Αριθμός 10/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα - Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η μεν πρώτη ψιλή κυρία η δε δεύτερη επικαρπώτρια του ακινήτου, που περιγράφεται και να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να τους το αποδώσουν. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ.1).

Απόφαση 10 / 2017    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 10/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. χήρας Κ. Σ., κατοίκου ..., 2)Μ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 3)Φ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ... με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. συζ. Κ. Γ., τον γένος Τ. Π., 2) Ό. θυγ. Κ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ......
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 482/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-2-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 23-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 482/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της 8/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η μεν πρώτη ψιλή κυρία η δε δεύτερη επικαρπώτρια του ακινήτου, που περιγράφεται και να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να τους το αποδώσουν. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ.1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).
Από το άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης και το βάσιμο αυτών. Αν όμως με την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης η απόφαση αναιρείται στο σύνολό της, η εξέταση των λοιπών λόγων είναι χωρίς αντικείμενο, διότι αν απορριφθούν αυτοί, δεν επέρχεται αναβίωση της απόφασης και αν γίνουν δεκτοί, δεν έχει έννοια η εκ νέου αναίρεση αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση , όπως προκύπτει από την προηγούμενη 1901/2009 απόφαση αυτό το Δικαστήριο, χωρίς να απορρίψει οποιονδήποτε λόγο αναίρεσης, δέχθηκε την αίτηση των ίδιων αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ ΚΠολΔικ και αναίρεσε την 2266/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης στο σύνολό της, με την οποία είχε απορριφθεί έφεση αυτών κατά της 8/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Στη συνέχεια εκδόθηκε από το Δικαστήριο της παραπομπής η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε και πάλι η έφεσή τους κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως παραδεκτώς με την ένδικη αίτηση αναίρεση προσβάλλεται η απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής έστω και με τους ίδιους λόγους αναίρεσης, που είχε προσβληθεί και η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δεν είχαν κριθεί απορριπτέοι με την 1901/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και συνεπώς δεν υπάρχει παραβίαση του δεδικασμένου από την απόφαση αυτή. Επομένως ο συναφής ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, ότι είναι απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης για το λόγο ότι η απόφαση του Εφετείου προσβάλλεται με τους ίδιους λόγους, όπως και η ήδη αναιρεθείσα 2266/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, που παραδεκτά προβάλλεται με τις κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔικ προτάσεις τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 773, 774, 777 και 778 ΑΚ που εφαρμόζονται και στις προσωπικές εταιρίες, που έχουν νομική προσωπικότητα, προκύπτει ότι ο θάνατος κάποιου εταίρου επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της εταιρίας, εκτός αν συμφωνηθεί ότι η εταιρία θα εξακολουθήσει συνεχιζόμενη είτε μεταξύ των λοιπών εταίρων, είτε μεταξύ τούτων και των κληρονόμων του αποβιώσαντος εταίρου, οι οποίοι στην περίπτωση αυτή υπεισέρχονται στη θέση του τελευταίου, κατά το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία. Αν δεν υφίσταται τέτοια συμφωνία η εταιρία λύεται και τίθεται αυτοδικαίως υπό καθεστώς εκκαθάρισης (άρθρο 777 ΑΚ το οποίο κατά το άρθρο 18 ΕμπΝ εφαρμόζεται και επί ετερορρύθμων εταίρων αυτού), γεγονός που σημαίνει ότι λογίζεται υφισταμένη και μετά τη λύση της, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες της εκκαθαρίσεως (ΑΠ 374/1997). Παρά δε το ότι η διάταξη του άρθρου 773 ΑΚ παρουσιάζει κενό, καθόσον δεν ρυθμίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες το δικαίωμα του εταίρου στην εταιρία μεταβιβάζεται αιτία θανάτου στους κληρονόμους του στην περίπτωση της λύσης της εταιρίας, που οφείλεται στο θάνατο του εταίρου, εν τούτοις γίνεται δεκτό ότι ο κληρονόμος του αποβιώσαντος εταίρου υπεισέρχεται στην εταιρία κατά το στάδιο της εκκαθάρισης υπό εταιρική ιδιότητα, ήτοι υπεισέρχεται σε ολόκληρη την εταιρική θέση του θανόντος εταίρου τόσο στα προσωπικά όσο και στα περιουσιακά εταιρικά δικαιώματα αυτού. Στην περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι ή κοινωνία των συγκληρονόμων υπεισέρχεται ως εταίρος στην εταιρική θέση του θανόντος με πλήρες και αυτοτελές δικαίωμα εταίρου. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος [ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992]. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Δυνάμει των υπ' αρ. .../1979 συμβολαίων αγοράς του συμβολαιογράφου Νέων ... Χαλκιδικής, Αντωνίου Τσάνη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", η οποία είχε συσταθεί νόμιμα δια του από 5-6-1969 ιδιωτικού συμφωνητικού, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, μία αγροτική έκταση, κείμενη στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Νέων ... Χαλκιδικής, συνολικού εμβαδού 83.000 τ.μ. Η ως άνω εταιρία διαίρεσε το ακίνητο αυτό σε 150 τμήματα, όπως φαίνεται στο από το Μάρτιο 1973 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Π. Κ., τα οποία μεταβίβασε σταδιακά σε διάφορα πρόσωπα. Ένα από τα τεμάχια αυτά και ειδικότερα το υπ' αριθμ. ..., εκτάσεως 405, 60 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια και επί πλευράς μήκους 29, 50 γρ.μ. με το υπ' ... αγροτεμάχιο, νότια επί πλευράς μήκους 36,50 γρ.μ. με αμμώδη παραλία, ανατολικά με ιδιωτικό δρόμο πλάτους 7,50 γρ.μ. και δυτικά επί πλευράς μήκους 25 γρ.μ. με τα υπ' αρ. 88 και 89 αγροτεμάχια του ιδίου σχεδιαγράμματος, η άνω εταιρία, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19.5.1981 προσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Κασσιανής Λαϊδόγλου ανέλαβε την υποχρέωση και υποσχέθηκε να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα στους Ν. και Χ. Α., σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 210.000 δραχμών, το οποίο οι τελευταίοι θα κατέβαλαν την ημέρα κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου. Για τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου η εν λόγω εταιρία έδωσε την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα στους άνω δια προσυμφώνου αγοραστές να προβούν σ' αυτή και με αυτοσύμβαση και στις περιπτώσεις ακόμη θανάτου των πωλητών ή λύσεως της εταιρίας σύμφωνα με τα άρθρα 223 και 726 ΑΚ. Όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 30-5-1981 εξοφλητική απόδειξη του Π. Κ., διαχειριστή της εν λόγω εταιρίας, οι άνω εκ προσυμφώνου αγοραστές κατέβαλαν σ' αυτήν (εταιρία) το συμφωνημένο τίμημα και έλαβαν στη νομή τους το προαναφερθέν ακίνητο έκτοτε δε ασκούσαν επ' αυτού τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου αυτού, όπως θα αναφερθεί παρακάτω. Ακολούθως αυτοί, δυνάμει του υπ' αρ. .../7.10.1999 προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Αθανασίου Νίκα, εκχώρησαν στη δεύτερη των εναγουσών, Σ. συζ. Κ. Γ., αντί του μεταξύ τους συμφωνηθέντος και καταβληθέντος ανταλλάγματος των 1.000.000 δραχμών, "άπαντα τα εκ του ως άνω προσυμφώνου απορρέοντα δικαιώματα" στο επίδικο ακίνητο και περαιτέρω το δικαίωμα να μεταβιβάσει η άνω εταιρία στην πρώτη από αυτές την ψιλή κυριότητα του ακινήτου αυτού, τη δε επικαρπία στην ίδια (δεύτερη). Στη συνέχεια, συντάχθηκε το υπ' αριθμ. .../15-10-1999 οριστικό συμβόλαιο αγοράς του παραπάνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα, χωρίς όμως, να αναγγελθεί η άνω εκχώρηση προς την πωλήτρια ομόρρυθμη εταιρία, η οποία ήδη από το έτος 1984 είχε λυθεί ν συμφωνία των εταίρων και είχε υπεισέλθει στο στάδιο της εκκαθάρισης. Εν τω μεταξύ οι ομόρρυθμοι εταίροι και συνεκκαθαριστές της άνω εταιρίας, Π. Κ. και Δ. Τ., είχαν αποβιώσει στις 29-7-1996 και 2-1-1998 αντίστοιχα και κληρονομήθηκαν α) ο πρώτος από την Μεσσήνη συζ. Ε. Σ., το γένος Κ. Κ., μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο του και β) ο δεύτερος από τις Α. χήρα Δ. Τ., το γένος Χ. Α., Α. Τ. του Δ. και Μ. Τ. του Δ., μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Έτσι οι ενάγουσες γνωστοποίησαν στους άνω κληρονόμους, οι οποίοι υπεισήλθαν στην εν λόγω εταιρία κατά το στάδιο της εκκαθάρισης' στη θέση των άνω συνεκκαθαριστών, το εκχωρούμενο δικαίωμα, δια επιδόσεως ακριβούς αντιγράφου της υπ' αριθμ. .../7.10.1999 συμβάσεως
εκχωρήσεως δικαιωμάτων επί του επιδίκου ακινήτου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Αθανασίου Νίκα εκ του υπ' αριθμ. .../19.5.1981 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Κασσιανής Λαϊδόγλου, (βλ. τις υπ' αριθμ. .../ 31.7.2003 και .../5.9.2003 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Πειραιά και Θεσσαλονίκης, Ν. Κ. και Ν. Μ., αντίστοιχα). Στη συνέχεια, οι ενάγουσες, με την από 19.11.2003 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση προσκάλεσαν: α) την Μεσσήνη συζ. Ε. Σ., το γένος Κ. Κ., ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος εταίρου Π. Κ. και β) τις Α. χήρα Δ. Τ., το γένος Χ. Α., Α. Τ. του Δ. και Μ. Τ. του Δ., ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος εταίρου Δ. Τ., όπως προσέλθουν στο γραφείο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Αθανασίου Νίκα, προκειμένου να συμπράξουν στην επανάληψη του ανωτέρω υπ' αριθμ. .../15.10.1999 συμβολαίου (βλ. τις υπ' αριθμ. .../26.11.2003, ... και .../25.11.2003 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Γ. Γ. και Ε. Δ., αντίστοιχα), πλην, όμως, αυτοί δεν εμφανίστηκαν και για το λόγο αυτό συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ...5.12.1003 πράξη μη εμφανίσεως του εν λόγω συμβολαιογράφου. Έτσι, αφού προηγήθηκε η αναγγελία του άνω εκχωρούμενου δικαιώματος, έγινε νομότυπα επανάληψη του παραπάνω υπ' αριθμ. .../15.10.1999 συμβολαίου πωλήσεως με τη σύνταξη του υπ' αριθμ. .../11.12.2003 επαναληπτικού συμβολαίου του ιδίου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα και κατέστησαν η μεν πρώτη ενάγουσα ψιλή κυρία, η δε δεύτερη ενάγουσα επικαρπώτρια του επιδίκου ακινήτου. Πρέπει να σημειωθεί ότι η παρεχόμενη από την ανωτέρω εταιρία προς το ζεύγος Α. αμετάκλητη πληρεξουσιότητα προς κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση και για τον μετά το θάνατο των ομορρύθμων εταίρων ή της λύσεως της εταιρίας χρόνο, η οποία (πληρεξουσιότητα) δόθηκε αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος των πληρεξουσίων, δεν έπαυσε με τη λύση της εταιρίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές η πληρεξουσιότητα εξακολουθεί και μετά το θάνατο του αντιπροσωπευομένου φυσικού προσώπου ή τη λύση του αντιπροσωπευομένου νομικού προσώπου (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, ό.π., υπό το άρθρο 222, σελ. 388, αρ.11). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη με το υπ' αριθμ. .../14.7.1992 οριστικό συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, που μεταγράφτηκε νόμιμα, κατέστη κυρία, νομέας και κάτοχος του όμορου προς το επίδικο ακινήτου με ... καθώς και του υπ' ... ακινήτου. Στο εν λόγω συμβόλαιο, κατά την περιγραφή του υπ' αριθμ. ... ακινήτου, αναφέρεται ότι αυτό συνορεύει, μεταξύ άλλων, επί πλευράς 29,60 μέτρων γραμμικών (Α-Β) με το υπ' αριθμ. ... ακίνητο (επίδικο). Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η δεύτερη από αυτούς, τελούσα σε δικαιολογημένη πλάνη ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο όμορο υπ' ... ακίνητό της, από το έτος 1992 έως την άσκηση της αγωγής νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ενεργώντας επ' αυτού, με βοηθό νομής τον πρώτο εναγόμενο σύζυγό της, διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα ισοπέδωση, φύτευση οπωροφόρων δένδρων κλπ και ότι με τον τρόπο αυτό έχει καταστεί κυρία του επιδίκου με τακτική χρησικτησία. Όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1981 μέχρι και το έτος 1999 το επίδικο νεμόταν συνεχώς το ζεύγος Α., ασκώντας επ' αυτού πράξεις νομής και κατοχής, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του επιδίκου. Ειδικότερα, αυτοί στις 21-8-1990 κατασκεύασαν περίφραξη από συρματόπλεγμα, επί της πλευράς του επιδίκου προς τη θάλασσα, δεδομένου ότι οι λοιπές πλευρές του ακινήτου ήταν ήδη περιφραγμένες, κατέβαλαν δε την ίδια ημέρα στον κατασκευαστή αυτής, Σ. Γ., το ποσό των 30.000 δραχμών. Επίσης, όταν ο εκπολιτιστικός σύλλογος με την επωνυμία "... ...", μέλη του οποίου είναι οι ιδιοκτήτες των αγροτεμαχίων που προέκυψαν από την κατάτμηση του άνω κτήματος της ομόρρυθμης εταιρίας "Π. Κ.-... ΟΕ", άνοιξε δίοδο διελεύσεως έμπροσθεν του επιδίκου ακινήτου, αυτοί διαμαρτυρήθηκαν, όμως ο τότε πρόεδρος του συλλόγου, Κ. Γ., τους απάντησε, με το από 16-8-1991 έγγραφό του, ότι ο σύλλογος προέβη στη διάνοιξη αυτή προκειμένου να εξυπηρετηθεί προσωρινά η διέλευση των κατοίκων του οικισμού, χωρίς να έχει "την έννοια της εκ μέρους του συλλόγου διεκδικήσεως ή αναγνωρίσεως κυριότητας ή άλλων δικαιωμάτων" και ότι θα καταργήσουν την άνω δίοδο
εάν πωληθεί ή αξιοποιηθεί το άνω ακίνητο ή όταν ζητηθεί, γεγονός που καταδεικνύει ότι τα μέλη του παραπάνω συλλόγου θεωρούσαν τους άνω δικαιοπαρόχους των εναγουσών νομείς και κυρίους του επιδίκου. Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα 1993-1994 ο Ν. Α., που ενδιαφερόταν να πωλήσει το επίδικο, συναντήθηκε με τον Α. Τ. ( μη διάδικο) για την αγορά του επιδίκου απ' αυτόν, πλην, όμως, δεν προήλθαν σε σχετική συμφωνία, ενώ το 1997 ο υιός των Α., Σ., ενεργώντας για λογαριασμό των γονέων του, πρότεινε στον πρώτο εναγόμενο να αγοράσει το επίδικο, χωρίς ωστόσο να σ ύψος του τιμήματος. Τέλος, το ζεύγος Α. μέχρι το έτος 1999 περιποιούνταν το επίδικο, δίνοντας εντολή σε τρίτους για το κόψιμο των χόρτων και τον καθαρισμό του. Κατά τα τέλη Οκτωβρίου του 1999 οι εναγόμενοι κατέλαβαν το επίδικο, αφού καθαίρεσαν την υπάρχουσα μεταξύ αυτού και του ομόρου (υπ' αριθμ. ...) ακινήτου της δεύτερης "εναγομένης ακινήτου περίφραξη. Οι ενάγουσες αντέδρασαν, ασκώντας την από 31-5-2000 αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο ..., η οποία παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Επί της αγωγής δε αυτής εκδόθηκε τελικά η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 425/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η άνω αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την κύρια βάση της, απορριπτομένης της ένστασης ιδίας κυριότητας της δεύτερης εναγομένης, ενώ παρέλκει η έρευνα της επικουρικής βάσης>>. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 72, 174, 180, 455, 460, 741, 767, 773, 774, 777, 778, 784 , 793-803, ...3 και ...8 ΑΚ και 18, 20, 22 ΕμπΝ. , διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες , που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Συγκεκριμένα σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, εγκύρως έγιναν, μετά τη λύση της εταιρίας , η εκχώρηση, η αναγγελία της και η μεταβίβαση του επιδίκου κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία στις αναιρεσίβλητες. Επομένως είναι αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Κατά το άρθρο 559 αριθμό 16 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔικ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο για το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, εφ` όσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία και δεν περιλαμβάνει τούτο και τις αιτιολογίες της απόφασης, ούτε αφορά δικαιώματα ή έννομες σχέσεις, οι οποίες δεν αποτέλεσαν αναγκαία προϋπόθεση του δικαιώματος που κρίθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάσθηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσης του για το ένδικο δικαίωμα ή ως προς εκείνα που κρίθηκαν πλεοναστικά. Εξάλλου το αντικείμενο της δίκης καθορίζεται με την αγωγή, το δε δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει τη συνδρομή ή όχι των πραγματικών προϋποθέσεων της διάταξης, η οποία προβλέπει το δικαίωμα που υποβάλλει ο ενάγων και την κατάφαση ή άρνηση της προβλεπόμενης έννομης συνέπειας. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσον για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσον και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρου 324 ΚΠολΔικ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ ελέγχεται, από τον Άρειο Πάγο. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την 425/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας στο ίδιο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο σχετικά με την προβληθείσα ένσταση δεδικασμένου δέχθηκε τα ακόλουθα: <<πριν από την άσκηση της υπό κρίση αγωγής οι ενάγουσες είχαν ασκήσει κατά των εναγόμενων την από 22-5-2000 αγωγή τους (υπ' αριθμ. έκθ. καταθ. δικογρ. ...31-5-2000) ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθούν η πρώτη ψιλή κυρία και η δεύτερη επικαρπώτρια του επιδίκου, η οποία παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή πρωτοδίκως, με την υπ' αριθμ. 14/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ως προς την επικουρική της βάση, ενώ ως προς την κύρια βάση της, που στηρίζονταν σε παράγωγο τρόπο κτήσης απορρίφθηκε ως αόριστη, επειδή στο δικόγραφο δεν αναφέρονταν το στοιχείο της αναγγελίας προς την αρχική πωλήτρια. Στη συνέχεια, με τη υπ' αριθμ. 425/2003 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η άνω απόφαση εξαφανίσθηκε και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή κατά την επικουρική της βάση, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί το δικαίωμα ψιλής κυριότητας πρώτης και της επικαρπίας της δεύτερης επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με συνυπολογισμό και της νομής των δικαιοπαρόχων τους. Με την άνω απόφαση (υπ' αριθμ. 425/2003) δεν παράγεται δεδικασμένο, ως προς την επικουρική βάση της υπό κρίση αγωγής, με την οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ζητείται να αναγνωρισθεί κυρία η πρώτη ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία με συνυπολογισμό και της νομής των αμέσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων της, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα δικαιώματος ούτε ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση απαραδέκτου της επικουρικής βάσης της αγωγής λόγω δεδικασμένου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και επομένως ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δεν απέρριψε την άνω βάση της αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η άνω απόφαση παράγει δεδικασμένο αναφορικά με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, ο άνω λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθόσον η επικουρική αυτή βάση δεν ερευνήθηκε κατ' ουσία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν στηρίζει το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης>>. Ο λόγος αυτός, όμως είναι αβάσιμος γιατί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, της κτήσης δηλαδή της κυριότητας με παράγωγο τρόπο, η δε επικουρική βάση της κτήσης της κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, της οποίας η έρευνα κρίθηκε από το Πρωτοδικείο ότι παρέλκει, δεν εξετάστηκε ούτε από το Εφετείο, γι' αυτό και η εκτεθείσα κρίση του περί ανυπαρξίας δεδικασμένου μη απαιτούμενη για τη στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως του, είναι πλεοναστική. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμό 8 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων [ΟλΑΠ 3/1993]. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ότι προκειμένου να απορρίψει την ως άνω ένσταση δεδικασμένου, που είχαν προβάλλει, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί και ειδικότερα εκθέτοντας το ιστορικό της κρινόμενης αγωγής δέχθηκε ότι αναφέρεται σε αυτή σχετικά με την κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία <<...άλλως η πρώτη ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία που συμπληρώνεται στο πρόσωπό της με προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι το νεμόταν συνεχώς από το έτος 1924 και στη συνέχεια η ίδια, ασκώντας τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ότι οι εναγόμενοι, κατά το μήνα Οκτώβριο του 1999 κατέλαβαν παράνομα το επίδικο και αρνούνται να τους το αποδώσουν. Με βάση τα παραπάνω ζητούσαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα ψιλής κυριότητας της πρώτης και της επικαρπίας της δεύτερης στο επίδικο, άλλως το δικαίωμα της πρώτης επ' αυτού και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να τους αποδώσουν το ακίνητο αυτό, κατά το δικαίωμα που ανήκει σε καθεμία>>, ενώ τέτοιο αίτημα αναγνώρισης δηλαδή του δικαιώματος κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας δεν υπήρχε στην αγωγή, με αποτέλεσμα, κατά τους αναιρεσείοντες <<να οδηγηθεί στην κρίση ότι δεν υφίσταται ταυτότητα νομικής και ιστορικής αιτίας των επικουρικών βάσεων των δύο αγωγών και άρα το δεδικασμένο που απορρέει από τη με αριθμό 425/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν κωλύει την άσκηση της κρινόμενης αγωγής ως προς την επικουρική της βάση>>. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί, όπως και ο αμέσως προηγούμενος, στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, της κτήσης δηλαδή της κυριότητας με παράγωγο τρόπο, η δε επικουρική βάση της κτήσης της κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, της οποίας η έρευνα κρίθηκε από το Πρωτοδικείο ότι παρέλκει, δεν εξετάστηκε ούτε από το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι τα περιστατικά που αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία περιέχονται κατά λέξη στο ιστορικό της ένδικης αγωγής [σελ. 7 αυτής] . Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔικ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005]. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ ΚΠολΔικ ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το ...7-6-2004 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Χαλκιδικής. Τα έγγραφα αυτά τα είχε επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις του στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτών [ΚΠολΔικ 561 παρ.2]. και το είχε προσκομίσει προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του περί δικής του κυριότητας στο επίδικο ακίνητο. Ο ερευνώμενος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων <<... και απ' όλα γενικά τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε ως δικαστικά τεκμήρια...>>, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ανωτέρω έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητο να το μνημονεύσει χωριστά. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 12 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔικ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά. Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη και παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔικ, μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση [ΑΠ 780/2012]. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου σε έγγραφο που προσκομίστηκε από τους αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα στο ως άνω ...7-6-2004 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Χαλκιδικής, που απευθύνεται στο Υπολιμεναρχείο ... με το ακόλουθο περιεχόμενο <<σε απάντηση του παραπάνω σχετικού σας αναφέρουμε ότι σε αυτοψία υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας την 25-5-2004 στον οικισμό <<...>> του Δ.Δ. ... του Δ. ..., έμπροσθεν ιδιοκτησίας Σ. Κ., διαπιστώθηκε ύπαρξη σκουπιδιών μέσα σε λάκκους, σε χώρο εκτός αιγιαλού που δεν ανήκει στην αρμοδιότητα της Κτηματικής Υπηρεσίας. Η Κτηματική Υπηρεσία δεν είναι αρμόδια για έκδοση άδειας περίφραξης στο συγκεκριμένο χώρο>>. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το επικαλούμενο έγγραφο δεν αποτελεί στην προκείμενη περίπτωση, πλήρη απόδειξη, ως προς τα βεβαιούμενα σ` αυτό, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔικ, αφού η αναφορά περί <<ιδιοκτησίας Σ. Κ.>> δεν αποτελεί γεγονός από εκείνα που έχουν γίνει ενώπιον του συντάκτη του εγγράφου, ο οποίος και δεν ήταν αρμόδιος για τη βεβαίωσή του, ενώ εξάλλου από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο το εν λόγω έγγραφο το εκτίμησε ελεύθερα, κατ` άρθρα 340 και 387 ΚΠολΔικ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ` είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ.2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 482/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια