Αριθμός 14/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα - Με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγμένων μουσουλμάνων", επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα η επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν.1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Β.Δ/τος της 24.10/31.10.1949 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του α.ν. 1909/1939", ορίζεται ότι

Απόφαση 14 / 2017    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 14/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:


Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Ρουσσιά Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ...., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4805/1998 οριστική, του ιδίου Δικαστηρίου, 2395/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 12-1-2001 αίτησή του και τους από14-9-2015 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 23-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, προσβάλλεται η 2395/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 4805/1998 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 11-12-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του ακινήτου που περιγράφεται. Η αίτηση και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569). Επομένως, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Με τη διάταξη της παρ. 2 περίοδος 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων ανταλλαγμένων μουσουλμάνων", επιτράπηκε με βασιλικά διατάγματα η επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης, εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν.1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του Β.Δ/τος της 24.10/31.10.1949 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του α.ν. 1909/1939", ορίζεται ότι το δικαίωμα της κυριότητας και κάθε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και της προσημείωσης, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων, που από την έναρξη ισχύος του εν λόγω ΒΔ και εφεξής καταλαμβάνονται, ως ανταλλάξιμα, από την ΥΔΑΜΚ (Υπηρεσία Διαχείρισης Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων) πρέπει μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 αυτού οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνώρισης του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους δια μέσου της Διεύθυνσης Δημοσίου Λογιστικού, στο κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος "περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων" Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, για απαντήσεις κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας. Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό (6) υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ` αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους. Δικαιώματα από τα παραπάνω, για τα οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα η παραπάνω αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ή δεν ασκήθηκε η κατά το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σχετική αγωγή παραγράφονται". Στη συνέχεια με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.930/1943 ορίστηκε ότι " η αληθής έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ. "περί τροποποιήσεως κλπ" είναι ότι αι υπ` αυτού προβλεπόμεναι προθεσμίαι γνωστοποιήσεως δικαιωμάτων τρίτων, προσφυγής εις το Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον, εγέρσεως αγωγών και συνεχίσεως εκκρεμών δικών μετά την παρέλευσιν των οποίων κηρύσσονται παραγεγραμμένα τα σχετικά δικαιώματα και απαιτήσεις αυτών, αποτελούν αποκλειστικάς προθεσμίας και όχι παραγραφάς". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι θεσπίστηκε βραχυπρόθεσμη αποσβεστική (αποκλειστική) προθεσμία, βάσει της οποίας αποσβέννυνται τα εμπράγματα δικαιώματα τα οποία προβάλλονται επί των ανταλλαξίμων κτισμάτων, με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή αίτησης προς διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής αγωγής, η οποία (αποκλειστική προθεσμία) αρχίζει, στην μεν πρώτη περίπτωση από την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, ενώ στη δεύτερη από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του Β.Δ/τος της 29.9/4.10.1939 ορίζεται ότι "κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και μέχρι την έκδοση της άνω αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών αναστέλλεται κάθε σχετική παραγραφή και προθεσμία". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι για όλες τις περιπτώσεις, αφετηρία του χρόνου της ετήσιας αποσβεστικής, κατά τα άνω προθεσμίας των αξιώσεων επί των παραπάνω κτημάτων, αποτελεί πάντοτε η γνώση από μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλαξίμων, η οποία να προκύπτει από τις παραπάνω κοινοποιήσεις προς αυτούς και δεν αρκεί για την έναρξη του χρόνου της προθεσμίας η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο γνώση των ενδιαφερομένων της γενομένης κατάληψης ή της σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου ή της παρόδου των οριζομένων στην παρ. 3 του άρθρου 6 του Β.Δ. προθεσμιών, για την έκδοση της γνωμοδότησης του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και της λήψης της απόφασης του Υπουργού, που ορίζεται μέσα σε έξι μήνες από της υποβολής της σχετικής αίτησης ως προς τη γνωμοδότηση και σε δύο μήνες από την έκδοση της γνωμοδότησης προς τη λήψη της Υπουργικής απόφασης. Οι προϋποθέσεις αυτές της έναρξης του χρόνου της ετήσιας προθεσμίας, δεν άλλαξαν με το ν.δ. 1042/1946, με το άρθρο 4 του οποίου επιτράπηκε η έγερση της αγωγής κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, μέσα σε έξι μήνες από της ισχύος του, ούτε και με τον ν.2283/1952, με το άρθρο 14 παρ.1 του οποίου, παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος από την έναρξη της ισχύος του, ο χρόνος άσκησης της αγωγής και στη συνέχεια με το άρθρο 15 παρ.4 του ΝΔ.Δ. 547/1970 για έξι μήνες και με το άρθρο 10 παρ.3 του ν. 357/1976 για άλλους έξι μήνες η έγερση της αγωγής αυτής, αφού για να συμπληρωθεί ο νέος χρόνος λήξης της παραγραφής, η οποία ορίστηκε με τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να είχε αρχίσει η διαδρομή αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραπάνω διατάξεις. Ειδικότερα, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης, που χορηγήθηκε στην εκτελεστική εξουσία καθιερώθηκε από το άρθρο 3 του από 24.10.1940 Β.Δ/τος εξώδικη διαδικασία επίλυσης των διαφορών από τη διαχείριση των ανταλλάξιμων κτημάτων και τάχθηκε ετήσια προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω Β.Δ/τος στους προσφεύγοντες στα τακτικά δικαστήρια προς διεκδίκηση των κτημάτων αυτών να υποβάλουν την κατά το άρθρο 6 του από 29.9.1939 Β.Δ/τος αίτηση στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, οι απαγγελόμενες όμως κυρώσεις της αποσβεστικής προθεσμίας του περί διεκδίκησης δικαιώματος του αιτούντα και της κατάργησης της εκκρεμούς δίκης, σε περίπτωση παραμέλησης των πιο πάνω προθεσμιών κείνται εκτός της εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε, για την οποία δεν χορηγείται στην εκτελεστική εξουσία τέτοιο δικαίωμα και στερούν το διάδικο οριστικά της προστασίας των τακτικών δικαστηρίων, η οποία ρητά επιφυλάσσεται από τη διάταξη του άρθρου του α.ν. 1909/1939 και, συνακόλουθα, δεν συνεπάγονται καμιά επιζήμια έννομη συνέπεια ( ΑΠ 168/2014, ΑΠ 1723/2013, ΑΠ 1354/2010). Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΑΠ 833/2013, ΑΠ 835/2013, ΑΠ 846/2013, ΑΠ 481/2013). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον-εναγόμενο με το μοναδικό λόγο αναίρεσης και με την επίκληση της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση του άρθρου 3 παρ. 1 του ΒΔ 24.10/31.10.1940, απέρριψε την ένστασή του, για απόσβεση του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου προς άσκηση της ένδικης αγωγής, για την αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, για το οποίο μετά την κατά το άρθρο 1 παρ. 5 του ίδιου ΒΔ οριστικοποίηση του Πρωτοκόλλου Κατάληψής του ως ανταλλαξίμου και την υποβολή της 2491/22-4-1986 αίτησης προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, παρήλθαν οι οριζόμενες στο άρθρο 6 παρ.3 του Β.Δ/τος της 29.9/4.10.1939 προθεσμίες των έξι και δύο μηνών αντίστοιχα, προς έκδοση γνωμοδότησης και απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και ότι εφόσον οι πράξεις αυτές της διοίκησης δεν έλαβαν χώρα, διακόπηκε η οριζόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 6 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939 αναστολή της αποσβεστικής προθεσμίας και άρχισε από το τέλος του 8μήνου της υποβολής της αίτησης, η ενιαύσια προθεσμία προς άσκηση της ένδικης από 11-12-1989 [αριθ. Κατ. 27070/ΤΠ/4204/14-12-1989] αγωγής, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο της άσκησής της, με συνέπεια την έκπτωση από του οικείου δικαιώματος της άσκησής της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να απορρίψει τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος , δέχθηκε τα ακόλουθα: << Η ένσταση αυτή του εναγομένου είναι μη νόμιμη και ορθά απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση , έστω και με άλλη αιτιολογία [ ως αόριστη] , διότι, εφόσον το εναγόμενο Δημόσιο δεν επικαλέστηκε , όπως όφειλε να πράξει κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, ότι επιδόθηκε στον ενάγοντα απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών με την οποία απορρίφθηκε η υποβληθείσα σε αυτόν αίτηση αναγνωρίσεως δικαιούχου της επιδίκου εκτάσεως , δεν άρχισε να τρέχει η προβλεπόμενη από το παραπάνω άρθρο 3 παρ. 1 εδ. γ του ΒΔ της 24/31-10-1940 ετήσια παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντος [εφεσιβλήτου], να ζητήσει με την ένδικη αγωγή την αναγνώριση της κυριότητός του στο επίδικο ακίνητο>>. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 και 5 παρ.1 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ/τος και 6 παρ. 3 και 4 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη η οριζόμενη το άρθρο 6 παρ.4 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939 αναστολή προθεσμίας, διακόπτεται με την κοινοποίηση της κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ( 6 του ΒΔ της 29.9/4.10.1939) Υπουργικής απόφασης, η μη λήψη και, η μη κοινοποίηση της οποίας δεν κινεί την ενιαύσια προθεσμία του άρθρου 3 παρ.1 του από 24.10/31.10.1940 Β.Δ/τος, προς άσκηση της περί διεκδίκησης εμπραγμάτου δικαιώματος τακτικής αγωγής και συνακόλουθα η ένδικη αγωγή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα. Ορθά συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις και ορθά υπήγαγε σ` αυτές τα προκύψαντα, ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, λαμβανομένου υπόψη και του ότι και αν ακόμη είχε παρέλθει η ενιαύσια αυτή προθεσμία, η αναιρεσίβλητη δεν θα είχε εκπέσει από το δικαίωμά της προς άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού η διάταξη του άρθρου 3 παρ.1γ του Β.Δ/τος της 24.10/31.10.1940 με την οποία απαγγέλλεται η εν λόγω κύρωση, σε περίπτωση παραμέλησης της ετήσιας προθεσμίας για την άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι ανίσχυρη, γιατί κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, θεσπίστηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν η προβολή του ήταν παραδεκτή και νόμιμη (ΟλΑΠ 15/2000). Εξ άλλου, ο όρος << δημόσια τάξη>> υποδηλώνει τον κανόνα αναγκαστικού δικαίου, που τέθηκε για εξυπηρέτηση γενικού σκοπού ή του συμφέροντος της κοινωνίας, η εφαρμογή του οποίου δεν μπορεί να αποκλεισθεί με την ιδιωτική βούληση (ΟλΑΠ 274/1971 , ΑΠ 1153/2014, ΑΠ 183/2014]. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδει στο Εφετείο, την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 7 του από 29/9-4/10/1939 β.δ. , στην οποία ορίζεται <<αγωγαί εγειρόμεναι προ των τακτικών Δικαστηρίων επί υποθέσεων υπαγομένων εις την διαδικασίαν του παρόντος άρθρου ως και αιτήσεις περί συνεχίσεως των εκκρεμών δικών υποβαλλόμεναι προ της εξαντλήσεως αυτής, απορρίπτονται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι>> και δέχθηκε ως παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με το περιεχόμενο αυτό ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σ` αυτόν ότι προβλήθηκε στο Δικαστήριο, που δίκασε κατ` έφεση, άσχετα προς το αν λαμβάνεται υπ` όψη ή όχι και αυτεπάγγελτα, καθόσον αυτός δεν αφορά στη δημόσια τάξη , με την ανωτέρω έννοια, αλλά (αφορά) στις (ιδιωτικού δικαίου) σχέσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και ιδιωτών. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της πρωτόδικης απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2 και 22 ν.3693/1957].


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-1-2001 αίτηση και το από 14-9-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 2395/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια