Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ 372 ΠΚ ΚΛΟΠΗ - ΑΡΙΘΜΟΣ 2349/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


 Αριθμός 11/2015   ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ -  Εκτακτη χρησικτησία επί ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου. Προϋποθέσεις. Αδιατάρακτη νομή μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003.

Κατά τη διάταξη των άρθρων 372 παρ.
 - Κατά τη διάταξη των άρθρων 372 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον..
τριών μηνών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής, απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται τόσον η πραγματική εξουσία επί του πράγματος όσο και η βούληση για την εξουσία του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεώς της και εφόσον η πράξη αυτή δεν χαρακτηρίστηκε ω κλοπή αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος αυτού και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που παράνομα αφαιρέθηκε. Μόνον αν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελής ισχυρισμός για το ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ευτελούς αξίας, που οδηγεί, σύμφωνα με το άρθρο 377 του ίδιου Κώδικα, στην επιεική μεταχείριση του δράστη, ανακύπτει υποχρέωση για ειδική αιτιολόγηση της κρίσεως του δικαστηρίου, αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ή όχι ευτελούς αξίας.
- H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρ. 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 ΠΚ), δηλαδή όταν ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει και αναφέρεται σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και μάλιστα όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά σε νομικές ιδιότητες ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης.



Διατάξεις: 
ΠΚ: 372, 377, 
ΚΠΔ: 139, 170, 333, 510 
Σ: 93, 
ΑΡΙΘΜΟΣ 2349/2007 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση 

της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης x1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 297/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. 

Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Οκτωβρίου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1755/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη των άρθρων 372 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής, απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της ξένης κατοχής, η οποία υφίσταται στο κινητό πράγμα και στη θεμελίωση νέας σ' αυτό κατοχής από το δράστη ή τρίτο, με σκοπό της παράνομης ιδιοποιήσεώς του, στην έννοια δε της κατοχής περιλαμβάνεται τόσον η πραγματική εξουσία επί του πράγματος όσο και η βούληση για την εξουσία του. Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεώς της και εφόσον η πράξη αυτή δεν χαρακτηρίστηκε ω κλοπή αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πράγμα που αποτελεί επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος αυτού και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, δεν απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που παράνομα αφαιρέθηκε. Μόνον αν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας αυτοτελής ισχυρισμός για το ότι το αντικείμενο της κλοπής είναι ευτελούς αξίας, που οδηγεί, σύμφωνα με το άρθρο 377 του ίδιου Κώδικα, στην επιεική μεταχείριση του δράστη, ανακύπτει υποχρέωση για ειδική αιτιολόγηση της κρίσεως του δικαστηρίου, αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ή όχι ευτελούς αξίας. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των αρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρ. 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 ΠΚ), δηλαδή όταν ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει και αναφέρεται σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και μάλιστα όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά σε νομικές ιδιότητες ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. 
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 297/2006 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει εκήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχον κλοπής ευτελούς αξίας και της επέβαλε χρηματική ποινή 300 ευρώ, δεχθέν συνάμα ότι αυτή κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως ήταν μετεφηβικής ηλικίας (άρθρ. 133 ΠΚ). Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας εδέχθη τα ακόλουθα κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: Ότι η κατηγορούμενη τέλεση την αξιόποινη πράξη της κλοπής πράγματος ευτελούς αξίας κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της κλοπής που της αποδίδεται και ειδικότερα: Ότι στην XXX, στις 11/12/2004 ήταν δόκιμη στην οικεία Σχολή Δοκίμων Αστυφυλάκων και συγκατοικώντας με την συμφοιτήτριά της Γ1, εκμεταλλευόμενη την μικρή απουσία της τελευταίας, η οποία είχε αφήσει στο δωμάτιο την προσωπική της τσάντα, αφήρεσε από αυτήν μία συσκευή κινητής τηλεφωνίας ΝΟΚΙΑ τύπου XXX, μοντέλο XXX, με αρ. XXX αξίας περίπου 200 ευρώ την οποία και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι βρήκε το κινητό πεσμένο στο προαύλιο της Σχολής δεξιά στο ύψος της τουαλέτας και ότι το πήρε χωρίς να σκεφθεί ότι ανήκει σε κάποια συμμαθήτριά της ή σε κάποιον τρίτο και το πήρε γιατί θεωρούσε ότι δεν έχει σημαντική αξία δεν είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου καθόλου πειστικός, δεδομένου ότι την ίδια παραπάνω ημέρα που έλαβε χώρα το περιστατικό της απώλειας του κινητού της άνω ιδιοκτητρίας του Γ1 το κατήγγειλε αμέσως, έγιναν έρευνες και το ζήτημα έλαβε έκταση, χωρίς η κατηγορουμένη να αναφέρει καθόλου ότι βρήκε ένα κινητό πεταμένο, όπως ισχυρίζεται κα αυτό ανεξαρτήτως του όταν η συμμαθήτριά της Γ2 της είδε να κρατάει το συγκεκριμένο κινητό μετά από ημέρες, το οποίο της θύμισε το κινητό της Γ1 (που είχε απωλεσθεί), η κατηγορουμένη της απήντησε ψέματα, ότι της είχαν κάνει δώρο οι γονείς της. Παρά το γεγονός δε ότι η Γ1 από την αρχή την είχε υποπτευθεί ως ύποπτη της κλοπής όντας βεβαία ότι το είχε αφήσει μέσα στην τσάντα της, πριν διαπιστώσει την απώλειά του και ότι τη στιγμή της απουσίας της η μόνη που ήταν στο δωμάτιό τους ήταν η κατηγορουμένη, η οποία ετοιμαζόταν για έξοδο, και υπήρχε έκτοτε ψυχρότητα μεταξύ τους, η κατηγορουμένη, ουδέποτε ανέφερε ότι βρήκε πεταμένο ένα κινητό ούτε το παρέδωσε, παρόλο που το χρώμα και η μάρκα του απωλεσθέντος κινητού της Γ1 της ήταν γνωστό και από μόνη την έκταση που πήρα το ζήτημα της απώλειας - κλοπής του στην Σχολή, όπου έγινε και έλεγχος στα προσωπικά πράγματα και χώρους όλων των φοιτητριών. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι μετά τη διαπίστωση ότι είχε τελικά στα χέρια της το κλαπέν κινητό και τις έρευνες που έγιναν στα πλαίσια ΕΔΕ, όπως ανέφερε η Υποδιοικήτρια της Σχολής XXX, αρχικά ανέφερε ότι το αγόρασε από κάποιον φοιτητή και κατόπιν ότι το βρήκε στο προαύλιο, χωρίς αυτή η συμπεριφορά να δικαιολογείται από τον φόβο της μήπως θεωρηθεί ότι το έκλεψε, όπως ισχυρίσθηκε απολογούμενη, αφού αν το παρέδιδε, όπως όφειλε, εφόσον το βρήκε μέσα στη Σχολή, όπως ισχυρίζεται δεν θα ετίθετο κανένα θέμα. Εξάλλου και το γεγονός ότι μετά την απώλεια του κινητού εστάλησαν προς αυτό κλήσεις, όπως ήταν φυσικό, προκειμένου να διαπιστωθεί αν απαντήσει κάποιος και η κατηγορουμένη δεν απήντησε, ισχυριζόμενη ότι αυτό είναι στοιχείο υπέρ της αθωότητάς της, αντιθέτως ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί της ενοχής της ότι δεν το βρήκε το κινητό αλλά το αφήρεσε παράνομα με πρόθεση ιδιοποίησης. Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο δεν διατηρεί καμιά αμφιβολία περί του ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την αξιόποινη πράξη της κλοπής ευτελούς αξίας, κρίση η οποία δεν αναιρείται καθόλου από την κατάθεση του μάρτυρα Γ2, Προϊσταμένου του γραφείου ταυτοτήτων, ότι κάποια κυρία είχε ξεχάσει το πορτοφόλι της και το βρήκε η κατηγορούμενη και το παρέδωσε όπως και ο ίδιος (ο μάρτυρας) είχε ξεχάσει το πορτοφόλι και 700 ευρώ και τα βρήκε η κατηγορουμένη και τα παρέδωσε, ούτε το ότι η τελευταία είχε ήδη δύο κινητά και δεν είχε κανένα λόγο να κλέψει το συγκεκριμένο, καθόσον το γεγονός ότι το κινητό, το οποίο βρέθηκε στα χέρια της μετά την κλοπή, ήταν εκείνο που εκλάπη από τη Γ1 είναι γεγονός αναμφισβήτητο, η δε μετέπειτα συμπεριφορά και οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης απλώς ενισχύουν σε συνδυασμό και με την αξιολόγηση όλων των καταθέσεων και την όλη αποδεικτική διαδικασία την κρίση του Δικαστηρίου περί της ενοχής της. Κατά συνέπεια η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη κλοπής ευτελούς αξίας κατά τον ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της κλοπής που της αποδίδεται, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 133 ΠΚ, καθόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε συμπληρώσει το 2ον έτος της ηλικίας της. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της κλοπής εντελούς αξίας, όπως γι' αυτήν καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 372 και 377 ΠΚ. Ειδικότερα το Εφετείο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεώς του αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των και όπως όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και όχι μόνο μερικά από αυτά για να μορφώσει την περί ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του και δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει και αξιολογήσει κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως γιατί δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν και εξειδικεύουν τα απαιτούμενα για τη στοιχειοθέτηση του αποδοθέντος στην αναιρεσείουσα, εγκλήματος στοιχεία και γιατί δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, για την περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης, και η ειδικότερη αιτίαση ότι δεν ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και η αναγνωσθείσα από XXX βεβαίωση της Εταιρείας Κινητής Τηλεφωνίας VODAFONE που απευθύνεται προς την Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Βόρειας Ελλάδας, καθώς και τα από XXX και XXX έγγραφα της εταιρείας Q TELECOM και της εταιρείας ΤΙΜ αντιστοίχως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι τέτοια έγγραφα δεν αναγνώστηκαν. Και ναι μεν γίνεται μνεία των πρώτου ως άνω εγγράφου από τους συνηγόρους της αναιρεσείουσας στους υποβληθέντες εγγράφως προς το δικαστήριο ισχυρισμούς της, πλην όμως δεν προκύπτει ότι εζητήθη η ανάγνωση του εγγράφου αυτού και ότι η διευθύνουσα τη συζήτηση αρνήθηκε την ανάγνωση αυτού, οπότε η αναιρεσείουσα θα έπρεπε να απευθυνθεί στο δικαστήριο εναντίον της διατάξεως της προεδρεύουσας, κατ' άρθρο 335 ΚΠΔ. Προσθέτως, η ειδικότερη αιτίαση ότι, χωρίς την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απερρίφθη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί πραγματικής πλάνης, εγγράφως υποβληθείς και προφορικώς αναπτυχθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, γιατί, τα επικαλούμενα, προς θεμελίωση της πραγματικής πλάνης, πραγματικά περιστατικά: "Ακόμη είχα αμφιβολίες, αν το κινητό που βρήκα ήταν αυτό της Γ1, δεδομένου ότι είχε διάφορο ανάγλυφο και ήταν λασπωμένο και σε κατάσταση διάλυσης", δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, αλλ' απλώς αποτελούν ομολογία της αναιρεσείουσας ότι ιδιοποιήθη παρανόμως ξένο ολικά κινητά πράγμα αγνώστου ιδιοκτήμονος. Πάντως με πλήρη αιτιολογία απερρίφθη ο ισχυρισμός αυτός, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αποφάσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του αυτού Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς προς το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που ανεγνώσθη. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι ανεγνώσθη όλο το περιεχόμενό του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον επραγματοποιήθη όντως η ανάγνωση των εγγράφωναυτών, παρεσχέθη η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την, περί της ενοχής, της αναιρεσείουσας, κρίση του και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και: α) φωτοτυπία της συσκευής κινητής τηλεφωνίας (α/α9) καθώς και β) τα προσκομισθέντα πρωτοδίκως από το συνήγορο υπεράσπισης έγγραφα (α/α9). Με την αναφορά αυτή των εν λόγων εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία προσθέτων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενον, ο συντάκτης, η χρονολογία αυτών, τα πρόσωπα εις τα οποία αφορούν κ.λ.π., αφού, με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστησαν γνωστά τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενό τους στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις εν σχέσει προς το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθη πάντας από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Εν πάση περιπτώσει τα, από τον συνήγορο υπεράσπισης, προσκομισθέντα έγγραφα ήταν γνωστά εις την αναιρεσείουσα και δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι αυτή εστερήθη των εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαιωμάτων της εκ της μη επακριβούς αναφοράς αυτών. Επομένως, ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και δεν επήλθε εντεύθεν καμμία ακυρότητα. Ως εκ τούτου, ο εκ των άρθρων 510 παρ. 1Α και 171παρ. 1δ ΚΠΔ συναφής λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει την από 5 Οκτωβρίου 2006 αίτηση της x1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 297/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και 

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2007. 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: