Διαταγή πληρωμής από συναλλαγματική. Ενστάσεις οφειλέτη-εναγομένου εκ συναλλαγματικής. Η ένσταση περί «συναλλαγματικής ευκολίας». Εξαίρεση από την απαγόρευση προβολής των προσωπικών ενστάσεων και δυνατότητα προβολής τους από τον οφειλέτη σε περίπτωση που ο κομιστής αφενός γνώριζε την ένσταση κατά τον χρόνο κτήσης της συναλλαγματικής, αφετέρου είχε πρόθεση βλάβης του οφειλέτη. Πώς κρίνεται η γνώση και ο σκοπός βλάβης όταν ο κομιστής είναι νομικό πρόσωπο Αριθμός 1847/2005 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

https://plus.google.com/b/116760146747297752059/dashboard/overview 
- Διαταγή πληρωμής από συναλλαγματική. Ενστάσεις οφειλέτη-εναγομένου εκ συναλλαγματικής. Η ένσταση περί «συναλλαγματικής ευκολίας». Εξαίρεση από..
την απαγόρευση προβολής των προσωπικών ενστάσεων και δυνατότητα προβολής τους από τον οφειλέτη σε περίπτωση που ο κομιστής αφενός γνώριζε την ένσταση κατά τον χρόνο κτήσης της συναλλαγματικής, αφετέρου είχε πρόθεση βλάβης του οφειλέτη. Πώς κρίνεται η γνώση και ο σκοπός βλάβης όταν ο κομιστής είναι νομικό πρόσωπο.
- Το άρθρο 17 του Ν. 5325/1932 «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» ορίζει ότι: «τα εκ συναλλαγματικής εναγόμενα πρόσωπα δεν δύνανται να αντιτάξωσι κατά του κομιστού τας ενστάσεις τας στηριζομένας επί των προσωπικών σχέσεων αυτών μετά του εκδότου ή των προηγούμενων κομιστών, εκτός αν κατά την κτήσιν της συναλλαγματικής ενήργησαν εν γνώσει προς βλάβην του οφειλέτου. Ως βλάβη του οφειλέτη, κατά τη διάταξη αυτή, νοείται η λόγω της μεταβίβασης της συναλλαγματικής απώλεια ουσιώδους ένστασης του οφειλέτη, που στηρίζεται στις προσωπικές του σχέσεις με εκείνον που έκανε τη μεταβίβαση. Προϋποθέσεις δε για την προβολή κατά του κομιστή από τον αποδέκτη των ενστάσεων που στηρίζονται στις προσωπικές του σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές είναι αφενός η γνώση των ενστάσεων αυτών κατά το χρόνο της κτήσης της συναλλαγματικής και αφετέρου κατά τον ίδιο χρόνο ενέργεια αυτού προς βλάβη του οφειλέτη, πράγμα που συμβαίνει όταν με τη μεταβίβαση σ' αυτόν της συναλλαγματικής επιδιώκεται να επιτευχθεί η είσπραξή της, η οποία αλλιώς θα ήταν αδύνατη, αφού ο οφειλέτης θα απέκρουε την πληρωμή της, προβάλλοντας τις ενστάσεις από τις προσωπικές του σχέσεις κατά του εκδότη ή του προηγούμενου κομιστή. Τέτοια ένσταση είναι και η ένσταση της συναλλαγματικής ευκολίας, η ένσταση δηλαδή ότι κανένα χρέος δεν υπήρχε μεταξύ του αποδέκτη και του αποδέκτη ή του οπισθογράφου και του προηγούμενου κομιστή της συναλλαγματικής, που να δικαιολογεί την αποδοχή της ή την οπισθογράφησή της, αλλ' αυτή έγινε προς διευκόλυνση απλώς του εκδότη ή του προηγούμενου κομιστή, με την αύξηση της πιστοληπτικής του δυνατότητας. Συνεπώς εναντίον του κομιστή που δέχθηκε συναλλαγματική ευκολίας, ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει ότι κατά την απόκτησή της εγνώριζε τούτο, ότι δηλαδή αυτή ήταν συναλλαγματική ευκολίας και ότι ενήργησε για να βλάψει τον οφειλέτη, για να επιτευχθεί δηλαδή, με τη στέρησή του από τη δυνατότητα προβολής της σχετικής ένστασης, η είσπραξη της συναλλαγματικής, η οποία αλλιώς θα ήταν αδύνατη. Σε περίπτωση που ο κομιστής είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση και ο σκοπός βλάβης του οφειλέτη κρίνονται κατ' αρχήν από το πρόσωπο του καταστατικού εκπροσώπου του (άρθρο 70 ΚΠολΔ). Όταν όμως το νομικό πρόσωπο ενήργησε με αντιπρόσωπο, ακόμη δε και με πρόσωπο, το οποίο έχει απλώς φαινομένη πληρεξουσιότητα, διότι μέσω αυτού το νομικό πρόσωπο διεκπεραιώνει τις σχετικές υποθέσεις του στις συναλλαγές, όπως συμβαίνει με τους υπαλλήλους των τραπεζών μέσω των οποίων οι τράπεζες παραλαμβάνουν και προεξοφλούν συναλλαγματικές ή άλλα αξιόγραφα, η γνώση και ο σκοπός βλάβης κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου (άρθρο 214 ΑΚ), που έχει έστω και φαινομένη πληρεξουσιότητα, αφού θα ήταν αντίθετο στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη η τράπεζα να μπορούσε να επιδιώξει την είσπραξη συναλλαγματικής που έλαβε για λογαριασμό της τέτοιο πρόσωπο, αλλά να μην δεσμεύεται από τη συμπεριφορά του προσώπου αυτού κατά την παραλαβή της.
- Η τελεσίδικη κατ' ουσίαν απόρριψη της κατά το άρθρο 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί δεδικασμένο, που καλύπτει, σύμφωνα με το άρθρο 330 του ΚΠολΔ, τις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, με την εξαίρεση εκείνων που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Οι καλυπτόμενες από το δεδικασμένο αυτό ενστάσεις δεν μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ. 3 του ΚΠολΔ, παραδεκτώς να προβληθούν, με ανακοπή κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ωστόσο, η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου, εάν η κατ' αυτής ανακοπή (του άρθρου 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ) απορριφθεί ως εκπρόθεσμη ή για λόγους τυπικούς, όπως συμβαίνει και όταν αυτή δεν περιέχει έστω και ένα ορισμένο λόγο, αφού για να είναι αυτή παραδεκτή, απαιτείται, κατά την εφαρμοζόμενη σε κάθε είδους ανακοπής διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να περιέχει ένα τουλάχιστο ορισμένο λόγο. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο που απέρριψε την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος και συνεπώς ο οφειλέτης, κατά του οποίου επισπεύδεται εκτέλεση κατά της διαταγής πληρωμής δεν εμποδίζεται να προτείνει με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, όλες τις ενστάσεις κατά της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού αυτές δεν καλύπτονται από δεδικασμένο.

Διατάξεις:
ΑΚ: 214, 904,
ΚΠολΔ: 70, 559, 561, 585, 632, 933,
Νόμοι: 5325/1932 άρθ. 17, 

Αριθμός 1847/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη, Αντιπρόεδρο, Στέφανο Γαβρά, Δημήτριο Λοβέρδο, Ρένα Ασημακοπούλου και Σταύρο Γαβαλά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «XXX ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κίμωνα Βορίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ΧΧΧ, 2. ΧΧΧ, 3. ΧΧΧ και 4. ΧΧΧ, κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Γοριδάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2002 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13194/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2617/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11/11/2004 αίτησή της και τους από 15/4/2005 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 25 Μαϊου 2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση δεύτερη του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης πράγμα, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δε στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και, έστω και εσφαλμένα, τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε με αυτήν έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 13.194/2003 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ανακοπή των αναιρεσιβλήτων, κατά της από 4-9-12002 επιταγής προς πληρωμή της αναιρεσείουσας, που είχε συνταχθεί κάτω από αντίγραφο απογράφου εκτελεστού της 1646/1981 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί βάσει συναλλαγματικών, με αίτηση της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της ανακοπής των αναιρεσιβλήτων ότι οι συναλλαγματικές, βάσει των οποίων εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, κάτω από αντίγραφο απογράφου της οποίας συντάχθηκε η ανακοπτόμενη επιταγή, ήταν συναλλαγματικές ευκολίας, έγιναν δηλαδή αποδεκτές από την αποδέκτρια, ετερόρρυθμη εταιρεία, κληρονόμοι ομόρρυθμου μέλους της οποίας είναι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, προς διευκόλυνση της εκδότριας, χωρίς να υφίσταται από οποιαδήποτε αιτία χρέος προς αυτήν και ότι η καθ΄ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα, κομίστρια των εν λόγω συναλλαγματικών, κατά τη κτήση τους ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της αποδέκτριας, απέρριψε δε το Εφετείο τους λόγους έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ότι απαραδέκτως, σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προβλήθηκε ο λόγος αυτός της ανακοπής, διότι καλυπτόταν από το δεδικασμένο που απέρρεε από την τελεσίδικη απόρριψη ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ν. 525/1932, δεν προβάλλεται νομίμως κατ' αυτής, κομίστριας των συναλλαγματικών, ο ισχυρισμός ότι οι συναλλαγματικές για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ήταν συναλλαγματικές ευκολίας και ότι ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αποδεικνυόταν παραχρήμα.
Συγκεκριμένα το Εφετείο απέρριψε τους λόγους αυτούς της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τις σκέψεις ότι η διαταγή πληρωμής, κάτω από την οποία είχε συνταγεί η ανακοπτόμενη επιταγή, δεν είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, διότι η κατ' αυτής ανακοπή είχε απορριφθεί για τυπικό λόγο, ότι κατά την κτήση των συναλλαγματικών η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, κομίστρια των συναλλαγματικών, ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της αποδέκτριας και για το λόγο αυτό ήταν επιτρεπτή η προβολή κατ' αυτής της ένστασης ότι οι συναλλαγματικές έγιναν αποδεκτές προς διευκόλυνση απλώς της εκδότριας, χωρίς να υφίσταται από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία χρέος της αποδέκτριας προς αυτήν και τέλος ότι ο ισχυρισμός της ανυπαρξίας αιτίας για την αποδοχή των συναλλαγματικών δεν αφορά την απόσβεση της απαίτησης και δεν είναι από εκείνους που πρέπει να αποδεικνύονται παραχρήμα, όταν προβάλλονται με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους λόγους έφεσης με τους οποίους αυτή προέβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι, αφού στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Επειδή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ότι η προβαλλόμενη με την ανακοπή των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων αντίρρηση, που αναφέρεται στην αιτία αποδοχής των συναλλαγματικών, βάσει των οποίων εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, κάτω από αντίγραφο απογράφου της οποίας συντάχθηκε η ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή, είναι απαράδεκτη, διότι προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικη απόρριψη ανακοπής κατά της διαταγής αυτής πληρωμής με την 1715/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Τον ισχυρισμό αυτό τον Εφετείο, ειδικότερα, τον απέρριψε με τη σκέψη ότι το δεδικασμένο από την 1715/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία ρητά μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν καλύπτει και τον εν λόγω ισχυρισμό, διότι η τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής έγινε για τυπικό λόγο. Συνεπώς δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη και εξετίμησε και την 1715/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εν λόγω απόφαση, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Εξάλλου, ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, παραπονούμενη για επιλεκτική λήψη υπόψη των μαρτυρικών καταθέσεων, για παρά το νόμο δηλαδή μη λήψη υπόψη μαρτυρικών καταθέσεων, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται ποίες είναι συγκεκριμένα οι μαρτυρικές καταθέσεις που δε λήφθηκαν υπόψη. Ο ίδιος (τέταρτος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν, με την επίκληση τής διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, προβάλλονται αιτιάσεις σχετικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα αιτιάσεις για την αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ν' απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Επειδή, η τελεσίδικη κατ' ουσίαν απόρριψη της κατά το άρθρο 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί δεδικασμένο, που καλύπτει, σύμφωνα με το άρθρο 330 του ΚΠολΔ, τις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, με την εξαίρεση εκείνων που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Οι καλυπτόμενες από το δεδικασμένο αυτό ενστάσεις δεν μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 933 παρ. 3 του ΚΠολΔ, παραδεκτώς να προβληθούν, με ανακοπή κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ωστόσο, η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου, εάν η κατ' αυτής ανακοπή (του άρθρου 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ) απορριφθεί ως εκπρόθεσμη ή για λόγους τυπικούς, όπως συμβαίνει και όταν αυτή δεν περιέχει έστω και ένα ορισμένο λόγο, αφού για να είναι αυτή παραδεκτή, απαιτείται, κατά την εφαρμοζόμενη σε κάθε είδους ανακοπής διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να περιέχει ένα τουλάχιστο ορισμένο λόγο. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο που απέρριψε την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος και συνεπώς ο οφειλέτης, κατά του οποίου επισπεύδεται εκτέλεση κατά της διαταγής πληρωμής δεν εμποδίζεται να προτείνει με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, όλες τις ενστάσεις κατά της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού αυτές δεν καλύπτονται από δεδικασμένο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Μετά από αίτηση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, εκδόθηκε εις βάρος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «ΧΧΧ», κληρονόμοι ομόρρυθμου μέλους της οποίας είναι οι εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, η 1646/1981 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, βάσει 24 συναλλαγματικών, της αποδοχής της εν λόγω ετερόρρυθμης εταιρείας, των οποίων νόμιμη κομίστρια ήταν η αναιρεσείουσα. Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής η αποδέκτρια των συναλλαγματικών άσκησε την από 30-3-1981 ανακοπή της, η οποία τελικώς απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την 1715/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για λόγους τυπικούς, και ειδικότερα λόγω αοριστίας του μοναδικού λόγου που περιείχε. Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι παραδεκτώς, με την ανακοπή του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσίβλητοι προέβαλαν την ένσταση ότι οι συναλλαγματικές βάσει των οποίων εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, κάτω από αντίγραφο απογράφου της οποίας είχε συνταγεί η ανακοπτόμενη επιταγή για εκπλήρωση, ήταν συναλλαγματικές ευκολίας και δεν καλυπτόταν από το δεδικασμένο της 1715/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή υποστήριζε τα αντίθετα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε, δέχτηκε κατά παράβαση του νόμου ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, παραπονούμενη για την απόρριψη του περιεχόμενου σε λόγο της έφεσής της ισχυρισμού της ότι ήταν απαράδεκτη η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων προβολή με την ανακοπή τους της πιο πάνω ένστασης, διότι αυτή καλυπτόταν από το δεδικασμένο της 1715/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που είχε τελεσιδίκως απορρίψει την κατά της εκτελούμενης διαταγής πληρωμής ανακοπή.
Επειδή, το άρθρο 17 του ν. 5325/1932 «περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν» ορίζει ότι: «τα εκ συναλλαγματικής εναγόμενα πρόσωπα δεν δύνανται να αντιτάξωσι κατά του κομιστού τας ενστάσεις τας στηριζομένας επί των προσωπικών σχέσεων αυτών μετά του εκδότου ή των προηγούμενων κομιστών, εκτός αν κατά την κτήσιν της συναλλαγματικής ενήργησαν εν γνώσει προς βλάβην του οφειλέτου. Ως βλάβη του οφειλέτη, κατά τη διάταξη αυτή, νοείται η λόγω της μεταβίβασης της συναλλαγματικής απώλεια ουσιώδους ένστασης του οφειλέτη, που στηρίζεται στις προσωπικές του σχέσεις με εκείνον που έκανε τη μεταβίβαση. Προϋποθέσεις δε για την προβολή κατά του κομιστή από τον αποδέκτη των ενστάσεων που στηρίζονται στις προσωπικές του σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές είναι αφενός η γνώση των ενστάσεων αυτών κατά το χρόνο της κτήσης της συναλλαγματικής και αφετέρου κατά τον ίδιο χρόνο ενέργεια αυτού προς βλάβη του οφειλέτη, πράγμα που συμβαίνει όταν με τη μεταβίβαση σ' αυτόν της συναλλαγματικής επιδιώκεται να επιτευχθεί η είσπραξή της, η οποία αλλιώς θα ήταν αδύνατη, αφού ο οφειλέτης θα απέκρουε την πληρωμή της, προβάλλοντας τις ενστάσεις από τις προσωπικές του σχέσεις κατά του εκδότη ή του προηγούμενου κομιστή. Τέτοια ένσταση είναι και η ένσταση της συναλλαγματικής ευκολίας, η ένσταση δηλαδή ότι κανένα χρέος δεν υπήρχε μεταξύ του αποδέκτη και του αποδέκτη ή του οπισθογράφου και του προηγούμενου κομιστή της συναλλαγματικής, που να δικαιολογεί την αποδοχή της ή την οπισθογράφησή της, αλλ' αυτή έγινε προς διευκόλυνση απλώς του εκδότη ή του προηγούμενου κομιστή, με την αύξηση της πιστοληπτικής του δυνατότητας. Συνεπώς εναντίον του κομιστή που δέχθηκε συναλλαγματική ευκολίας, ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει ότι κατά την απόκτησή της εγνώριζε τούτο, ότι δηλαδή αυτή ήταν συναλλαγματική ευκολίας και ότι ενήργησε για να βλάψει τον οφειλέτη, για να επιτευχθεί δηλαδή, με τη στέρησή του από τη δυνατότητα προβολής της σχετικής ένστασης, η είσπραξη της συναλλαγματικής, η οποία αλλιώς θα ήταν αδύνατη. Σε περίπτωση που ο κομιστής είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση και ο σκοπός βλάβης του οφειλέτη κρίνονται κατ' αρχήν από το πρόσωπο του καταστατικού εκπροσώπου του (άρθρο 70 ΚΠολΔ). Όταν όμως το νομικό πρόσωπο ενήργησε με αντιπρόσωπο, ακόμη δε και με πρόσωπο, το οποίο έχει απλώς φαινομένη πληρεξουσιότητα, διότι μέσω αυτού το νομικό πρόσωπο διεκπεραιώνει τις σχετικές υποθέσεις του στις συναλλαγές, όπως συμβαίνει με τους υπαλλήλους των τραπεζών μέσω των οποίων οι τράπεζες παραλαμβάνουν και προεξοφλούν συναλλαγματικές ή άλλα αξιόγραφα, η γνώση και ο σκοπός βλάβης κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου (άρθρο 214 ΑΚ), που έχει έστω και φαινομένη πληρεξουσιότητα, αφού θα ήταν αντίθετο στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη η τράπεζα να μπορούσε να επιδιώξει την είσπραξη συναλλαγματικής που έλαβε για λογαριασμό της τέτοιο πρόσωπο, αλλά να μην δεσμεύεται από τη συμπεριφορά του προσώπου αυτού κατά την παραλαβή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι, από τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας εκδόθηκε εις βάρος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "XXX", ομόρρυθμο μέλος της οποίας κληρονομήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, η 1646/1981 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, βάσει 24 συναλλαγματικών, ποσού καθεμιάς 200.000 δραχμών, τις οποίες είχε εκδώσει η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "XXX" και είχε αποδεχθεί η πιο πάνω ετερόρρυθμη εταιρεία και των οποίων νόμιμη κομίστρια ήταν η αναιρεσείουσα. Η αποδοχή των συναλλαγματικών αυτών έγινε όχι σπουδαία και προς το σκοπό ανάληψης οποιασδήποτε υποχρεώσεως της αποδέκτριας (ήδη αναιρεσείουσας) καθ ης η διαταγή πληρωμής έναντι της κομίστριας αυτών, αλλά φαινομενικά μόνο και κατά τη μεταξύ τους συμφωνία έγινε η αποδοχή αυτή για να διευκολυνθεί η εκδότρια για τη χρηματοδότησή της από την αναιρεσείουσα XXX Τράπεζα με την οπισθογράφηση αυτών σ' αυτήν λόγω ενεχύρου. Πράγματι η αποδέκτρια των συναλλαγματικών αυτών από το έτος 1978 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και αδυνατούσε να εξοφλήσει οφειλές προς τρίτους και προς της καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσείουσα) XXX Tράπεζα, από την οποία είχε λάβει σημαντικά δάνεια. Στην εταιρεία αυτή μέτοχος κατά 85% ήταν η καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσείουσα), η οποία συμμετείχε στο ΔΣ αυτής με το διευθυντή του υποκαταστήματος της οδού XXX και άλλα δύο άτομα υπαλλήλους της. Την άσχημη οικονομική κατάσταση της εκδότριας των συναλλαγματικών ως άνω εταιρείας γνώριζε η καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα και για να διευκολυνθεί η εταιρεία αυτή και να εξέλθει από το οικονομικό αδιέξοδο αποφάσισε η καθ΄ ης τη δανειοδότησή της με το ποσό των 188.000.000 δραχμών και επειδή ασφάλειες δε διέθετε η εταιρεία για την εξασφάλιση του δανείου αυτού προτιμήθηκε με υπόδειξη του ως άνω διευθυντή XXX η μεταβίβαση λόγω ενεχύρου προς την Τράπεζα συναλλαγματικών αποδοχής τρίτων, οι οποίες θα ήταν ως επί το πλείστον «ευκολίας». Τέτοιες συναλλαγματικές ήταν και οι επίδικες, πράγμα που γνώριζε η καθ' ης η ανακοπή δια του εδώ εκπροσώπου της και δη του ως άνω Διευθυντή της, που χορήγησε το ως άνω δάνειο και η καθ' ης η ανακοπή κατά την κτήση των ως άνω συναλλαγματικών ενήργησε προς βλάβη της αποδέκτριας αυτών και συγκεκριμένα επιδίωξε ν' απολέσει η αποδέκτρια την ουσιώδη ένσταση της ανυπαρξίας απαιτήσεως, που στηριζόταν στις προσωπικές σχέσεις αυτής και της εκδότριας των συναλλαγματικών που της μεταβίβασε τις συναλλαγματικές αυτές. Για τον ανορθόδοξο τρόπο χρηματοδότησης της εκδότριας των επίδικων συναλλαγματικών από την καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσείουσα) XXX Τράπεζα έχουν ελεγχθεί πειθαρχικά εκτός του ανωτέρω διευθυντή του υποκαταστήματος της οδού Μ., Π. και οι διευθυντές αυτής XXX και XXX. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι παρά την ως άνω μόνο κατά φαινόμενο οφειλή της αποδέκτριας των επίδικων συναλλαγματικών εταιρείας η καθ΄ ης η ανακοπή (η αναιρεσείουσα) συνέχισε να χρηματοδοτεί την εταιρεία αυτή, πράγμα ασύνηθες στις τραπεζικές συναλλαγές. Μετά της παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι είναι βάσιμος ο λόγος της, κατά το άρθρο 933 του ΚΠολΔ, ανακοπής των αναιρεσιβλήτων κατά της επιταγής προς πληρωμή της 1646/1981 διαταγής πληρωμής, με τον οποίο αυτοί ισχυρίσθηκαν ότι οι εν λόγω συναλλαγματικές ήταν συναλλαγματικές ευκολίας και η αναιρεσείουσα, κομίστρια των συναλλαγματικών αυτών, κατά την κτήση τους ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της αποδέκτριας αυτών και ότι ορθώς έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, κατ' αποδοχή του λόγου αυτού, δέχτηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτόμενη επιταγή για πληρωμή, που είχε επιδώσει στους αναιρεσιβλήτους, κάτω από αντίγραφο εκτελεστού απογράφου της πιο πάνω διαταγής πληρωμής, η αναιρεσείουσα. Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 17 του ν. 5325/1932, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και αφετέρου περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Ειδικότερα με σαφήνεια δέχεται το Εφετείο τόσο το στοιχείο της εκ μέρους της αναιρεσείουσας γνώσης κατά την κτήση των συναλλαγματικών, ότι αυτές έγιναν αποδεκτές χωρίς να υφίσταται χρέος της αποδέκτριας προς την εκδότρια και μάλιστα της γνώσης τούτου από τους επιφορτισμένους με την παραλαβή συναλλαγματικών υπαλλήλους της, οι οποίοι έτσι, όπως εμμέσως αλλά σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, είχαν τουλάχιστο φαινομένη πληρεξουσιότητα για τη διεκπεραίωση του είδους αυτού των συναλλαγών, όσο και τη συνδρομή του σκοπού βλάβης εκ μέρους της αναιρεσείουσας με την απόκτηση των εν λόγω συναλλαγματικών, αφού, όπως εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την κτήση τους επιδιώχθηκε από την αναιρεσείουσα η απώλεια της ένστασης της αποδέκτριας κατά της εκδότριας για την ανυπαρξία χρέους που δικαιολογούσε την αποδοχή των συναλλαγματικών. Σαφής εξάλλου είναι η παραδοχή του Εφετείου ότι κατά την κτήση των συναλλαγματικών η αναιρεσείουσα ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη της αποδέκτριας και δεν χρειαζόταν, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίζεται με παράθεση της ακριβούς ημερομηνίας ο χρόνος απόκτησης των συναλλαγματικών, δεδομένου ότι με σαφήνεια εκτίθεται ότι η γνώση της ανυπαρξίας χρέους και ο ανωτέρω σκοπός εκ μέρους της αναιρεσείουσας, υπήρχαν ήδη από το χρόνο αποδοχής των συναλλαγματικών, γεγονός που σημαίνει, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι υπήρχαν και κατά το χρόνο μεταβίβασης των συναλλαγματικών στην αναιρεσείουσα. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19, για ανεπαρκή αιτιολογία στο ζήτημα της γνώσης της πιο πάνω ένστασης κατά την κτήση των συναλλαγματικών και του σκοπού βλάβης της αποδέκτριας εκ μέρους της αναιρεσείουσας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-11-2004 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της 2617/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τον περιεχόμενο στο από15-4-2005 δικόγραφο πρόσθετο λόγο αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
FOGGS

Σχόλια