84/2004 ΠΠΡ ΡΟΔ - Στη Δωδεκάνησο ισχύει ως τοπικό δίκαιο η κατά την ιταλική νομοθεσία παραγραφή εναντίον τιτλούχου με πράξη, άλλως δικαστική απόφαση εναντίον του ή κληρονόμων του, άλλως του διευθυντή κτηματολογίου ακινήτων ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ) μετά δεκαπενταετή νομή διανοία κυρίου που ρυθμίζεται από τον ΑΚ. Κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο που ίσχυε πριν τον ΑΚ χωρούσε έκτακτη χρησικτησία δημοσίων κτημάτων μετά τριακονταπενταετή νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη αρκεί η παραγραφή να είχε συμπληρωθεί την 12.9.1915.


ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - 100/2010 ΕΙΡ ΡΟΔ - Κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησκτησία). Αοριστία. Νομική φύση. Αόριστη η αγωγή, εάν δεν γίνεται επίκληση ή μνεία της νομικής φύσης του επιδίκου ακινήτου, ώστε να καθίσταται σαφής και ορισμένη η περιγραφή του
84/2004 ΠΠΡ ΡΟΔ (365947) 
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Στη Δωδεκάνησο ισχύει ως τοπικό δίκαιο η κατά την ιταλική νομοθεσία παραγραφή εναντίον τιτλούχου με πράξη, άλλως δικαστική απόφαση εναντίον του ή κληρονόμων του, άλλως του ...διευθυντή κτηματολογίου ακινήτων ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ) μετά δεκαπενταετή νομή διανοία κυρίου που ρυθμίζεται από τον ΑΚ. Κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο που ίσχυε πριν τον ΑΚ χωρούσε έκτακτη χρησικτησία δημοσίων κτημάτων μετά τριακονταπενταετή νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη αρκεί η παραγραφή να είχε συμπληρωθεί την 12.9.1915. 



Αριθμός αποφάσεως 84/2004

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ

Αποτελούμενο από τους: Ανδρέα Κράνη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ελευθέριο Καλογερόπουλο, Πρωτοδίκη, Φωτεινή Καρανικόλα, Δικ. Πάρεδρο-Εισηγήτρια και τη γραμματέα Καλλιόπη-Αλεξάνδρα Κούρκουλου

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 5-1-2004, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας: Δ. συζ. Ι.Ε., κατοίκου Νέας Χαλκηδόνας Αττικής,η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βενετία Χιωτάκη.

Των καθών η κλήση: 1) Ε.Μ., κατοίκου Κοσκινού Ρόδου και 2) Σ.Μ., κατοίκου Ρόδου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γιασεμώ Καραγιάννη

Η καλούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 10-2-2003 και με αριθμό καταθέσεως 99/2003 κλήση της κατά των παραπάνω καθών η κλήση, με την οποία επαναφέρεται μετά την εξέταση μαρτύρων προς απόδειξη, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η παραπάνω αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, οι πληρεξούσιες δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν νόμιμα και ζήτησαν αυτά που αναφέρονται σ` αυτές.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΎΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα νομότυπα φέρει με κλήση την αγωγή, για να συζητηθεί περαιτέρω μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που διέταξε το Δικαστήριο με την υπ` αριθμ. 280/1999 προδικαστική απόφαση του.

Κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ` αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ` αυτή της ελληνικής νομοθεσίας, με το άρθρο 8 παρ. 2 ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας, μετά από δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε, ο δε νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του είτε με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι εγγεγραμμένος, είτε με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή αν αυτοί δεν υπάρχουν, τον διευθυντή του κτηματολογικού γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, ήτοι τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, παραπέμπει στις διατάξεις της ιταλικής νομοθεσίας. Η παραπομπή όμως αυτή, που είναι γνησία, έχει την έννοια ότι η συμπλήρωση των παραπάνω διατάξεων γίνεται όχι με εκείνες της αστικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τη θέσπιση τους, αλλά με αυτές που ισχύουν κάθε φορά. Συνεπώς, ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 ΕισΝΑΚ, κατά τον οποίο «στις περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Α.Κ», είναι σαφές ότι από 30.12.1947, που έχει εισαχθεί στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α` του πιο πάνω ν. 510/1947, ο Α.Κ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.05.1946 «περί αποκαταστάσεως του Α.Κ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου», η παραπομπή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 63 παρ. 1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας έχει πλέον την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του ελληνικού Α.Κ, που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο, από τις οποίες τώρα διέπεται η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής. Επομένως, μετά την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί, κατά τα άρθρα 974, 976-979 και 1045 Α.Κ προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου (Α.Π 887/2002 ΕλλΔνη 44, 1371).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Α.Κ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ` αυτού νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριαντακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοια νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων», συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριαντακονταετή παραγραφή είχε συμπληρωθεί μέχρι την 12.9.1915, όπως αυτό προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4.1926 «περί διοικητικής αποβολής κ.λ.π.» και των διαταγμάτων που εξεδόθησαν προς εκτέλεση των διατάξεων του ν. ΔΞΗ/1912, με τις οποίες έγινε αναστολή κάθε παραγραφής ή δικαστικής προθεσμίας σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του, επομένως και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ` αυτά (ΟλΑ.Π 75/1987, Α.Π 1619/1999 ΕλλΔνη 41, 450, ΕΑ 8339/2000 ΕλλΔνη 42, 458).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ισχυρίζεται με τις έγγραφες προτάσεις της, ότι κατά της ενστάσεως των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου τμήματος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, η οποία κρίθηκε, από την ως άνω προδικαστική απόφαση, νόμιμη ένσταση ιδίας κυριότητας και τάχθηκε θέμα απόδειξης αυτής, είχε προβάλλει νομίμως τον ισχυρισμό ότι μέχρι το έτος 1989 τιτλούχος του επιδίκου ακινήτου ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, κατά του οποίου δεν χωρεί χρησικτησία. Ότι τον ως άνω όμως ισχυρισμό δεν έλαβε υπόψη η προδικαστική απόφαση και κατόπιν αυτού ζητά την ανάκληση της ως προς το σημείο αυτό, κατ` άρθρο 341 παρ. 9 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε η διάταξη αυτή, πριν καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2915/2001. Ο ως άνω ισχυρισμός, ο οποίος είχε προταθεί νομίμως και εμπροθέσμως από την ενάγουσα και κατά την πρώτη συζήτηση, συνιστά νόμιμη αντένσταση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και επομένως πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή κατά τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. 

Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα, επικαλείται με τις προτάσεις της το υπ` αριθμ. 4286/1998 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Ρόδου, από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο απεδόθη σ` αυτήν με την υπ` αριθμ. 2049/81/18.8.1989 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου περί αποδόσεως Δημοσίων Κτημάτων, έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία Κτηματολογίου στον τόμο 5, φύλλο 101, φάκελο 1646. Πλην όμως παραλείπει να προσκομίσει το ως άνω έγγραφο, το οποίο είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κρίσιμο, καθώς από αυτό θα αποδειχθεί αν κατά το διάστημα από το έτος 1980 έως 1989, τιτλούχος του επιδίκου ακινήτου ήταν το Δημόσιο, κατά του οποίου δεν χωρεί χρησικτησία, ώστε να κριθεί περαιτέρω η ευδοκίμηση ή μη της ως άνω αντενστάσεως της ενάγουσας. Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο πρέπει να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστεί το ως άνω πιστοποιητικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ την έκδοση της απόφασης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την με επιμέλεια της ενάγουσας προσκόμιση του υπ`αριθμ. 4286/1998 πιστοποιητικού ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Ρόδου, ώστε να διαπιστωθεί αν κατά το κρίσιμο διάστημα από το έτος 1980 έως το, 1989 τιτλούχος του επιδίκου ακινήτου ήταν το Ελληνικό Δημόσιο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στη Ρόδο στις 2-4-2004, δημοσιεύθηκε δε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 5-4-2004.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια