Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ Οι ένορκες βεβαιώσεις ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 796/2008 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση. Η μη λήψη αυτών υπ όψιν από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, εφ όσον είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους.Λήψη ένορκης βεβαίωσης μετά τηn συζήτηση στο ακροατήριο. Αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων στις ειδικές διαδικασίες. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 875/2007 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στις ειδικές διαδικασίες λαμβάνονται υπ όψιν ένορκες βεβαιώσεις και πέραν των τριών.Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην δικαστική απόφαση. Λήψη ένορκης βεβαίωσης μετά την συζήτηση στον πρώτο βαθμό. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 509/2011Η κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος παραδεκτώς γίνεται και με δήλωση που γίνεται στο ακροατήριο και καταχωρείται στα πρακτικά. ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 509/2011Ένορκες βεβαιώσεις στις ειδικές διαδικασίες. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 61/2010 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Στις ειδικές διαδικασίες οι ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, λαμβάνονται υπ όψιν μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρεςΈνορκες βεβαιώσεις στην τακτική διαδικασία. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 747/2008

ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ
Οι ένορκες βεβαιώσεις ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   796/2008
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση.
Η μη λήψη αυτών υπ όψιν από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, εφ όσον είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους....

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   796/2008


Απόσπασμα…….Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. γ' αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους. Σχετικώς με την προσκόμιση με επίκληση των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς και των ένορκων βεβαιώσεων, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 671 παρ. 1γ' ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων είναι όταν αυτή είναι ειδική, δηλαδή όταν στην απόφαση γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές. Η επίκληση δε αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 9/2000). Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση ένορκης βεβαίωσης, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται μόνο γενική αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε προσκομίσει με επίκληση πρωτοδίκως, χωρίς αναφορά στις ένορκες βεβαιώσεις με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων (Ολ ΑΠ 8/2000).
 

Λήψη ένορκης βεβαίωσης μετά τηn συζήτηση στο ακροατήριο. Αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων στις ειδικές διαδικασίες.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   875/2007
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στις ειδικές διαδικασίες λαμβάνονται υπ όψιν ένορκες βεβαιώσεις και πέραν των τριών.

Οι ένορκες βεβαιώσεις, εφ όσον ληφθούν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο και προσκομισθούν με την προσθήκη στις προτάσεις, για να ληφθούν υπ όψιν πρέπει να αντικρούουν μόνο ισχυρισμούς, που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   875/2007

Απόσπασμα……Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 649 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Από τον κανόνα αυτόν δεν καθιδρύεται εξαίρεση ούτε από τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία "΄Ενορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες", αφού με αυτήν ορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα (η οποία κατά το άρθρο 591 αυτού εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες εφ΄ όσον δεν αντιβαίνει στις ειδικές διατάξεις αυτών) σύμφωνα με την οποία "Νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορούν να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση των ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις της παρ. 1" αφού με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται η προθεσμία για την αμοιβαία αντίκρουση των ισχυρισμών των διαδίκων και όχι για την προσκομιδή αποδεικτικών μέσων, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες, εξάλλου, ρητά με το άρθρο 591 παρ. 1 εδ. δ΄ ορίζεται ότι, αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών (μεταξύ των οποίων και η ειδική διαδικασία των άρθρων 648 - 661 ΚΠολΔ) δεν ορίζεται διαφορετικά "οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση". Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες, σε συνδυασμό με το άρθρο 270 παρ. 2 γ΄ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 11 του ν. 2915/2001 με την οποία ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και από τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα με την οποία ορίζεται ότι τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών, προκύπτει ότι στις εν λόγω διαδικασίες (στις οποίες εμπίπτει και εκείνη των μισθωτικών διαφορών) λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις χωρίς να ορίζεται αριθμητικός τούτων περιορισμός (ΑΠ 160/2006).

Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην δικαστική απόφαση. Λήψη ένορκης βεβαίωσης μετά την συζήτηση στον πρώτο βαθμό.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 509/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπ όψιν κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση.

Μόνη η μνεία στην απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπ όψιν του τα έγγραφα δεν αρκεί και, εφ όσον γίνεται επίκληση ότι προσκομίζονται νόμιμα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, δημιουργείται ο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Η ένορκη βεβαίωση, εάν ελήφθη μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, παραδεκτώς προσκομίζεται και λαμβάνεται υπ όψιν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρο 529 παρ. 1α ΚΠολΔ, εκτός εάν τούτο την αποκρούσει ως απαράδεκτη κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ.

Η κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος παραδεκτώς γίνεται και με δήλωση που γίνεται στο ακροατήριο και καταχωρείται στα πρακτικά.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 509/2011

Απόσπασμα…..Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ παρέχεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση. Μόνη η μνεία στην απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα δεν αρκεί και, εφόσον γίνεται επίκληση ότι προσκομίζονται νόμιμα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, δημιουργείται ο πιο πάνω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Η ένορκη βεβαίωση, εάν ελήφθη μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, παραδεκτώς προσκομίζεται και λαμβάνεται υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρ. 529 παρ.1α ΚΠολΔ, εκτός εάν τούτο την αποκρούσει ως απαράδεκτη κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ. Η κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος παραδεκτώς γίνεται και με δήλωση που γίνεται στο ακροατήριο και καταχωρείται στα πρακτικά. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την …../30-4-2007 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ……….ενώπιον του Ειρηνοδίκη …….που λήφθηκε μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων με δήλωση των αναιρεσειόντων που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά του, την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί με τις προτάσεις των ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού των τελευταίων περί της ιδίας κυριότητας των επί του επίδικου ακινήτου. Όπως προκύπτει από επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο την ως άνω ένορκη βεβαίωση την απέκρουσε όχι όμως ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 529 § 2 ΚΠολΔ, αλλά με την αιτιολογία ότι αυτή δεν είχε ληφθεί πριν από τη δικάσιμο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Έτσι όμως το Εφετείο κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του και ο ανωτέρω σχετικός εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Ένορκες βεβαιώσεις στις ειδικές διαδικασίες.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 61/2010
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στις ειδικές διαδικασίες οι ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, λαμβάνονται υπ όψιν μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 61/2010

Απόσπασμα….. Κατά τη διάταξη του άρθρου 670 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ( άρθρα 664 έως 676), οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην πιο πάνω ειδική διαδικασία για την εξασφάλιση ταχύτητας εκδίκασης των διαφορών αυτών λόγω της ιδιαιτερότητας τους, οι διάδικοι οφείλουν να προσάγουν στο Εφετείο "έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και, συνεπώς, είναι απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, αν οι διάδικοι τα προσάγουν μετά το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 1 και 3, 270 παρ. 1 εδ. β', παρ. 4 εδ. α', παρ. 5 εδ. α' και β' και παρ. 6 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) αλλά και στις ειδικές διαδικασίας, αφού δεν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών (άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν οι διατάξεις αυτές κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζητήσεως της προκείμενης υποθέσεως ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Εφετείου οι διάδικοι πρέπει μαζί με τις προτάσεις το αργότερο κατά την συζήτηση στο ακροατήριο να καταθέσουν προαποδεικτικώς όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο. Μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης ημέρας από τη συζήτηση οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων. Έτσι, στην κατ' έφεση δίκη στις ειδικές διαδικασίες, η επίκληση και προσκομιδή όλων των αποδεικτικών μέσων πρέπει να γίνεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οπότε όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά, ενώ μετά το πέρας της συζήτησης με την προσθήκη στις προτάσεις επιτρέπεται μόνον αξιολόγηση των αποδείξεων που έχουν ήδη προσκομισθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την εν λόγω διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΑΠ 324/2009).



Ένορκες βεβαιώσεις στην τακτική διαδικασία.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  747/2008
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Στην τακτική διαδικασία οι ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ή προξένου, λαμβάνονται υπ όψιν το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.

Αν δόθηκαν περισσότερες των τριών το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν μόνο τις τρεις πρώτες.

Αν το δικαστήριο λάβει υπ όψιν ένορκες βεβαιώσεις πέραν των τριών πρώτων  υποπίπτει στις πλημμέλειες της λήψης υπ όψιν μη επιτρεπομένων από το νόμο αποδεικτικών μέσων και της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου τούτων.

Ένορκη βεβαίωση που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης, το δικαστήριο την συνεκτιμά ελεύθερα, χωρίς να δεσμεύεται από ειδική διάταξη νόμου ως  προς την αποδεικτική της δύναμη.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  747/2008

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4360/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1224/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-11-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 16-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 235 εδ.1 στοιχ. β, 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμ. 11 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για τον λόγο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τις με αριθμούς 3405/2002, 1318/2004 και 1319/2004 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες οι τελευταίοι δεν είχαν επικαλεσθεί νομίμως με τις κατατεθείσες ενώπιόν του έγγραφες προτάσεις τους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά και όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας, αυτή δεν προέβαλε ισχυρισμό μη νόμιμης επίκλησης των προαναφερόμενων ενόρκων βεβαιώσεων. Επειδή, με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ και δ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. Με την διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκαν οι οριζόμενες στην διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την έγκυρη λήψη τους, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Έτσι, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, επιτρέπεται η λήψη από το δικαστήριο τριών κατ' ανώτατο όριο ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε διάδικη πλευρά. Συνεπώς, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις πέραν των τριών πρώτων, ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στις από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. α και 14 του ΚΠολΔ πλημμέλειες ήτοι της λήψης υπόψη μη επιτρεπομένων από το νόμο αποδεικτικών μέσων και της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου τούτων. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εκδόσαν αυτήν Εφετείο Αθηνών για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τις τρεις πρώτες κατά σειρά επικλήσεως εκ των προσκομισθεισών από τους αναιρεσίβλητους έξι (6) ενόρκων βεβαιώσεων, ήτοι τις με αριθμούς 3405/200.. 1318/200.. και 1319/200… ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, η βεβαίωση δε του δικαστηρίου περί του ότι οι ανωτέρω ληφθείσες υπόψη ένορκες βεβαιώσεις είναι οι τρεις πρώτες κατά σειρά επικλήσεως ως αναγόμενη στα πράγματα είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Έτσι, με το να λάβει υπόψη του το Εφετείο τις ανωτέρω τρεις πρώτες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ήταν επιτρεπτό από το νόμο αποδεικτικό μέσο, και μη κήρυξαν απαράδεκτο αυτών δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 εδ. α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και απορριπτέοι τυγχάνουν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, όπως ο δεύτερος λόγος εκτιμάται από τους αριθμούς 11 εδ. α' και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (όχι από τους αριθμούς 8 και 9) Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο παραβίασε τον νόμο ως προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων με το να προσδώσει στην υπ' αριθμ. 3405/2002 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης την αποδεικτική δύναμη της ένορκης βεβαίωσης του άρθρου 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο είναι ελεύθερο να συνεκτιμήσει τα αποδεικτικά στοιχεία μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, χωρίς να δεσμεύεται από ειδική διάταξη νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών (340 ΚπολΔ). Τέλος, αόριστος και συνεπώς απορριπτέος είναι ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται απλώς την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του ΚΠολΔ, χωρίς να την συνδέει με συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. (ΠΗΓΗ:https://xkarampagias.gr/index.php?option=com_content&view=category&layout=blog&id=80&Itemid=224)

Δεν υπάρχουν σχόλια: