Αίτηση ακύρωσης και έφεση. Για να υπογράψει δικηγόρος το δικόγραφο αυτών δεν χρειάζεται να είναι παρ’ Αρείω Πάγω ή καθηγητής Α.Ε.Ι. Αυτό απαιτείται μόνο για την επ’ ακροατηρίω παράσταση. Επίσης μπορεί να υπογράφεται το δικόγραφο από δικηγόρο διορισμένο σε οποιοδήποτε διοκηγορικό σύλλογο. Η μη υπογραφή στο βιβλίο καταθέσεων του Διοικητικού Εφετείου από τον καταθέτη δεν συνεπάγεται ακυρότητα του δικογράφου της εφέσεως, εφόσον δεν αμφισβητούνται τα στοιχεία (αριθμός και ημερομηνία καταθέσεως) που αναγράφονται στο σώμα του δικογράφουΑριθμός 878/2004 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Ε'

 
Αίτηση ακύρωσης και έφεση. Για να υπογράψει δικηγόρος το δικόγραφο αυτών δεν χρειάζεται να είναι παρ’ Αρείω Πάγω ή καθηγητής ..
Α.Ε.Ι. Αυτό απαιτείται μόνο για την επ’ ακροατηρίω παράσταση. Επίσης μπορεί να υπογράφεται το δικόγραφο από δικηγόρο διορισμένο σε οποιοδήποτε διοκηγορικό σύλλογο. Η μη υπογραφή στο βιβλίο καταθέσεων του Διοικητικού Εφετείου από τον καταθέτη δεν συνεπάγεται ακυρότητα του δικογράφου της εφέσεως, εφόσον δεν αμφισβητούνται τα στοιχεία (αριθμός και ημερομηνία καταθέσεως) που αναγράφονται στο σώμα του δικογράφου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 4, 26 παρ. 1, 27 παρ. 2 και 66 του π.δ/τος 18/1989 (Α' 8), προκύπτει ότι για την υπογραφή από δικηγόρο της αιτήσεως ακυρώσεως και της εφέσεως δεν απαιτείται να είναι αυτός διορισμένος στον Άρειο Πάγο ή καθηγητής α.ε.ι., διότι οι ιδιότητες αυτές απαιτούνται μόνο για την παράσταση στο ακροατήριο. Εξάλλου, το δικόγραφο είναι δυνατό να υπογράφεται από δικηγόρο διορισμένο σε οποιοδήποτε δικηγορικό σύλλογο, δεδομένου ότι οι πιό πάνω διατάξεις, που αφορούν ειδικώς την υπογραφή της αιτήσεως ακυρώσεως και της εφέσεως και δεν θεσπίζουν περιορισμούς σε σχέση με την περιφέρεια, στην οποία είναι διορισμένος ο ασκών, ως πληρεξούσιος, το ένδικο βοήθημα ή μέσο δικηγόρος, κατισχύουν κάθε άλλης, όπως της διατάξεως του άρθρου 44 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) (πρβλ. ΣτΕ 324/1982, 706/1979).
Αριθμός 878/2004

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Ε'
.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2003, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Π. Πικραμμένος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Σύμβουλοι, Β. Καμπίτση, Ολ. Παπαδοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Β. Μαντζουράνης.

Για να δικάσει την από 12 Ιουνίου 2002 έφεση: του Α. Τ., κατοίκου Αθηνών, οδός Α. Π. αριθμός ΧΧΧ, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Στέφανο Μουζουράκη, που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά των: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦ. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ΧΧΧ αριθμός ΧΧΧ και 2) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Δ. Μ. - Κ. Σ. ", που εδρεύει στο Ναύπλιο, οδός ΧΧΧ αριθμός ΧΧΧ, οι οποίες παρέστησαν με τον δικηγόρο Αντώνιο Βγόντζα, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, και κατά της υπ’ αριθμ. 203/2002 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Αικ. Σακελλαροπούλου. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του εκκαλούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο των εφεσιβλήτων, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης εφέσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 163429, 034937/2002 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της υπ’ αριθ. 203/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε η υπ’ αριθ. 65994/3967/8.12.1999 απόφαση της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αργολίδας, με την οποία είχε ανακληθεί η υπ’ αριθ. 3/1998 οικοδομική άδεια για την αλλαγή χρήσεως οικοδομής στο Τολό Αργολίδας.
3. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 4, 26 παρ. 1, 27 παρ. 2 και 66 του π.δ/τος 18/1989 (Α' 8), προκύπτει ότι για την υπογραφή από δικηγόρο της αιτήσεως ακυρώσεως και της εφέσεως δεν απαιτείται να είναι αυτός διορισμένος στον Άρειο Πάγο ή καθηγητής α.ε.ι., διότι οι ιδιότητες αυτές απαιτούνται μόνο για την παράσταση στο ακροατήριο. Εξάλλου, το δικόγραφο είναι δυνατό να υπογράφεται από δικηγόρο διορισμένο σε οποιοδήποτε δικηγορικό σύλλογο, δεδομένου ότι οι πιό πάνω διατάξεις, που αφορούν ειδικώς την υπογραφή της αιτήσεως ακυρώσεως και της εφέσεως και δεν θεσπίζουν περιορισμούς σε σχέση με την περιφέρεια, στην οποία είναι διορισμένος ο ασκών, ως πληρεξούσιος, το ένδικο βοήθημα ή μέσο δικηγόρος, κατισχύουν κάθε άλλης, όπως της διατάξεως του άρθρου 44 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) (πρβλ. ΣτΕ 324/1982, 706/1979). Επομένως, ο προβαλλόμενος με το υπόμνημα ισχυρισμός των εφεσιβλήτων ότι η έφεση, η οποία στρέφεται κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως και έχει κατατεθεί στο δικαστήριο αυτό, ασκείται απαραδέκτως διότι υπογράφεται από δικηγόρο Αθηνών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου η μη υπογραφή στο βιβλίο καταθέσεων του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως από τον καταθέτη δεν συνεπάγεται ακυρότητα του δικογράφου της εφέσεως, εφόσον δεν αμφισβητούνται τα στοιχεία (αριθμός και ημερομηνία καταθέσεως) που αναγράφονται στο σώμα του δικογράφου. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 5 του π.δ/τος 18/1989, είναι απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τους εφεσιβλήτους.
4. Επειδή, ο εκκαλών Α. Τ. είχε παρέμβει ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως υπέρ του κύρους της προσβληθείσης με την αίτηση ακυρώσεως πράξεως της Δ/νσεως Πολεοδομίας Ν.Α. Αργολίδας, όπως προκύπτει δε από τα στοιχεία του φακέλου είχε αμφισβητήσει κατ’ επανάληψη τη νομιμότητα της επίμαχης οικοδομικής αδείας (από 29.4.1999 και από 14.5. 1999 αναφορές - καταγγελίες προς το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. και την Κτηματική υπηρεσία νομού Αργολίδας). Εξάλλου, ο εκκαλών είχε υποβάλει αίτηση για την ανάκληση αναστολής, που είχε χορηγηθεί στα πλαίσια της ακυρωτικής δίκης, ισχυριζόμενος ότι έχει κατοικία, πλησίον της επίμαχης οικοδομής, σε απόσταση περίπου 150 μέτρων, όπου κατοικεί πέντε μήνες το έτος, όπως ομολογείται και στο υπόμνημα των εφεσιβλήτων. Επομένως, ο ανωτέρω Α.Τ., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 27 παρ. 1, 2 π.δ. 18/1989 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του ν. 702/1977 (Α' 268), νομιμοποιείται κατ’ άρ. 58 παρ. 3 π.δ. 18/1989, ως διατελέσας διάδικος ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, στην άσκηση της κρινόμενης εφέσεως, η οποία ασκείται εν γένει παραδεκτώς.
5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και την εκκαλουμένη απόφαση, με την υπ’ αριθ. 65994/3967/8.12.1999 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Ν.Α. Αργολίδας ανακλήθηκε η 3/1998 οικοδομική άδεια. Στην πράξη αυτή μνημονεύεται σειρά εγγράφων της Διεύθυνσης Ο.Κ.Κ. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., στα οποία στηρίζεται η κρίση για την ανάκληση της πιό πάνω οικοδομικής αδείας, διατυπώνονται, όμως, ρητώς επιφυλάξεις του υπογράφοντος Προϊσταμένου της Δ/σης Πολεοδομίας ως προς την ορθότητα της ανάκλησης. Από το κείμενο της αποφάσεως προκύπτει με σαφήνεια η κρίση περί ανακλήσεως της οικοδομικής αδείας, στην οποία καταλήγει, παρά τις επιφυλάξεις του, το αρμόδιο διοικητικό όργανο, ενώ η αιτιολογία της ανακλητικής πράξεως δεν ήταν αναγκαίο να περιέχεται στο σώμα της, αλλά μπορεί να συμπληρωθεί τόσο από τα στοιχεία που αναφέρει η ίδια η προσβαλλόμενη, όσο και από άλλα στοιχεία του φακέλου. Επομένως, η εκκαλουμένη, με την οποία κρίθηκε ακυρωτέα η ανακλητική πράξη λόγω ασαφείας ως προς το περιεχόμενό της και ως προς το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το διοικητικό όργανο, έσφαλε και πρέπει να εξαφανισθεί, δεκτής γενομένης της εφέσεως.
6. Επειδή, κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο χωρεί, κατ’ άρ. 64 π.δ. 18/1989, στην εκδίκαση της αιτήσεως ακυρώσεως.
7. Επειδή, με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως η εταιρεία "ΑΦ. Α.Ε." δικαιούχος της ανακληθείσης με την προσβαλλόμενη πράξη οικοδομικής αδείας και η "Κοινοπραξία Δ. Μ. - Κ. Σ." που ανέλαβε την αποπεράτωση της επίμαχης οικοδομής. Εξάλλου, με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως ο Α. Τ., σύμφωνα με όσα εκτίθενται σε προηγούμενη σκέψη.
8. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 329 του Κώδικα βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας (Δ' 580/27.7.1999), που επαναλαμβάνει ρυθμίσεις του Γ.Ο.Κ. του 1985 (αρ. 5 και 22 ν. 1577/85), προβλέπονται τα εξής: "1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης, γενικά οποιωνδήποτε κατασκευών και εγκαταστάσεων που προβλέπονται από το παρόν κωδικοποιητικό διάταγμα και για την κοπή δένδρων, σε οικόπεδο ή γήπεδο εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, απαιτείται προηγουμένως έγγραφη άδεια (οικοδομική άδεια) ....... 5. Δεν επιτρέπεται να μεταβάλλονται η σύμφωνα με την οικοδομική άδεια χρήση του κτιρίου ή μέρους αυτού και οι διαστάσεις των χώρων κοινής χρήσης χωρίς προηγούμενη σχετική άδεια της αρμόδιας υπηρεσίας εφόσον η μεταβολή αυτή θίγει τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ....". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως δεν επιτρέπεται η μεταβολή χρήσης κτιρίου αν αντίκειται στους όρους δόμησης και στους περιορισμούς χρήσης που ισχύουν στην περιοχή. Παρέπεται, λοιπόν, ότι σε περίπτωση κτιρίου, το οποίο έχει ανεγερθεί κατ’ επίκληση ειδικών διατάξεων που επιτρέπουν παρεκκλίσεις από τους οικείους όρους δόμησης, η μεταβολή της χρήσης του δεν είναι επιτρεπτή, διότι θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση των όρων δόμησης, η υπέρβαση των οποίων είναι κατά νόμο ανεκτή μόνο για κτίρια με συγκεκριμένη χρήση.
9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθ. 296/1967 άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας Αργολίδος επετράπη στους Ι. και Κ. Λ. η ανέγερση οικοδομής με ισόγειο και τρεις ορόφους στο Τολό Αργολίδας. Για την περιοχή αυτή ίσχυε αρχικά μεν το β. δ/γμα της 15.6.1968 για τους όρους δομήσεως στους προ του 1923 οικισμούς που στερούνται ρυμοτομικού σχεδίου (Δ 111/1968), το οποίο προέβλεπε μέγιστο αριθμό τριών ορόφων και μέγιστο ύψος οικοδομής 11 μέτρων, στη συνέχεια δε εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο Τολού (Δ' 98/6.4.1973), που προέβλεπε μέγιστο αριθμό ενός έως τεσσάρων ορόφων, αναλόγως του τομέα και μέγιστο ύψος από 3,5 έως 14μ. Ειδικότερα για τον τομέα Α, όπου το επίμαχο ακίνητο, προβλέπεται ένας όροφος και ύψος 3,5 μέτρα. Μεταγενεστέρως ο αριθμός των ορόφων μειώθηκε για τους άλλους τομείς και παρέμεινε ο ίδιος για τον τομέα Α (δ/γμα 10.8.1976, Δ' 302/1976 και δ/γμα 29.11.1983, Δ' 11/1984). Σε εκτέλεση της παραπάνω αδείας ανεγέρθηκε ο φέρων οργανισμός της οικοδομής και δύο επιπλέον όροφοι, καθ’ υπέρβαση της αδείας, χωρίς να αποπερατωθεί η οικοδομή. Με την υπ’ αριθ. 177/1975 πράξη της ιδίας πολεοδομικής υπηρεσίας εγκρίθηκε η αναθεώρηση της πιό πάνω αδείας, συνιστάμενη στην κατά παρέκκλιση προσθήκη 5ου και 6ου ορόφου της επίμαχης οικοδομής, για λειτουργία ξενοδοχειακής μονάδος, βάσει των τότε ισχυουσών διατάξεων (ν.δ. 1199/1972) που επέτρεπαν την ανέγερση ξενοδοχειακών μονάδων κατά παρέκκλιση από τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις. Στη συνέχεια με την υπ’ αριθ. 341/1987 πράξη της Πολεοδομίας Ναυπλίου αναθεωρήθηκε η προηγούμενη άδεια για τη συνέχιση των εργασιών στην επίμαχη οικοδομή, μετά την υπ’ αριθ. 3870/1987 απόφαση του Νομάρχη, με την οποία είχαν εξαιρεθεί από την κατεδάφιση τμήματα της οικοδομής, που ανήκε ήδη στην αιτούσα "ΑΕ ΑΦΟΪΛ Ξενοδοχειακές και Οικοδομικές Επιχειρήσεις". Ακολούθως, και ενώ το κτίσμα παρέμενε ημιτελές (σκελετός), με την υπ’ αριθ. 3/9.1.1998 άδεια της Δ/σης ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ. της Ν.Α. Αργολίδας, με την οποία αναθεωρήθηκε και πάλι η πιό πάνω οικοδομική άδεια, εγκρίθηκε η αλλαγή χρήσεως του κτιρίου από ξενοδοχείο β' τάξεως σε κτίριο κατοικιών και καταστημάτων, κατ’ επίκληση της υπ’ αριθ. 11323/672/28.11.1997 αποφάσεως του Νομάρχη Αργολίδας, με την οποία εξαιρέθηκαν από την κατεδάφιση υπό την προϋπόθεση εκδόσεως της οικοδομικής αδείας, οι δύο όροφοι που είχαν κατασκευασθεί κατά παρέκκλιση για τη χρήση του κτιρίου ως ξενοδοχείου, ενώ με ταυτάριθμη απόφαση της πιό πάνω Διεύθυνσης Πολεοδομίας επιβλήθηκε πρόστιμο για αυθαίρετες κατασκευές επιφανείας 1.038 μ2 στην επίμαχη οικοδομή. Στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ’ αριθ. 83267/7.6.1999 έγγραφο της Δ/σης Ο.Κ.Κ. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., στο οποίο αναφέρεται ότι η τελευταία αυτή οικοδομική άδεια στηρίχθηκε στην πιό πάνω απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας για την εξαίρεση από την κατεδάφιση "και όχι στις προϋποθέσεις χορήγησης της οικοδομικής αδείας 177/1975 και των αναθεωρήσεών της", δεδομένου ότι η άδεια αυτή χορηγήθηκε κατά παρέκκλιση των τότε ισχυουσών διατάξεων για προσθήκη δύο ορόφων λόγω χρήσης (ξενοδοχείο β' τάξης). Στο ίδιο έγγραφο επισημαίνεται η ανάγκη να ρυθμισθεί και το ζήτημα που ανακύπτει μετά τον καθορισμό του αιγιαλού και της παραλίας με την υπ’ αριθ. 1005/18.6.1996 απόφαση Αναπλ. Περιφ. Δ/ντή Πελοποννήσου, ενόψει του γεγονότος ότι η γραμμή παραλίας τέμνει κτίσματα, στα οποία περιλαμβάνεται και η επίμαχη οικοδομή (βλ. υπ’ αριθ. 760/10.5.1999 έγγραφο της Κτηματικής υπηρεσίας νομού Αργολίδας). Με το νεώτερο υπ’ αριθ. 83991/30.6.1999 έγγραφο της πιό πάνω Δ/σης Ο.Κ.Κ. της Γενικής Δ/σης Πολεοδομίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. προς τη Δ/ση Πολεοδομίας Αργολίδας επισημαίνεται ότι δεν πραγματοποιήθηκε επανέλεγχος της ήδη αναφερθείσης υπ’ αριθ. 3/1998 πράξης αναθεώρησης παρά το ότι είχε ζητηθεί με προηγούμενο έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, ενώ ήδη, μετά τον καθορισμό παλαιάς και νέας γραμμής αιγιαλού και παραλίας τα έτη 1992 και 1996, δημιουργείται πρόβλημα νομιμότητας για οικοδομικές εργασίες εντός της ζώνης παραλίας. Μετά τα παραπάνω έγγραφα, με το υπ’ αριθ. 36563/2038/2.7.1999 έγγραφο της Δ/σης Πολεοδομίας Ν.Α. Αργολίδας ζητήθηκε από το Αστυνομικό Τμήμα Τολού η διακοπή των οικοδομικών εργασιών στην επίμαχη οικοδομή. Ακολούθησε το υπ’ αριθ. 18803/4087/25.8. 1999 έγγραφο της Δ/σης Νομοθετικού του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. προς τη Δ/ση Πολεοδομίας Αργολίδας, στο οποίο επισημαίνεται, ότι από την εφαρμοσθείσα εν προκειμένω διάταξη του άρ. 5 παρ. 1 του ν. 1577/1985 προκύπτει ότι μεταβολή της προβλεπόμενης στην οικοδομική άδεια χρήσης του κτιρίου αποκλείεται αν αντίκειται στις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις και αν χρησιμοποιήθηκαν παρεκκλίσεις ή ευεργετικές διατάξεις κατά την έκδοση της αρχικής αδείας και, επομένως, για την επίμαχη οικοδομή δεν μπορούσε να εκδοθεί άδεια αναθεώρησης αλλαγής χρήσης από ξενοδοχείο σε κατοικία, γιατί η μεταβολή αυτή αντίκειται στους όρους δόμησης της περιοχής, όπως ισχύουν με το από 29.11.1983 π.δ/γμα, τους οποίους όφειλε να λάβει υπόψη η αρμόδια Υπηρεσία πριν τη χορήγηση της υπ’ αριθ. 3/1998 άδειας. Στο ίδιο έγγραφο επισημαίνεται επίσης ότι από το σχετικό διάγραμμα προκύπτει ότι το επίμαχο κτίσμα βρίσκεται εντός ζώνης παραλίας και παλαιού αιγιαλού. Ενόψει τούτων η Δ/νση Νομοθετικού διατυπώνει, στο ίδιο έγγραφο, την άποψη ότι το εν λόγω κτίριο δεν είχε τις προϋποθέσεις εξαίρεσης από την κατεδάφιση. Στο υπ’ αριθ. 87618/26.11.1999 έγγραφο της Δ/σης Ο.Κ.Κ. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. αναφέρεται ότι η περιοχή, όπου βρίσκεται η επίμαχη οικοδομή θεωρείται εκτός σχεδίου (διότι ο τομέας του είχε εξαιρεθεί κατά την επανέγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου του Τολού), και υποδεικνύεται στη Δ/ση Πολεοδομίας Αργολίδας να ελέγξει αν τηρήθηκαν οι πολεοδομικές διατάξεις κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς της. Τέλος, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 65994/3967/8.12.1999 απόφαση του Προϊσταμένου της Πολεοδομίας της Ν.Α. Αργολίδας ανακλήθηκε η επίμαχη οικοδομική άδεια (3/1998) κατ’ επίκληση, πλην άλλων, των ανωτέρω υπ’ αριθ. 83267/99 και 87618/99 εγγράφων της Δ/σης Ο.Κ.Κ. 'Οπως προκύπτει από τα παραπάνω στοιχεία, με το υπ’ αριθ. 87618/1999 έγγραφο διαπιστώνεται ότι για τη χορήγηση της αδείας αυτής δεν ερευνήθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων ως προς τους ισχύοντες όρους δομήσεως και ζητείται από το αρμόδιο όργανο να προχωρήσει σε επανέλεγχο, ενώ με το υπ’ αριθ. 18803/1999 έγγραφο της Δ/σης Νομοθετικού που απευθύνεται στην Πολεοδομία διαπιστώνεται ότι κατά τον κρίσιμο κατά νόμο στην παρούσα υπόθεση χρόνο εκδόσεως της ανακληθείσης άδειας δεν μπορούσε να εγκριθεί η αλλαγή χρήσεως και η αποπεράτωση της οικοδομής, και, συνεπώς, η άδεια αυτή δεν είναι νόμιμη, μεταξύ άλλων, διότι η αρχική άδεια είχε χορηγηθεί για την ανέγερση ξενοδοχείου με παρέκκλιση κατ’ επίκληση ειδικών διατάξεων της τουριστικής νομοθεσίας, εκτός του ότι η οικοδομή βρίσκεται εντός της ζώνης παραλίας και παλαιού αιγιαλού. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία ανακλήθηκε η άδεια αλλαγής χρήσεως από ξενοδοχείο σε κατοικίες, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου, βρίσκει έρεισμα στα πιό πάνω στοιχεία του φακέλου, από τα οποία προκύπτει και η αιτιολογία της, η οποία είναι νόμιμη και επαρκής. Πρέπει, επομένως να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι, λόγοι ακυρώσεως.
10. Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, με τα έγγραφα που απέστειλαν στη Δ/ση Πολεοδομίας Αργολίδας η Δ/ση Ο.Κ.Κ. και η Δ/ση Νομοθετικού του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. δεν απεύθυναν στο αρμόδιο όργανο δεσμευτικές εντολές, αλλά διατύπωσαν την άποψή τους ως προς τις προϋποθέσεις του νόμου και κάλεσαν την αρμοδία πολεοδομική υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης να εξετάσει την υπόθεση, ενόψει δε των ανωτέρω εγγράφων η υπηρεσία αυτή, ασκώντας την αρμοδιότητά της, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως ότι η προσβαλλόμενη ανάκληση της οικοδομικής αδείας εκδόθηκε απλώς σε εκτέλεση εντολών της Δ/σης Ο.Κ.Κ. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., που δεν έχουν την εξουσία να επιβάλουν στα όργανα των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων την έκδοση πράξεως της αρμοδιότητάς τους.
11. Επειδή, τέλος, υπό τα εκτεθέντα σε προηγούμενες σκέψεις πραγματικά περιστατικά, η προσβαλλόμενη πράξη η οποία εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 1999 και ανακάλεσε οικοδομική άδεια που εκδόθηκε το 1998, δεν υπερβαίνει τα επιτρεπτά χρονικά όρια ανακλήσεως των παράνομων διοικητικών πράξεων ούτε αντίκειται στις αρχές της χρηστής Διοικήσεως, όπως αβασίμως προβάλλεται με την αίτηση ακυρώσεως.
12. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 203/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, σύμφωνα με το αιτιολογικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου της εφέσεως.

Δικάζει την αίτηση ακυρώσεως και την απορρίπτει.

Δέχεται την παρέμβαση του Α. Τ.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου της αιτήσεως ακυρώσεως και

Επιβάλλει σε βάρος των εφεσιβλήτων - αιτουσών συμμέτρως τη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος - παρεμβαίνοντος, που ανέρχεται σε επτακόσια εξήντα (760) ευρώ, για την έφεση και σε βάρος των αιτουσών (ήδη εφεσιβλήτων) τη δικαστική δαπάνη του παρεμβαίνοντος στη δίκη επί της αιτήσεως ακυρώσεως, που ανέρχεται σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2003 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 24 Μαρτίου 2004. 

FOGGS

Σχόλια