ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ - Αριθμός 459/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα - Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την εκούσια διαδικασία με αριθμό 6168/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της 2970/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτή είχε τεθεί σε μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή σχετικής αίτησης της αναιρεσείουσας και είχε διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης καθώς και εποπτικό συμβούλιο

Απόφαση 459 / 2014    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 459/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Ρ. το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., η οποίας παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ....
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Π. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 2. Γ. Λ. του Ν., κατοίκου ... 3.Σ. Λ. του Ν., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωτσαρίδη, και 4. Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, ως αιτούντος τη θέση του Π. Ρ. σε δικαστική συμπαράσταση. Ο 4ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2009 αίτηση και πρόσθετη παρέμβαση δια των προτάσεων της ήδη αναιρεσείουσας, και με την από 22-12-2009 πρόσθετη παρέμβαση των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2970/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 6168/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-4-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 23-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την εκούσια διαδικασία με αριθμό 6168/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της 2970/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτή είχε τεθεί σε μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή σχετικής αίτησης της αναιρεσείουσας και είχε διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης καθώς και εποπτικό συμβούλιο. Η αίτηση, αντίγραφο της οποίας έχει επιδοθεί τόσο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όσο και στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει, αντίστοιχα, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες .../2013 και .../2013 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών …, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 και 741 ΚΠολΔικ ] .
2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που έπρεπε να εφαρμοσθεί αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Α. Ρ. και Γ. Κ. από το μεταξύ τους γάμο απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, τον Π. Ρ., που γεννήθηκε το έτος 1959.Ο Π. Ρ. ήδη από την παιδική του ηλικία παρουσίαζε βαταρισμό (τραύλισμα), γεγονός που καθόρισε σε ικανό βαθμό την εξέλιξη της προσωπικότητάς του. Παρά την ύπαρξη όμως του ως άνω προβλήματός του κατάφερε να τελειώσει τις γυμνασιακές του σπουδές στην Ιταλική σχολή Αθηνών, από την οποία απεφοίτησε το έτος 1977.Στη συνέχεια φοίτησε στο εργαστήριο Ελευθέρων σπουδών "ΚΟΡΕΛΚΟ", ακολουθώντας την κατεύθυνση του λογιστή και ολοκλήρωσε τις σπουδές του μεταξύ των ετών 1979-1980.Ακολούθως υπηρέτησε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία και απελύθη από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού στις 23- 8-1982. Μετά την απόλυσή του εργάσθηκε στο εργοστάσιο της θείας του για δύο περίπου έτη και έκτοτε ουδέποτε εργάσθηκε, ούτε και είχε καμία άλλη απασχόληση. Ο θάνατος της μητέρας του συμπαραστατέου, το έτος 1976,όταν ήταν 17 ετών, επηρέασε τον συναισθηματικό κόσμο του, ενώ περίπου δέκα έτη αργότερα ο πατέρας εγκαταστάθηκε σε άλλη οικία και έτσι ο εν λόγω Π. Ρ. ζούσε έκτοτε μόνος του, χωρίς να έχει συχνή επικοινωνία με τον πατέρα του. Η δυσκολία στην άρθρωση και ο προστατευτισμός των γονέων του είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργήσει έναν κλειστό χαρακτήρα, με απουσία φίλων κα συμμετοχής σε κοινωνικές εκδηλώσεις, καθώς και με έλλειψη ενδιαφέροντος προς αναζήτηση εργασίας, γεγονός βέβαια που δικαιολογείται από την πολύ καλή οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. Πάντως έως την ηλικία των 23 ετών δεν διαπιστώνεται καμιά ένδειξη περί την ύπαρξη κάποιας ψυχικής ή διανοητικής πάθησης και μάλιστα σοβαρής, η οποία να παρακώλυε το σχηματισμό της κρίσης και βούλησής του. Μετά την αποχώρηση του πατέρα του από την κοινή οικογενειακή στέγη και τη χωριστή πλέον εγκατάστασή τους, ο Π. Ρ. ζει πλέον, όπως προαναφέρθηκε, μόνος του και διάγει βίο μονήρη, διατηρώντας περιορισμένες επαφές με τον πατέρα του και τους συγγενείς του από την πατρική γραμμή, δηλ. τις θείες του Α. Λ. και Ε. Κ. και τα ξαδέλφια του Σ. και Γ. Λ., με τους οποίους συγγενείς εξακολούθησε να έχει επαφές και μετά το θάνατο του πατέρα του το έτος 2005. Ειδικότερα, λόγω του "complex" που του είχε δημιουργήσει ο τραυλισμός και οι εν γένει συνθήκες της ζωής του (θάνατος της μητέρας του, απομάκρυνση του πατέρα του κλπ),ο Π. Ρ. κατέστη δειλός και μοναχικός, έπαυσε να ενδιαφέρεται για την εξωτερική του εμφάνιση και την υγιεινή του, εν στην καθημερινότητά του έκαναν την εμφάνιση τους ιδεοληψίες, συχνά ένιωθε φόβους για την επαφή του με άλλους ανθρώπους και προσάρμοζε ανάλογα την καθημερινότητά του, ενώ επίσης κατά διαστήματα, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε, εμφάνιζε κατάθλιψη, χωρίς όμως να νοσηλευθεί ποτέ σε ειδική ψυχιατρική μονάδα. Την ανάπτυξη των φαινομένων αυτών παραδέχθηκε ο ίδιος ο πάσχων κατά την από 10-6-2009 εξέταση του από τον διευθυντή της ΑΙ Ψυχιατρικής Κλινικής του Αιγινήτειου Νοσοκομείου Αθηνών καθηγητή ψυχιατρικής Π.. Ακολούθως και μετά απουσία πολλών ετών εμφανίστηκε στον συμπαραστατέο, περί το έτος 2008,η εξαδέλφη του και ήδη εκκαλούσα Σ. Ρ. η οποία προσφέρθηκε να τον βοηθήσει και τελικά μετά από πρωτοβουλία αυτής διατάχθηκε με παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών η ακούσια νοσηλεία του και έτσι αυτός εισήχθη στο Δρομοκαϊτειο Νοσοκομείο, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος επί έξι περί που μήνες μέχρι δηλαδή την έκδοση της υπ'αριθμ.1614/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 26-6-2009 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για ακούσια νοσηλεία του Π.Ρ. σε κατάλληλη μονάδα ψυχική υγείας. Μετά την έξοδό του από το ψυχιατρείο τον περιέθαλψαν και εξακολουθούν να τον φροντίζουν, παρέχοντάς του χρήματα και στέγη, η θεία του Α. Λ. και τα ξαδέλφια του Σ. και Γ. Λ., με τους οποίους έχει στενότερους δεσμούς και προτιμά αυτούς ως συγγενείς, όπως προκύπτει και από τις σχετικές δηλώσεις του στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά καθώς και στα πρακτικά της πρωτοβάθμια δίκης, ενώ από την ίδια εξέτασή του προέκυψε ότι δεν θέλει να έχει σχέσεις με την εξαδέλφη του Σ. Ρ.. Περαιτέρω, από τις ψυχιατρικές εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε ο συμπαραστατέος εξ αφορμής της ακούσιας νοσηλείας του, αλλά και από τα περιστατικά της προηγούμενης ζωής του που προαναφέρθηκαν, δεν επιβεβαιώνεται ότι αυτός είναι εκ γενετής διανοητικά και ψυχικά άρρωστος ή ότι πάσχει από χρόνια σχιζοφρένεια, καθόσον εάν αυτή υπήρχε, θα είχε αποδομήσει πλήρως την προσωπικότητά του με συνέπεια, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση εκπτώσεως των νοητικών του λειτουργιών. Αντίθετα, ο ανωτέρω εμφανίζει διαταραχές της προσωπικότητας και υπό την επίδραση ψυχοπιεστικών καταστάσεων εκδηλώνει χρονίσασες ψυχωτικού τύπου εκδηλώσεις με αρνητικά συμπτώματα και στοιχεία κατάθλιψης, χωρίς όμως η πάθηση αυτή να αποκλείει τη χρήση του λογικού και της βούλησής του και της δυνατότητάς του να επιμεληθεί του εαυτού του. Τα παραπάνω προκύπτουν ειδικότερα από την με ημερομηνία 12-10-2009 ιατρική γνωμάτευση του ψυχίατρου Γ. Π., που διορίσθηκε με υπ' αριθμ.1340/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι στη λειτουργία της σκέψης του Π. Ρ. εμφανίστηκε βαθμός βραδύτητας, όχι όμως ανακοπές, η δομή της σκέψης του ήταν χωρίς διαταραχές και δεν διαπιστώθηκε χάλαση του συνειρμού, δεν ελέγχονται παραληρητικές ιδέες, ενώ εμφανίζει ικανοποιητικού βαθμού ευαισθησία και αναγνώριση της ψυχοπαθολογικής του κατάστασης, καθώς και ότι η φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει έχει βελτιώσει την κατάσταση αυτή, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο πάσχω εμφανίζει χρονίσασες (δηλαδή όχι κατ'ανάγκη μόνιμες) ψυχωσικού τύπου εκδηλώσεις με ιδεοκαταναγκαστικούς συντελεστές και καταθλιπτικά στοιχεία και ότι είναι ικανός να κρίνει το συμφέρον της υγείας του. Εξάλλου και ο τεχνικός σύμβουλος ψυχίατρος Σ. Κ. που διορίστηκε από τον Π. Ρ. και τον εξέτασε κατά τη διάρκεια της ακούσιας νοσηλείας του, στην από 4-9-2009 έκθεσή του αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι η ροή του λόγου και η δομή της σκέψης του εξετασθέντος υποδηλώνουν τη πλήρη επαφή και επικοινωνία με το περιβάλλον, τη τετράγωνη λογική του και τη καλή μνήμη, ότι πάσχει από διαταραχή της προσωπικότητας, η οποία κάτω από ψυχοπιεστικές καταστάσεις εμφανίζει επιδείνωση με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται ψυχωτικού τύπου εκδηλώσεις με καταθλιπτικούς συντελεστές και εν τέλει αναφέρει ότι ο εξετασθείς δεν πάσχει από χρόνια ψύχωση, έχει πλήρη επίγνωση της καταστάσεώς του και είναι εν γένει ικανός να φροντίζει τον εαυτό του. Επίσης, και ο έτερος τεχνικός σύμβουλος του Π.Ρ., ψυχίατρος Α .Δ., στην από 9-9-2009 ψυχιατρική έκθεση τεχνικού συμβούλου αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι ο λόγος του Ρ. ήταν περιορισμένος σε όγκο, αλλά είχε ειρμό και συνοχή και δεν είχε διαταραχές σκέψεις, ότι ο ίδιος παραδέχθηκε, ότι είχε φοβίες στην επαφή με τον κόσμο και ότι προτιμούσε να μένει μόνος, ενώ αναγνώρισε ότι έχει ψυχολογικά προβλήματα γνώριζε που βρισκόταν, ήταν ενήμερος για τα τελευταία νέα, ενώ δεν είχε παρουσιάσει επιθετικές τάσεις, ούτε τάσεις αυτοκτονίας και δεν εμφανίζει ψυχωσικά συμπτώματα. Πρέπει δε να παραλληλισθεί προς τις παραπάνω και η από 2-7-2009 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Ε. Φ., ο οποίος την 2-7-2009 εξετάζοντας τον πάσχοντα διέγνωσε όμοιες "ψυχωτικού τύπου εκδηλώσεις", ενώ ο ψυχίατρος Γ. Π. ο οποίος παρακολούθησε τον συμπαραστατέο μετά τη νοσηλεία του στο ψυχιατρείο, στις δύο ιατρικές βεβαιώσεις, προβαίνει στη διάγνωση ότι ο Π.Ρ. πάσχει από χρονίσασα ψυχονευρωτική κατάσταση (όχι ψυχωτική) με στοιχεία κατάθλιψης, ότι ο εξετασθείς έχει τη χρήση του λογικού και ότι η αντίληψη, η βούληση και η κρίση του είναι καλές. Εξάλλου, κατά την επικοινωνία που είχε και το παρόν Δικαστήριο με τον Π. Ρ., η ο ποία έλαβε χώρα κατά την παρούσα συζήτηση, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για άτομο σοβαρό, ευγενικό, μορφωμένο, αξιοπρεπές, το οποίο αντιλαμβάνεται πλήρως την πραγματικότητα και ενημερώνεται για τα τρέχοντα θέματα και απλώς, λόγω της κατάθλιψης που εμφανίζει, παραμελεί εν μέρει την εξωτερική του εμφάνιση. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η διαπιστωθείσα κατάσταση του Π. Ρ., η οποία διαρκεί ουσιαστικά αμετάβλητη επί πολλά έτη, δεν καθιστά αναγκαία τη συνεχή φροντίδα και προστασία του από άλλο άτομο, αφού ο ίδιος δεν αδυνατεί να επιμεληθεί του εαυτού του και της περιουσίας του. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει περίπτωση θέσεως του πάσχοντος σε πλήρη ή μερική δικαστική συμπαράσταση. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω κατάσταση του πάσχοντος, σε συνδυασμό με την όλη προσωπικότητα αυτού, την κοινωνική του θέση και τη φύση και σπουδαιότητα του συνόλου των περιουσιακών του υποθέσεων (ύπαρξη ακινήτων και χαρτοφυλακίου μετοχών, επικείμενη ανέγερση σύγχρονης πολυώροφης κατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής στη θέση της πατρικής του οικίας), καθώς και την έλλειψη σχετικής εμπειρία περί το χειρισμό τέτοιων υποθέσεων κατά τη διάρκεια του μέχρι τώρα βίου του, το Δικαστήριο κρίνει ότι, λόγω της σπουδαιότητας και πολυπλοκότητας των υποθέσεων αυτών, σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα να απουσιάσουν στοιχεία επιβάρυνσης της ψυχικής κατάστασης του πάσχοντος από το ενδεχόμενο λήψης εκ μέρους του εσφαλμένων για τα συμφέροντα του αποφάσεων, επιβάλλεται η λήψη του μέτρου της μερικής επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης, κατά την οποία ο πάσχων θα συνεπικουρείται από τον κατάλληλο δικαστικό συμπαραστάτη και θα αφορά το μέτρο αυτό την κατάρτιση ενοχικών και εμπραγμάτων δικαιοπραξιών επί ακινήτων και την παροχή εντολής και πληρεξουσιότητας για τη σύναψή τους, την ανάληψη χρημάτων από τραπεζικούς λογαριασμούς, καθώς και την παροχή εντολής προς διενέργεια αγοραπωλησιών επί μετοχών ή άλλων κινητών αξιών. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το κατάλληλο πρόσωπο για την ανάληψη του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη είναι η Μ. Γ., πρώην σύζυγος του θανόντος πατέρα του πάσχοντος, η οποία διορίστηκε με την υπ' αριθμ.3012/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σε αντικατάσταση του αρχικώς διορισθέντος Κ. Τ.) και η οποία θεωρείται ότι θα επιτελέσει το έργο της με την κατάλληλη προσοχή και επωφελώς για τα συμφέροντά του συμπαραστατέου, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες του, ήτοι με την απαιτούμενη ωριμότητα και σύνεση και κοινωνική εμπειρία και δεν εμπίπτει σε οποιοδήποτε νόμιμο κώλυμα, ενώ και ο ίδιος ο συμπαραστατέος είναι ευχαριστημένος με αυτή, όπως δήλωσε τόσο στην εξέτασή του στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, αλλά και στα υπ'αριθμ.3012/2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Σημειώνεται μάλιστα ότι ο ανωτέρω δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να έχει ανάμιξη στις υποθέσεις που τον αφορούν η Σ. Ρ.." Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι με σαφή και επαρκή αιτιολογία στηρίζει το διατακτικό του, δηλαδή την απόρριψη της έφεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία ο Π. Ρ. είχε τεθεί σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση, κατά τρόπο που παρέχει την ευχέρεια στο παρόν Δικαστήριο να ελέγξει αναιρετικά αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε [άρθρο 1666 ΑΚ].
Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο με τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές του ως προς το είδος της δικαστικής συμπαράστασης στο οποίο έθεσε τον πρώτο αναιρεσίβλητο Π. Ρ. και ειδικότερα ως προς την παραδοχή του ότι δεν συντρέχει περίπτωση να τεθεί ο προδιαληφθείς σε πλήρη ή μερική [στερητική] δικαστική συμπαράσταση, περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, "διότι ενώ δέχθηκε ότι από τις ψυχιατρικές εξετάσεις, που υπεβλήθη ο Π. Ρ. εξ αφορμής της ακούσιας νοσηλείας του, αλλά και από τα περιστατικά της προηγούμενης ζωής του προέκυψε η ικανότητα του Π. Ρ. να φροντίζει μόνο τον εαυτό του, εν τούτοις έκρινε αντιφατικά και δίχως αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, ότι ο συμπαραστατέος Π. Ρ. μπορεί να επιμεληθεί και τη περιουσίας του και ότι δεν συντρέχει για το λόγο αυτό περίπτωση θέσεως του πάσχοντος σε πλήρη ή μερική δικαστική συμπαράσταση χωρίς να παρατίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία αποδεικνύονταν η ικανότητα του Π. Ρ. ως προς τη διαχείριση και των θεμάτων, που άπτονται της περιουσίας του". Αβασίμως προβάλλεται επίσης και ο δεύτερος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ίδια αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε αιτιολογία άλλως διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την καταλληλότητα της Μ. Γ. να διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης του προαναφερθέντος, καθώς και ως προς τη καταλληλότητα των διορισθέντων μελών του Εποπτικού Συμβουλίου. Τούτο δε διότι το Εφετείο κατέληξε στη σχετική κρίση του, περί της καταλληλότητας των παραπάνω προσώπων, [όπως σαφώς προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της απόφασής του], αφού συνεκτίμησε τη γνώμη του συμπαραστατέου σε συνδυασμό με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτή έχει διαμορφωθεί, τους δεσμούς του με το συγκεκριμένο πρόσωπο, τον κίνδυνο από την τυχόν υφιστάμενη αντίθεση συμφερόντων και γενικώς το κατά πόσον ο διορισμός του παραπάνω προσώπου ως δικαστικού συμπαραστάτη και των λοιπών ως μελών του εποπτικού συμβουλίου θα συμβάλει στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος αυτού στον οποίο αφορά το μέτρο. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, καθώς και οι τέταρτος και έκτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται η ίδια πλημμέλεια και συγκεκριμένα αφενός μεν ότι η αναιρεσιβαλλομένη στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς την ασθένεια του πρώτου αναιρεσίβλητου και αφετέρου ως προς τον ισχυρισμό της σχετικά με τη καταλληλότητα του υιού της αναιρεσείουσας να διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης και την καταλληλότητα του συζύγου της και της Ε. Κ. να διορισθούν ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον με την επίκληση της συνδρομής της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
3. Με το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ του ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης (και) όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να συνεκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 759 και 760 ΚΠολΔικ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το φερόμενο ως αγνοηθέν μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης [Ολ ΑΠ 2/08] επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια της περ.11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενη αντίστοιχα, αφενός μεν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο 13 έγγραφα, που αφορούν κυρίως ιατρικές γνωματεύσεις και βεβαιώσεις σχετικά με την ψυχική υγεία του τεθέντος υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση πρώτου αναιρεσίβλητου, με τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι, αν τα ελάμβανε υπόψη του, θα οδηγούνταν στην αποδοχή της άποψης της αναιρεσείουσας, ότι ο προδιαληφθείς έπρεπε να τεθεί σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση, αφετέρου δε ότι δεν έλαβε υπόψη του άλλα 28 έγγραφα που αφορούν κυρίως πληρεξούσια και συμβόλαια πώλησης ακινήτων και μετοχών, γραφολογική πραγματογνωμοσύνη κλπ, με τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι αν τα ελάμβανε υπόψη του θα οδηγούνταν σε διαφορετική κρίση ως προς την καταλληλότητα της Μ. Γ. να διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης καθώς και ως προς την καταλληλότητα των προσώπων που διορίσθηκαν μέλη του εποπτικού συμβουλίου. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής και μάλιστα τις σκέψεις για την ψυχική κατάσταση του πρώτου αναιρεσίβλητου, καθώς και την καταλληλότητα των παραπάνω προσώπων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε ως αποδεικτικό υλικό και τα εν λόγω έγγραφα, για να καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, ως προς τη κατάσταση της ψυχικής υγείας του πρώτου αναιρεσίβλητου και την καταλληλότητα των παραπάνω προσώπων.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, [άρθρο 176 ΚΠολΔικ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της Σ. Ρ. για αναίρεση της 6168/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια