ΑΠ 21/2001: Η ΜΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ, ΚΑΙΤΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΘΗΚΕ Ο ΚΑΘ' ΟΥ, MONO ΟΤΑΝ Η ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟ - ΕΠΙΔΟΣΗ | ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ | ΣΥΖΗΤΗΣΗ | ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ | ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ

ΑΠ 21/2001: Η ΜΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ, ΚΑΙΤΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΘΗΚΕ Ο ΚΑΘ' ΟΥ, MONO ΟΤΑΝ Η ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΡΗΤΑ ΣΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΙΔΟΣΗ | ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ | ΣΥΖΗΤΗΣΗ | ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ | ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ

ΑΠ 21/2001 ΣΕ ΤΝΠ ΔΣΑ

Αριθμός 21/2001
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα


ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Παπαλάκη, Αντιπρόεδρο, Παύλο Μεϊδάνη, Δημήτριο Βούρβαχη Κωνσταντίνο Βαλμαντώνη και Αθανάσιο Κρητικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2000, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1. Ε. συζ. Ν. Τ., θυγ. Μ. Κ., κατοίκου Ν.Ψυχικού, 2. Β. συζ. Α. Γ., θυγ. Ν. Β., κατοίκου Ανθούσας, 3. Μ. Β. του Ν., κατοίκου Ν.Ψυχικού, 4. Δ. Σ. του Γ., κατοίκου Παπάγου, 5. Μ. Κ., 6. Α. Κ. του Μ., 7. Δ. Κ. του Μ., 8. Ε. Κ. του Μ., κατοίκων Παιανίας, 9. Α. συζ. Π. Κ., θυγ. Ε. Δ., κατοίκου Ανθούσας, 10. Α. συζ. Ν. Γ., 11. Ι. χήρας Ι. Γ., κατοίκων Γέρακα Αττικής, 12. Γ. Γ. του Ι., κατοίκου Αγ. Παρασκευής Αττικής, 13. Ν. Γ. του Ι., κατοίκου Γέρακα Αττικής, 14. Κ. Γ. του Ι., κατοίκου Γέρακα Αττικής, 15. Α. Σ. του Δ., 16. Μ. συζ. Ν. Μ., θυγ. Λ. Μ., κατοίκων Γέρακα Αττικής, 17. Α. Γ. του Δ., 18. Ε. Β. του Γ., κατοίκων Γέρακα Αττικής, 19. Ν. Σ. του Γ., 20. Ν. Σ. του Δ., κατοίκων Παιανίας Αττικής, 21. Ν. Κ. του Γ. και 22. Αθηνάς συζ. Ν. Κ., θυγ. Μ. Κ., κατοίκου Παπάγου. Οι 1η, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8η, 10η, 11η, 12ος, 13ος, 14ος, 21ος και 22η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη και οι λοιποί παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Α. Χ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με αιτήσεις, ανταιτήσεις και κύρια παρέμβαση για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η απόφαση 3.941/1998 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-1998 αίτησή τους. Επ΄αυτής εκδόθηκε η 1.836/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως για όλους τους διαδίκους εκτός της αναιρεσείουσας Αθηνάς χήρας Σωτ. Νίντου, ως προς την οποία κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 21-2-2000 κλήση των αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Βαλμαντώνης ανέγνωσε την από 8-10-1999 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Γ. Παπαδημητρίου, Αρεοπαγίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται με κλήση προς συζήτηση η από 4-11-1998 αίτηση των αναιρεσειόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3941/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών μετά την έκδοση της 1836/1998 απόφασης του Γ΄ τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση που έγινε στις 20-10-1999. Οι διάδικοι κατά την προκειμένη συζήτηση παρίστανται νόμιμα και εφόσον ως προς το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει το αντίθετο πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559.14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, με την έννοια ότι εξαιτίας αυτού απέρριψε την αγωγή ή άλλο ένδικο μέσο ή βοήθημα και όχι όταν κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση για οποιονδήποτε λόγο, καθόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει οριστική απόφαση, όπως απαιτείται κατ' άρθρ. 553 παρ.1β ΚΠολΔ, για να υπόκειται σε αναίρεση. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 14 παρ.2 του ΝΔ 797/1971 «Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων» ορίζονται: «Εάν η αναγκαστική απαλλοτρίωση εκηρύχθη υπέρ του Δημοσίου, κατά την διαδικασίαν του προσδιορισμού της αποζημιώσεως και της αναγνωρίσεως των δικαιούχων εκπροσωπείται τούτο υπό του νομάρχου, όστις αναθέτει εις τον πληρεξούσιον του Δημοσίου την υπεράσπισιν των συμφερόντων αυτού, ανακοινών ταυτοχρόνως την εντολήν εις το Νομικόν Συμβούλιον του Κράτους». Τέλος, στις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. παρ.1 και 2 του από 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 κωδ/νου Δ/τος. «Περί του Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», ορίζονται στην πρώτη «μόνον αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών.γενόμεναι κοινοποιήσεις παράγουν νομίμους συνεπείας» και στη δεύτερη «η διάταξις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού κρατικού οργάνου της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί ποινή ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης». Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών και ιδιαίτερα από την διατύπωση της παρ.2 του άρθρου 14 του ΝΔ η 797/71, η οποία δεν απαγγέλλει, σε περίπτωση μη τηρήσεώς της, ρητώς ακυρότητα, συνάγεται ότι η παράλειψη της συμμορφώσεως του αιτούντος τον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως της εδαφικής εκτάσεως και των επικειμένων σαυτή, που απαλλοτριώθηκε υπέρ του Δημοσίου, με την επιταγή της ανωτέρω διατάξεως, η οποία διαλαμβάνει την υποχρέωση της επιδόσεως της αιτήσεως στον οικείο νομάρχη, δημιουργεί, σύμφωνα με το άρθρο 159.3 ΚΠολΔ, ακυρότητα της επιδόσεως μόνο στην περίπτωση της συνδρομής βλάβης, η οποία δεν δύναται να επανορθωθεί άλλως, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Η παράλειψη της επιδόσεως αυτής προς τον Νομάρχη, εφόσον το Δημόσιο παραστεί στο δικαστήριο, υπερασπισθεί την υπόθεση και δεν επικαλείται βλάβη εις βάρος του, η οποία να προήλθε από την παράλειψη αυτή και την οποία πάντως οφείλει ν' αποδείξει το ίδιο, καθιστά παραδεκτή τη διαδικαστική πράξη της εγέρσεως της αιτήσεως (ΑΠ 807/1994). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε κατά την συζήτηση στο Εφετείο και εκτιμώνται από τον Αρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το καθού η αίτηση, στην αίτηση των αναιρεσειόντων για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για τις απαλλοτριωθείσες εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενα αυτών, Ελληνικό Δημόσιο, παραστάθηκε προσηκόντως εκπροσωπούμενο νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, άσκησε με τις προτάσεις του ανταίτηση και κατ' άλλων διαδίκων αυτοτελή αίτηση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με την αίτηση των αναιρεσειόντων, χωρίς τούτο (Ελληνικό Δημόσιο) να ισχυρισθεί ότι υπέστη βλάβη από την παράλειψη της επίδοσης της αίτησης των αναιρεσειόντων για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης προς τον Νομάρχη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση α)απέρριψε ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως την από 15-9-1997 αίτηση των αναιρεσειόντων, εκτός από τους εξ αυτών 3ο (Μ. Β. ), 17η (Μ. Μ. ) και 20ο (Ν. Γ. Σ. ) με την οποία ζήτησαν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για τις απαλλοτριωθείσες εδαφικές εκτάσεις και τα επικείμενα αυτών, β) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση για τους πιο πάνω τρεις (Μ. Β., Μ. Μ., Ν. Γεωργ.Σ. ) και γ) εκτίμησε την αίτηση του Ε. Β. (19ου αναιρεσείοντος) ως ανταίτηση κατά της αίτησης του Δημοσίου, στην οποία (ο Εμμ. Β. ) ήταν καθού και σαν τέτοια (ανταίτηση) την έκρινε. Ετσι κρίνοντας το Εφετείο ως προς τους αναιρεσείοντες που απέρριψε την αίτηση παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, γιαυτό υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559.14 ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του σχετικού 1ου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ως προς τους τρεις για τους οποίους κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση η αίτηση της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, γιατί η απόφαση ως μη οριστική δεν υπόκειται σε αναίρεση. Πρέπει να σημειωθεί ότι η παραδοχή του 1ου λόγου αφορά και την απορριφθείσα αίτηση αναίρεσης του Ε. Β., καθόσονη απόρριψη της αίτησής του και η εκτίμηση αυτής ως ανταίτησης στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατ' αυτού έχει δυσμενή γιαυτόν (Εμμ.Β. ) επίπτωση στη δίκη, οπωσδήποτε στη δικαστική δαπάνη, για την οποία υποβάλλεται ο 4ος λόγος της αίτησης. Ενόψει του λόγου για τον οποίο αναιρείται η απόφαση, θα χωρήσει συζήτηση της αίτησης των καλούντων-αναιρεσειόντων (ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αναίρεση) προς οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, γιαυτό μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, ήτοι του 2ου και 3ου, στους οποίους περιέχονται αιτιάσεις εκ του άρθρου 559.1 ΚΠολΔ και του 4ου που αφορά τη δικαστική δαπάνη.

Κατά το μέρος που αναιρείται η απόφαση, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, καθόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Οι ηττώμενοι διάδικοι πρέπει σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αντιδίκων τους, περιορισμένη όμως στο όριο που θέτει το άρθρο 22 παρ.1 του ν.3693/1957, όπως αυτό ισχύει με την υπ' αριθμ.134423/1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (βλ. και άρθρ. 28 παρ.5 του ν.2579/98), ήτοι α) το Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των 19 καλούντων-αναιρεσειόντων που απορρίφτηκαν οι αιτήσεις τους και β)Οι τρεις καλούντες-αναιρεσειόντες ως προς τους οποίους κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση στη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Α)Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους καλούντες-αναιρεσείοντες Μ. Β., Μ. Μ. και Ν. Γ. Σ. Και

Καταδικάζει αυτούς στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει ενόλω σε εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές.

Β) Αναιρεί την 3941/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς του άλλους δέκα εννέα (19) καλούντες-αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αυτούς για

περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωκαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη αυτών, την οποία ορίζει ενόλω σε εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2000.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2001.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Σχόλια