ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ - ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ - ΑΝΑΚΟΠΗ - Αριθμός 6/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα - Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 2908-2001 από το άρθρο 936 ΚΠολΔικ ανακοπή των αναιρεσιβλήτων, ακυρώθηκε η με αριθμό .../2001 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή και αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κυριότητας αυτών στα περιγραφόμενα ακίνητα

Απόφαση 6 / 2017    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 6/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ά. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Λ. του Σ., κατοίκου ... και 2)Ε. συζύγου Π. Ζ., το γένος Σ. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο ...
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2001 ανακοπή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 1564/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 25-8-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 27-1-2016 Έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 1564/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 222/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 2908-2001 από το άρθρο 936 ΚΠολΔικ ανακοπή των αναιρεσιβλήτων, ακυρώθηκε η με αριθμό .../2001 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή και αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κυριότητας αυτών στα περιγραφόμενα ακίνητα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Από τις διατάξεις των άρθρων 798, 799 και 800 ΑΚ προκύπτει ότι η εξώδικη εκούσια διανομή ενός κοινού αντικειμένου, η οποία ρυθμίζεται από τις ανωτέρω διατάξεις και η οποία επιφέρει την λύση της κοινωνίας, προϋποθέτει σύμβαση μεταξύ όλων των κοινωνών, που έχει ως αντικείμενο την αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων τους, εις τρόπον ώστε κάθε ένας από τους κοινωνούς να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα στο συγκεκριμένο τμήμα του κοινού πράγματος που περιέρχεται εις αυτόν. Η πραγματοποιούσα την λύση της κοινωνίας αυτούσια διανομή του κοινού πράγματος (κινητού ή ακινήτου) προϋποθέτει ότι το κοινό αντικείμενο είναι διαιρετό και δύναται να διανεμηθεί μεταξύ των κοινωνών, χωρίς ουσιώδη μείωση της αξίας του σε ομοειδή μέρη, ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών. Τα μη οικοδομημένα ακίνητα μπορούν να διαιρεθούν με τη χάραξη ορίων και τη μεταβίβαση της κυριότητος των τεμαχίων σε διαφορετικά πρόσωπα. Αντίθετα, δεν είναι νομικά επιτρεπτή η αυτούσια εξώδικη άτυπη διανομή ενός οικοδομημένου ακινήτου, αλλά για το κύρος της απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του κατ' άρθρο 369ΑΚ. Κατ` εξαίρεση μπορεί να διαιρεθεί οριζόντια και κάθετα, μόνον εφόσον συντρέχουν οι όροι και οι διατυπώσεις άρθρου 480Α ΚΠολΔικ, του ν. 3741/1929 περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους, με το άρθρο 1 του οποίου αναγνωρίζεται η διηρημένη κατ` ορόφους ή μέρη αυτών ιδιοκτησία επί του αυτού οικοδομήματος, και του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου". Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νομοθετικού κειμένου: "Εν τη εννοία του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός, δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων, ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου, ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων". Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ακόμη κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔικ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔικ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔικ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 2147/2014, ΑΠ 343/2013, ΑΠ 496/2010). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Με την υπ' αριθμ .../9-7-2001 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Χ. Δ., κατασχέθηκε, με επίσπευση του εκκαλούντος- πρώτου των καθ' ων η ένδικη ανακοπή Α. Κ. και προς ικανοποίηση απαίτησης του, από την υπ' αριθμ. 6751/1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συνολικού ποσού, με τόκους και έξοδα, 6.449.731 δραχμών, κατά του δεύτερου των καθ' ων η ανακοπή Α. Λ., ποσοστό 1/6, εξ αδιαιρέτου, του υπ' αριθμό ... κληροτεμαχίου, κατηγορίας Ε' , εκτάσεως 12.062 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... και συνορεύει με ιδιοκτησία ..., με ιδιοκτησία I. Ζ., με την παλαιά δημόσια οδό ...-Θεσσαλονίκης και με αγροτικό δρόμο, εντός του οποίου υπάρχει διώροφη οικοδομή. Η οικοδομή αυτή, σύμφωνα με την παραπάνω κατασχετήρια έκθεση, αποτελείται 1) από υπόγειο, για όποιον βλέπει την οικοδομή από την εμπρόσθια πλευρά της, που βρίσκεται προς τη δημόσια οδό, ενώ, για όποιον βλέπει την οικοδομή από την οπίσθια πλευρά της, λόγω υψομετρικής διαφοράς, είναι ισόγειος χώρος, με ξεχωριστή είσοδο και αποτελείται από έξι (6)καταστήματα και συγκεκριμένα, ένα ημιυπόγειο κατάστημα, εμβαδού 80 τ.μ., περίπου, με ράμπα εισόδου, μπροστά από το οποίο υπάρχει παράπηγμα, από τούβλα και λαμαρίνες, εμβαδού 48 τ.μ., ένα κατάστημα, εμβαδού 170 τ.μ., περίπου, με ράμπα, άλλο κατάστημα εμβαδού 140 τ.μ., περίπου, με ράμπα επίσης, στο οποίο λειτουργεί συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων, ένα υπόστεγο κτίσμα, εμβαδού 110 τ.μ. και άλλο κατάστημα, εμβαδού 180 τ.μ., περίπου και 2) από ισόγειο όροφο, για όποιον βλέπει την οικοδομή από την εμπρόσθια πλευρά της, ο οποίος αποτελείται από έξι (6)καταστήματα, ένα εμβαδού 76 τ.μ., περίπου, μαζί με προσθήκη κτίσματος, τέσσερα εμβαδού 60 τ.μ., το καθένα και ένα εμβαδού 100 τ.μ., με προσθήκη λυόμενης σιδηροκατασκευής, στο οποίο λειτουργεί πρατήριο υγρών καυσίμων, με έξι (6) αντλίες και αντίστοιχες υπόγειες δεξαμενές καυσίμων, καθώς και εγκαταστάσεις αλλαγής λαδιών και πλυντηρίου αυτοκινήτων. Στο οπίσθιο δε, μέρος της οικοδομής, υπάρχει ανεξάρτητο κτίσμα 35 τ.μ., περίπου, αποτελούμενο από μία αποθήκη και δύο WC. Το παραπάνω κληροτεμάχιο, αναφέρεται στην κατασχετήρια έκθεση, ότι περιήλθε, κατά το κατασχεθέν ποσοστό 1/6, εξ αδιαιρέτου, στον καθ' ου η εκτέλεση Α. Λ., αδερφό των πρώτου και δεύτερης εφεσίβλητων- ανακοπτόντων, από κληρονομιά των γονέων τους και συγκεκριμένα, κατά μεν ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του πατέρα τους Σ. Λ., ο οποίος αποβίωσε στις 17-6-1986 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, απ' αυτούς και τη μητέρα τους Α. χήρα Σ. Λ., κατά δε ποσοστό 1/24, εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά της τελευταίας, η οποία αποβίωσε στις 6-4-1993 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου απ' αυτούς, για τις κληρονομιές δε αυτές, ο επισπεύδων-εκκαλών, μετέγραψε για λογαριασμό του οφειλέτη του, σχετικές δηλώσεις μη αποποίησης κληρονομιάς. Πριν την επιβολή της προσβαλλόμενης κατάσχεσης, ο εκκαλών, με την υπ' αριθμ .../30-10-1995 κατασχετήρια έκθεση, του δικαστικού επιμελητή, στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Χ. Δ. και προς ικανοποίηση απαιτήσεων του, από τις αναφερόμενες στην έκθεση αυτή διαταγές πληρωμής, κατά του οφειλέτη του Α. Λ. και της ομόρρυθμης εταιρίας "... ΟΕ", προέβη σε κατάσχεση του ίδιου παραπάνω κατασχεθέντος ιδανικού μεριδίου, δηλαδή ποσοστού 1/6, εξ αδιαιρέτου, του προαναφερόμενου υπ' αριθμ ... κληροτεμαχίου, Ε' κατηγορίας, εμβαδού 12.062 τ.μ., ως ιδιοκτησία του Α. Λ., η οποία αναφέρεται στην εν λόγω κατασχετήρια έκθεση, ότι περιήλθε σ' αυτόν, με τον ίδιο, προεκτιθέμενο τρόπο, που περιγράφεται και στην ένδικη κατασχετήρια έκθεση. Κατά της επισπευδόμενης, με την παραπάνω, υπ' αριθμ .../30-10-1995 κατασχετήρια έκθεση, εκτέλεσης, άσκησαν οι ήδη εφεσίβλητοι-ανακόπτοντες, κατά του ήδη εκκαλούντος- επισπεύδοντος και του καθ' ου η εκτέλεση-οφειλέτη του Α. Λ., την υπ' αριθμ καταθέσεως .../30-9-1996 ανακοπή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, επιδιώκοντας, για τους ίδιους λόγους, που αποτελούν τον πρώτο και δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής, την ακύρωση της κατασχετήριας αυτής έκθεσης και του υπ' αριθμ .../31-7-1996 Β' επαναληπτικού προγράμματος πλειστηριασμού, του ίδιου δικαστικού επιμελητή, καθώς και την αναγνώριση τους ως κυρίων, των αναφερόμενων και στην ένδικη ανακοπή διαιρετών τμημάτων, του και ήδη ένδικου ακινήτου, επικαλούμενοι ειδικότερα, όπως και με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής τους, ότι ο καθ' ου η εκτέλεση Α. Λ. δεν είναι κύριος του κατασχεθέντος ποσοστού, 1/6 εξ αδιαιρέτου, του ακινήτου αυτού, αλλά διαιρετού τμήματος του, όπως και οι ίδιοι, οι οποίοι κατέστησαν κύριοι των και ήδη επίδικων διαιρετών τμημάτων του, με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άτυπης διανομής, που έγινε το διάστημα Δεκεμβρίου 1974-Ιανουαρίου 1975, με τον ειδικότερα εκτιθέμενο και στην ένδικη ανακοπή τρόπο, με μόνη διαφορά, ότι με την ένδικη ανακοπή επικαλούνται συνέχιση των πράξεων νομής τους, επί των επιδίκων διαιρετών τμημάτων και μετά το χρόνο επιβολής της προαναφερόμενης κατάσχεσης, δηλαδή μετά την 30-10-1995 και μέχρι την επιβολή της προσβαλλόμενης με την ένδικη ανακοπή τους κατάσχεσης, δηλαδή, την 9-7-2001. Επί της παραπάνω ανακοπής, εκδόθηκε αρχικά, η υπ' αριθμ 71/1997 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που τάχθηκαν μ' αυτήν, με την υπ' αριθμ. 9/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έγινε δεκτή η ανακοπή, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της, κατά της απόφασης δε αυτής, άσκησε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την υπ' αριθμ καταθέσεως ...16-4-2004 έφεση του, ο πρώτος των καθ' ων η ανακοπή εκείνη (όπως και η ένδικη), ήδη εκκαλών, η οποία έγινε δεκτή, με την υπ' αριθμ. 3470/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας την ανακοπή, απέρριψε αυτήν και ως προς τους δύο λόγους της. Συγκεκριμένα, απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, δεχόμενο ειδικότερα, ότι έλαβε χώρα, η επικαλούμενη από τους και ήδη ανακόπτοντες άτυπη διανομή, του και ήδη ένδικου ακινήτου, η διανομή όμως αυτή "πρέπει να έγινε", μετά την 6-11-1976, έκτοτε δε και μέχρι την επιβολή της κατάσχεσης, που έγινε την 30-10-1998, δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος εικοσαετής χρόνος νομής, για την κτήση από τους και ήδη ανακόπτοντες της κυριότητας, των και ήδη επίδικων διαιρετών τμημάτων, που περιήλθαν σ' αυτούς, με την εν λόγω άτυπη διανομή, με έκτακτη χρησικτησία, τον δε, δεύτερο λόγο της, περί καταχρηστικής επίσπευσης της προσβαλλόμενης εκτέλεσης, απέρριψε ως απαράδεκτο, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων, για το λόγο ότι, η επιβληθείσα με την τότε προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. .../30-10-1995 κατασχετήρια έκθεση, κατάσχεση, είχε ήδη ανατραπεί, με την υπ' αριθμ. 112/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νέων Μουδανιών και ο πλειστηριασμός που ορίσθηκε με το προσβαλλόμενο πρόγραμμα, είχε ματαιωθεί. Κατά της παραπάνω (υπ' αριθμ. 3470/2004) απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, άσκησαν οι ήδη εφεσίβλητοι-ανακόπτοντες, την από 19-4-2005 αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε δεκτή, με την υπ' αριθμ 735/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και ειδικότερα, διότι, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της αναιρετικής απόφασης, το παρόν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, αναφορικά με το χρόνο της άτυπης διανομής του επιδίκου ακινήτου και την εντεύθεν κτήση κυριότητας των αναιρεσειόντων-ανακοπτόντων, επί διαιρετών τμημάτων του, που προέκυψαν από τη διανομή, δέχθηκε ότι "...η όποια διανομή του επιδίκου ακινήτου, πρέπει να έγινε...", μετά την υπογραφή του υπ' αριθμ. .../6-11-1976 προσυμφώνου, η ενδοιαστική δε, αυτή διατύπωση "...πρέπει να έγινε...", δηλαδή, πιθανότατα έγινε, έχει την έννοια, ότι το πόρισμα, στο οποίο καταλήγει το δικαστήριο, ότι από τότε που υπογράφηκε το προσύμφωνο αυτό, .../6-11-1976, καθώς και το προσύμφωνο διανομής, .../6-11-1976, μέχρι την επιβολή της κατασχέσεως στις 30-10-1995, δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία, ώστε οι αναιρεσείοντες να αποκτήσουν την κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, δεν είναι αναμφίβολο, αλλά έχει τη μεγαλύτερη πιθανότητα ορθότητας. Κατόπιν αυτών, αναιρέθηκε η παραπάνω, υπ' αριθμ. 3470/2004, απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές και ακολούθως, ο και ήδη εκκαλών, έφερε με κλήση του την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 173/2010 απόφαση του, ερευνώντας εκ νέου την υπόθεση, δέχθηκε την παραπάνω, υπ' αριθμ. καταθέσεως ...16-4-2004, έφεση του, κατά της υπ' αριθμ 9/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και κρατώντας και δικάζοντας την προαναφερόμενη, υπ' αριθμ' καταθέσεως .../30-9-1996 ανακοπή, απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και ως προς τους δύο λόγους της. Ειδικότερα, με την παραπάνω, υπ' αριθμ 173/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς τον πρώτο λόγο της υπ' αριθμ καταθέσεως .../30-9-1996 ανακοπής, περί κτήσεως της κυριότητας των και ήδη επιδίκων διαιρετών τμημάτων του όλου ένδικου ακινήτου, από τους και ήδη εφεσίβλητους-ανακόπτοντες Μ. Λ. και Ε. Ζ., έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Ότι, το και ήδη ένδικο, υπ' αριθμ. ..., κληροτεμάχιο, Ε' κατηγορίας, αρχικής έκτασης 18.062 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη έκταση, εμβαδού 12.062 τ.μ., ποσοστό 1/6, εξ αδιαιρέτου, της οποίας κατασχέθηκε, με επίσπευση του και ήδη εκκαλούντος, με την τότε προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. .../30-10-1995, κατασχετήρια έκθεση, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Χ. Δ., όπως και με την ήδη προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. .../9-7-2001, κατασχετήρια έκθεση, του ίδιου δικαστικού επιμελητή, περιήλθε στη κυριότητα του και ήδη δεύτερου των καθ' ων η ανακοπή- οφειλέτη Α. Λ., με αγορά του, από τον Α. Α., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19-12-1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Χαλκιδικής Χρήστου Τσάτσαρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αφού προηγουμένως είχαν αρθεί, κατά το άρθρο 213 του Αγροτικού Κώδικα, οι περιορισμοί των άρθρων 208-212 του ίδιου Κώδικα, με την υπ' αριθμ. .../27-9-1961 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής και έκτοτε κατέστη δυνατή η κατάτμηση του. Ότι, ακολούθως, ο Α. Λ., με το υπ' αριθμ .../1976 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μηνά Σεΐσογλου, που μεταγράφηκε νόμιμα και το οποίο καταρτίσθηκε σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. .../1965 προσυμφώνου, του συμβολαιογράφου ... Χρήστου Τσάτσαρη, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στον πατέρα του Σ. Λ. και στον πρώτο ανακόπτοντα, ήδη πρώτο εφεσίβλητο, αδερφό του Μ. Λ., ποσοστά εξ αδιαιρέτου, του ακινήτου αυτού, 1/2 και 1/4 , αντίστοιχα, το δε υπόλοιπο ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, παρέμεινε στην κυριότητα του ίδιου. Ότι οι παραπάνω συγκύριοι του και ήδη ένδικου ακινήτου, δηλαδή, ο δεύτερος των καθ' ων η παραπάνω και η ένδικη ανακοπή, Α. Λ., ο ήδη εφεσίβλητος- ανακόπτων Μ. Λ. και ο πατέρας αυτών και της ήδη τρίτης εφεσίβλητης- ανακόπτουσας Σ. Λ., με το υπ' αριθμ .../1977 οριστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μηνά Σεΐσογλου, που μεταγράφηκε νόμιμα και καταρτίσθηκε σε εκτέλεση του υπ' αριθμ .../6-11-1976 προσυμφώνου του ίδιου συμβολαιογράφου, μεταβίβασαν στην ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "... ΟΕ", διαιρετό τμήμα, εμβαδού 6.000 τ.μ., του ακινήτου αυτού, την ίδια δε, ημέρα, της υπογραφής του παραπάνω, υπ' αριθμ .../6-11-1976 προσυμφώνου, με το υπ' αριθμ .../6-11-1976 προσύμφωνα διανομής ακινήτου, του ίδιου συμβολαιογράφου, προσυμφώνησαν να διανείμουν μεταξύ τους, το υπόλοιπο διαιρετό τμήμα του, εμβαδού 12.062 (18.062 - 6.000) τ.μ. και να λάβουν τα ακόλουθα διαιρετά τμήματα: Ο μεν Α. Λ. διαιρετό τμήμα, εμβαδού 2.000 τ.μ., με το κατάστημα ανταλλακτικών, που υπάρχει σ' αυτό και το κάτω από αυτό υπόγειο, οι δε Σ. Λ. και Μ. Λ., το υπόλοιπο διαιρετό τμήμα, εμβαδού 10.062 τ.μ., με τα καταστήματα που υπάρχουν σ' αυτό, κατά ποσοστά, εξ αδιαιρέτου, 2/3και 1/3 αντίστοιχα. Ότι, ακολούθως, οι Σ. Λ. και Μ. Λ., με το υπ' αριθμ .../19-11-1976 προσύμφωνο διανομής, του ίδιου επίσης συμβολαιογράφου (Μηνά Σεΐσόγλου), προσυμφώνησαν να διανείμουν, μεταξύ τους το προαναφερόμενο διαιρετό τμήμα, εμβαδού 10.062 τ.μ., ώστε, ο μεν Μ. Λ. να λάβει δύο διαιρετά τμήματα αυτού, εμβαδού 747,50 τ.μ. και 4.685 τ.μ, με τα καταστήματα που υπάρχουν σ' αυτά, ο δε Σ. Λ. ένα διαιρετό τμήμα αυτού, εμβαδού 4.685 τ.μ., με τα καταστήματα που υπάρχουν σ' αυτό, το οποίο (διαιρετό τμήμα), την ίδια ημέρα, με το υπ' αριθμ .../19-11-1976 προσύμφωνο, του ίδιου συμβολαιογράφου (Μηνά Σεΐσόγλου), προσυμφώνησε ο Σ. Λ. να μεταβιβάσει, στην και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη-ανακόπτουσα, θυγατέρα του, Ε. συζ. Π. Ζ., λόγω προίκας, κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία του, εφ' όρου ζωής του ίδιου και της συζύγου του Α., μητέρας των και ήδη εφεσίβλητων- ανακοπτόντων και του και ήδη καθ' ου η εκτέλεση- δεύτερου των καθ' ων η ανακοπή Α. Λ.. Έγινε τέλος δεκτό, με την παραπάνω (υπ' αριθμ. 173/2010) απόφαση, ότι, από την κατάρτιση των προαναφερόμενων προσυμφώνων διανομής και σύστασης προικός, οι και ήδη εφεσίβλητοι-ανακόπτοντες, επιλήφθηκαν της νομής των διαιρετών τμημάτων του ένδικου ακινήτου, που προσυμφωνήθηκε να λάβει ο καθένας, με τα υπάρχοντα, αντίστοιχα σ' αυτά, καταστήματα και έκτοτε, μέχρι την επιβολή της (τότε) προσβαλλόμενης κατάσχεσης, δηλαδή, την 30-10-1995, νέμονταν τα διαιρετά αυτά τμήματα, αντίστοιχα, με διάνοια κυρίου, εκμισθώνοντας τα καταστήματα που υπάρχουν σ' αυτά, σε τρίτους, δεν κατέστησαν όμως, αποκλειστικοί κύριοι των και ήδη επιδίκων αυτών τμημάτων, με έκτακτη χρησικτησία, λόγω μη συμπλήρωσης, μέχρι την 30-10-1995, του απαιτούμενου, εικοσαετούς χρόνου νομής. Στην ένδικη υπόθεση, επί της υπ' αριθμό καταθέσεως 219Π/6-9-2001 ανακοπής των ήδη εφεσίβλητων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 222/2005, εκκαλούμενη απόφαση του, δέχθηκε, ως προς τον πρώτο λόγο της ανακοπής, περί κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων διαιρετών τμημάτων, του ένδικου ακινήτου, από τους ήδη εφεσίβλητους-ανακόπτοντες Μ. Λ. και Ε. Ζ., με έκτακτη χρησικτησία, όμοιο με τον πρώτο λόγο της παραπάνω, υπ' αριθμ καταθέσεως .../30-9-1996 ανακοπής αυτών, ότι, υφίσταται δεσμευτικό δεδικασμένο, στην ένδικη υπόθεση, που απορρέει, από την υπ' αριθμ. 3470/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, λόγω ταυτότητας των διαδίκων και της ιστορικής και νομικής αιτίας, του πρώτου λόγου των ανακοπών αυτών και ειδικότερα, λόγω ταυτότητας της ιστορικής αιτίας, όσον αφορά τα προεκτιθέμενα περιστατικά, δηλαδή της κτήσης της κυριότητας του όλου ένδικου ακινήτου, από τον Α. Λ., μεταβίβασης απ' αυτόν στους Σ. και Μ. Λ., ποσοστών 1/2 και 1/4, εξ αδιαιρέτου, του ακινήτου αυτού, αντίστοιχα, της μεταβίβασης εκ μέρους και των τριών συγκυρίων, διαιρετού τμήματος, εμβαδού 6.000 τ.μ., προς την προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία, της άτυπης διανομής, το Νοέμβριο του έτους 1976, της υπόλοιπης έκτασης του ακινήτου, εμβαδού 12.062 τ.μ., μεταξύ τους, κατά τα προαναφερόμενα διαιρετά τμήματα, της κτήσης της νομής των επιδίκων διαιρετών τμημάτων, από τους ανακόπτοντες, μετά την κατάρτιση των προαναφερόμενων υπ' αριθμ. .../19-11-1976 και .../19-11-1976 προσυμφώνων διανομής και σύστασης προικός, καθώς και της άσκησης, εκ μέρους τους, της νομής των τμημάτων που περιήλθαν στον καθένα, μέχρι την 30-10-1995, οπότε επιβλήθηκε η κατάσχεση του ποσοστού 1/6, εξ αδιαιρέτου, του ένδικου ακινήτου (εμβαδού 12.062 τ.μ.), με την υπ' αριθμ. .../30-10-1995 κατασχετήρια έκθεση. Περαιτέρω δε, δέχθηκε, ότι και μετά την 30-10-1995 και μέχρι την 9-7-2001, οπότε κατασχέθηκε το ίδιο παραπάνω ποσοστό, 1/6, εξ αδιαιρέτου, του ένδικου ακινήτου (εμβαδού 12.062 τ.μ.), με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ .../9-7-2001, κατασχετήρια έκθεση, οι ήδη εφεσίβλητοι-ανακόπτοντες, συνέχισαν να ασκούν την νομή των επιδίκων διαιρετών τμημάτων, αντίστοιχα και κατέστησαν έτσι, κύριοι αυτών. Όπως προεκτίθεται, η υπ' αριθμ. 3470/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ 735/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά, δηλαδή, την έκδοση της εκκαλούμενης, υπ' αριθμ. 222/20005, απόφασης και συνακόλουθα, απέβαλε την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο (βλ. σχ. ΕφΛαρ 723/2002 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ) στην ένδικη υπόθεση, κατά το χρόνο όμως, συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η απόφαση αυτή ίσχυε και ορθά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, ότι υφίσταται δεδικασμένο, που απορρέει από την εν λόγω απόφαση, ως προς τα ειδικότερα προαναφερόμενα περιστατικά. Ο εκκαλών, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης του και με τον τρίτο λόγο της, ισχυρίζεται, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μη εκτιμώντας σωστά τις αποδείξεις, δέχθηκε, ότι έγινε άτυπη διανομή του επιδίκου ακινήτου (εμβαδού 12.062 τ.μ.)το έτος 1976 και ότι, έκτοτε, οι εφεσίβλητοι-ανακόπτοντες, απέκτησαν τη νομή των διαιρετών τμημάτων, που περιήλθαν σ' αυτούς και νέμονταν αυτά, αντίστοιχα, ο καθένας, διότι, όπως ειδικότερα ισχυρίζεται, δεν έλαβε χώρα η άτυπη αυτή διανομή, το έτος 1976, αλλά, ακόμη και αν έλαβε χώρα και οι ανακόπτοντες έλαβαν τη νομή των επιδίκων διαιρετών τμημάτων, "βάσει των προδιαλαμβανόμενων προσυμφώνων", με την πώληση, το έτος 1976, επίσης, διαιρετού τμήματος του όλου ακινήτου προς τρίτο (την προαναφερόμενη εταιρία ("... ΟΕ"), από τους συγκυρίους του, εκδήλωσαν, "με τον πλέον σαφή και πανηγυρικό τρόπο, ότι στο ανωτέρω χρονικό σημείο δεν είχαν τη βούληση και δεν νέμονταν και κατείχαν διαιρετά τμήματα έκαστος, αλλά αντίθετα θεωρούσαν τους εαυτούς τους και πράγματι ήταν, συγκυρίους σε ποσοστά εξ αδιαιρέτου" και ότι "έτσι, τεκμαίρεται ότι, κατ' αρχήν οι αντίδικοι δεν εφάρμοσαν ποτέ την προσυμφωνηθείσα διανομή και ότι σε κάθε περίπτωση δεν είχαν τη βούληση να χρησιδεσπόσουν επί διαιρετών τμημάτων και επομένως η σχετική βούληση των συμβαλλομένων στα προσύμφωνα ήταν εικονική". Ισχυρίζεται επίσης, ότι ο Α. Λ., στις 5-11-1977, υπέβαλε αίτηση στην Πολεοδομία ... "για την έκδοση νέας οικοδομικής άδειας, για την ανέγερση νέας διώροφης οικοδομής, εντός του επιδίκου ακινήτου, εμφανιζόμενος ο ίδιος ως ιδιοκτήτης ή έστω, ως εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτης ολόκληρου του ακινήτου", η οποία άδεια αναθεωρήθηκε στις 14-9-1984 και σταδιακά ανήγειρε, από το 1977 έως το έτος 1984 την οικοδομή, "ενέργειες, οι οποίες φυσικά έλαβαν χώρα εν γνώσει και προφανώς με τη συναίνεση των αντιδίκων", οι οποίοι δεν αντέδρασαν και αποδεικνύουν, ότι εξακολούθησαν να νέμονται και "να θεωρούν, σε βουλητικό και υλικό επίπεδο, ως ενιαίο το επίδικο ακίνητο". Ο ενιαίος παραπάνω, λόγος της έφεσης, περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, ως προς τα προαναφερόμενα περιστατικά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, από την υπ' αριθμ 3470/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ο εκκαλών δε, δεν παραπονείται με την έφεση του, ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό, ότι υφίσταται το εν λόγω δεδικασμένο. Εξάλλου, ήδη, ως προς τα περιστατικά αυτά, δηλαδή την άτυπη διανομή του ένδικου ακινήτου, το Νοέμβριο του έτους 1976 και την άσκηση έκτοτε/ της νομής των επίδικων διαιρετών τμημάτων, από τους εφεσίβλητους-ανακόπτοντες, μέχρι την 30-10-1995, υφίσταται δεδικασμένο, στην ένδικη υπόθεση, από την προαναφερόμενη, υπ' αριθμ. 173/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και συνακόλουθα, σε κάθε περίπτωση, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, καθόσον προσκρούουν στο δεδικασμένο αυτό. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, ως προς το ζήτημα της άσκησης της νομής των επιδίκων διαιρετών τμημάτων, από τους εφεσίβλητους- ανακόπτοντες, για το χρονικό διάστημα μετά την 30-10-1995 και μέχρι την επιβολή της προσβαλλόμενης κατάσχεσης, δηλαδή την 9-7-2001, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 173/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι, οι εφεσίβλητοί-ανακόπτοντες συνέχισαν και μετά την 30-10-1995 να ασκούν, ως αποκλειστικοί κύριοι τη νομή των διαιρετών τμημάτων του ένδικου ακινήτου, που περιήλθαν σ' αυτούς, αντίστοιχα, δηλαδή, ο μεν πρώτος των δύο διαιρετών τμημάτων, εμβαδού 747,50 τ.μ. και 4.685 τ.μ, με τα υπάρχοντα σ' αυτά δύο καταστήματα, η δε δεύτερη Ε. συζ. Π. Ζ. του διαιρετού τμήματος, εμβαδού 4.685 τ.μ., με τα υπάρχοντα σ' αυτό τρία συνεχόμενα καταστήματα, εκμισθώνοντας και οι δύο τα καταστήματα τους σε τρίτους, συντηρώντας αυτά και ασκώντας, ο καθένας, όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στον κύριο, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας των ανακοπτόντων Α. Α., κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η κατάθεση του οποίου δεν αντικρούεται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά, αντίθετα, ενισχύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων, Δ. Σ. και Α. Χ., που εξέτασαν οι ήδη εφεσίβλητοι, στο πλαίσιο της δίκης, επί της παραπάνω, υπ' αριθμ .../1996 ανακοπής τους και την κατάθεση του μάρτυρα Σ. Ι., που εξέτασε ο δεύτερος των καθ' ων η ανακοπή εκείνη (όπως και η ένδικη) Α. Λ., στο πλαίσιο της ίδιας δίκης, οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθμ ...2002 έκθεση εξέτασης μαρτύρων του Εισηγητή Δικαστή, που ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 71/1997 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και οι οποίες δεν αντικρούονται από την, περιεχόμενη στην ίδια εισηγητική έκθεση, κατάθεση του μάρτυρα Δ. Χ., που εξέτασε ο ήδη εκκαλών, στο πλαίσιο της παραπάνω δίκης, καθώς και από τα προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα, που αφορούν την εκμίσθωση των παραπάνω καταστημάτων των εφεσίβλητων- ανακοπτόντων, για το χρονικό διάστημα, μετά την 30-10-1995. Συγκεκριμένα, από τα από 1-9-1992, 17-5-1994, 10-9-1996, 1-3-1999 και 5-3-1999 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης προκύπτει, ότι ο πρώτος εφεσίβλητος Μ. Λ. εκμίσθωσε αντίστοιχα, μ' αυτά, καταστήματα του, στον Χ. Κ., για το χρονικό διάστημα από 1-1-1992 μέχρι 31-8-1997, στον Η. Α., για το χρονικό διάστημα από 1-6-1994 μέχρι 31-5-2000 (μίσθωση η οποία συνεχίσθηκε και μετά τη λήξη της, όπως κατέθεσε (στις 16-1-2001) ο προαναφερόμενος μάρτυρας Δ. Σ.), στον Σ. Β., για το χρονικό διάστημα από 10-9-1996 μέχρι 10-9-1999, στον Α. Τ., για το χρονικό διάστημα από 1-3-1999 μέχρι 31-12-2004 και στον Γ. Α., για το χρονικό διάστημα από 5-3-1999 μέχρι 21-12-2004. Από τα δε, από 1-8-1996 και 23-2-1995, ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, προκύπτει, ότι η δεύτερη εφεσίβλητη- ανακόπτουσα Ε. συζ. Π. Ζ., εκμίσθωσε αντίστοιχα, μ' αυτά, ένα κατάστημα της στον Γ. Τ., για το χρονικό διάστημα από 1-8-1996 μέχρι 1-8-2001 και ένα κατάστημα της στην εταιρία "... ΕΠΕ", από 1-3-1995, για αόριστο χρόνο. Ενόψει αυτών, εφόσον κατά τα παραπάνω, από το Νοέμβριο του έτους 1976 και μέχρι την 9-7-2001, οπότε επιβλήθηκε η προσβαλλόμενη κατάσχεση, οι εφεσίβλητοι ανακόπτοντες, αποκλειστικοί κύριοι, ο καθένας, τα επίδικα διαιρετά τμήματα του ένδικου ακινήτου, που περιήλθαν αντίστοιχα σ' αυτούς, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, αυτοί κατέστησαν κύριοι των τμημάτων αυτών, με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον συμπληρώθηκε στο πρόσωπο τους, ο απαιτούμενος εικοσαετής χρόνος άσκησης της νομής των εν λόγω τμημάτων, απ' αυτούς, πριν από την επιβολή της προσβαλλόμενης κατάσχεσης. Το γεγονός ότι, με την υπ' αριθμ .../28-5-1999 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης, ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Χ. Δ., προέβη στη βίαιη αποβολή του δεύτερου των καθ' ων η ανακοπή Α. Λ. και κάθε τρίτου που έλκει απ' αυτόν δικαίωμα ή κατέχει στο όνομα του και στην εγκατάσταση του ήδη εκκαλούντος, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαίρετου, του ένδικου ακινήτου, το οποίο κατασχέθηκε με επίσπευση του (εκκαλούντος), με την υπ' αριθμ. .../25-6-1998 κατασχετήρια έκθεση του ίδιου δικαστικού επιμελητή, πλειστηριάσθηκε στις 30-9-1998 και κατακυρώθηκε σ' αυτόν, δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση περί της κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων διαιρετών τμημάτων του ακινήτου αυτού, από τους εφεσίβλητους- ανακόπτοντες, καθόσον, κατά τα παραπάνω, αυτοί, νεμόμενοι, από τον Νοέμβριο του έτους 1976 (19-11-1976), ως αποκλειστικοί κύριοι, τα τμήματα αυτά, ήδη, από το Νοέμβριο του έτους 1996, πολύ πριν δηλαδή, την παραπάνω κατάσχεση, του εν λόγω ιδανικού μεριδίου (1/4), που έγινε την 25-6-1998, είχαν καταστεί κύριοι των εν λόγω τμημάτων>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκαν αποκλειστικοί κύριοι των διαιρετών και αυτοτελών τμημάτων του με αριθμό ... κληροτεμαχίου μετά των επ' αυτών κτισμάτων που αντιστοιχούν σε κάθε διαιρετό τμήμα και συγκεκριμένα τριών συνεχόμενων καταστημάτων ο καθένας από αυτούς και ακυρώθηκε η με αριθμό .../9-7-2001 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Χ. Δ.. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας τους συναφείς λόφους έφεσης της αναιρεσείοντος ότι η ένδικη αγωγή δεν ήταν νόμιμη <<....γιατί οι αντίδικοι από το 1974 προέβησαν, κατά την εσφαλμένη άποψη της προσβαλλόμενης απόφασης, σε άτυπη διανομή του εναπομείναντος τμήματος των 12.062 τ.μ. του παραπάνω κληροτεμαχίου ... και συνεπώς μέχρι την 9-7-2001, που επεβλήθη από την πλευρά μου η επίμαχη [δεύτερη] κατάσχεση, απέκτησαν ο καθένας τα αναφερόμενα στην απόφαση και στην απόφαση και στην ανακοπή διαιρετά τμήματα κατά κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία>>, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 1054 ΑΚ, 12, 3 και 4 του ν. 3741/1929, γιατί δεν είναι δυνατή η διανομή οικοδομημένου ακινήτου με χρησικτησία, αφού προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ. Η οικοδομή αυτή, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διέπεται από τις διατάξεις του ν.3741/1929 και 1024/1971, ώστε τμήματα αυτής να είναι δεκτικά χρησικτησίας μαζί με το ανάλογο διαιρετό τμήμα του οικοπέδου, ενόψει του ότι καθένας από τους αναιρεσίβλητους αναγνωρίστηκε κύριος, όπως προαναφέρεται, όχι μόνον διαιρετών τμημάτων του οικοδομημένου οικοπέδου, αλλά και των αντίστοιχων διαιρετών τμημάτων της οικοδομής, όπως ήταν το αίτημα της ένδικης ανακοπής. Ακόμη η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, αφού τα εκτιθέμενα ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε. Επομένως είναι βάσιμοι ο πρώτος από τον αριθμό 1 και ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγοι αναίρεσης, Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔικ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Πρέπει, ακόμη, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που κατατέθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος μετά από αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1564/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους Δικαστές είναι εφικτή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατατέθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια