ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑ - ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ - ΑΓΩΓΗ

 
ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ
Η αποζημίωση με τον νόμο 551/1915 ναυτεργατικού ατυχήματος
16 Φεβρουάριος 2013
Η αποζημίωση με τον..
νόμο 551/1915 ναυτεργατικού ατυχήματος.


Στην περίπτωση ναυτεργατικού ατυχήματος αναγνωρίζονται πέντε διακεκριμένες περιπτώσεις αποζημίωσης, η οποία χορηγείται στον παθόντα, ή στους κληρονόμους του.

α) θανάτου του παθόντος.

β) πλήρους και διαρκούς ανικανότητας προς εργασία.

γ) πλήρους, αλλά πρόσκαιρης ανικανότητας.

δ) μερικής διαρκούς ανικανότητας και

ε) μερικής, αλλά πρόσκαιρης ανικανότητας.

Για κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις αποζημίωσης ο νόμος αναγράφει ιδιαίτερο συνδυασμό, με βάση τον οποίο υπολογίζεται η εφ άπαξ και όχι σε περιοδικές παροχές αποζημίωση.

Δεν προβλέπεται περίπτωση μικτής αποζημίωσης, αποτελούμενης δηλαδή από αποζημιώσεις περισσοτέρων της μίας, που δυνατόν να συντρέχουν. 

Ετσι όταν η μερική ή ολική ανικανότητα, που εμφανίστηκε στην αρχή ως πρόσκαιρη, αποδείχθηκε στη συνέχεια διαρκής, η αποζημίωση που καταβλήθηκε για πρόσκαιρη (ολική ή μερική) ανικανότητα, εκπίπτεται από το οφειλόμενο ποσό αποζημίωσης για τη διαρκή ανικανότητα (μερική ή ολική).

Δεν επιτρέπεται η αθροιστική επιδίκαση αποζημίωσης για ολική και μερική ανικανότητα και συνεπώς ο ναυτικός, ο οποίος συνεπεία ατυχήματος κατέστη προσκαίρως ολικά ανίκανος και στη συνέχεια μερικά αλλά διαρκώς, θα πάρει μόνο μία αποζημίωση, δηλαδή εκείνη που αντιστοιχεί στην τελική μερική διαρκή ανικανότητα για εργασία, όχι δε και αυτή που αντιστοιχεί στην πρόσκαιρη ολική ανικανότητα.
Κανονισμός 7 παρ. Β και 11 της κυρωθείσας με τον ν. 1045/1980 διεθνούς σύμβασης του Λονδίνου 1974 «περί ασφαλείας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα» (SOLAS). Παράβαση όρου ασφαλείας

10 Φεβρουάριος 2013



Κανονισμός 7 παρ. Β και 11 της κυρωθείσας με τον ν. 1045/1980 διεθνούς σύμβασης του Λονδίνου 1974 «περί ασφαλείας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα» (SOLAS). Παράβαση όρου ασφαλείας.



Σύμφωνα με τον Κανονισμό 11 της κυρωθείσας με τον ν. 1045/1980 Διεθνούς Συμβάσεως του Λονδίνου 1974 «περί ασφαλείας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα» (S.O.L.A.S.), όπως αντικαταστάθηκε με το κυρωθέν με τον ν 1159/1981 Πρωτόκολλο του Λονδίνου 1978, ορίζονται, στο εδ. γ', τα εξής: «Οσάκις συμβαίνει ατύχημα εις το πλοίον ή ανακαλύπτεται ελάττωμα, το οποίον επηρεάζει δυσμενώς την ασφάλειαν του πλοίου ή την απόδοσιν ή την επάρκειαν των σωσιβίων αυτού μέσων ή του λοιπού εξαρτισμού, ο πλοίαρχος ή ο πλοιοκτήτης του πλοίου θα αναφέρουν τούτο το ταχύτερον δυνατόν εις την Αρχήν, εις τον διωρισμένον επιθεωρητήν ή τον ανεγνωρισμένον Οργανισμόν, υπευθύνους δια την έκδοσιν του σχετικού πιστοποιητικού, οι οποίοι θα προβούν εις διερεύνησιν, δια να αποφασίσουν εάν είναι αναγκαία η διενέργεια επιθεωρήσεως, όπως απαιτείται υπό των κανονισμών 6,7, 8,9 ή 10 του κεφαλαίου 1 της Συμβάσεως και του Παρόντος Πρωτοκόλλου...».

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τη διάταξη του Κανονισμού 7 παρ. Β, με την οποία ορίζεται ότι «Επιθεώρησις γενική ή μερική αναλόγως των περιστάσεων θα διενεργείται μετά από επισκευήν επιβαλλομένην από έρευνας, καθοριζόμενος εις τον Κανονισμόν 11 του παρόντος κεφαλαίου ή οποτεδήποτε γίνονται σοβαροί επισκευαί ή ανανεώσεις ...» συνάγεται ότι με αυτή θεσπίζεται ειδικός όρος ασφαλείας για κάθε επιβαίνοντα στο πλοίο και επομένως και για τους εργαζομένους σε αυτό, ή μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται ευθύνη του υπόχρεου προς αποζημίωση του εκ ναυτεργατικού ατυχήματος παθόντος κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μη τήρησης του όρου και του ατυχήματος.

Τούτο, γιατί η επιβεβλημένη κατά το δυνατόν ταχύτερη ειδοποίηση των παραπάνω περί του ελαττώματος εξ ατυχήματος ή άλλης αιτίας του πλοίου, σκοπό έχει τον έλεγχο της έκτασης της βλάβης και της πληρότητας της επισκευής από τους παραπάνω, ώστε να διασφαλίζεται η ικανότητα του πλοίου προς αντιμετώπιση των θαλασσίων κινδύνων και η εξ αυτής αποτροπή του κινδύνου της ζωής, ή της σωματικής ακεραιότητας των επιβατών και των εργαζομένων στο πλοίο.

Η παράβαση του όρου αυτού ασφαλείας συνίσταται στην μη ειδοποίηση από τους υποχρέους περί του επισυμβάντος ελαττώματος του πλοίου και όχι στην μη καταβολή της επιβαλλομένης από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και τις συναλλαγές, επιμελείας κατά την επίβλεψη της επισκευής του πλοίου και την πλημμέλεια της τελευταίας (ΕφΠειρ 673/2010, σχετ η ΕφΠειρ 328/2006).
Ευθύνη σε αποζημίωση αντιπροσώπου αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας που σύναψε σύμβαση ναυτικής εργασίας στην Ελλάδα με ναυτικό

10 Φεβρουάριος 2013



Ευθύνη σε αποζημίωση αντιπροσώπου αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας που σύναψε  σύμβαση ναυτικής εργασίας στην Ελλάδα με ναυτικό.



Από τη διάταξη του άρθρου 1 ν. 762/1978 «περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότου συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβασιν εργασίας μετά ναυτικού» προκύπτει ότι, τόσο η αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία, όσο και ο αντιπρόσωπός της που συνάπτει σύμβαση ναυτικής εργασίας στην Ελλάδα με ναυτικό, ευθύνονται σε ολόκληρο, κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ, έναντι του ναυτικού, για κάθε αξίωση αυτού εναντίον του εργοδότη, που πηγάζει από τη σχέση εργασίας και επομένως, σε περίπτωση θανάτου του, εξ αιτίας ναυτεργατικού ατυχήματος, αυτοί ευθύνονται σε ολόκληρο έναντι των μελών της οικογενείας του, τόσο για την κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των τελευταίων, η οποία κρίνεται πάντοτε σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, όσο και για την κατά τα άρθρα 3 και 16 του ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση, που οφείλεται στα αναφερόμενα στα εν λόγω άρθρα πρόσωπα, όταν το ζημιογόνο εργατικό ατύχημα προκλήθηκε από δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή από την εκ μέρους τους μη τήρηση των ειδικώς προβλεπόμενων για την παροχή της εργασίας μέτρων ασφαλείας (ΑΠ 1090/2010, ΕφΠειρ 220/2010).

Η σύμβαση ναυτολόγησης από τον αντιπρόσωπο δεν είναι αναγκαίο να γίνει εγγράφως. Η σύμβαση είναι οριστική και παράγει τα αποτελέσματα που τα μέρη θέλησαν. Αν έγινε στην Ελλάδα, υπάρχει σε ολόκληρο ευθύνη των υπόχρεων (ΑΠ 424/1995, Εφ. Πειρ. 704/2002).
Αποζημίωση ναυτικού από ναυτεργατικό ατύχημα με σύμβαση ναυτικής εργασίας διεπομένη από το ελληνικό δίκαιο

10 Φεβρουάριος 2013



Αποζημίωση ναυτικού από ναυτεργατικό ατύχημα με σύμβαση ναυτικής εργασίας διεπομένη από το ελληνικό δίκαιο.



Ο παθών επί ναυτεργατικού ατυχήματος, ή σε περίπτωση θανάτου του η οικογένειά του, έχουν το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσουν έναντι της ναυτικής εταιρείας, είτε την περιορισμένη αποζημίωση κατ' αποκοπή του άρθρου 3 ν.  551/1915, είτε την πλήρη περιουσιακή αποζημίωση του κοινού δικαίου κατά τα άρθρα  297, 298, 914, 922, 928 έως 932 ΑΚ, εφ όσον το ατύχημα οφείλεται στην μη τήρηση των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διδαγμάτων και κανονισμών περί ειδικών όρων ασφαλείας των εργαζομένων, ή σε δόλο του πλοιοκτήτη, ή των προστηθέντων του, εφ όσον δηλαδή το βίαιο συμβάν είναι συγχρόνως και αδικοπραξία.

Ο παθών  και σε περίπτωση θανάτου του η οικογένειά του έχουν το επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσουν την μία, ή την άλλη αξίωση, που συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μίας απ' αυτές τις αξιώσεις αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα, ή διαδοχικά, την άλλη. Δεν αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μίας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως.

Πέραν της περιουσιακής αποζημίωσης, ο παθών, ή  η οικογένεια του μπορούν να απαιτήσουν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, αξίωση η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο  των άρθρων  914, 922 και 932 ΑΚ, εις τρόπον ώστε για τη θεμελίωσή της να μην απαιτείται το ειδικό πταίσμα της μη τήρησης των επιβαλλομένων όρων ασφαλείας, αλλά αρκεί το κατά το κοινό δίκαιο πταίσμα του εργοδότη, ή του από αυτόν προστηθέντος.
Ναυτεργατικό ατύχημα και εφαρμοστέο δίκαιο

10 Φεβρουάριος 2013



Ναυτεργατικό ατύχημα και εφαρμοστέο δίκαιο.



Η ευθύνη προς αποζημίωση από ναυτεργατικό ατύχημα ρυθμίζεται από το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση ναυτικής εργασίας, δηλαδή από εκείνο το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν.

Σε περίπτωση που δεν έχει γίνει επιλογή, η ευθύνη  ρυθμίζεται από  το δίκαιο της χώρας, που συνδέεται στενότερα με τη σύμβαση ναυτικής εργασίας, άλλως  από το δίκαιο της χώρας, όπου ο ναυτικός παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης ναυτικής εργασίας, το οποίο είναι το δίκαιο της σημαίας του πλοίου.

Αν η σύμβαση ναυτικής εργασίας διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, κατά το δίκαιο τούτο θα κριθούν τα από το ναυτεργατικό ατύχημα προκύπτοντα ζητήματα, όπως, τόσο η υπαιτιότητα για την πρόκλησή του, όσο και οι εκ τούτου πηγάζουσες αξιώσεις και υποχρεώσεις και δη τα δικαιούμενα αποζημίωσης και τα ενεχόμενα σε καταβολή αυτής πρόσωπα, ως και η έκταση αυτής.

Οι όροι ασφαλείας των εργαζομένων στα πλοία του ν. 1045/1980, με τον οποίο  κυρώθηκε η Διεθνής Σύμβαση του Λονδίνου «περί ασφαλείας της ανθρώπινης ζωής εν Θαλάσση 1974» και του ν. 1159/1981, με το οποίο  κυρώθηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου έχουν εφαρμογή και επί ναυτεργατικού ατυχήματος, που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο.
Έννοια ναυτεργατικού ατυχήματος

10 Φεβρουάριος 2013



Έννοια ναυτεργατικού ατυχήματος.



Επί ατυχημάτων ναυτικών, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, θεωρείται το ατύχημα του ναυτικού (τραυματισμός ή θάνατος) εξ αιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του ναυτικού,  αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής.

Η περίπτωση αυτή συντρέχει και όταν το ατύχημα δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, αλλά συνδέεται προς αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις, που ήταν αναγκαίες για την επέλευση του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.

Πρέπει σε κάθε περίπτωση μεταξύ εργασίας και ατυχήματος να  υφίσταται σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ότι δηλαδή δημιουργήθηκαν εξ αφορμής της εργασίας οι ιδιαίτερες και αναγκαίες για την επέλευση τούτου πραγματικές συνθήκες.

Αν το ατύχημα (τραυματισμός ή θάνατος) είναι απότοκος δυσμενούς ψυχολογικής κατάστασης, την οποία δημιούργησε η παρατεταμένη αναμονή προς ναυτολόγηση, οι διαδοχικές ναυτολογήσεις, ή η οικονομική ανασφάλεια του ναυτικού, ή το εσπευσμένο της ναυτολόγησης, δεν υφίσταται ναυτεργατικό ατύχημα.

Δεν συνιστά ναυτεργατικό ατύχημα το ατύχημα που ανάγεται αποκλειστικά  στην οργανική, ή συλλογική προδιάθεση του ναυτικού και δεν υπήρξε αποτέλεσμα βιαίας και αιφνιδίου επενέργειας εξωτερικού αιτίου.

Ναυτεργατικό ατύχημα συνιστά και η μετά την εκδήλωση της νόσου εξακολούθηση της παραμονής του ναυτικού στο πλοίο, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, χωρίς όμως να παρέχεται σ' αυτόν η προσήκουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, είτε αυτό οφείλεται σε αμέλεια του πλοιάρχου ή τρίτου ή και χωρίς αυτήν και μάλιστα από οποιαδήποτε αιτία, εάν η παράλειψη αυτή, ως πρόσφορη αιτία, επέφερε την επιδείνωση της υπάρχουσας ασθένειάς του, η οποία διαφορετικά με την παροχή της δέουσας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, τόσο με την μορφή της άμεσης όσο και της έγκαιρης έναρξης της προσήκουσας θεραπευτικής αγωγής, θα ήταν δυνατό, ενόψει των συγχρόνων ιατρικών μεθόδων και μέσων, να αποφευχθεί, ή να περιορισθούν οι συνέπειές της.

Ναυτεργατικό ατύχημα αποτελεί και ο θάνατος, ή τραυματισμός, ναυτικού κατά τη διάρκεια του χρόνου που είναι αναγκαίος για την απομάκρυνσή του από το πλοίο, για την πραγματοποίηση της ψυχαγωγίας εκτός του πλοίου και την επιστροφή του σ' αυτό, εφ όσον, ως εκ των συγκεκριμένων συνθηκών εργασίας,  η ψυχαγωγία του ήταν αναγκαία για την αποκατάσταση, ή διατήρηση της ψυχικής του ισορροπίας.

Σημειώνεται ότι, εάν λόγω συγκεκριμένων συνθηκών, δεν ήταν αναγκαία η ψυχαγωγία του, είτε εάν έλαβε χώρα υπέρβαση των λογικώς ακραίων χρονικών ορίων που απαιτούνται για την πραγματοποίηση της,  τότε, συνεπεία ανυπαρξίας, ή διακοπής, αναλόγως της περίπτωσης, της αιτιώδους σχέσης αιτίου και αποτελέσματος δεν υπάρχει ναυτεργατικό ατύχημα.

Ο κλονισμός της ψυχικής υγείας του ναυτικού συνιστά ναυτεργατικό ατύχημα, αν ο ναυτικός, λόγω επανειλημμένης κλήσης για ανάκριση σε δωμάτιο του πλοίου, ευρισκόμενος υπό συνεχή ψυχολογική πίεση από τις Αρχές, που πιεστικώς απαιτούν την εξιστόρηση παντός αληθούς περιστατικού περί της κατάστασης και λειτουργίας του πλοίου με απειλή άσκησης κατηγοριών, της συνεχούς επίσκεψης ειδικών ερευνητών και αντιπροσώπων των ασφαλιστών του πλοίου, συνηγόρων και κατηγόρων, καταληφτεί από συναισθήματα φόβου, πανικού και αβεβαιότητος με ειδικότερες εκδηλώσεις την κατάθλιψη, το άγχος και τις διαταραχές ύπνου.
Πλοιοκτησία, εφοπλισμός, κυριότητα πλοίου. Ευθύνη σε αποζημίωση για αδικοπραξία που διέπραξε ο πλοίαρχος, ή το πλήρωμα

10 Φεβρουάριος 2013



Πλοιοκτησία, εφοπλισμός, κυριότητα πλοίου. Ευθύνη σε αποζημίωση για αδικοπραξία που διέπραξε ο πλοίαρχος, ή το πλήρωμα.



Η πλοιοκτησία υποδηλώνει κυριότητα και εφοπλισμό, έτσι ώστε όταν τα στοιχεία αυτά αποχωρίζονται, να υπάρχει, αφ ενός κυριότητα του πλοίου και αφ ετέρου εφοπλισμός.

Δεν είναι κατά νόμο δυνατή η σύγχρονη επί του ιδίου πλοίου ύπαρξη πλοιοκτήτη και εφοπλιστή.

Εφοπλιστής είναι αυτός που εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του πλοίο, που ανήκει κατά κυριότητα σε άλλον. Η εκμετάλλευση μπορεί να στηρίζεται σε έννομη σχέση, εμπράγματη ή ενοχική (επικαρπία, μίσθωση κλπ.) είτε σε απλή πραγματική κατάσταση.

Βασική προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι, ο εφοπλιστής έχει την βούληση να ασκεί και ασκεί για λογαριασμό του την ναυτιλιακή επιχείρηση, που συγκροτεί το πλοίο και εκτός από την απόλαυση των κερδών επωμίζεται απεριόριστα και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του.

Ο εφοπλιστής οφείλει να δηλώσει στην λιμενική αρχή του τόπου νηολόγησης του πλοίου, από κοινού με τον κύριο του πλοίου, ότι ο πρώτος θα εκμεταλλεύεται τούτο για δικό του λογαριασμό.

Εάν η δήλωση παραλειφθεί, παράγεται μαχητό τεκμήριο ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται αυτό για δικό του λογαριασμό, ότι είναι δηλ. πλοιοκτήτης. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό και μπορεί να αποκρουσθεί από εκείνον που έχει συμφέρον, αν αυτός αποδείξει την εκμετάλλευση του πλοίου από τρίτο, είναι δε ζήτημα πραγματικό σε κάθε περίπτωση, ποιος πραγματικά έχει την εκμετάλλευση του πλοίου, δηλ. ο κύριος αυτού, ή τρίτος, οπότε υφίσταται εφοπλισμός (ΑΠ 776/2010).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 84 εδ. β, 86, 105, 106 ΚΙΝΔ, 914 και 922 ΑΚ προκύπτει ότι ο πλοιοκτήτης, ή ο εφοπλιστής, ευθύνονται για τις αδικοπραξίες που διέπραξε ο πλοίαρχος, ή το πλήρωμα, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί, όταν η αδικοπραξία βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με αυτήν.
Υπόχρεοι σε αποζημίωση ναυτικού σε ναυτεργατικό ατύχημα, εργοδότης του ναυτικού

05 Φεβρουάριος 2013



Υπόχρεοι σε αποζημίωση ναυτικού σε ναυτεργατικό ατύχημα, εργοδότης του ναυτικού.



Κατ αρχήν υπόχρεος προς αποζημίωση του παθόντος ναυτικού από εργατικό ατύχημα είναι ο κύριος της επιχείρησης (άρθρο 1 ν. 551/1915).

Στο πλαίσιο του ναυτεργατικού δικαίου κύριος της επιχείρησης είναι ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής και ο κύριος του πλοίου (που δεν έχει τον εφοπλισμό).

Γίνεται  δεκτό ότι ο αντιπρόσωπος του πλοιοκτήτη, που συνάπτει την σύμβαση με τον ναυτικό υπό τις προϋποθέσεις του ν. 762/1978, ευθύνεται όχι μόνο για τον καθορισμένη από την σύμβαση, ή τον υποχρεωτικό κανόνα δικαίου, βασικό μισθό, ή  άλλη πρόσθετη, ή συμπληρωματική του μισθού αντιπαροχή, αλλά και για οποιοδήποτε  ατύχημα στο πλοίο.

Επί πλέον υπόχρεοι σε ολόκληρο  προς αποζημίωση είναι.

α) το νομικό πρόσωπο, που σύναψε στην Ελλάδα την σύμβαση εργασίας με το ναυτικό, ως αντιπρόσωπος του εργοδότη, καθώς και

β) τα φυσικά πρόσωπα, που όχι μόνο εκπροσώπησαν το νομικό πρόσωπο, που συμβλήθηκε ως αντιπρόσωπος του εργοδότη κατά την σύναψη της σύμβασης εργασίας, αλλά και όλα εκείνα που, κατά τον νόμο και τις σχετικές διατάξεις του καταστατικού, εκπροσώπησαν, ή εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο, που κατάρτισε την σύμβαση ως εκπρόσωπος του εργοδότη από την σύναψη της σύμβασης μέχρι την άσκηση των σχετικών αξιώσεων από το ναυτικό (άρθρα 1 παρ.1 εδ. α και 2 ν. 762/1978, ΑΠ 424/95, ΑΠ 626/98, ΕφΠειρ 280/95, ΕφΠειρ 1290/1997, ΕφΠειρ 407/2010).
Αποζημίωση ναυτικού και των συγγενών του σε ναυτεργατικό ατύχημα

05 Φεβρουάριος 2013



Αποζημίωση ναυτικού και των συγγενών  του σε ναυτεργατικό ατύχημα.



Ο ναυτικός που έπαθε από ναυτικό ατύχημα,  ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του, έχουν δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση, είτε κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928, 932 ΑΚ, είτε  κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 επ. ν. 551/1915 (ΕφΠειρ 145/2010).

Με τις διατάξεις του κοινού δικαίου μπορεί, να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν, ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων (άρθρο 16 ν. 551/1915, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 εδ. α Εισαγωγικού  Νόμου του ΑΚ, και 66 του Κ. 3816/1958).

Οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξη της ασφαλείας των εργαζομένων (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 274/2000) και δεν αρκεί να επήλθε το ατύχημα από την μη τήρηση όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την γενική υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου οι όροι ασφαλείας ώστε η μη τήρηση αυτών, να μπορεί να συνδεθεί ουσιωδώς με το επισυμβάν  ατύχημα (ΑΠ 274/2000, ΑΠ 1357/2001, ΑΠ 289/2004).

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης ευθύνεται σε καταβολή και  χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 274/2000).

Αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο παθών ναυτικός μπορεί να αξιώσει αποζημίωση με τις διατάξεις των άρθρων 3 επ. ν. 551/1915 (ΑΠ 166/1996, ΕφΠειρ 145/2010).

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης δεν ευθύνεται σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, γιατί η υποχρέωση αυτή δεν επεκτείνεται στην βάση της αντικειμενικής ευθύνης προς αποζημίωση με βάση τον ν. 551/1915 (ΑΠ 274/2000).

Ο παθών ναυτικός μπορεί να επιλέξει την μια από τις δύο αποζημιώσεις, ανάλογα με την αιτία της ευθύνης του εργοδότη, χωρίς να αποκλείεται όμως να ζητήσει την επικουρική άσκηση της μιας σε σχέση με την άλλη που ασκείται κυρίως (ΕφΠειρ 407/2010). 
Ατύχημα σε ναυπηγοεπισκευαστικό έργο. Υπεύθυνοι σε αποζημίωση του παθόντος εργαζομένου, ή μελών της οικογένειάς του

05 Φεβρουάριος 2013



Ατύχημα σε ναυπηγοεπισκευαστικό έργο. Υπεύθυνοι σε αποζημίωση του παθόντος εργαζομένου, ή μελών της οικογένειάς του.



Ναυπηγοεπισκευαστικό έργο θεωρείται κάθε ναυπηγική, ή ναυπηγοεπισκευαστική, εργασία ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως νέα κατασκευή, μετασκευή, προσθήκη, επισκευή, συντήρηση και διάλυση. Ρυθμίζεται από τις ειδικές διατάξεις του π.δ 70/1990 για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων σε ναυπηγικές και ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες, το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 14 παρ. 2 και 36 ν. 1568/1985.

Υπεύθυνοι σε αποζημίωση του παθόντος, ή των μελών της οικογένειας του σε περίπτωση θανάτου του, είναι ο κύριος του έργου, ο εργολάβος, ο υπεργολάβος και ο παρέχων τον χώρο, εάν και εφ όσον παρέβησαν την υποχρέωσή των για λήψη και τήρηση των προβλεπομένων μέτρων υγιεινής και ασφάλειας.

Ως κύριος του έργου θεωρείται ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής, ο νομέας και ο κύριος του πλοίου, ή άλλης πλωτής κατασκευής, όπου εκτελείται ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του το ναυπηγοεπισκευαστικό έργο.

Ο κύριος του έργου μπορεί να εκπροσωπείται από τον νόμιμα εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του, ή τον πλοίαρχο του πλοίου.

Για να ευθύνεται ο πλοίαρχος σε αποζημίωση πρέπει ο κύριος του έργου με την παραπάνω έννοια, να έχει ορίσει τον πλοίαρχο ως εκπρόσωπό του (ΑΠ 1509/2011).
Ρυμούλκηση πλοίου και αμοιβή του ρυμουλκού

28 Ιανουάριος 2013

Ρυμούλκηση πλοίου και αμοιβή του ρυμουλκού.



Ρυμούλκηση είναι η ενέργεια, που καταβάλλεται με αμοιβή, από το πλοίο που είναι εφοδιασμένο με κινητήρια δύναμη και έχει ως σκοπό του τη μεταφορά, από τόπο σε τόπο, είτε πλοίου, που στερείται γενικά ή κατά ένα μέρος δικής του κινητήριας δύναμης, είτε γενικά οποιουδήποτε επιπλέοντος κατασκευάσματος, με τη βοήθεια ρυμουλκίου (σχοινιού), το οποίο ενώνει το ρυμουλκό με το ρυμουλκούμενο.

Η ρυμούλκηση έχει το χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης έργου, όταν το ρυμουλκούμενο έχει δικό του επαρκές πλήρωμα και είναι κύριο των δικών του κινήσεων, στο πλαίσιο της περιορισμένης δραστηριότητάς του και δεν ακολουθεί το ρυμουλκό ως αδρανές σώμα.

Στις άλλες περιπτώσεις, όταν δηλαδή το ρυμουλκούμενο δεν έχει δικό του πλήρωμα και δεν είναι κύριο των δικών του κινήσεων, αλλά βρίσκεται στην παραφυλακή του ρυμουλκέα και υπό την εξουσία του πλοιάρχου του ρυμουλκούντος πλοίου και ακολουθεί το ρυμουλκό ως αδρανές σώμα, η ρυμούλκηση χαρακτηρίζεται ως σύμβαση ναύλωσης (ΕφΠειρ 751/2007, ΕφΠειρ 24/2011).

Η απλή ρυμούλκηση διαφέρει από την θαλάσσια αρωγή κατά τούτο, ότι δηλαδή στη ρυμούλκηση το πλοίο απλώς δεν μπορεί από λόγο στέρησης γενικά, ή κατά ένα μέρος, δικής του κινητήριας δύναμης, να συνεχίσει τον πλου του και ζητεί την συνδρομή άλλου πλοίου για να συνεχίσει, ενώ η θαλάσσια αρωγή προϋποθέτει τη συνδρομή σοβαρού κινδύνου απώλειας, ή βλάβης, του πλοίου, ο οποίος κίνδυνος, δεν είναι ανάγκη να είναι επικείμενος (άμεσος), αλλά αρκεί να είναι ενδεχόμενος και πιθανός (ΕφΠειρ.830/2008, ΕφΠειρ 24/2011).

Σε περίπτωση αρωγής, ή διάσωσης του ρυμουλκουμένου πλοίου, ο ρυμουλκών δικαιούται αμοιβής για την αρωγή, ή την διάσωση του ρυμουλκουμένου από αυτόν πλοίου, μόνο εφ όσον παρέσχε εξαιρετικές υπηρεσίες, στις οποίες δεν υποχρεούτο από την σύμβαση ναύλωσης, ή  μίσθωση έργου (άρθρο 250 ΚΙΝΔ).
Επιθαλάσσια αρωγή και η αμοιβή του αρωγού

26 Ιανουάριος 2013

Επιθαλάσσια αρωγή και η αμοιβή του αρωγού.



Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12 και 13 της ισχύουσας από τον Ιούνιο 1997 και στην Ελλάδα Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989 για την επιθαλάσσια αρωγή, η οποία διέπει και τις εσωτερικές θαλάσσιες αρωγές, δηλαδή τις παρεχόμενες σε εσωτερικά ύδατα, ακόμα και από  πλοία εσωτερικής ναυσιπλοίας, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για τη γέννηση του δικαιώματος της εκ του νόμου αμοιβής του αρωγού είναι,

α) η πράξη, ή δραστηριότητα, παροχής βοήθειας σε πλοίο, που βρίσκεται σε οποιαδήποτε πλεύσιμα ή μη ύδατα,

β) κίνδυνος απώλειας, ή βλάβης του, και

γ) ωφέλιμο αποτέλεσμα.

Όσον αφορά τον κίνδυνο απώλειας, ή βλάβης, του βοηθούμενου πλοίου, αυτός πρέπει να είναι πραγματικός, έστω και μη άμεσος, αλλά αναμενόμενος με πιθανότητα, που προϋπάρχει των σωστικών υπηρεσιών και δεν προκαλείται απ' αυτές, χωρίς να απαιτείται και αδυναμία ελικτικής ικανότητας, ή αυτοδύναμης πρόωσης, του κινδυνεύοντος πλοίου.

Ο κίνδυνος πρέπει ακόμη να είναι σοβαρός. Η ύπαρξη και ο βαθμός του κινδύνου εκτιμάται με τη συνολική εξέταση των συντρεχουσών στη συγκεκριμένη περίπτωση περιστάσεων.

Τέτοιες υποδηλωτικές κινδύνου περιστάσεις είναι ενδεικτικώς (ΕφΠειρ. 830/2008, ΕφΠειρ 24/2011).

α) η εγκατάλειψη του ταξιδιού,

β) η χρήση των σημάτων κινδύνου, εφ όσον με αυτά ζητείται βοήθεια εξ αιτίας π.χ βλαβών του πλοίου, και

γ) η ολική, ή ουσιώδης, απώλεια των μέσων προώθησης, με την ενεστώσα και παρούσα μείωση της ικανότητας του πλοίου να αντιπαρέλθει δυσκολίες.

Κριτήρια για τον καθορισμό από το Δικαστήριο της από την επιθαλάσσια αρωγή αμοιβής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την αξία του σωθέντος πλοίου, αποτελούν, περιοριστικώς (άρθρο 247 επ. ΚΙΝΔ, ΕφΠειρ 24/2011),

α) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες, που κατέβαλε ο αρωγός, για να σώσει το πλοίο,

β) η διασωθείσα αξία του πλοίου και των άλλων περιουσιακών αγαθών,

γ)το μέγεθος της επιτυχίας, που επιτεύχθηκε από τον αρωγό,

δ) η φύση και η έκταση του κινδύνου,

ε) ο χρόνος που διατέθηκε, οι δαπάνες και οι απώλειες που είχε ο αρωγός,

στ) ο κίνδυνος ευθύνης και άλλοι κίνδυνοι, τους οποίους διέτρεξε (αρωγός), ή ο εξοπλισμός του,

ζ) το έγκαιρο των παρασχεθεισών υπηρεσιών,

η) η δυνατότητα διάθεσης και χρησιμοποίησης πλοίων, ή άλλου εξοπλισμού, που προορίζονται για επιχειρήσεις αρωγής,

θ) ο βαθμός ετοιμότητας και επάρκειας του εξοπλισμού του αρωγού πλοίου και η αξία αυτού, και

ι) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες, που κατέβαλε ο αρωγός, για να αποτρέψει, ή ελαχιστοποιήσει, βλάβη του περιβάλλοντος (ΕφΠειρ. 830/2008, ΕφΠειρ 24/2011).

Το ήμισυ της αμοιβής δικαιούται ο πλοιοκτήτης, το 1/4 ο πλοίαρχος και το υπόλοιπο 1/4 το πλήρωμα του αρωγού σκάφους (άρθρο 251 ΚΙΝΔ).

Οι αξιώσεις από την επιθαλάσσια αρωγή, στρεφόμενες κατά του πλοιοκτήτη, ή του εφοπλιστή, για την πληρωμή της αμοιβής και των εξόδων υπόκεινται σε διετή παραγραφή (άρθρο 290 περιπτ. 3 ΚΙΝΔ).

Στην βραχυχρόνια αυτή παραγραφή δεν υπάγονται οι αξιώσεις για αμοιβή, που συμφωνήθηκε μεταξύ του παρέχοντος επιθαλάσσια αρωγή και τρίτου, ο οποίος με σύμβαση έργου ανέλαβε έναντι αυτού την εκτέλεση επιμέρους εργασιών εντασσομένων στην σωστική του πλοίου προσπάθεια (ΑΠ 685/2008).

Σχόλια