ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ - ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΣΗ - Αριθμός 5/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα - Από τις διατάξεις των άρθρων 798, 799 και 800 ΑΚ προκύπτει ότι η εξώδικη εκούσια διανομή ενός κοινού αντικειμένου, η οποία ρυθμίζεται από τις ανωτέρω διατάξεις και η οποία επιφέρει την λύση της κοινωνίας, προϋποθέτει σύμβαση μεταξύ όλων των κοινωνών, που έχει ως αντικείμενο την αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων τους, εις τρόπον ώστε κάθε ένας από τους κοινωνούς να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα στο συγκεκριμένο τμήμα του κοινού πράγματος που περιέρχεται εις αυτόν. Η πραγματοποιούσα την λύση της κοινωνίας αυτούσια διανομή του κοινού πράγματος (κινητού ή ακινήτου) προϋποθέτει ότι το κοινό αντικείμενο είναι διαιρετό και δύναται να διανεμηθεί μεταξύ των κοινωνών,

Απόφαση 5 / 2017    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 5/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες....

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ά. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Λ. του Σ., κατοίκου ... και 2)Ε. συζύγου Π. Ζ., το γένος Σ. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο ...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-201 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2007 μη οριστική, 137/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1199/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 1199/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των διαδίκων κατά της 137/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 28-8-2001 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστούν κύριοι των ακινήτων που περιγράφονται και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να τους τα αποδώσει. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Από τις διατάξεις των άρθρων 798, 799 και 800 ΑΚ προκύπτει ότι η εξώδικη εκούσια διανομή ενός κοινού αντικειμένου, η οποία ρυθμίζεται από τις ανωτέρω διατάξεις και η οποία επιφέρει την λύση της κοινωνίας, προϋποθέτει σύμβαση μεταξύ όλων των κοινωνών, που έχει ως αντικείμενο την αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων τους, εις τρόπον ώστε κάθε ένας από τους κοινωνούς να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα στο συγκεκριμένο τμήμα του κοινού πράγματος που περιέρχεται εις αυτόν. Η πραγματοποιούσα την λύση της κοινωνίας αυτούσια διανομή του κοινού πράγματος (κινητού ή ακινήτου) προϋποθέτει ότι το κοινό αντικείμενο είναι διαιρετό και δύναται να διανεμηθεί μεταξύ των κοινωνών, χωρίς ουσιώδη μείωση της αξίας του σε ομοειδή μέρη, ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών. Τα μη οικοδομημένα ακίνητα μπορούν να διαιρεθούν με τη χάραξη ορίων και τη μεταβίβαση της κυριότητος των τεμαχίων σε διαφορετικά πρόσωπα. Αντίθετα, δεν είναι νομικά επιτρεπτή η αυτούσια εξώδικη άτυπη διανομή ενός οικοδομημένου ακινήτου, αλλά για το κύρος της απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του κατ' άρθρο 369ΑΚ. Κατ` εξαίρεση μπορεί να διαιρεθεί οριζόντια και κάθετα, μόνον εφόσον συντρέχουν οι όροι και οι διατυπώσεις άρθρου 480Α ΚΠολΔικ, του ν. 3741/1929 περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους, με το άρθρο 1 του οποίου αναγνωρίζεται η διηρημένη κατ` ορόφους ή μέρη αυτών ιδιοκτησία επί του αυτού οικοδομήματος, και του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου". Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νομοθετικού κειμένου: "Εν τη εννοία του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός, δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων, ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου, ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων". Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Με την υπ' αριθμ. .../25.6.1998 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, Χ. Δ., κατασχέθηκε, με επίσπευση του εκκαλούντος - εναγομένου, Α. Κ. και προς ικανοποίηση απαίτησής του, από την υπ' αριθμ. 3058/1991 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου, κατηγορίας Ε' , εκτάσεως 12.062 τ.μ που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... και συνορεύει με ιδιοκτησία ..., ιδιοκτησίας I. Ζ., με την παλαιά , με την παλαιά δημόσια οδό ... και με αγροτικό δρόμο, εντός του οποίου υπάρχει διώροφη οικοδομή, όπως εμφαίνεται και αποτυπώνεται με τα' στοιχεία ..., στο από 18.4.1976 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Α. . Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στα όρια περίπου του πολεοδομικού συγκροτήματος της πόλης των ..., εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης. Η οικοδομή που βρίσκεται σ' αυτό, σύμφωνα με την παραπάνω κατασχετήρια έκθεση, αποτελείται: 1) από ισόγειο, για όποιον βλέπει την οικοδομή από την εμπρόσθια πλευρά της, που βρίσκεται προς τη δημόσια οδό, ενώ για όποιον βλέπει την οικοδομή από την οπίσθια πλευρά της, λόγω υψομετρικής διαφοράς, είναι ισόγειος χώρος, με ξεχωριστή είσοδο και αποτελείται από έξι (6) καταστήματα και συγκεκριμένα, ένα ημιυπόγειο κατάστημα, εμβαδού 80 τμ, περίπου, με ράμπα εισόδου, μπροστά από το οποίο υπάρχει παράπηγμα, από τούβλα και λαμαρίνες, εμβαδού 48 τμ, ένα κατάστημα, εμβαδού 170 τμ, περίπου, με ράμπα, άλλο κατάστημα, εμβαδού 140 τμ περίπου, με ράμπα επίσης, στο οποίο λειτουργεί συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων, ένα υπόστεγο κτίσμα, εμβαδού 110 τμ και άλλο κατάστημα, εμβαδού 180 τμ περίπου και 2) ισόγειο όροφο, για τον όποιον βλέπει την οικοδομή από την εμπρόσθια πλευρά της, ο οποίος αποτελείται από έξι (6) καταστήματα, ένα, εμβαδού 76 τμ, περίπου, μαζί με προσθήκη κτίσματος, τέσσερα, εμβαδού 60 τμ το καθένα και ένα εμβαδού 100 τμ με προσθήκη λυόμενης σιδηροκατασκευής, στο οποίο λειτουργεί πρατήριο υγρών καυσίμων, με έξι (6) αντλίες και αντίστοιχες υπόγειες δεξαμενές καυσίμων, καθώς και εγκαταστάσεις αλλαγής- λαδιών και πλυντήριο αυτοκινήτων. Στο οπίσθιο δε, μέρος της οικοδομής, υπάρχει ανεξάρτητο κτίσμα 35 τμ, περίπου αποτελούμενο από μία αποθήκη και δύο WC. Το ως άνω ακίνητο εκπλειστηριάσθηκε στις 30.9.1998 και αυτό κατακυρώθηκε στον τελευταίο πλειοδότη-υπερθεματιστή-εναγόμενο και νυν εκκαλούντα, Ά. Κ., συντάχθηκε δε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο ..., Ό. Κ.-Κ. η με αριθμό .../27.10.1998 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσής της, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 29.10.1998 στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο .... Στη συνέχεια, με τη με αριθμό .../28.5.1999 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, Χ. Δ., ο καθού η εκτέλεση, Α. Λ., αποβλήθηκε από το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του κληροτεμαχίου και εγκαταστάθηκε σ' αυτό ο εναγόμενος και νυν εκκαλών, ο οποίος απέκτησε τη νομή του. Το ανωτέρω ακίνητο, το οποίο είχε αρχικά έκταση 18.062 τμ, περιήλθε στην κυριότητα του Α. Λ. με το με αριθμό .../19.12.1961 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου ..., Χρήστου Τσατσάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατόπιν αγοράς του από τον Α. Α. του Ι., αφού προηγουμένως είχαν αρθεί, κατ' άρθρο 213 του Αγροτικού Κώδικα, με την με αριθμό 21307/27.9.1961 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής, οι περιορισμοί των άρθρων 208-212 του ιδίου Κώδικα. Η μεταβίβαση αυτή του κληροτεμαχίου από τον κληρούχο πωλητή προς τον Α. Λ., αδελφό των εφεσιβλήτων, έγινε το έτος 1961, δηλαδή πριν από την ισχύ του ν. 431/23.5.1968, ύστερα από άρση των παραπάνω απαγορεύσεων του Αγροτικού Κώδικα και κατά συνέπεια έπαυσε έκτοτε να αποτελεί κλήρο (ΑΠ 180/2006) και ήταν επιτρεπτή η κατάτμησή του σε διαιρετά τμήματα, τα οποία έκτοτε κατέστησαν δεκτικά χρησικτησίας, απορρίπτοντας τους αντιθέτους σχετικούς ισχυρισμούς του ήδη εκκαλούντος, ότι, δηλαδή, παρά την έκδοση της παραπάνω απόφασης του Νομάρχη Χαλκιδικής, δεν ήταν επιτρεπτή η κατάτμηση του εν λόγω ακινήτου, ούτε, περαιτέρω, ήταν δεκτική χρησικτησίας τα επίδικα διαιρετά τμήματά του, διότι δεν απώλεσε την ιδιότητα του κληροτεμαχίου. Στη συνέχεια με το με αριθμό .../15.4.1976 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μηνά Σεϊσολγου, που μεταγράφηκε νόμιμα, και το οποίο έγινε σε εκτέλεση του υπ' αριθμό .../15.12.1965 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου ..., Χρήστου Τσατσάρη, ο Α. Λ. μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, την κυριότατα του κληροτεμαχίου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον πατέρα του Σ. Λ. και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο ενάγοντα- εφεσίβλητο, αδελφό του, Μ. Λ., οπότε του απέμεινε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Με το με αριθμό .../4.6.1977 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μηνά Σεϊσογλου, που έγινε σε εκτέλεση του με αριθμό .../6.11.1976 προσυμφώνου του ίδιου συμβολαιογράφου και μεταγράφηκε στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ..., οι τρεις (3) παραπάνω συγκύριοι του κληροτεμαχίου, δηλαδή οι Α. Λ., Σ. Λ. και Μ. Λ., μεταβίβασαν διαιρετό τμήμα αυτού, έκτασης 6.000 τμ, στην ομόρρυθμη-εταιρία με την επωνυμία <<... ΟΕ>>, όπως το τμήμα αυτό εμφαίνεται και αποτυπώνεται με τα στοιχεία ... στο από 13.4.1976 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Κ. Α. και συνορεύει γύρωθεν με δημόσιο δρόμο, αγροτικό δρόμο και με το υπόλοιπο τμήμα του αρχικού κληροτεμαχίου. Μετά την ανωτέρω μεταβίβαση, απέμεινε στους ανωτέρω συγκυρίους, διαιρετό τμήμα 12.062 τμ. Την ίδια ημέρα της υπογραφής του ανωτέρω με αριθμό .../6.11.1976 προσυμφώνου, οι συγκύριοι του κληροτεμαχίου, με το με υπ' αριθμ. .../6.11.1976 προσύμφωνο διανομής ακινήτου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, προσυμφώνησαν τη διανομή του και μετά την κατάρτιση των με αριθμούς .../19-11-1976 προσυμφώνων διανομής και σύστασης προικός προς τη δεύτερη ενάγουσα και νυν δεύτερη εφεσίβλητη, έλαβαν, σύμφωνα με τους όρους αυτών, τη νομή των παρακάτω διαιρετών τεμαχίων: 1) ο Α. Λ. έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή του διηρημένο και αυτοτελές τμήμα, επιφάνειας 2000 τμ, με τα επ' αυτού δύο συνεχόμενα καταστήματα και των υπ' αυτών υπογείων, όπως εμφαίνεται και αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ... και συνορεύει γύρωθεν κατά τα προς νότο και ανατολή όρια με υπόλοιπο τμήμα του όλου κληροτεμαχίου που μεταβιβάστηκε στην ομόρρυθμη εταιρία, δυτικά με δημόσια οδό ασφαλτοστρωμένη και ως προς την τέταρτη πλευρά το όριο καθορίζεται από νοητή ευθεία γραμμή με τα στοιχεία ... στο ανωτέρω διάγραμμα, η οποία ξεκινά από την ασφαλτοστρωμένη οδό και δια του μεσότοιχου που διαχωρίζει το ως άνω κατάστημα των ανταλλακτικών αυτοκινήτων με το διπλανό καφενείο καταλήγει στην πλευρά προς τα ανατολικά του τμήματος που μεταβιβάσθηκε στην ομόρρυθμη εταιρία, 2) ο Σ. Λ. έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή του διηρημένο και αυτοτελές τμήμα, επιφάνειας 4.685 τμ μετά των επ' αυτού υπαρχόντων κτισμάτων (3 καταστημάτων), όπως εμφαίνεται στην από 17.11.1976 αποτύπωση του Χ. Π. με τα στοιχεία ... και συνορεύει γύρωθεν με τα διαιρετά τμήματα, εμβαδού 747,50 τμ και 4.685 τμ που έλαβε το Μ. Λ., με το τμήμα των 6.000 τμ που μεταβιβάστηκε στην ομόρρυθμη εταιρία και με τα με αριθμούς ... κληροτεμάχια. Αμέσως μετά ο Σ. Λ. παρέδωσε τη νομή και κατοχή του ανωτέρω διαιρετού τμήματος στη θυγατέρα του, Ε. σύζυγο Π. Ζ.- δεύτερη ενάγουσα και νυν δεύτερη εφεσίβλητη, με σκοπό την προικοδότησή της. 3) ο Μ. Λ. πρώτος ενάγων και νυν πρώτο εφεσίβλητος, έλαβε α) διηρημένο και αυτοτελές τμήμα, επιφάνειας 747,50 τμ μετά των επ' αυτού κτισμάτων (3 συνεχόμενων καταστημάτων), όπως εμφαίνεται στην ανωτέρω αποτύπωση με τα στοιχεία ... και συνορεύει γύρωθεν με την επαρχιακή οδό σε πλευρά 11,50 μέτρων, με το τμήμα που έλαβε ο Σ. Λ. σε πλευρά 65 μέτρων, με το τμήμα που μεταβιβάστηκε στην ομόρρυθμη εταιρία σε πλευρά 11,50 μέτρων και με το τμήμα που έλαβε ο Α. Λ. σε πλευρά 65 μέτρων και β) διηρημένο και αυτοτελές τμήμα, επιφάνειας 4.685 τμ, όπως εμφαίνεται στην ανωτέρω αποτύπωση με τα στοιχεία ... και που συνορεύει γύρωθεν με χείμαρρο και πέραν αυτού με αγροτική οδό, με το τμήμα που έλαβε ο Σ. Λ. σε πλευρά 59 μέτρων, με το τμήμα που μεταβιβάστηκε στην ομόρρυθμη εταιρία σε πλευρά τεθλασμένη Μ-Δ 75 μέτρων + 50,92 μέτρων και με τα κληροτεμάχια με αριθμούς .... Στα προσύμφωνα γίνεται αναφορά για την ως άνω διανομή και αναφέρεται ρητά ότι η νομή και χρήση των διαιρετών τμημάτων, που προσυμφωνείται να λάβει ο κάθε συγκύριος, μεταβιβάζεται και παραδίδεται σ' αυτόν από την κατάρτιση αυτών, ο δε ισχυρισμός των εφεσιβλήτων ότι η άτυπη διανομή του κληροτεμαχίου έλαβε χώρα κατά τους μήνες Δεκέμβριο 1974 με Ιανουάριο 1975 και απλώς επιβεβαιώθηκε με την κατάρτιση των ανωτέρω προσυμφώνων δεν είναι βάσιμος και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, από το έτος 1976 οι ενάγοντες και νυν εφεσίβλητοι (19.11.1976) και ο αδελφός τους, Α. Λ. (6.11.1976), έλαβαν στη νομή τους τα διαιρετά τμήματα του όλου κληροτεμαχίου, που προσυμφωνήθηκε να λάβει ο καθένας, ασκούσαν δε επ' αυτών τη φυσική εξουσίαση με. διάνοια κυρίου, εκμεταλλευόμενοι αυτά αυτοτελώς και ασκώντας όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στην κύριο. Ειδικότερα, ο Α. Λ., συνεχίζοντας την οικογενειακή επιχείρηση, λειτουργούσε ατομική επιχείρηση στο δικό του αυτοτελές τμήμα του όλου ακινήτου με κατάστημα πώλησης ανταλλακτικών αυτοκινήτων και πρατήριο υγρών καυσίμων, οι δε ενάγοντες και νυν εφεσίβλητοι εκμίσθωναν σε τρίτους τα καταστήματα των δικών τους διαιρετών τμημάτων, συντηρούσαν αυτά και ασκούσαν, όπως αναφέρεται παρακάτω όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν σε κύριο, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας των εφεσιβλήτων, Α. Α., κατά τη συζήτηση της ανακοπής τους [αριθμ. καταθ. .../6.9.2001 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η κατάθεση του οποίου δεν αντικρούεται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά, αντίθετα, ενισχύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, Δ. Σ. και Α. Χ., που εξέτασαν οι ήδη εφεσίβλητοί, στο πλαίσιο της δίκης επί της υπ' αριθμ. καταθέσεως .../1996 ανακοπής τους, και την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Ι., που εξέτασε ο δεύτερος των καθών η ανακοπή εκείνη, Α. Λ., στο πλαίσιο της ίδιας δίκης, οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθμ. ...2002 έκθεση εξέτασης μαρτύρων του Εισηγητή Δικαστή, που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 71/1997 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και οι οποίες δεν αντικρούονται από την περιεχόμενη στην ίδια εισηγητική έκθεση, κατάθεση του μάρτυρα Δ. Χ. που εξέτασε ο ήδη εκκαλών, στο πλαίσιο της παραπάνω δίκης, καθώς και από τα προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα, καταστημάτων των εφεσιβλήτων - εναγόντων. Συγκεκριμένα ο πρώτος ενάγων και νυν πρώτος εφεσίβλητος, Μ. Λ. με το από 1.3.1977 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης εκμίσθωσε κατάστημά του στο ακίνητο στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...", η διάρκεια δε της μίσθωσης ορίστηκε διετής λήγουσα την 10.3.1979, με το από 9.3.1990 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε κατάστημά του στο Ν. Μ.. Επίσης από τα από 1.9.1992, 17.5.1994, 10.9.1996, 1.3.1999 και 5.3.1999 ιδιωτικά συμφωνητικά, ο Μ. Λ. εκμίσθωσε αντίστοιχα, μ' αυτά καταστήματά του, στον Χ. Κ., για χρονικό διάστημα από 1.1.1992 μέχρι 31.8.1997, στον Η. Α., για χρονικό διάστημα από 1.6.1994 μέχρι 31.5.2000 (μίσθωση, η οποία συνεχίστηκε και μετά τη λήξη της), στον Σ. Β. για το χρονικό διάστημα από 10.9.1996 μέχρι 10.9.1999, στον Α. Τ., για το χρονικό διάστημα από 1.3.1999 μέχρι 31.12.2004 και στον Α. Γ., για το χρονικό διάστημα από 5.3.1999 μέχρι 21.12.2004. Η δεύτερη ενάγουσα και νυν δεύτερη εφεσίβλητη, με το από 1.4.1990 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε κατάστημά της επί του ακινήτου στον Κ. Π., η διάρκεια δε της μίσθωσης ορίστηκε διετής, λήγουσα την 1.4.1992, με το από 23.2.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε κατάστημά της στο ακίνητο για αόριστο χρόνο στην εταιρία "... ΕΠΕ" και με το από 1.8.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε ένα κατάστημά της, στο Γ. Τ. για το χρονικό διάστημα από 1.8.1996 μέχρι 1.8.2001. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες και νυν εφεσίβλητοι από τις 19.11.1976 και ο Α. Λ. από 6.11.1976 ασκούσαν ο καθένας χωριστά στα διαιρετά τμήματα που αναφέρονται παραπάνω διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στη φύση των ακινήτων, συνεχώς μέχρι τις 28.5.1999, οπότε έλαβε χώρα η βίαιη αποβολή του Α. Λ. και η εγκατάσταση του εναγομένου και νυν εκκαλούντα στη συννομή του ακινήτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με την ανωτέρω με αριθμό .../28.5.1999 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, Χ. Δ.. Κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δηλαδή από 19.11.1976 μέχρι τις 28.5.1999, οι ενάγοντες και νυν εφεσίβλητοι, νέμονταν, ως αποκλειστικοί κύριοι, ο καθένας, τα επίδικα διαιρετά τμήματα του ένδικου ακινήτου, που περιήλθαν αντίστοιχα σ' αυτούς, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, και κατά συνέπεια αυτοί κατέστησαν κύριοι των τμημάτων αυτών, με έκτατη χρησικτησία, καθόσον συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους, ο απαιτούμενος εικοσαετής χρόνος άσκησης της νομής των εν λόγω τμημάτων απ' αυτούς, πριν από την βίαιη αποβολή. Το γεγονός ότι, με την υπ' αριθμ. .../25.6.1998, έκθεση αναγκαστικής εκτέλεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, Χ. Δ., κατασχέθηκε την 25.6.1998 η ακίνητη περιουσία του Α. Λ. και συγκεκριμένα ποσοστό εξ αδιαιρέτου του με αριθμό ... κατηγορίας Ε' κληροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 12.062 τμ (ενδίκου ακινήτου), δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση περί κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων διαιρετών τμημάτων του ακινήτου αυτό που, από τους εφεσίβλητους-ενάγοντες, καθόσον, κατά τα παραπάνω, αυτοί, νεμόμενοι, από το Νοέμβριο του έτους 1976 (19.11.1976), ως αποκλειστικοί κύριοι, τα τμήματα αυτά, ήδη, από το Νοέμβριο του έτους 1996, πολύ πριν δηλαδή, την παραπάνω αποβολή και εγκατάσταση σ' αυτά του εναγομένου και νυν εκκαλούντα, που έγινε
στις 25.6.1998, είχαν καταστεί κύριοι των εν λόγω τμημάτων. Κατά συνέπεια, εφόσον ο Α. Λ., δικαιοπάροχος του εναγομένου-εκκαλούντος, δεν ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου κατά το χρόνο της εγκατάστασης του εναγομένου-εκκαλούντος στη νομή αυτού, ο τελευταίος δεν απέκτησε τη συγκυριότητά του κατά το ανωτέρω ποσοστό...>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκαν αυτοί αποκλειστικά κύριοι των διαιρετών και αυτοτελών τμημάτων του με αριθμό ... κληροτεμαχίου μετά των επ' αυτών κτισμάτων, που αντιστοιχούν σε κάθε διαιρετό τμήμα και συγκεκριμένα τριών συνεχόμενων καταστημάτων ο καθένας από αυτούς και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να τους τα αποδώσει. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 1054 ΑΚ, 12, 3 και 4 του ν. 3741/1929, γιατί δεν είναι δυνατή η διανομή οικοδομημένου ακινήτου με χρησικτησία, αφού προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ. Η οικοδομή αυτή, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διέπεται από τις διατάξεις του ν.3741/1929 και 1024/1971, ώστε τμήματα αυτής να είναι δεκτικά χρησικτησίας μαζί με το ανάλογο διαιρετό τμήμα του οικοπέδου, ενόψει του ότι καθένας από τους αναιρεσίβλητους αναγνωρίστηκε κύριος, όπως προαναφέρεται, όχι μόνον διαιρετών τμημάτων του οικοδομημένου οικοπέδου, αλλά και των αντίστοιχων διαιρετών τμημάτων της οικοδομής, όπως ήταν το αίτημα της ένδικης αγωγής. Ακόμη η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, αφού τα εκτιθέμενα ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε. Επομένως είναι βάσιμοι ο πρώτος από τον αριθμό 1 και ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί , σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔικ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Πρέπει, ακόμη, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος μετά από αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1199/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους Δικαστές είναι εφικτή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατατέθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια