίστεως συνάγει το δικαστήριο, ενόψει της φύσεώς της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συμπερασματικώς από τα αποδεικνυόμενα αποδεικτικά περιστατικά. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915. Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ`/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων σ` αυτά. Ούτε, τέλος, απαιτείτο από τις παραπάνω διατάξεις, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος, ή στην περίπτωση δάσους, η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 178/2004, ΑΠ 546/2003). Εξάλλου, με το άρθρο 3 του τελευταίου αυτού διατάγματος, επιβλήθηκε στους ιδιοκτήτες ιδιωτικών δασών η υποχρέωση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευσή του, να παρουσιάσουν στο Γραμματέα επί των Οικονομικών τους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας τους, για να εξετασθεί η νομιμοποίησή τους ως ιδιοκτητών ιδιωτικού δάσους. Από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, όλα τα δάση για τα οποία δεν θα παρουσιάζονταν τίτλοι από τους ιδιοκτήτες, θεωρούνται αδιαφιλονίκητα ως εθνικά δάση και δεν διατίθενται. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του προαναφερόμενου από 17/19-11- 1836 διατάγματος "περί ιδιωτικών δασών" και της διάταξης του άρθρου 1 του νόμου ΛΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιελήφθη ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικα" και που βασικά δεν απομακρύνεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1 και 3 του Ν.998/1979, προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή ή βραχώδη (ΑΠ 351/2003, ΑΠ 552/1998). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνοπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ` άρθρο 1051 ΑΚ. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Eλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 7.083 τμ, βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... και συνορεύει βόρεια, εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και εν μέρει με αγρό Ω, νότια, εν μέρει με αγρό Ζ1 και εν μέρει με έκταση για την οποία έχει εκδοθεί το 2/1980 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής κατά Ζ1 και Ζ2, ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και δυτικά, εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και εν μέρει με βραχώδη ακτή. Η πιο πάνω έκταση αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης αγρού, εμβαδού 15.417 τμ, που εμφαίνεται στο από 15/5/2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ... με τα περιμετρικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΑ και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς ΕΖ μήκους 109 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Β, δυτικά επί πλευράς ΑΒ μήκους 116 μέτρων με βραχώδη ακτή θάλασσας, βόρεια επί πλευράς ΑΙ μήκους 30 μέτρων και ΙΘ μήκους 31 μέτρων και ΘΗ μήκους 58 μέτρων και ΗΖ μήκους 11 μέτρων, με ιδιοκτησία Ω και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ1. Ο ενάγων με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στις 2/9/1958 στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., αγόρασε από την ... τμήμα του πιο πάνω αργιλοαμμώδους, πετρώδους και άγονου κατά το πλείστον ακινήτου, εμβαδού δέκα (10) στρεμμάτων, ως έγγιστα, το οποίο τμήμα συνορεύει ανατολικά με αγρό κληρονόμων Β, δυτικά με ακτή θαλάσσης, βόρεια με αγρό κληρονόμων Ζ1, και νότια με αγρούς ... και .... Με το ίδιο πιο πάνω συμβόλαιο ο ενάγων αγόρασε και άλλο τμήμα του όλου ακινήτου, εκτάσεως πέντε (5) ως έγγιστα πλέον ή έλαττον στρεμμάτων, συνεχόμενο νότια προς το αμέσως ανωτέρω τμήμα αγρού, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Β, δυτικά με ακτή θαλάσσης, βόρεια με αγρό Ω και νότια με αγρό της πωλήτριας .... Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη εκκαλούν δεν αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, του υπολοίπου πιο πάνω ακινήτου, πλην του παραπάνω περιγραφόμενου επίδικου ακινήτου, για το οποίο ο Δασάρχης ... εξέδωσε το 32/11-12-1990 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής από δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 7,083 τμ., διότι διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 21/2/1989 έως 28/2/1989 προέβη στην εκχέρσωση και κατάληψη της έκτασης αυτής, που βρίσκεται πολύ κοντά στη θάλασσα, έχει μεγάλη οικοπεδική αξία και καλυπτόταν πριν εκχερσωθεί από σχίνα, πουρνάρια, σφάλακτρα και αφάνες με μεγάλη πυκνότητα, (βλ. το από Οκτωβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... , σε εκτέλεση της 41/2001 προδικαστικής απόφασης με την οποία ο τελευταίος διορίστηκε πραγματογνώμονας, από το οποίο προκύπτουν τα περιγραφόμενα στο παραπάνω. ... συμβόλαιο ακίνητα, συνολικού εμβαδού 15.004, 40 τμ., η διαχωριστική γραμμή με στοιχεία (2-9) των δύο τμημάτων (νότιο και βόρειο) 10 και 5 στρεμμάτων αντίστοιχα, των περιγραφομένων στο ίδιο πιο πάνω συμβόλαιο... και το επίδικο, δυνάμει του 32/1990 Π.Δ.Α Δασαρχείου ..., εμβαδού 7.083 μέτρων, με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α), το οποίο περιλαμβάνεται ολόκληρο στον τίτλο που επικαλείται ο ενάγων, ήτοι το ... συμβόλαιο. Με την 9... απόφαση του Νομάρχη ...που δημοσιεύθηκε με σχετικό σχεδιάγραμμα στο 439/23-8-1990 ΦΕΚ, Τ`, Δ`, η επίδικη έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με σκοπό την προστασία για την επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης που καταστράφηκε από παράνομη εκχέρσωση στην οποία προέβη ο ενάγων κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα από 21-28/2/1989. Το επίδικο ακίνητο αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, για την οποία κανένας, ούτε ο ενάγων, ούτε οι επικαλούμενοι από τον τελευταίο δικαιοπάροχοί του από την έναρξη ισχύος του Β.Δ/τος της 17/11/1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν εμφάνισε μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου, τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώρισή του ως κυρίου. Επίσης κανένας δεν παρουσίασε έγγραφη παραχώρηση εκ μέρους της Τουρκικής εξουσίας ή έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής, ότι ανήκε το επίδικο ακίνητο πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα σε ιδιώτες. Αυτό μέχρι την έναρξη αυτού του αγώνα ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και περιήλθε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους με κυριαρχικό δικαίωμα, δυνάμει της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, περί περιελεύσεως των εθνικών γαιών και των δασικών εκτάσεων στο Ελληνικό Δημόσιο. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο νεμόταν το επίδικο δάσος με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, με βάση τους παραπάνω τίτλους από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, συνεχώς από τότε και μέχρι την αγωγή, αφού με τα αρμόδια κρατικά όργανα το επόπτευε, το φρόντιζε και το προστάτευε από πυρκαγιές και καταπατητές μαζί με άλλες παρακείμενες και γειτνιάζουσες με το επίδικο δασικές εκτάσεις, εξέδωσε δε, το πιο πάνω Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής κατά του ενάγοντος (32/11-12-1990) καθώς και το πιο πάνω 2/1980 πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής κατά Ζ1 και Ζ2 για ακίνητο, κείμενο και συνορευόμενο νοτίως του επιδίκου. Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο ήταν πάντοτε δάσος πριν εκχερσωθεί από τον ενάγοντα κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, αλλά και του εναγομένου που περιέχονται στην πιο πάνω εισηγητική έκθεση. Επίσης ενισχύεται και από το από 7/10/1993 ιδιωτικό συμφωνητικό ενοικιάσεως του επιδίκου, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος εκμισθωτή του επιδίκου και του Ε μισθωτή, από το οποίο προκύπτει ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως αυτού, υπήρχαν στο επίδικο πέτρες, αφάνες, σφάλακτρα, πουρνάρια και άλλα επιβλαβή θαμνοειδή φυτά, τα οποία ο μισθωτής υποχρεούται να καθαρίσει και απομακρύνει από το επίδικο ακίνητο (βλ. υπ` αρ. 5 όρο του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού). Ομοίως ενισχύεται και από την από ... έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου ... , ο οποίος την 4/11/1991 μετά την εκχέρσωση (21/2/1989-28/2/1989) περιήλθε το επίδικο και εντόπισε αυτό στο ζεύγος αεροφωτογραφιών (Α/Φ) Ν. 139/9079 και Ν. 140/9079 έτους λήψεως 1945, καθώς και στο ζεύγος Ν. 11723 και Ν. 11724 έτους λήψεως 1965. Ο τελευταίος εκθέτει στην έκθεση αυτή ότι από την στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών προκύπτει ότι η επίδικη έκταση κατά το έτος 1945 καλυπτόταν από δασική βλάστηση θαμνώδους μορφής, εκτός από την έκταση η οποία περικλείεται από τα σημεία (Α` Β` Γ Δ` Η` Ζ` Ε` Λ` Κ` Γ θ` Ν` Μ` Λ` Η` Α`) και δεν ήταν δασική. Το έτος 1965 η υπόψη (επίδικη) έκταση καλυπτόταν από δασική βλάστηση όπως το 1945, δηλαδή θαμνώδους μορφής, εκτός από την έκταση η οποία περικλείεται από τα σημεία (Α` Β` Γ Δ` Ε` Λ Κ Γ Θ` Ν` Μ` Λ` Η Α`) και δεν ήταν δασική. Oμως, δέχτηκε το Εφετείο, στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του επίδικου ακινήτου δεν ασκεί επιρροή, το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά τους πιο πάνω χρόνους 1945 και 1965 εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή ή βραχώδη, ή πετρώδη και αργιλοαμμώδη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην οικεία πιο πάνω μείζονα σκέψη και ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ήταν μέχρι την εκχέρσωση δάσος. Ο αντίθετος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν δάσος με πετρώδη σύσταση εδάφους αλλά ήταν ελαφρώς πετρώδης αγρός καλλιεργούμενος με άμπελο όπου υπήρχε χώμα μέχρι το έτος 1930 και μετέπειτα με δημητριακά και κηπευτικά μέχρι την εκχέρσωση και δεν γειτνίαζε με οποιαδήποτε δασική έκταση (βλ. την από Ιανουάριο 1999 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας από αεροφωτογραφίες της ΓΥΣ και του ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1945, 1959, 1960 και 1990, του φωτοερμηνευτή Μηχανικού ...), έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Άλλωστε από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα καλή πίστη των δικαιοπαρόχων του, η ειλικρινής πεποίθηση αυτών, ότι με την κτήση της νομής του επίδικου δάσους με πετρώδη σύσταση εδάφους, γειτνιάζοντος νοτιοανατολικά με λόγγο, πυκνό δάσος και με δασική λωρίδα από ..., όπου το επίδικο, δεν προσέβαλαν κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο δάσος. Αντίθετα, από τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η κακή πίστη των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, αλλά και του τελευταίου, ο οποίος με την εκχέρσωση της κηρυχθείσας αναδασωτέας επίδικης εκτάσεως, μετέβαλε αυτή σε καλλιεργήσιμη έκταση, αφού αυτοί δεν εμφάνισαν έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής, ότι το επίδικο δάσος ανήκε πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα, σε ιδιώτες, ή έγγραφη παραχώρηση εκ μέρους του Τουρκικής εξουσίας ή ακόμη και κάποιο έγγραφο που δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο κυριότητος, αλλά από το περιεχόμενο του οποίου να μπορεί να συναχθεί από το Δικαστήριο η καλή πίστη, η προαναφερόμενη ειλικρινής πεποίθηση των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα που επικαλείται ο τελευταίος (πριν το 1870 έως 11/9/1915), ανεξαρτήτως ότι αυτός δεν προσδιορίζει επακριβώς το πριν το 1870 χρονικό διάστημα, ούτε επικαλείται καλή πίστη από το 1836 και μέχρι το 1870, χρονικό διάστημα, για το οποίο, όπως είναι επόμενο δεν αποδείχθηκε καλή πίστη του απώτατου τελευταίου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος από το 1836 έως το 1870. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι επικαλούμενοι από τον ενάγοντα δικαιοπάροχοί του δεν νέμονταν με καλή πίστη το επίδικο δάσος από το έτος 1870 έως την 11-9-1915 με ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου σ` αυτό από το έτος 1830, δυνάμει τίτλων και δεν απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο ακίνητο (δάσος) και ότι και ο ενάγων δεν απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, διότι οι δικαιοπάροχοί του δεν είχαν κυριότητα μέχρι 12-9-1915. Κατόπιν τούτου δέχτηκε την ασκηθείσα από το εναγόμενο έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 973, 999, 1000, 1113, 1045, 1051 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ. δικαίου, 3 Β.Δ/τος 17/29-1-1836, 21 του από 21-6-1837 ν. δ/τος .... ... περί διακρίσεως κτημάτων>>, που εφάρμοσε, αφού δεν απαίτησε για την κτήση της κυριότητας συνεχή νομή του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος από το 1830 έως τις 11-9-1915, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ` αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο ενάγων, καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί του δεν άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη στο επίδικο ακίνητο (δάσος) τουλάχιστον για μια τριακονταετία πριν από τις 11-9-1915και δεν απέκτησαν έτσι κυριότητα σ` αυτό, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ` άρθρο 534 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 824/2007, ΑΠ 1855/2006). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι η έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά τους λόγους της κακής εκτίμησης των αποδείξεων ήταν αόριστη και παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε λόγω της αοριστίας της από το Εφετείο, όπως πρότεινε ο αναιρεσείων. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 11-4-2003 έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της 75/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, προβλήθηκαν με αυτή λόγοι συνιστάμενοι στην αιτίαση ότι συνεπεία κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων η εκκαλουμένη δέχθηκε την κατ` αυτού αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώ έπρεπε να την απορρίψει στο σύνολό της, ζητώντας γι` αυτό την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Με τους λόγους αυτούς της έφεσης πλήττεται, καίτοι συνοπτικώς, κατά τρόπο όμως σαφή και ορισμένο, η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Επομένως, οι προβληθέντες πιο πάνω λόγοι έφεσης ήταν ορισμένοι, αφού προσδιοριζόταν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με αυτούς η πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα το Εφετείο που δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της εφέσεως εξαιτίας της επικαλούμενης παραπάνω αοριστίας των λόγων της έφεσης δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β`, 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός (ΑΠ 2312/2009). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του κατά του Ελληνικού Δημοσίου, έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, χωρίς όμως να γίνεται νόμιμη επίκληση αυτών με τις προτάσεις που υπέβαλε σ` αυτό οποιοσδήποτε των διαδίκων κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα έλαβε υπόψη το από 7-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό ενοικιάσεως του επίδικου ακινήτου, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος ως εκμισθωτή και του Ε ως μισθωτή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται σ` αυτόν ούτε το αποδεικτικό περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, ούτε ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, καθώς και η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός στο διατακτικό της απόφασης. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και έτσι διαχρονικώς έχει εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι` αυτά. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά ή χωρίς να έχει διατάξει τις σχετικές αποδείξεις (ΑΠ 1038/2008). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο έκρινε ότι <<η επίδικη έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με σκοπό την προστασία για την επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης, που καταστράφηκε από παράνομη εκχέρσωση, στην οποία προέβη ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 21-28-2-1989>>, χωρίς να διατάξει αποδείξεις. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όμως, προκύπτει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε την 41/2001 προδικαστική απόφασή του, με την οποία έταξε τις σχετικές μαρτυρικές αποδείξεις και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες και διεξήχθησαν, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το κατ` ουσίαν αβάσιμο της αγωγής, εκτιμώντας όλες τις προαναφερόμενες αποδείξεις και όχι χωρίς απόδειξη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει την από 18-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 195/2006 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια