
Απόφαση 11 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 11/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Αριθμός 11/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικό Δημόσιο νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην . το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ι. Χ. του Μ., 2)Α. συζ. Ι. Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο .... με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2002 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 310/2008 του ιδίου Δικαστηρίου, 385/2012 Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-7-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 21-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 385/2012 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 310/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας αυτού στο ακίνητο, που περιγράφεται. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (32.3), που ίσχυαν και στη Θεσσαλία από την απελευθέρωσή της, δηλαδή από το έτος 1881, κατά τις οποίες , σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ κρίνεται η κτήση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο επί συνεχή τριακονταετία, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12, Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος μπορούσε να συνυπολογίσει το χρόνο των δικαιοπαρόχων του για τη συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιοπαρόχου του, για την ειδική δε διαδοχή και μάλιστα και για τη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου, χρειαζόταν δικαιοπραξία υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το ν. τη' της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." άσκηση δε νομής προκειμένου για ακίνητο συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω στο πράγμα που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει ως δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η φύλαξη, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση του ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθεαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κοινώς κρατούσα έννοιά της κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το ν. της 21-6/03-07-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων εφαρμόζονται εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως την 11-09-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ΝΔ/τος της 22-4/26-05-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε την 26-05-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Έτσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου δημοσίου, δάσους ή δασικής έκτασης για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητά του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 10/2011). Εξ ετέρου κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης για έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ερμηνείας της . Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, επί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση <<...>> της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., στο αριστερό άκρο της Εθνικής οδού ...-Θεσσαλονίκης και δεξιά του αντιπλημμυρικού αναχώματος του Πηνειού ποταμού, όπως αυτό απεικονίζεται στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνέταξε η τοπογράφος μηχ/κός ΠΕ/Α Κ. Ε., έχει εμβαδόν 17.149,50 τμ. και συνορεύει βορειοδυτικά σε πλευρές μήκους 15,84 μ., 32,55 μ. και 111,82 μ., με όριο απαλλοτρίωσης αναχώματος και σε πλευρές μήκους 8,28 μ., 63,29 μ., 11,40 μ., 158,34 μ., 21,95 μ., 80,16 μ. και 7,41 μ., με εναπομείναντα τμήματα των με αριθμούς ... ακινήτων ιδιοκτησίας Β. Α., Β. και Κ. Φ. και Ι. Τ. που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την κατασκευή του αναχώματος του Πηνειού ποταμού, βορειοανατολικά σε πλευρά μήκους 15,56 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτιοανατολικά σε πλευρές μήκους 59,49 μ., 56,71 μ., 157,31 μ., 73,60 μ. και 10,95 μ. με όριο απαλλοτρίωσης Εθνικής Οδού ...-Θεσσαλονίκης και δημόσια απαλλοτριούμενη έκταση και νοτιοδυτικά σε πλευρές μήκους 15,55 μ. και 73,21 μ. με ιδιοκτησία Β. και Φ., αντίστοιχα. Το ακίνητο τούτο περιήλθε στους εναγομένους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα κατά μεν τα 7.500 τ.μ. με αγορά από τον αληθινό κύριο Α. Χ. δυνάμει του με αριθμ. .../29-12-1989 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Δημητρίου Ζάγουρα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., όπως αυτό διορθώθηκε ως προς τα όρια του μεταβιβασθέντος ακινήτου με το με αριθμ. .../12-5-2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Βιργινίας Παπαγεωργίου. Κατά την υπόλοιπη δε έκταση των 10.000 τ.μ. περίπου περιήλθε στους ίδιους (εναγόμενους) με αγορά από τον ίδιο ως άνω δικαιοπάροχό τους, Α. Χ., για την οποία συντάχθηκε το με αριθμ. .../30-10-1992 προσύμφωνο του ως άνω συμβολαιογράφου, χωρίς να επακολουθήσει η σύνταξη οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης. Όμως, οι εναγόμενοι από τον χρόνο σύνταξης του ανωτέρω προσυμφώνου έλαβαν τη νομή του τμήματος αυτού από τον εκ προσυμφώνου πωλητή τους ο οποίος αντίστοιχα τους παρέδωσε τη νομή (βλ. δηλώσεις τους στο προαναφερόμενο προσύμφωνο), παρέχοντάς τους μάλιστα και την εντολή (πληρεξουσιότητα) να υπογράψουν με αυτοσύμβαση το οριστικό συμβόλαιο, δοθέντος ότι το τίμημα των 3.000.000 δραχμών καταβλήθηκε αυθημερόν με τη σύνταξη του συμβολαίου, όπως αναγράφεται σ' αυτό. Στον δικαιοπάροχο των εναγομένων Α. Χ., το ως άνω επίδικο ακίνητο περιήλθε κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον αληθινό κύριο Κ. Α. του Β. δυνάμει του με αριθμ. .../3-7-1951 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ... Περικλή Γαρδίκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου .... Ολόκληρη δε την έκταση αυτή ο ανωτέρω Α. Χ. την κατείχε και τη νεμόταν από το έτος 1951 με διάνοια κυρίου. Ασκούσε σ' αυτή όλες τις πράξεις νομής που ταιριάζουν στη φύση της ήτοι την επέβλεπε και την καλλιεργούσε με σιτηρά και δημητριακά και σ' ένα τμήμα της διατηρούσε χοιροστάσιο. Τις ίδιες πράξεις νομής ασκούσαν και οι εναγόμενοι από τότε που το ως άνω ακίνητο περιήλθε σ' αυτούς. Στον ως άνω δικαιοπάροχο του Α. Χ., Κ. Α. και τη μητέρα του τελευταίου Κ. χα Β. Α. καθώς και τα αδέλφια του Β., Α., Α., Μ. και Ε. Β. Α., το επίδικο περιήλθε μεταξύ άλλων αγρών, από κληρονομιά του πατρός αυτών και συζύγου της δεύτερης, Β. Α. που πέθανε στις 2-10-1043, δυνάμει της με αριθμ. .../13-9-1943 δημόσιας διαθήκης που συνέταξε ο συμβολαιογράφος ... Ιωάννης Μαλάκης, που δημοσιεύθηκε με τα με αριθμ. 185/19-10-1943 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, στην οποία (κληρονομιά) οι ανωτέρω κληρονόμοι αναμείχθηκαν με πρόθεση κληρονόμου και υπεισήλθαν σ' αυτή, νεμόμενοι έκτοτε όλη την κληρονομιαία περιουσία με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Το έτος 1951 μετά την αγορά από τον Α. Χ. του 1/8 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου καθώς και άλλων αγρών σε διάφορες τοποθεσίες της περιοχής αυτής, συνολικού εμβαδού 72 στρεμμάτων περίπου, ο ανωτέρω Α. Χ. συμφώνησε με τους ως άνω κληρονόμους του Β. Α., μετά από άτυπη διανομή που έλαβε χώρα μεταξύ τους, να λάβει στην κυριότητά του διαιρετό τμήμα στην περιοχή "..." μεγαλύτερης μάλιστα έκτασης από το αγορασθέν απ' αυτόν, αξιολογώντας την τότε αξία των υπό διανομή κτημάτων. Έτσι περιήλθε σ' αυτόν ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, το οποίο κατείχε και νεμόταν έκτοτε με διάνοια κυρίου μέχρι το χρόνο μεταβίβασής του στους εναγομένους. Στον ως άνω κληρονομούμενο Β. Α. είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο μαζί με άλλους αγρούς συνολικού εμβαδού 72 στρεμμάτων περίπου με αγορά από τον αληθινό κύριο Α. Κ. Λ., δυνάμει του με αριθμ. .../18-8-1914 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ... Πανταζή Μουλούλη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου .... Έκτοτε δε ο ανωτέρω Β. Α. το είχε στην κατοχή του με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καλλιεργώντας αυτό με σιτηρά ή ως αμπελώνα, έως τον κατά το έτος 1943 θάνατό του. Στον Α. Κ. Λ., το επίδικο περιήλθε μεταξύ άλλων αγρών εμβαδού 48 στρεμμάτων περίπου από τους οποίους οι κείμενοι στη θέση "..." έχουν εμβαδόν 35 στρεμμάτων περίπου α) με το με αριθμ. .../28-8-1902 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Επαμεινώνδα Φαρμακίδη (αγορά από την αληθινή κυρία Α. χα Α. Μ. 2 στρεμμάτων στη θέση "...") που μεταγράφηκε νόμιμα, β) με το με αριθμ. .../23-2-1895 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... Αγαθάγγελου Ι. (αγορά από τον αληθινό κύριο Α. Δ. 23 στρεμμάτων) και γ) με το με αριθμ. .../3-2-1897 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... Νικ. Μπαλάφα (αγορά από τον αληθινό κύριο Γ. Κ. 10 στρεμμάτων). Στους δικαιοπαρόχους του ανωτέρω Α. Κ. Λ., Α. Δ. και Γ. Κ. το επίδικο περιήλθε: α) στον πρώτο (Α. Δ.) κατά ένα μέρος και ειδικότερα έκταση 10 στρεμμάτων από αγορά από τον αληθινό κύριο Κ. Ζ., με το με αριθμ. .../9-2-1886 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... Αγαθάγγελου Ι., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο II με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ...), στον δε Κ. Ζ. από αγορά κατά ένα μέρος (έξι στρέμματα) από την αληθινή κυρία Φ. Ι. Α. με το με αριθμ. .../8-7-1882 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... Νικ. Λάσκαρη και κατά το υπόλοιπο μέρος (τέσσερα στρέμματα) από τον αληθινό κύριο Γ. Ι. Α. με το με αριθμ. .../2-12-1882 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... Νικ. Λάσκαρη, β) στον δεύτερο (Γ. Κ.) από αγορά από τους αληθινούς κυρίους Γ. και Χ. Γ. με το με αριθμ. .../22-2-1896 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου ... Νικ. Μπαλάφα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου .... Όλοι οι ανωτέρω απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγομένων από το έτος 1881 οπότε απελευθερώθηκε η Θεσσαλία και μετέπειτα, κατείχαν και νέμονταν το επίδικο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και σε συνδυασμό με τους προαναφερομένους τίτλους, ασκούσαν σ' αυτό, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που ταιριάζουν στη φύση του, ήτοι επέβλεπαν αυτό και το καλλιεργούσαν με δημητριακά και άλλα προϊόντα. Η καλή πίστη των ανωτέρω (για το χρόνο πριν από την εισαγωγή του Α.Κ.) τεκμαίρεται από την ύπαρξη των προαναφερομένων τίτλων. Έτσι αυτοί απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της διενέργειας διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου καλόπιστα και με διάνοια κυρίου από τους απώτερους και τον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγομένων Α. Χ. και επομένως περί της κτήσεως κυριότητας επ' αυτού, στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα Α. Κ. σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα συμβόλαια. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881) και μέχρι αυτήν Τουρκικό Νεκροταφείο ήτοι δημοσία κοινόχρηστη γαία του Οθωμανικού δικαίου, καθόσον με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αποτελούσε ανέκαθεν αγροτική έκταση, καλλιεργούμενη με διάφορα δημητριακά και ως αμπελοχώραφα (βλ. και προσκομιζόμενο από του έτους 1880 χάρτη της πόλεως ..., όπου τα νεκροταφεία απεικονίζονται εντός των, ορίων της πόλεως). Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι τούτο "ως κοινόχρηστη δημόσια γαία", η οποία ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού και ως εκ τούτου εξαιρέθηκε από τη χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν.Δ. 22-4/16-5/1926 "Περί Διοικητικής αποβολής από των κτισμάτων της ...". Ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι το ενάγον από το έτος 1881 έως το 1994 νεμήθηκε το επίδικο ως τμήμα του με ... δημοσίου κτήματος με την πεποίθηση ότι είναι κύριο αυτού προβαίνοντας σε δημοπρασίες προς εκποίησή του σε τρίτους και παραχωρώντας τμήμα του σε τρίτους όπως ισχυρίζεται. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι το με αριθμ. ... δημόσιο κτήμα του οποίου ισχυρίζεται το ενάγον ότι αποτελεί το επίδικο ενεγράφη ως τέτοιο το έτος 1946. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι στο οικείο κτηματολογικό διάγραμμα που αφορά την απαλλοτριωθείσα κατά το έτος 1958 έκταση δυνάμει του από 12-7-1958 Β.Δ/τος (ΦΕΚ 115/1958 τ.Α' ), προς κατασκευή της Εθνικής Οδού ...-Τεμπών-Κατερίνης, το ενάγον φέρεται κύριο, μετά την κατά το έτος 1946 εγγραφή του με αριθμ. ... δημοσίου κτήματος, μόνο των με αριθμ. ... τεμαχίων τα οποία αποτελούν την παλαιά δημοσία οδό, ... .... Το ενάγον προκειμένου να θεμελιώσει την επί του επιδίκου άσκηση νομής του ίδιου δια της ενεργείας πράξεων διαχειρίσεως τούτου, επικαλείται και προσκομίζει την από 15-1-1952 αίτηση του Μ. Τ. καθώς και τις από 10-3-1945 και 14-2-1947 αιτήσεις των αδελφών Β. και Σ. Κ. που απευθύνονται προς το Υπουργείο Οικονομικών με τις οποίες αυτοί ζητούν την παραχώρηση σ' αυτούς του με ... ακαλλιέργητου κτήματος του Δημοσίου, το οποίο αναφέρουν "ως τόπο απορρίψεως των απορριμμάτων του Δήμου ...". Όμως, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης το επίδικο ουδέποτε ήταν σκουπιδότοπος αλλά καλλιεργήσιμη έκταση, ο δε εκ των ανωτέρω αναφερομένων αδελφών Κ., Σ., με την με αριθμ. .../8-1-1990 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Συμβολαιογράφου ... Βασιλείου Νάνου, η οποία εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, βεβαιώνει ότι ουδεμία σχέση με το "σκουπιδότοπο" που αυτός ζήτησε να του παραχωρηθεί, ο οποίος τοποθετείται "στη σημερινή θέση του εργοστασίου γάλακτος έως τη θέση του εργοστασίου Ι." (βλ. ένορκη βεβαίωση). Επίσης η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την με αριθμ. 594/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας καθώς και την με αριθμ. 36/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας οι οποίες έκριναν επί αγωγών που άσκησαν κατά του ήδη ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου τρίτα πρόσωπα και ειδικότερα οι Γ. Γ. και κληρονόμοι Κ. Φ., κύριοι ακινήτων συνεχομένων με το επίδικο προς νότο. Κατά τις ως άνω δίκες το ήδη ενάγον (εναγόμενο τότε) υπέβαλε τον ίδιο ισχυρισμό περί υπάρξεως Δημοσίου Κτήματος με αριθμό ..., το οποίο αποτελούσε πριν από απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881) και μέχρι αυτήν Τουρκικό Νεκροταφείο ήτοι "δημοσίαν κοινόχρηστον γαίαν" του Οθωμανικού Δικαίου και ότι περιήλθε σ' αυτό [ενάγον] ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από τα ανωτέρω δικαστήρια με τις προαναφερόμενες αποφάσεις και μάλιστα αμετάκλητα καθόσον τα ασκηθέντα κατ' αυτών ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης απορρίφθηκαν με τις με αριθμ. 90/1993 και 525/1994 αποφάσεις του Εφετείου Λάρισας και τις με αριθμ. 637/1995 και 680/1997 αποφάσεις του Αρείου Πάγου αντίστοιχα>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι το αναιρεσείον δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επίδικου ακινήτου και ότι, συγκύριοι αυτού κατέστησαν οι αναιρεσίβλητοι με πρωτότυπο τρόπο [έκτακτη χρησικτησία], κατά παραδοχή της ένστασης ίδιας κυριότητας, που παραδεκτά είχαν προβάλλει προς απόκρουση της αγωγής, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο και στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την 310/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο Α) δεν παραβίασε τις διατάξεις α) του προϊσχύσαντος ΒΡΔ ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 20 παρ. 12, Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), και των άρθρων 51 Εισ. Ν.ΑΚ, 21 της 21-6/03-07-1837, του ν. ΔΞΗ/1912 , 21 του ΝΔ/τος της 22-4/26-05-1926, 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", 1045 και 1051 ΑΚ τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε , καθόσον, υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι αναφερόμενες στη νομική σκέψη προϋποθέσεις εφαρμογής τους για την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από το αναιρεσείον και β) τις ως άνω διατάξεις του προϊσχύσαντος δικαίου και τις αντίστοιχες του ΑΚ , 1045, 1051, 1193, 1199 και 51 ΕισΝΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε ως προς την ένσταση της ίδιας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, γιατί, υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και καλύπτουν διαχρονικώς την αποκτηθείσα από τον αναιρεσίβλητο κυριότητα. Ειδικότερα, με την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, έγινε δεκτό ότι η επίδικη έκταση α) δεν αποτελούσε δημόσια κοινόχρηστη γαία του Οθωμανικού δικαίου [Νεκροταφείο] πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και δεν περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου , β) δεν άσκησε σε αυτή πράξεις νομής το Ελληνικό Δημόσιο και δη κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1881 έως και 1994 και γ) ο εναγόμενος , με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, αφού το κατείχαν και το νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1881. Ενόψει δε των παραδοχών της απόφασης , που προσβάλλεται, ότι, δηλαδή, η επίδικη έκταση δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα, δεν ήταν αναγκαία, για την κτήση της κυριότητας αυτής με χρησικτησία, η απόδειξη τριακονταετούς νομής αυτής , η οποία να έχει συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915. Δεν στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, τα οποία πληρούν το πραγματικό των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, προκειμένου, κατά παραδοχή της ένστασης ίδιας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, να απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους ως προς το ουσιώδες ζήτημα έλλειψης κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα με σαφείς παραδοχές δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο α) ήταν αγροτική έκταση, καλλιεργήσιμη με δημητριακά και αμπελοχώραφο, β) κατείχαν και νέμονταν αυτό από το έτος 1881 οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του εναγομένου, καθένας από αυτούς ως καθολικός ή ειδικός διάδοχος του προηγούμενου, εκθέτοντας πώς απέκτησαν την ιδιότητα αυτή, ώστε να δικαιολογείται η προσμέτρηση στο χρόνο χρησικτησίας του εκάστοτε νομέως και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλουν δικαιώματα κυριότητας τρίτων μέχρι την έναρξη της ισχύος του Αστικού Κώδικα και έκτοτε με βάση τις διατάξεις αυτού γ) ασκούσαν τις αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση του με τη βούληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι δ) δεν είχε αφεθεί στην κοινή χρήση ως Νεκροταφείο πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 και ε) δεν άσκησε πράξεις νομής σε αυτό το αναιρεσείον. Ενόψει αυτών ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι . Οι ίδιοι δε λόγοι κατά το μέρος αυτών , που δεν αιτιώνται παραβίαση των παραπάνω διατάξεων για το ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά εσφαλμένα δεν υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, αλλά στο ότι θα έπρεπε να γίνουν δεκτά άλλα πραγματικά περιστατικά, που το αναιρεσείον πρότεινε, τα οποία και πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, είναι απαράδεκτοι, γιατί υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική, περί την εκτίμηση των πραγμάτων, κρίση του δικαστηρίου. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάχθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο. "Πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996). Συνιστά δε λόγο έφεσης και η αιτίαση για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Όμως αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων, όπως και ισχυρισμοί που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμού 8 ΚΠολΔικ, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης [ΟλΑΠ 469/1984]. Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' αντιγραφή, τις αιτιάσεις <<...δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε αιτιολογημένα τους ουσιώδεις-λυσιτελείς ισχυρισμούς του, όπως αυτοί προβλήθηκαν παραδεκτά ενώπιόν του με την έφεσή του, άλλως τους απέρριψε παντελώς αναιτιολόγητα, άλλως σιωπηρά, ενώ όφειλε, εφόσον οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί κατέτειναν στη θεμελίωση του δικαιώματος του Δημοσίου και στην κατάλυση του δικαιώματος των αντιδίκων περί κυριότητάς τους στην επίδικη έκταση, να απαντήσει με παράθεση αιτιολογημένης και ειδικής αιτιολογίας σε καθένα από αυτούς, προκειμένου να θεμελιώσει ακλόνητο πόρισμα... Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το κείμενο του δικογράφου της από 15-6-2009 Έφεσής του το Δημόσιο ισχυρίσθηκε ότι <<... η εκκαλούμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων ... αποφάνθηκε ότι οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του με στοιχεία Β' ακινήτου, εμβαδού 17.149,50 τμ., τόσο με πρωτότυπο τρόπο [έκτακτη χρησικτησία] όσο και με παράγωγο ... ότι το ακίνητο αυτό δεν περιήλθε ποτέ κατά κυριότητα, νομή και κατοχή σε εμένα ... αντίθετα αν η εκκαλουμένη εφάρμοζε και ερμήνευε ορθά τις σχετικές διατάξεις και εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις, έπρεπε να δεχθεί ότι αποδείχθηκε πλήρως, από το πλήθος των αποδεικτικών στοιχείων που εγώ το Ελληνικό Δημόσιο προσκόμισα, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρά μου, ότι όσον αφορά το με στοιχείο Β' ακίνητο των 17.149,50 τμ. ... περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή εμού του Ελληνικού Δημοσίου το έτος 1881 μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας ω διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου ... Έσφαλε, συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του βασίστηκε σε όλους τους παραπάνω τίτλους που προσκόμισαν οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι... Αν το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο λάμβανε υπόψη τους ανωτέρω ουσιώδεις ισχυρισμούς του Δημοσίου, όπως έχουν αναλυτικά προεκτεθεί, έπρεπε να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα και νομή στους αναιρεσίβλητους ... ότι το επίδικο είναι δημόσια γή, η οποία περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του Ελληνικού Δημοσίου το έτος 1881 ... και στη συνέχεια να δεχθεί την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου...>>. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι πιο πάνω ισχυρισμοί που αναφέρονται στο λόγο έφεσης, δεν αποτελούν "πράγματα", με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά άρνηση των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων, που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη για την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους και διαφορετική, από μέρους του αναιρεσείοντος, προσέγγιση και εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων ενώ πλήττεται με τις ίδιες ως άνω αιτιάσεις και η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου [ΚΠολΔικ 561]. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 12 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔικ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 12 ΚΠολΔικ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί <<... Έτσι αυτοί [αναιρεσίβλητοι] απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της διενέργειας διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου καλόπιστα και με διάνοια κυρίου από τους απώτερους και τον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγομένων Α. Χ. και επομένως περί της κτήσεως κυριότητας επ' αυτού, στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα Α. Κ. σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα συμβόλαια...>>, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην ένορκη κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων και στους τίτλους κυριότητας που επικαλέστηκαν οι τελευταίοι, απ' αυτή των μαρτύρων του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό και όχι όταν το δικαστήριο, όπως στην προκείμενη περίπτωση, εκτιμά κάποιο αποδεικτικό μέσο ως περισσότερο αξιόπιστο από ένα άλλο ή εσφαλμένως αποδίδει σ' αυτό αποδεικτική αξία, κατά την συναγωγή των αποδείξεων. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔικ [ΟλΑΠ 2/2008]. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που το αναιρεσείον προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών του και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη α) το .../20-11-2011 έγγραφο, Απόψεις της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού ..., β) την τεχνική έκθεση του Α. Τ., γ) τη διοικητική έκθεση των Α. Τ. και Χ. Κ. και δ) την κατάθεση του μάρτυρα του Ελληνικού Δημοσίου Α. Τ.. Ο ερευνώμενος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων <<... και απ' όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι...>>, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να ήταν απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2 και 22 ν.3693/1957].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 385/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου