125/2012 ΜΠΡ ΡΟΔ - Τεσσαρούφ (εξουσίαση δημόσιας γης). Προδικαστικό ζήτημα. Τέτοιο ζήτημα είναι αν ο αποβιώσας δικαιοπάροχος του ενάγοντα απέκτησε κυριότητα με χρησικτησία. Δημόσιες γαίες. Σε δημόσια γη χρησικτησία δεν ήταν δυνατή είτε διότι δεν προβλεπόταν ο θεσμός είτε διότι δεν μπορούσε να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος από τα εκάστοτε ισχύοντα αλλοδαπά στη Δωδεκάνησο δίκαια χρόνος νομής


ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - 100/2010 ΕΙΡ ΡΟΔ - Κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησκτησία). Αοριστία. Νομική φύση. Αόριστη η αγωγή, εάν δεν γίνεται επίκληση ή μνεία της νομικής φύσης του επιδίκου ακινήτου, ώστε να καθίσταται σαφής και ορισμένη η περιγραφή του

125/2012 ΜΠΡ ΡΟΔ ( 607982) 
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Τεσσαρούφ (εξουσίαση δημόσιας γης). Προδικαστικό ζήτημα. Τέτοιο ζήτημα είναι αν ο αποβιώσας δικαιοπάροχος του ενάγοντα απέκτησε κυριότητα με χρησικτησία. Δημόσιες γαίες. Σε ..
δημόσια γη χρησικτησία δεν ήταν δυνατή είτε διότι δεν προβλεπόταν ο θεσμός είτε διότι δεν μπορούσε να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος από τα εκάστοτε ισχύοντα αλλοδαπά στη Δωδεκάνησο δίκαια χρόνος νομής. Ομως το τεσσαρούφ που αποκτάτο με δεκαετή συμπληρωμένη πριν το 1949 εξουσίαση, στη συνέχεια δυνάμει του ν. 2100/1952 μετατράπηκε σε δικαίωμα κυριότητας.


  
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 125/2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ (Τακτική διαδικασία)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρίνα Κρανίτη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος Πρωτοδικών και το Γραμματέα Γεώργιο Λαουδίκο. 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 24η Μαΐου 2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: 

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Ο. Ν., κατοίκου Ρόδου, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Νικολάου Σκορδίλη.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και το οποίο εκπροσωπήθηκε στη δίκη από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελληνικού Δημοσίου, Μαρία Ελευθερίου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. 

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 01-04-2011 και με αριθμό κατάθεσης 239/28-04-2011 αγωγή του, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο. 

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν. 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 2 § 1 στοιχείο α` του ν. 510/1947 που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.Τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο το οποίο ίσχυε, καθ` ον χρόνο έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα. Περαιτέρω η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το υπ` αριθμ. 200/31.10.1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται: σε α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), γ) γαίες αφιερωμένες σ` ευαγή σκοπό (μεβκουφέ) δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ) οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες (Θεοδωρόπουλος, το ισχύον εν Δωδεκανήσω δίκαιον, εκδ. β σελ. 182 και 171, Α. Καλικλής, το Οθωμανικόν δίκαιον εν Ελλάδι εκδ. 1931 σελ. 64 επομ.). Στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί- εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαϊρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας, όχι όμως τα οικόπεδα, έστω κι αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα οποία εξ αντιδιαστολής έχουν τον χαρακτήρα «μουλκ» (Παπαδόπουλος, Αγωγαί εμπράγματου δικαίου, τομ. πρώτος σελ. 561, Καλικλής, ε.α. σελ. 65, ειδικά γι` αγρούς ΑΠ 563/1979 ΝοΒ 27.1600, ΑΠ 620/1976 ΝοΒ 25.10, ΑΠ 748/1975 Νοβ 27.554). Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπίου) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητος επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή «ωφέλιμης κυριότητας» (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητος (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση «ταπίου» στο όνομα του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος «τεσσαρούφ» (ΑΠ 563/1979 ΝοΒ 27.1600, ΑΠ 748/1978 ΝοΒ 27.554). Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού (Θεοδωρόπουλος, ε.α. σελ. 156, Δωρής, τα δημόσια κτήματα σε 409, Παπαδόπουλος, ε.α. σελ. 561). Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα ίσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) (Θεοδωρόπουλος, ε.α. σ. 192, ΑΠ 1053/1982 ΕλΔνη 24.210, ΑΠ 162/1974 ΝοΒ 22.1049, ΑΠ 416/1963 ΕΕΝ 30.875, ΑΠ 147/1962 ΝοΒ 10.718, ΑΠ 492/1956 ΝοΒ 5.122), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού (με αριθμό 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30.12.1947). Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ` αυτήν του ΙταλΑΚ/1865 με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ` αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή) (ΑΠ 1256/1988 ΕλΔνη 32.796). Η ως άνω κτητική παραγραφή τυγχάνει εφαρμογής και επί ακινήτων ανηκόντων στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το άρθρο 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865. Στη συνέχεια ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21.4.1942 με το υπ` αριθ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ/1942 από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στην φυσική εξουσία του πράγματος από τον νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί επί του πράγματος διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ` αυτού κυριότητας. Τέλος, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30.12.1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α` ν. 510/1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει την φυσική εξουσία επί του πράγματος διανοία κυρίου (νομή) και ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία (Θεοδωρόπουλος, Το ισχύον εν Δωδεκανήσω δίκαιον, 6214, ΑΠ 1966/1988 ΝοΒ 37.1042, ΑΠ 1491/1984 ΝΟΒ 33.1009, ΑΠ 899/1981 ΝοΒ 30.449). Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο (Παπαδόπουλος, ό.π. σ. 562, Θεοδωρόπουλος, σ. 192, Α.Π. 147/1962 ΝοΒ 10.718, ΑΠ 492/1956 ΝοΒ 5.122). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα δεν είναι δυνατή απ` αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ, 1942 και Ελληνικού ΑΚ, διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στην Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 β.δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στην νομή του πράγματος. Είναι όμως δυνατή η απ` αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ` όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10.1.1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρο 4 § 2 α.ν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (ΑΠ 1602/1991 ΕλλΔνη 34.329). Η κτήση δικαιώματος εξουσίασης (τεσσαρούφ) είναι δυνατή και μετά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογικού Κανονισμού και μάλιστα, όχι μόνο στις ήδη παραχωρηθείσες σε ιδιώτες εκτάσεις, κατά τη σύνταξη του Κτηματολογίου, αλλά και στις μη παραχωρηθείσες εκτάσεις (ΑΠ 162/1991 ΕλΔνη 34.329), όπως είναι όλες οι εκτάσεις στην Δωδεκάνησο όπου δεν έλαβε χώρα κατάρτιση κτηματολογίου, όπως στην Κάρπαθο, αφού δεν υπήρχε λόγος να μην συνεχισθεί το ίδιο καθεστώς όπως και προηγουμένως (άρθρ. 4 εδ. στ` Κτ. Κανονισμού). Τέλος, με το άρθρο 9 § 1 εδ. α` ν. 2100/1952 που ισχύει από 26.4.1952 ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβένυται, οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρω κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ` αυτών αυτοδικαίως δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω οι καλλιεργούντες δημόσιες γαίες στη νήσο Κάρπαθο για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10.1.1949 έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ` αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 § 1 εδάφ. α` του ν. 2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος ΧΙV της από 20.2.1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (βλ. ΕφΔωδ 13/2007 ΝΟΜΟΣ, 270/2005 ΝΟΜΟΣ, 319/2005 ΝΟΜΟΣ, 188/2005, 355/2002, 103/1999, 220/1997 και 164/1996).

Εν προκειμένω ο ενάγων ισχυρίζεται, με την υπό κρίση αγωγή του και κατ` ορθή εκτίμηση του δικογράφου, ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος, του λεπτομερώς περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, κείμενου στην κτηματική περιφέρεια Κανδυλί Ρόδου, νομικής φύσης «Ντεμανιάλε». Οτι το εν λόγω ακίνητο νεμόταν από το έτος 1927 έως το έτος 1963 ο δικαιοπάροχος πατέρας του, (…), ο οποίος λόγω παρόδου δεκαετίας από το έτος 1932 έως το έτος 1949, οπότε ίσχυσε στη Ρόδο ο α.ν. 1538/1938, απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί του ακινήτου, λόγω συνεχούς καλλιέργειας αυτού κατά το ως άνω διάστημα, το οποίο εν συνεχεία μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, από το έτος δε 1963 και εντεύθεν, μεταβιβάστηκε το επίδικο σε αυτόν ατύπως από τον δικαιοπάροχό του, αυτός δε ασκεί πράξεις νομής συνεχώς και αδιαλείπτως, διανοία κυρίου, επί αυτού. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητεί να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκαν τόσο στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του, όσο και στο πρόσωπο το δικό του, και σε βάρος του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ο νόμιμος χρόνος προς κτητική παραγραφή της επ` ονόματι του τελευταίου κτηματολογικής εγγραφής, που αφορά το εις την αγωγή αναφερόμενο ακίνητο, να μεταγραφεί το επίδικο ακίνητο στο όνομά του στα αντίστοιχα Κτηματολογικά Βιβλία, και να επιβληθούν σε βάρος του εναγόμενου τα δικαστικά του έξοδα.

Η ως άνω αγωγή είναι νόμιμη, καθώς στηρίζεται στις διατάξεις του Οθωμανικού Δικαίου και του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, κατά τα στη μείζονα της παρούσας αναφερθέντα, ως και στις διατάξεις των άρθρων 9 § 1 εδ. α` ν. 2100/1952, 70 και 176 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος με το οποίο ζητείται να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του, και σε βάρος του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ο νόμιμος χρόνος προς κτητική παραγραφή, όσον αφορά στο επίδικο, καθόσον το σχετικό θέμα συνιστά προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης και όχι κύριο αντικείμενο αυτής, αφού άλλωστε ο ήδη αποβιώσας πατέρας του ενάγοντος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Επίσης μη νόμιμο είναι και το αίτημα να διαταχθεί η μεταγραφή της απόφασης που θα εκδοθεί, καθόσον η παρούσα απόφαση δεν εκτελείται αμέσως κατά του προϊσταμένου του κτηματολογικού γραφείου, ούτε υποκαθιστά τη δική του ενέργεια, αλλά δημιουργεί εις βάρος του την υποχρέωση να προβεί στη σχετική καταχώρηση. Τούτο διότι η μεταγραφή της σχετικής απόφασης, η οποία είναι διοικητική πράξη αποτελεί καθήκον του προϊσταμένου του κτηματολογικού γραφείου, το οποίο οφείλει να εκτελεί χωρίς διαταγή, ώστε μόνο σε περίπτωση άρνησής του να προβεί στη ζητούμενη ενέργεια να μπορεί αυτός να υποχρεωθεί σ` αυτήν δικαστικά σύμφωνα με το άρθρο 791 ΚΠολΔ και κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, πρέπει η αγωγή αυτή, καθ` ο μέρος κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής, τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, ήτοι α) επεδόθη στο εναγόμενο η σύμφωνα με το ά 8§1 του ν. 1539/1938 αίτηση το (βλ. προσκομιζόμενη μετ` επικλήσεως υπ` αριθ. 1710Β/18-03-2011 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, (…) και β) η αγωγή νομίμως και εμπροθέσμως ενεγράφη στα βιβλία Κτηματολογίου Ρόδου (βλ. το υπ` αριθ. 4754/2011 πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Ρόδου). 

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, (…), ο οποίος εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος (το εναγόμενο δεν εξέτασε μάρτυρα), και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλα τα προσκομιζόμενα μετ` επικλήσεως έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά εκ των οποίων αναφέρονται κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στην κτηματική περιφέρεια Κανδυλί Ρόδου, βρίσκεται το κάτωθι ακίνητο: αγρός εκτάσεως 7.500 τ.μ., νομικής φύσης «Ντεμανιάλε», ήτοι δημόσια γαία μη παραχωρημένη, με κτηματολογικά στοιχεία (…) του Κτηματολογίου Ρόδου, και συνορεύει (…). Φέρεται δε εγγεγραμμένο από θεμελιώδους καταγραφής επ` ονόματι του Ιταλικού Δημοσίου, εν έτει δε 1947 περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Ιταλικού Δημοσίου, δυνάμει της συνθήκης των Παρισίων. Οπως προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα, για την αξιοπιστία του οποίου ουδέν λόγο έχει να αμφιβάλλει το Δικαστήριο τούτο, ο πατέρας του ενάγοντος, (…), κατείχε και νεμόταν το επίδικο διανοία κυρίου, ήδη από την εποχή της Ιταλοκρατίας και μάλιστα για διάστημα πλέον των δέκα ετών πριν το έτος 1949. Συγκεκριμένα, οι γονείς του ενάγοντος καλλιεργούσαν το επίδικο και φύτευαν οπωροκηπευτικά, τα οποία μετέπειτα πουλούσαν. Εκτοτε και χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν, συνέχιζαν διαρκώς και αδιαλείπτως τις πράξεις νομής επί του επιδίκου, μέχρι το έτος 1963, οπότε και το επίδικο μεταβιβάστηκε ατύπως στον ενάγοντα. Επομένως, ο δικαιοπάροχος του ενάγοντα, ο οποίος νεμήθηκε με διάνοια κυρίου και καλλιεργούσε το επίδικο, το οποίο έχει τα χαρακτηριστικά δημόσιας γαίας, συνεχώς και αδιαταράκτως από το έτος 1927 μέχρι το έτος 1963, οπότε και το μεταβίβασε άτυπα στον ενάγοντα, δηλαδή το καλλιεργούσε για χρονικό διάστημα πλέον της δεκαετίας πριν τη 10.1.1949, που τέθηκε σε ισχύ στα Δωδεκάνησα ο α.ν. 1539/1938 «περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων», είχε αποκτήσει τη 10.1.1949 δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 78 του από 17 Ραμαζάν 1274 Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Ακολούθως με το άρθρο 9 του ν. 2100/1952 απέκτησε αυτοδικαίως χωρίς καμία άλλη διατύπωση, την πλήρη κυριότητα επ` αυτού και αποσβέστηκε το δικαίωμα ψιλής κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος χιν της από 20.2.1947 συνθήκης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947. Καθόσον δε ο ενάγων συνέχισε να νέμεται αδιαλείπτως, διανοία κυρίου το επίδικο, μέχρι και σήμερα, ο προκάτοχός του δε, όπως ήδη ειπώθηκε, είχε αποκτήσει πλήρη κυριότητα επ` αυτού, συμπληρώθηκε και στο πρόσωπο του ενάγοντος και σε βάρος του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ο νόμιμος χρόνος της κτητικής παραγραφής, προσμετρούμενης και της νομής του δικαιοπαρόχου του επί του περιγραφόμενου ως άνω ακινήτου. Κατ` ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, καθώς ο προκάτοχος του ενάγοντος κατέστη κύριος του επιδίκου με την τροπή του δικαιώματος τεσσαρούφ σε κυριότητα, ο δε ενάγων απέκτησε δε αυτό εν συνεχεία με τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του, του νομίμου χρόνου της κτητικής παραγραφής. Τέλος το Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος κατ` άρθρα 176, 183 σε συνδ. με το άρθρο 191 § 1 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 του ν. 3693/1957, όπως η §1 ισχύει μετά την υπ` αριθ. 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του ν. 1738/1987 (ΑΠ 436/01 Δνη 43-397), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔIΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων. 

AΠOPPΙΠTEI ό,τι κρίθηκε απορριπτέο. 

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή. 

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του ενάγοντος, και σε βάρος του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ο νόμιμος χρόνος της κτητικής παραγραφής και της πρόσκτησης έτσι με τα προσόντα της χρησικτησίας, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ενός αγρού εκτάσεως 7.500 τ.μ., νομικής φύσης «Ντεμανιάλε», ήτοι δημόσια γαία μη παραχωρημένη, με κτηματολογικά στοιχεία (…) του Κτηματολογίου Ρόδου, και συνορεύει (…). 

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ. 

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Ρόδο, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση την 20η Νοεμβρίου 2012.



Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



Ε.Φ.

Σχόλια