Αναγνωριστική αγωγή για χρέος... Αοριστία αγωγής. Αίτηση αναίρεσης. Άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.Αριθμός 364/1988 Άρειος Πάγος

 
Αναγνωριστική αγωγή. Αοριστία αγωγής. Αίτηση αναίρεσης. Άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Η αναγνωριστική αγωγή, που εγείρεται με το..
σκοπό ν' αναγνωρισθεί η συντέλεση ορισμένων πραγματικών γεγονότων και να διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος απέκτησε την ιδιότητα του οφειλέτη ύστερα από τη συντέλεση των πραγματικών αυτών γεγονότων, πρέπει ν' απορρίπτεται ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης εφόσον δεν καθορίζεται η οφειλή του εναγομένου που είναι το αντικείμενο της διαφοράς.
- Δεκτή η αίτηση αναίρεσης λόγω παρά το νόμο παράλειψης κήρυξης απαραδέκτου της αγωγής.

Διατάξεις:
ΚΠολΔ: 70, 216, 559 αριθ. 14 Νατάσα-(Απόσπασμα)

Αριθμός 364/1988

Άρειος Πάγος


Τμήμα Β’

Πρόεδρος: Β. Λινάρδος, αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Χ. Χριστοφορίδης, αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Π. Παπασταύρου, Κ. Λάμπρου

(…) Επειδή το άρθρο 216 του ΚΠολΔ ορίζει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει, ανάμεσα σε άλλα απαραίτητα στοιχεία, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου και ανεπίδεκτου δικαστικής εκτίμησης και πρέπει για το λόγο αυτό, όταν προβάλλεται αξίωση πληρωμής οφειλόμενου χρηματικού ποσού, να καθορίζεται το ποσό αυτό. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και επιδεκτική εκτέλεσης. Οι δικονομικές αυτές αρχές ισχύουν και όταν εγείρεται, κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, αναγνωριστική αντί καταψηφιστικής αγωγής, γιατί ο έχων έννομο συμφέρον ν’ αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης δεν μπορεί να περιορισθεί στην υποβολή αιτήματος διαπίστωσης απλών πραγματικών περιστατικών χωρίς καθορισμό των προσαπτόμενων ο νομικός κανόνας ή η νομική αρχή στην οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά. Επομένως, η αναγνωριστική αγωγή, που εγείρεται με το σκοπό ν’ αναγνωρισθεί η συντέλεση ορισμένων πραγματικών γεγονότων και να διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος απέκτησε την ιδιότητα του οφειλέτη ύστερα από τη συντέλεση των πραγματικών αυτών γεγονότων, πρέπει ν’ απορρίπτεται ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης εφόσον δεν καθορίζεται η οφειλή του εναγομένου που είναι το αντικείμενο της διαφοράς. Στην περίπτωση της δικαζόμενης διαφοράς, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν ν’ αναγνωρισθεί ότι, ενώ η αναιρεσείουσα κατέβαλε στο σύνολο των μισθωτών της που προσλήφθηκαν μέχρι το έτος 1976 το επίδομα οικογενειακών βαρών με βάση τις συνολικές τους αποδοχές, παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης, γιατί κατέβαλε σ’ αυτούς το ίδιο επίδομα μειωμένο, λαμβάνοντας υπόψη της μόνο το βασικό τους μισθό, με αποτέλεσμα ν’ ανακύψει υποχρέωσή της για πληρωμή διαφοράς αποδοχών, που, όμως, δεν καθορίσθηκε στην αγωγή. Η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε την αοριστία της αγωγής αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο, αλλά το Εφετείο δέχθηκε τα παραπάνω αιτήματα για την τελευταία 5ετία πριν από την έγερση της αγωγής και ανεγνώρισε, ύστερα από επικύρωση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι η τακτική της αναιρεσείουσας, να υπολογίζει το επίδομα οικογενειακών βαρών για τους αναιρεσίβλητους με βάση το βασικό τους μισθό και για τους υπολοίπους υπαλλήλους των ίσων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων με βάση το σύνολο των αποδοχών τους, αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και ότι η αναιρεσείουσα υπέχει την υποχρέωση να καταβάλλει στους αναιρεσίβλητους τη διαφορά αποδοχών που προκύπτει κατά την τελευταία 5ετία πριν από την έγερση της αγωγής. Με την απόφασή του αυτή, το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο της αγωγής. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι 1ος και 2ος λόγοι αναίρεσης και ν’ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το εδ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. (…)
Επειδή, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να διακρατηθεί η υπόθεση η οποία δεν χρειάζεται περισσότερη διευκρίνιση. Κατά συνέπειαν, εφόσον οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρούμενη απόφαση, πρέπει να ερευνηθεί η από 28 Ιανουαρίου 1986 έφεση της Α.Ε. "ΧΧΧ" κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου με αριθμό 105/1985, που ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και είναι δεκτή κατά τους τύπους.
Επειδή, με την αγωγή τους, οι εφεσίβλητοι ζήτησαν ν’ αναγνωρισθούν τα αναφερόμενα σε προηγούμενη σκέψη πραγματικά περιστατικά χωρίς να καθορίσουν το οφειλόμενο από την εκκαλούσα χρηματικό ποσό. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή ως ορισμένη, νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη με την υπ’ αριθ. 105/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την απόφαση αυτή πρόσβαλε η εκκαλούσα με την παραπάνω έφεσή της, στην οποία επικαλέσθηκε και πάλι το αόριστο της αγωγής. Ο λόγος αυτός εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός κατ’ ουσίαν για τους αναφερόμενους στην αναιρετική σκέψη λόγους. Επομένως, πρέπει να εξαφανισθεί η παραπάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και ν’ απορριφθεί η από 14.3.1985 αγωγή ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. (…)

[Αναιρεί την 792/86 ΕφΛ]

Σχόλια