ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 139/2013Αυτοκινητικό ατύχημα από ρυμουλκό όχημα, που συνδέεται με ρυμουλκούμενο. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 1827/2013Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 139/2013Αναγνώριση υποχρέωσης εφάπαξ καταβολής διαφυγόντων κερδών. Αναγνώριση καταβολής αποζημίωσης με την προσαύξηση του τόκου επιδικίας. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014Οχήματα που εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2550/20121Ένσταση αυτοδιακινδύνευσης επιβάτη οχήματος. Από φιλοφροσύνη μεταφορά προσώπου με αυτοκίνητο. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2003/2013Παραμέληση από γονέα καθήκοντος εποπτείας ανηλίκου, που επιβιβάστηκε σε μοτοσικλέτα τρίτου και τραυματίστηκε από πτώση. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 272/2014Καταβολή αποζημίωσης σε κεφάλαιο εφάπαξ σε αυτοκινητικό ατύχημα. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014Ασφάλιση ίδιων ζημιών αυτοκινήτου. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 3417/2013Σώρευση στην διαδικασία των αυτοκινήτων αίτησης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014Αντισυνταγματική η διάταξη περιορισμού ευθύνης Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 352/2014Αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής γονέα από θανόντα τέκνο λόγω αδικοπραξίας. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 463/2012Συνυπαιτιότητα πεζού που διέσχισε το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων πεζών. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1360/2010Προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης. Μη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 71/2011Έλκηθρο με μηχανική δύναμη (snowmobile). Υποχρεωτική η ασφάλισή του για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1007/2011Διαπίστωση της μέθης στην οδήγηση αυτοκινήτου με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αλκοτέστ και αιμοληψίας. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1046/2011Λύση σύμβασης ασφάλισης αυτοκινήτου, καταγγελία από τον ασφαλιστή. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 510/2009Πρόσληψη, απόλυση οδηγών λεωφορείων ΚΤΕΛ. Απόλυση προσωπικού ΚΤΕΛ. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1499/2010Αποζημίωση προσωπικού ΚΤΕΛ λόγω συνταξιοδότησης. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 863/2010Η οικογένεια του θύματος στην χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία τρίτου, θείοι, ανηψιοί, μνηστή. ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 995/2009

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 139/2013
ΑΠΟΦΑΣΗ

Απόσπασμα……
Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη, σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής του αυτοκινήτου, συνεπεία τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, ο κύριος αυτού δικαιούται να ζητήσει από τον ζημιώσαντα να του καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στην αξία που είχε το αυτοκίνητό του πριν από την επέλευση της ζημίας (βλ. ενδ. ΑΠ 183/1991, ΕλλΔνη (1992), 810, ΑΠ 2060/1983, ΝοΒ (33), 25, ΑΠ 1007/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑΘ 1291/1993, ΕπΣυγκΔ (1993), 255, ΕφΑΘ 2469/1993, ΕπΣυγκΔ (1994), 33, ΕφΑΘ 10613/1990, ΕΕΝ (1990), 512, Α.Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, δ' έκδ. (2008), σελ. 466 επ.). Εξάλλου, ως ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 187/2005, ΑχΝομ (2006), 694, ΕφΠατρ 348/2004, ΑχΝομ (2005), 609, ΕφΠατρ 688/2002, ΑχΝομ (2003), 638, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, ΕφΑθ 5613/1993, ΕπΣυγκΔ (1995), 186, ΕφΑθ 6879/1989, ΕπΣυγκΔ (1990), 187, Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 466). Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου της ζημίας (ήτοι της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς για ένα από τους προαναφερόμενους λόγους) η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΑΠ 1051/1988, ΕΕΝ (1999), 877, ΑΠ 1006/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑθ 138/2006, ΕπΣυγκΔ (2006), 646, ΕφΠατρ 519/2005, ΑχΝομ (2006), 716, ΕφΘεσ 1694/2003, Αρμ (2004), 66, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, Α. Κρητικός, ό.ττ., σελ. 481-482). Εξάλλου, σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα άποψη σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής αυτοκινήτου λόγω τροχαίου ατυχήματος, ο υπόχρεος σε αποζημίωση, εφόσον ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν συνυπολογίζει-προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων του καταστραφέντος ούτε προσφέρεται στην αυτούσια απόδοση των υπολειμμάτων αυτών, δικαιούται να ζητήσει κατ’ ένσταση τον συνυπολογισμό της αξίας των υπολειμμάτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των ίδιων των υπολειμμάτων (βλ. σχετικά Α. Κρητικό, ό.π., σελ. 475, Ι. Κατρά, ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, 2003, σελ. 110). Εξάλλου, σε περίπτωση που ο ίδιος ο ενάγων-δανειστής υπολογίζει στην αγωγή του και προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτού.
Αυτοκινητικό ατύχημα από ρυμουλκό όχημα, που συνδέεται με ρυμουλκούμενο

Αυτοκινητικό ατύχημα από ρυμουλκό όχημα, που συνδέεται με ρυμουλκούμενο.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 1827/2013
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στο άρθρο 6α παρ. 4 ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 ν. 3557/2007 προβλέπεται ότι «αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και η ευθύνη αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας».

Η εις ολόκληρον ευθύνη του ασφαλιστή του ρυμουλκού και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, η οποία προβλέπεται με την πιο πάνω διάταξη, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης (παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη), τόσο των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκό, όσο και των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκούμενο, αφού ο νομοθέτης δεν θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών, ανεξάρτητα από την ύπαρξη αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με τα αντίστοιχα τμήματα (ρυμουλκό - ρυμουλκούμενο).

Γενικότερα, η θεμελίωση της κατά το άρθρ. 926 ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων προσώπων απέναντι στο ζημιωθέντα - και συνακόλουθα της αναγωγής μεταξύ τους κατά το άρθρ. 927 ΑΚ - απαιτεί προηγουμένως ότι υπάρχει ευθύνη των προσώπων αυτών θεμελιωμένη ήδη σε άλλες διατάξεις

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 1827/2013

Αποτελούμενο από το Δικαστή Ιωάννη Παπαϊωάννου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Αικατερίνη Γεωργακοπούλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4.3.2013, για να δικάσει την υπόθεση: Της ενάγουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία….Της εναγομένης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία… Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 20.11.2012 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθ.....προσδιορίστηκε προς συζήτηση στην παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αγωγή (αριθ. Κατάθεσης…), η ενάγουσα (ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία…..Εκθέτει τα ακόλουθα: Σε τροχαίο ατύχημα που έγινε στις 16.4.2011, επί της ανώνυμης δημοτικής οδού από….προς….της……και ειδικότερα σε σύγκρουση φορτηγού αυτοκίνητου (ρυμουλκού) και ρυμουλκού μενού με μοτοποδήλατο, τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός του μοτοποδήλατου……Κατόπιν αγωγής των συγγενών του θανόντος εκδόθηκε η…απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), η οποία υποχρέωσε την ενάγουσα (εκεί δεύτερη των εναγομένων), που είχε ασφαλίσει το φορτηγό για την αστική ευθύνη προς τρίτους από την κυκλοφορία του, καθώς και τον οδηγό και ιδιοκτήτη του φορτηγού…..(εκεί πρώτο των εναγομένων), τον καθένα εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε ορισμένους των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ για τους λοιπούς των εναγόντων, που ήταν ανήλικοι, το Δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης για τυπικούς λόγους. Η πιο πάνω απόφαση - το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο στην κρινόμενη αγωγή - έκρινε ότι ο…..τραυματίστηκε θανάσιμα από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του φορτηγού, ο οποίος οδηγούσε απρόσεκτα και με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, με αποτέλεσμα σε μία δεξιά στροφή να απωλέσει τον έλεγχο του φορτηγού και το τελευταίο, εξαιτίας της ολισθηρότητας του οδοστρώματος λόγω βροχής, να πλαγιολισθήσει και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και επέπεσε με σφοδρότητα, με το οπίσθιο αριστερό μέρος του ρυμουλκούμενου, στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο…..Κατά την ίδια απόφαση, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού δεν αμφισβήτησαν και εμμέσως συνομολόγησαν οι εναγόμενοι στη δίκη εκείνη. Στη συνέχεια, η ενάγουσα εκθέτει ότι η ίδια, καθώς και οι συγγενείς του θανόντος για τους οποίους η απόφαση είχε κρίνει οριστικά, αποδέχθηκαν την παραπάνω απόφαση και τα επιδικασθέντα με αυτή ποσά, καθώς επίσης η ενάγουσα εκθέτει ότι στη συνέχεια συμβιβάστηκε και με τους γονείς των λοιπών εναγόντων-ανήλικων συγγενών του θανόντος, για τους οποίους η απόφαση δεν είχε κρίνει οριστικά και ότι έτσι κατέβαλε σε όλους τους προαναφερομένους το συνολικό ποσό των 113.383,69 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (κεφάλαιο, τόκοι, δικαστικά έξοδα). Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει ότι το φορτηγό (ρυμουλκό) ήταν μεν ασφαλισμένο στην ίδια, πλην όμως το ρυμουλκούμενο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη……και ισχυρίζεται έτσι, με επίκληση του άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976, το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 3557/2007 και προβλέπει την εις ολόκληρον ευθύνη των ασφαλιστών του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, ότι έχει δικαίωμα να ζητήσει την κατανομή της ζημίας σε βάρος της εναγομένης και να αξιώσει αναγωγικά από την τελευταία το 50% του ποσού που κατέβαλε στους συγγενείς του θανόντος. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό των (113.383,69 X 50% =) 56.691,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική δαπάνη της. Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 9, 10, 14 § 2, 16 αρ. 12, 25 § 2 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρ. 681Α σε συνδ. με τα άρθρ. 666, 667, 670 - 676 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όμως, η αγωγή είναι αόριστη (άρθρ. 216 § 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ), αφού δεν γίνεται στο δικόγραφο αυτής επίκληση της συνυπαιτιότητας της εναγομένης, των περιστατικών της συνυπαιτιότητάς της και σε τί συνίσταται αυτή, καθώς και της αιτιώδους συμβολής της τυχόν συνυπαιτιότητάς της στην πρόκληση της ζημίας των δικαιούχων της αποζημίωσης [βλ. ΕφΛαρ 646/2006 ΤΝΠΔΣΑ, ΕφΛαρ 26/2004 Αρμ 2004/992, γενικότερα βλ. Γεωργιάδη στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρ. 927 αριθ. 29, Βαθρακοκοίλη, ΕρμΝομΑΚ, τόμος Ρ, ημίτομ. Γ, ΕιδΕνοχ, έκδ. 2006, άρθρ. 927 αριθ. 16]. Δηλαδή η ενάγουσα δεν επικαλείται περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν ότι το αίτιο του ατυχήματος συνδέεται με το ρυμουλκούμενο που ασφάλιζε η εναγομένη και ότι αφορά συνυπαιτιότητα των προσώπων που σχετίζονται με το ρυμουλκούμενο (λ.χ. τυχόν ρήξη του συνδέσμου του ρυμουλκούμενου με το ρυμουλκό λόγω ελαττώματος του ρυμουλκούμενου, τυχόν κακή στοιβασία του φορτίου του ρυμουλκούμενου). Αντιθέτως, μάλιστα, η ενάγουσα εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή ότι αποδέχθηκε την….απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η εκτροπή και πρόσκρουση του ρυμουλκούμενου στο μοτοποδήλατο του…..και ο θανάσιμος τραυματισμός του τελευταίου οφείλονταν αποκλειστικά σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ρυμουλκού (φορτηγού), το οποίο και ήταν ασφαλισμένο σε εκείνη για την αστική ευθύνη προς τρίτους από την κυκλοφορία του. Εξάλλου, το πιο πάνω συμπέρασμα, της αοριστίας της αγωγής, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 ν. 3557/2007 - καταργώντας την μέχρι τότε ισχύουσα, από το άρθρ. 21 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε., αρχή της επικουρικότητας της ασφάλισης του ρυμουλκούμενου έναντι της ασφάλισης του ρυμουλκού [βλ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 2008, § 25 αριθ. 36 και αριθ. 40 υποσημ. 36, ΑΠ 6/2010 ΝοΒ 2010/1477, ΑΠ 309/2005 ΕλΔ 2006/1360] - προβλέπει ότι «αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των ζημιωθέντων τρίτων και η ευθύνη αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας». Και τούτο διότι, η εις ολόκληρον ευθύνη των ασφαλιστή του ρυμουλκού και του ασφαλιστή του ρυμουλκούμενου, η οποία προβλέπεται με την πιο πάνω διάταξη (άρθρ. 6α § 4 ν. 489/1976), τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης (παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη) τόσο των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκό όσο και των προσώπων που συνδέονται με το ρυμουλκούμενο, αφού ο νομοθέτης δεν θέλησε την οπωσδήποτε ευθύνη αμφοτέρων των ασφαλιστών ανεξάρτητα από την ύπαρξη αστικής ευθύνης των προσώπων που συνδέονται με τα αντίστοιχα τμήματα (ρυμουλκό - ρυμουλκούμενο) του ενιαίου συρμού [βλ. Κρητικό ο.π, § 25 αριθ. 40]. Γενικότερα, η θεμελίωση της κατά το άρθρ. 926 ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνης περισσότερων προσώπων απέναντι στο ζημιωθέντα - και συνακόλουθα της αναγωγής μεταξύ τους κατά το άρθρ. 927 ΑΚ - απαιτεί προηγουμένως ότι υπάρχει ευθύνη των προσώπων αυτών θεμελιωμένη ήδη σε άλλες διατάξεις [βλ. Κορνηλάκη, ΕιδΕνοχΔ I, έκδ. 2002, § 95 αριθ. 1]. Κατόπιν των παραπάνω η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (λόγω της αοριστίας αυτής), ενώ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων θα συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).
Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων



Ολοσχερής καταστροφή αυτοκινήτου. Ορισμένο αγωγής. Συνυπολογισμός αξίας υπολειμμάτων.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 139/2013
ΑΠΟΦΑΣΗ

Απόσπασμα……Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη, σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής του αυτοκινήτου, συνεπεία τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, ο κύριος αυτού δικαιούται να ζητήσει από τον ζημιώσαντα να του καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί στην αξία που είχε το αυτοκίνητό του πριν από την επέλευση της ζημίας (βλ. ενδ. ΑΠ 183/1991, ΕλλΔνη (1992), 810, ΑΠ 2060/1983, ΝοΒ (33), 25, ΑΠ 1007/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑΘ 1291/1993, ΕπΣυγκΔ (1993), 255, ΕφΑΘ 2469/1993, ΕπΣυγκΔ (1994), 33, ΕφΑΘ 10613/1990, ΕΕΝ (1990), 512, Α.Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, δ' έκδ. (2008), σελ. 466 επ.). Εξάλλου, ως ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 187/2005, ΑχΝομ (2006), 694, ΕφΠατρ 348/2004, ΑχΝομ (2005), 609, ΕφΠατρ 688/2002, ΑχΝομ (2003), 638, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, ΕφΑθ 5613/1993, ΕπΣυγκΔ (1995), 186, ΕφΑθ 6879/1989, ΕπΣυγκΔ (1990), 187, Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 466). Τέλος, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου της ζημίας (ήτοι της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς για ένα από τους προαναφερόμενους λόγους)· η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΑΠ 1051/1988, ΕΕΝ (1999), 877, ΑΠ 1006/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑθ 138/2006, ΕττΣυγκΔ (2006), 646, ΕφΠατρ 519/2005, ΑχΝομ (2006), 716, ΕφΘεσ 1694/2003, Αρμ (2004), 66, ΕφΑθ 220/1994, ΕττΣυγκΔ (1994), 427, Α.Κρητικός, ό.ττ., σελ. 481-482). Εξάλλου, σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα άποψη σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής αυτοκινήτου λόγω τροχαίου ατυχήματος, ο υπόχρεος σε αποζημίωση, εφόσον ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν συνυπολογίζει-προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων του καταστραφέντος ούτε προσφέρεται στην αυτούσια απόδοση των υπολειμμάτων αυτών, δικαιούται να ζητήσει κατ’ ένσταση τον συνυπολογισμό της αξίας των υπολειμμάτων. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να ζητήσει την αυτούσια απόδοση των ίδιων των υπολειμμάτων (βλ. σχετικά Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 475, Ι. Κατρά, ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, 2003, σελ. 110). Εξάλλου, σε περίπτωση που ο ίδιος ο ενάγων-δανειστής υπολογίζει στην αγωγή του και προαφαιρεί την αξία των υπολειμμάτων ο ισχυρισμός του εναγομένου σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση αυτού.


Αναγνώριση υποχρέωσης εφάπαξ καταβολής διαφυγόντων κερδών. Αναγνώριση καταβολής αποζημίωσης με την προσαύξηση του τόκου επιδικίας.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014
ΑΠΟΦΑΣΗ

Απόσπασμα……Είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 340, 345, 914, 929, 930, 931, 932,1000 ΑΚ, 70, 176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2, 4,9, 10 ν. ΓΠΝ/1911, 6 §§1,2 και 10 §1 π.δ. 237/1986, εκτός από τα ακόλουθα αιτήματα αυτής 1) περί αναγνώρισης της υποχρέωσης για εφάπαξ καταβολή των διαφυγόντων κερδών του διαστήματος μετά την επίδοση της αγωγής, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας (άρθρα 216 παρ. 1, 111 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με 929 ΑΚ), καθώς στην αγωγή δεν περιέχονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν σπουδαίο λόγο εφάπαξ καταβολής, όπως η έννοια του «σπουδαίου λόγου» αναπτύσσεται στη νομική σκέψη της απόφασης, αλλά οι αμφιβολίες για τη μελλοντική οικονομική φερεγγυότητα της εναγομένης που αορίστως εκφράζονται από τον ενάγοντα, δεν εξειδικεύονται με την παράθεση ορισμένων πραγματικών περιοτατικών, 2) περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει τα αιτούμενα κονδύλια με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας με την προσαύξηση του τόκου επιδικίας, σύμφωνα με το ν. 4055/2012, με το άρθρο 2 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρο 346 ΑΚ (έναρξη ισχύος του ν. 4055/2012, 2-4-2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού), το οποίο, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό καθίσταται μη νόμιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο, καθόσον ο περιορισμός του αιτήματος συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ), καταλύουσα αναδρομικώς την επίδοση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, ούτως ώστε να μην οφείλονται εξαιτίας της τόκοι επιδικίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ, τούτο δε ανεξάρτητα από το ότι δεν αίρονται οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (βλ. ΟλΑΠ 13/1994 ΕλλΔνη 1994. 1259, ΑΠ 1173/2012 δημοσιευμένη στην ΤρΝομΠληρ ΝΟΜΟΣ)Γ3) περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το οποίο, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, καθίσταται μη νόμιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο, καθόσον προϋποθέτει την ύπαρξη απόφασης που μπορεί να αποτελέσει τίτλο εκτελεστό, τέτοιο δε δεν αποτελεί η απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, παρά μόνο ως προς το κεφάλαιο για τα δικαστικά έξοδα, για τα οποία όμως δεν μπορεί να διαταχθεί προσωρινή εκτέλεση (άρθρο 909 αρ. 2 ΚΠολΔ)….


Οχήματα που εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2550/20121

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην εξαίρεση από τον κανόνα της εκ δεξιών προτεραιότητας δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία οχήματα εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο.

ΑΠΟΦΑΣΗ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2550/20121
Απόσπασμα….. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων έπρεπε να παραχωρήσει προτεραιότητα στο οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο όχημα, διότι εισήλθε από χωματόδρομο σε χωματόδρομο και επομένως, δεν ισχύει η εκ δεξιών προτεραιότητα, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 4 και 5 του άρθρου 26 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), προκύπτει, ότι στους κόμβους, που κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, αποτελούν: οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σ' αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις α)αυτών που κυκλοφορούν στους αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας και β)τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα, που έχουν, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα, γ) αυτών που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρο σταθμεύσεως και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρετήσεως, που οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, δ)αυτών που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, που οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα. Στην πιο πάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία οχήματα εισέρχονται από χωματόδρομο σε χωματόδρομο, διότι ούτε ρητά στο νόμο αναφέρεται αυτή η περίπτωση, ούτε και κατ' αναλογία μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση. Από όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου ,αφού αυτός δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, κάτω υπό τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος συνετός οδηγός, αλλά από έλλειψη προσοχής και επιτηδειότητας κατά την οδήγηση, ενώ είχε πρόθεση να επιχειρήσει αριστερή στροφή, όταν πλησίασε στην ισόπεδη διασταύρωση των δύο οδών, αντί να αναμείνει τη διέλευση του οχήματος του ενάγοντος το οποίο είχε προτεραιότητα σε σχέση με τη δική του πορεία, ως εκ δεξιών κινούμενο, καθώς στη εν λόγω διασταύρωση δεν υπήρχε σήμανση αλλά παρόλο, μάλιστα, που είχε αντιληφθεί το οδηγούμενο από τον ενάγοντα όχημα, πιστεύοντας ότι θα το αποφύγει, επιχείρησε αιφνιδιαστικά την αριστερή στροφή, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί και να ανακόψει την πορεία του οδηγούμενου από τον ενάγοντα οχήματος , το οποίο κινούνταν κανονικά και είχε προτεραιότητα (άρθρ. 12 παρ.1, 26 παρ. 5 ΚΟΚ). Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ο ενάγων βαρύνεται με οποιαδήποτε υπαιτιότητα για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, διότι επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες συνθήκες, αφού κινούνταν με ταχύτητα κανονική για τις περιστάσεις, έχοντας προτεραιότητα σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, του οποίου την αιφνίδια στροφή προς τα αριστερά ούτε όφειλε ούτε μπορούσε να προβλέψει, αφού, εύλογα ανέμενε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου θα «σεβόταν» την προτεραιότητά του, όταν, παρά δε τις προσπάθειες που έκανε (μείωση της ταχύτητας του), δεν είχε τα αναγκαία περιθώρια χρόνου, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγομένων και τη προβληθείσας εκ μέρους τους ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος….


Ένσταση αυτοδιακινδύνευσης επιβάτη οχήματος. Από φιλοφροσύνη μεταφορά προσώπου με αυτοκίνητο.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2003/2013

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ένσταση αυτοδιακινδύνευσης επιβάτη οχήματος, που, ενώ γνώριζε ότι ο οδηγός αυτού βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης, αφού συνδιασκέδαζαν και ήταν εμφανή τα συμπτώματα μέθης του, παρά ταύτα επιβιβάστηκε στο ζημιογόνο όχημα και τραυματίστηκε.

Η από φιλοφροσύνη μεταφορά προσώπων δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του οδηγού, σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια, αλλά καταλογίζεται συντρέχον πταίσμα στον επιβάτη, ο οποίος εμπιστεύεται τη μεταφορά του εκ φιλοφροσύνης από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2003/2013

Απόσπασμα…..Άλλωστε, στα πλαίσια του ταξιδιού από φιλοφροσύνη, στο οποίο η μεταφορά του προσώπου γίνεται χωρίς καταβολή οποιουδήποτε ανταλλάγματος από καθαρή διάθεση φιλοφροσύνης, είναι δυνατό να εμφανισθει η περίπτωση της αυτοδιακινδύνευσης, ή ενέργειας με ίδιο κίνδυνο του μεταφερομένου προσώπου. Εδώ, είναι δυνατόν ο οδηγός ενός αυτοκινήτου, που ενεργεί τη μεταφορά από φιλοφρόνηση, να μην είναι ικανός για οδήγηση, είτε γιατί στερείται άδειας ικανότητας οδηγού, είτε γιατί τελεί σε κατάσταση μέθης ή υπερκόπωσης, με αποτέλεσμα την αδυναμία οδήγησης εκ φυσικών λόγων. Στην από φιλοφροσύνη μεταφορά, σε περίπτωση που προκληθεί ατύχημα και τραυματισθεί ή θανατωθεί ο από φιλοφροσύνη μεταφερόμενος, δεν απαλλάσσονται από την ευθύνη τα κατά τον νόμο υπόχρεα πρόσωπα, όπως ο οδηγός, ο ιδιοκτήτης και η ασφαλιστική εταιρία. Η από φιλοφροσύνη μεταφορά μόνη της δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του οδηγού σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε ελαφοά αμέλεια. Όμως, η εν γνώσει του εκ φιλοφροσύνης μεταφερομένου προσώπου των παραπάνω κρίσιμων περιστατικών, που αφορούν το πρόσωπο του οδηγού, δεν παύει να έχει οποιαδήποτε αξία. Κατά την ορθότερη άποψη, καταλογίζεται συντρέχον πταίσμα (ΑΚ 300) στον επιβάτη, ο οποίος εμπιστεύεται τη μεταφορά του εκ φιλοφροσύνης από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης. με αποτέλεσμα να μη μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια. Απαιτείται όμως ο μεταφερόμενος να γνώριζε, ή βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης να μπορούσε να γνωρίζει τη μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση (βλ. ΕφΑθ 4257/2009, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Α. Κρητικός Αποζημίωση εκδ. 1998 αρ. 117-121). Και τούτο, διότι η επικίνδυνη, με την προεκτεθείσα έννοια, οδήγηση αυτοκινήτου αποτελεί γενικό πρόσφορη πράξη πρόκλησης ατυχήματος. Η συμμετοχή δε του επιβάτη σε ένα τέτοιο ταξίδι θέτει από την πλευρά της ένα αίτιο, είτε για την πρόκληση του ίδιου του ατυχήματος, είτε για την έκταση των ζημιών του επιβάτη, αν το ατύχημα οφείλεται σε άλλη αιτία (ΕφΛαρ 145/2012, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, υφίσταται συνυπαιτιότητα του παθόντος, που επιβιβάσθηκε στο αυτοκίνητο γνωρίζοντας την εμφανή μέθη του οδηγού - γνώση, που συνάγεται και από το ότι ο παθών, λίγο πριν την επιβίβασή του στο ζημιογόνο όχημα, διασκέδαζε μαζί με τον οδηγό, καταναλώνοντας οινοπνευματώδη ποτά (ΕφΛαρ 145/2012, ο.π)- ενώ δεν είχε προσδεθεί, κατά το ατύχημα και με ζώνη ασφαλείας, παράλειψη, η οποία συνετέλεσε στην έκταση των προκληθεισών συνεπειών του ατυχήματος- όπως στην περίπτωση εκτίναξής του από το όχημα (ΑΠ 366/2012, ΝΟΜΟΣ)- υφιστάμενου μετά ταύτα σωρευτικού συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος για τον τραυματισμό του, με άθροιση των ποσοστών για την έλλειψη ζώνης και για τη γνώση της μέθης, επερχόμενης έτσι διπλής μείωσης της αιτούμενης αποζημίωσης (ΑΠ 766/2007,ΕφΛαρ.28/2012, δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό στοιχεία Α με αριθ. καταθ….αγωγή ο….εκθέτει ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας…Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο ίδιος καθήμενος στο πίσω κάθισμα αυτού, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης (μητέρας του), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα, δηλαδή από αμέλειά του, τροχαίο ατύχημα, στον τόπο, κατά το χρόνο και με τις ειδικότερα εκτιθέμενες σε αυτήν συνθήκες, με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του.Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρα 294, 295 παρ. 1 εδ. α ’ και 297 επ., 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας ως αποζημίωσή του, για την αποκατάσταση της ζημίας που του προκάλεσε το ατύχημα, το συνολικό χρηματικό ποσό των 169.168,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και συγκεκριμένα :α) 4.700 ευρώ, για πλασματική αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου, κατά το διάστημα της νοσηλείας του στο 401 ΓΣΝΑ, β) 2.250 ευρώ, για πλασματική αμοιβή οικιακής βοηθού- αποκλειστικής νοσοκόμου, κατά το 35.1259, ΑΠ 497/2004 ΕλλΔνη 47.502, ΑΠ 241/2003 ΕλλΔνη 45.487). Επομένως, εφόσον, αναφορικά με την πρώτη ως άνω αγωγή επικυρωμένο αντίγραφό της επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 παρ. 5 του ν. 489/1976, όπως προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ.5 εδ. Η' του ν. 2741/1999 (φ.Ε.Κ 199 Α'/28.09.1999), στην αρμόδια Ε’ Οικονομική Εφορία Πειραιά (βλ. τη με αριθμ. 10624/20.3.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η. Σούσκα) και επί πλέον και για τις δυο αγωγές καταβλήθηκε και το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με αριθμ. 13236868/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ, τα επικολληθέντα ένσημα ΕΤΑΑ-Τ.Υ-Π.Δ.Α, καθώς και το με αριθμ. 13237102/2012 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ αντίστοιχα), πρέπει οι αγωγές, όπως κρίθηκαν ορισμένες και νόμιμες να ερευνηθούν περαιτέρω και κατ' ουσίαν.

Ο πρώτος και η δεύτερη εναγόμενοι, με δήλωση της πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε συνοπτικά στα οικεία πρακτικά συνεδρίασης και αναπτύσσεται με τις έγγραφες κατατεθείσες προτάσεις τους, συνομολογούν μεν την υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου για το επίδικο ατύχημα, αλλά περαιτέρω αμφισβητούν τόσο τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τις συνθήκες του τελευταίου, όσο και τη βασιμότητα και το ύψος των αιτουμένων από κάθε ενάγοντα κονδυλίων. Τέλος, και οι τρεις εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τόσο ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής….όσο και ο ενάγων της υπό στοιχείο β αγωγής…..υπήρξαν συνυπαίτιοι ως προς την έκταση των σωματικών βλαβών που συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος αυτοί υπέστησαν, λόγω μη χρήσεως εκ μέρους τους, κατά το ένδικο ατύχημα, της επιβεβλημένης από τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ζώνης ασφαλείας (άρθρα 12 παρ. 5 και 81 παρ. 17 Ν. 2696/1999). Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος (άρθρα 216, 262 Κ.Πολ.Δ. και 300 Α.Κ.) συνιστά ένσταση συντρέχοντος πταίσματος (βλ. αντί πολλών Α.Π. 1486/2005, Α.Π. 795/2004 αδημ., βλ. και Αθ. Κρητικού, ό.π., αρ. 102 επ., σελ. 40 επ., όπου και περαιτέρω παραπομπές) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προέβαλε με δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και αναπτύσσεται περαιτέρω στις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων αμφότερων των αγωγών (ένσταση αυτοδιακινδύνευσης), για το λόγο ότι ενώ γνώριζαν ότι ο εναγόμενος οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης (αφού συνδιασκέδαζαν και ήταν εμφανή τα συμπτώματα μέθης του), παρά ταύτα επιβιβάστηκαν στο ζημιογόνο όχημα. Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στηριζόμενη στο άρθρο 300 ΑΚ, και συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων αμφότερων των αγωγών με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε ομοίως στα πρακτικά πρόβαλαν ένσταση αυτοδιακινδύνευσης (για αμφότερες τις αγωγές), επικαλούμενοι επί λέξει τα εξής: « ένσταση συνυπαιτιότητας των παθόντων ως προς τον τραυματισμό τους διότι γνώριζαν την κατάσταση στην οποία ευρίσκετο ο οδηγός καθώς συνδιασκέδαζαν και παρά ταύτα επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητό τους». Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, καθώς ουδόλως εξειδικεύεται ποια είναι η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και δη ότι αυτός βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και ότι τα συμπτώματα αυτής μπορούσαν ή έπρεπε να γίνουν αντιληπτά από τους ενάγοντες. Σημειωτέον ότι μόνη η από φιλοφροσύνη μεταφορά προσώπων δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του οδηγού σε περίπτωση που το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια, αλλά καταλογίζεται συντρέχον πταίσμα (ΑΚ 300) στον επιβάτη, ο οποίος εμπιστεύεται τη μεταφορά του εκ φιλοφροσύνης από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να οδηγεί με ασφάλεια. Στην προκειμένη περίπτωση οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, με δήλωση της πληρεξουσίου Δικηγόρου τους, επιχείρησαν να προβάλουν ένσταση συνυπαιτιότητας χωρίς ωστόσο να εξειδικεύσουν ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου βρισκόταν κατά το ατύχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος, πράγμα που μπορούσαν ευχερώς να αντιληφθούν οι ενάγοντες, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους δε, κατηγορηματικά αρνούνται ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ακόμη ότι οι μεταφερόμενοι (ενάγοντες) γνώριζαν τη μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση, αφού ρητά αναφέρουν ότι οι ενάγοντες γνώριζαν «..ότι ο πρώτος από εμάς δεν τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι είχε πλήρη ικανότητα οδήγησης». Ενόψει των παραπάνω δεν προβλήθηκε παραδεκτά η ως άνω ένσταση συνυπαιτιότητας και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα…….


Παραμέληση από γονέα καθήκοντος εποπτείας ανηλίκου, που επιβιβάστηκε σε μοτοσικλέτα τρίτου και τραυματίστηκε από πτώση. 
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 272/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο γονέας εξέθεσε συνειδητά τον ανήλικο σε κίνδυνο, που επιβιβάστηκε σε μοτοσικλέτα τρίτου και τραυματίστηκε από πτώση.

Το ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας ήταν έμπειρος οδηγός δικαιολογεί την εμπιστοσύνη του γονέα για την μεταφορά του ανηλίκου με την μοτοσικλέτα, άσχετα με τον βαθμό επικινδυνότητας, που ενέχει αυτή σε κάθε περίπτωση για κάθε συνεπιβάτη μοτοσικλέτας, ανεξαρτήτου ηλικίας, η οποία όμως (επικινδυνότητα) δεν αρκεί για να θεμελιώσει την παραβίαση του καθήκοντος εποπτείας του ανηλίκου.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 272/2014

Απόσπασμα…..Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι, πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους, ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 7.7.2012 (αριθ.εκθ.καταθ.153524/5983/2012) αγωγής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1287/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αφενός η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη και στη συνέχεια διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστούν τα αναφερόμενα σε αυτή έγγραφα. Ήδη, με την από 10.7.2013 (αριθ,εκθ.καταθ.97839/3739/2013) κλήση της ενάγουσας, νομίμως φέρεται η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, η οποία θεωρείται ματαιωθείσα ως προς τον πρώτο των εναγομένων, μετά τη δήλωση της πληρεξουσίας Δικηγόρου της ενάγουσας, πριν την προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι δεν εισάγεται ως προς αυτόν και τη μη παράσταση του τελευταίου, ούτε την εκπροσώπησή του οπό πληρεξούσιο Δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο (Β.βαθρακοκαίλη, υπ' άρθρο 294,σελ,340,αριθ. 12°), προκειμένου να κριθεί και από ουσιαστική άποψη, μετά την προσκόμιση των άνω εγγράφων.

Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, που επαναφέρει νομίμως τις ενστάσεις και ισχυρισμούς που προέβαλε κατά την πρώτη συζήτηση της υπό κρίση αγωγής, με δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύσσεται στις έγγραφες προτάσεις της, αρνείται την αγωγή και προτείνει την ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας-μητέρας για τον τραυματισμό του παθόντος - υιού της, λόγω παραμέλησης της εποπτείας του, καθώς γνώριζε ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, στην οποία ήταν συνεπιβάτης ο ανήλικος, στερούνταν άδεια ικανότητας οδήγησης. Η ως άνω ένσταση είναι νόμιμη. Στηρίζεται στο άρθρο 300 ΑΚ σε συνδ. με το άρθρο 923 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την ένορκη κατάθεση τoυ μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 14,1,2013 (η εναγόμενη εταιρία δεν επιμελήθηκε για την εξέταση μάρτυρα), η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ, 1287/2013 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ.3, 339 και 395 ΚΠολΔ) μεταξύ των οποίων (εγγράφων) το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, η έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, οι προανακριτικές καταθέσεις και τα λοιπά έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που εκτιμώνται ελεύθερα κατά την παρούσα δίκη ως δικαστικά τεκμήρια και από τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Στην Αθήνα, στις 31.7 2009 και περί ώρα 18:50, ο……που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οδηγώντας, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης, την υπ’ αριθ. κυκλοφορίας……δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, στην οποία επέβαινε και ο ανήλικος……(γεν....), υιός της ενάγουσας, η οποία ασκεί αποκλειστικά τη γονική του μέριμνα, καθώς ο πατέρας του …..έχει αποβιώσει (βλ. προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου), κινούνταν με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα επί της Λεωφόρου Βασ….στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από την οδό……προς τη Λεωφ…πλησιάζοντας στο ύψος της διασταύρωσης με την οδό Βασ…Και οι δύο επιβαίνοντες στη δίκυκλη μοτοσικλέτα φορούσαν προστατευτικά κράνη. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος……ως προς τον οποίο η συζήτηση της κρινόμενης αγωγής θεωρείται ματαιωθείσα, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, οδηγώντας το με αριθ.κυκλοφορίας……Ι.Χ,Ε αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν ομόρροπα με την ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα, στην οποία επέβαινε ο υιός της ενάγουσας, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφ….Στο συγκεκριμένο σημείο η Λεωφ. είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίες ανά ρεύμα πορείας και διαχωριστική νησίδα, ενώ στο ρεύμα πoρείας προς τη Λεωφ..…και στην αριστερή πλευρά της αριστερής λωρίδας, υπάρχει διαγώνια διαγράμμιση στο οδόστρωμα (ζέμπρα), το πλάτος του οδοστρώματος είναι 14,20μ. και του πεζοδρομίου 2,50μ. Όταν ο….πλησίαζε στη συμβολή των ανωτέρω οδών, και ενώ είχε σταματήσει προσωρινά το όχημά του στη μεσαία λωρίδα προκειμένου να ζητήσει οδηγίες, ώστε να κατευθυνθεί προς το Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, από αμέλειά του και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής την οποία και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός (άρθ.330εδ,β ΑΚ), δεν είχε πλήρως τεταμένη την προσοχή του και έχοντας την πρόθεση να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και από την μεσαία να εισέλθει στη δεξιά και στη συνέχεια να στρίψει στην οδό Βασ….όπως του είχαν υποδείξει, έπραξε τούτο αιφνίδια,χωρίς προηγουμένως να κάνει γνωστή την πρόθεσή του αυτή χρησιμοποιώντας τον δεξιό δείκτη πορείας του οχήματός του (φλας) και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τον ανωτέρω ελιγμό χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα να αποκόψει την ευθεία πορεία της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ……με συνεπιβάτη τον ως άνω ανήλικο στη δεξιά λωρίδα της Λεωφ. Με πορεία παράλληλη προς το όχημά του, και να την εμβολίσει με την εμπρόσθια δεξιά του γωνία (φτερό), στο εμπρόσθιο αριστερό της πλευρό. Ακολούθως, η μοτοσικλέτα ανατράπηκε και οι επιβαίνοντες σε αυτή έπεσαν στο οδόστρωμα, με συνέπεια να τραυματιστεί ο ως άνω ανήλικος (παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12παρ.1,21 παρ.1,2,26 Κ.Ο.Κ.). Τα παραπάνω σαφώς συνάγονται από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας Καισαριανής, τις προανακριτικές καταθέσεις των διαδίκων και ιδίως από την προανακριτική ένορκη κατάθεση του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος……ο οποίος περιγράφει με σαφήνεια τις ανωτέρω συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και συνομολογεί ουσιαστικά την υπαιτιότητά του, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία που σχηματίστηκε Με δεδομένες τις πιο πάνω συνθήκες σύγκρουσης, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκλησή της είναι ο…..οδηγός του υπ' αριθ. κυκλοφορίας…..ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο είναι ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς αναφερόμενα, με αποτέλεσμα να γίνε; πρόξενος του ενδίκου ατυχήματος. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε καμία υπαιτιότητα του …..οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην οποία επέβαινε ο ανήλικος υιός της ενάγουσας, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, κινούνταν με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και στο μέσο αυτής, ως όφειλε, και δεν μπορούσε να προβλέψει, ακόμα και με επίδειξη άκρας επιμέλειας και προνοητικότατος ότι ο…..θα ενεργούσε την ως άνω αιφνιδιαστική αλλαγή πορείας του, ενώ λόγω της πολύ μικρής απόστασης που απείχε από το ως άνω αυτοκίνητο, δεν. είχε δυνατότητα για επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ή για τροχοπέδηση. Η έλλειψη άδειας οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού του δικύκλου δεν συνετέλεσε στο ατύχημα, αφού το δίκυκλο κινούνταν κανονικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα 40 χλμ./ώρα και το ΙΧΕ αυτοκίνητο το εμβόλισε αιφνιδιαστικά και συνεπώς λείπει η αιτιώδης συνάφεια. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα- μητέρα του ανηλίκου παραβίασε το καθήκον εποπτείας, καθόσον ο…..έφερε προστατευτικό κράνος, δεν επέδειξε παράνομη συμπεριφορά, αλλά συμπεριφορά ώριμη και υπεύθυνη, ως συνεπιβάτης του δικύκλου δεν μπορούσε να αποτρέψει την οποιαδήποτε ζημία και δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του εποπτευομένου και του ένδικου ζημιογόνου ατυχήματος που προκλήθηκε, αφού ο ανήλικος, δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Επιπλέον, ο….και με τη δική του θέληση, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, επιβιβάστηκε στο δίκυκλο, δεδουμένου ότι έχει αποβιώσει ο πατέρας του, η μητέρα του ασκεί μόνη της, χωρίς καμία άλλη βοήθεια, πλην του εξαδέλφου της…..την καθημερινή επιμέλεια και την γονική μέριμνα τόσο του…….όσο και του έτερου ανήλικου τέκνου της……(γεν. το έτος….) και δεν υπήρχε άλλο μεταφορικό μέσο για τις μετακινήσεις του….και τη μεταφορά του στις καθημερινές, αθλητικές κυρίως εκείνη την εποχή (31 Ιουλίου), δραστηριότητές του, δεδομένου ότι είναι αθλητής καλαθοσφαίρισης στην ομάδα του….Γ.Σ„ ενώ συμμετέχει και στην ομάδα Παίδων της…….(…), και άλλωστε ήταν συνεπιβάτης του δικύκλου και όχι οδηγός του. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο…..οδηγούσε πολλά χρόνια δίκυκλη μοτοσικλέτα, ήταν έμπειρος οδηγός και απέκτησε την άδεια ικανότητας οδήγησης την 1,12.2010 (βλ. προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο), ήτοι μετά το ένδικο ατύχημα, για οικονομικούς και μόνο λόγους, γεγονός το οποίο δικαιολογούσε την εμπιστοσύνη της ενάγουσας για την καθημερινή μεταφορά του παιδιού της από τον ανωτέρω οδηγό, άσχετα με το βαθμό επικινδυνότητας που ενέχει αυτή σε κάθε περίπτωση για κάθε συνεπιβάτη δίκυκλου οχήματος, ανεξαρτήτου ηλικίας, η οποία όμως (επικινδυνότητα) δεν αρκεί για να θεμελιώσει την παραβίαση του καθήκοντος εποπτείας του άνω ανηλίκου, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξέθεσε συνηξδειτά στον ανωτέρω κίνδυνο το παιδί της. Συνακόλουθα, η ανωτέρω ένσταση συνυπαιτιότητας, που προέβαλε η εναγόμενη εταιρία (άρθρο 300 ΑΚ), πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.


Καταβολή αποζημίωσης σε κεφάλαιο εφάπαξ σε αυτοκινητικό ατύχημα.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014
ΑΠΟΦΑΣΗ
Απόσπασμα…..ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΠΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής - αίτησης ως προς τους πρώτο και δεύτερο από τους εναγόμενους, Συνεπώς, η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των προαναφερόμενων από τους εναγόμενους, θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (άρθρα 294, 295 παρ. 1 εδ, α' και 297 ΚΤΤολΔ).Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 930 §1 ΑΚ «Η αποζημίωση των δύο προηγουμένων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. ...». Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 929 ΑΚ προκύπτει ότι επί βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση που αναφέρεται στο μέλλον και δύναται να οφείλεται σε διαφυγόντα εισοδήματα συνεπεία τραυματισμού καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Ο παραπάνω τρόπος καταβολής αποτελεί τον κανόνα. Εξαιρετικά όμως μπορεί να καταβληθεί και σε κεφάλαιο εφάπαξ αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Πότε συμβαίνει τούτο κρίνεται με βάση τη συνολική θεώρηση των οικονομικών κυρίως σχέσεων που αφορούν την υγεία του παθόντος, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση ο σκοπός της αποζημίωσης εξυπηρετεί καλλίτερα τα συμφέροντα του παθόντος με την εφάπαξ πληρωμή της αποζημίωσης. Προς τούτο απαιτείται αίτηση του δικαιούχου, στην οποία πρέπει να διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα συγκροτούντο τη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου πραγματικά περιστατικά. Η δε συνδρομή του σπουδαίου λόγου δύναται να κείται είτε προς την πλευρά του δανειστή είτε του οφειλέτη και θεωρείται ότι υπάρχει όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η επιδικαζόμενη αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του δικαιούχου στο μέλλον εξυπηρετεί καλλίτυερα τα συμφέροντα αυτού…..
Ασφάλιση ίδιων ζημιών αυτοκινήτου



Ασφάλιση ίδιων ζημιών αυτοκινήτου.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 3417/2013


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην ασφάλιση ίδιων ζημιών του αυτοκινήτου καλύπτεται μόνο η δαπάνη αποκατάστασης της ζημίας του αυτοκινήτου (θετική ζημία).Κάθε άλλο αίτημα αποκατάστασης ζημίας είναι απορριπτέα ως κατ ουσία αβάσιμο.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 3417/2013

Απόσπασμα…..Ο Ν. 489/1976 ρυθμίζει την έναντι τρίτων υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για ατυχήματα από αυτοκίνητο, αποβλέπει δε στην προστασία τρίτων προσώπων και όχι του ιδίου του κυρίου του αυτοκινήτου. Πολλές φορές, όμως, ανακύπτει ανάγκη ασφαλίσεως του κυρίου του αυτοκινήτου για ζημιές που προκαλούνται σε αυτό από οποιοδήποτε ατύχημα, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα τρίτου προσώπου. Η κάλυψη ίδιων ζημιών του αυτοκινήτου δεν ρυθμίζεται από το Ν. 489/1976. Αυτή είναι προαιρετική, αφορά, δε, την προστασία του φορέα της περιουσίας χωρίς να συνδέεται με ζημία τρίτου προσώπου. Βασικά η ρύθμιση γίνεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, από ειδικά τιμολόγια που περιέχονται σε Υπουργικές Αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με το' ΝΔ 400/1970 και από τις σχετικές διατάξεις του ΕμπΝ περί ασφαλίσεως κατά ζημιών και, ήδη, του Ν. 2496/1997. Στην περίπτωση ασφαλίσεως που καλύπτει ζημίες του ίδιου αυτοκινήτου, αυτή δεν περιλαμβάνει, εκτός αν συμφωνήθηκε, οπότε υπολογίζεται αναλόγως και ασφάλιστρο, ζημίες του ασφαλισμένου που δεν αφορούν το ίδιο το αυτοκίνητο, όπως μείωση της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου, δαπάνη μισθώσεως άλλου οχήματος κατά τη διάρκεια επισκευής του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, απώλεια εισοδήματος από τη μη εκμετάλλευση του αυτοκινήτου κ.ο.κ. (βλ. Αθ. Κρητικό Αποζημίωση από Αυτοκινητικά ατυχήματα, 2008, § 32 αρ.1-2, II)…..Ο ενάγων εκθέτει ότι, την 9.11.2011 συνέβη αυτοκινητικό ατύχημα επί της νέας E.Ο. Κόρινθου - Αθηνών και, δη, υπέστη υλικές ζημίες το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΚΚ-6600 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του εξ αιτίας της πρόσκρουσης αυτού σε μεταλλικό αντικείμενο που κατέπεσε στο οδόστρωμα από φορτίο προπορευόμενου αγροτικού οχήματος. Ζητεί, δε, να υποχρεωθεί η εναγόμενη, στην οποία το όχημά του είναι ασφαλισμένο και για ίδιες ζημίες, με προσωρινώς εκτελεστή απόφαση, να του καταβάλει, το συνολικό ποσό των 27.730,74 ευρώ για την περιουσιακή, και μη ζημία που υπέστη από το ανωτέρω γεγονός. Η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται για να δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, με την προκείμενη ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670-676 ΚΠολΔ (άρθρα 16 αρ, 12, σε συνδ. προς 14 § 2, 22, 25 § 2, 37 και 681Α ΚΠολΛ- βλ. και Αθ. Κρητικό ό.π., § 35 αρ. 19)και είναι, επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298α’, 345, 346,361 ΑΚ, 1, 2, 7,11 Ν. 2496/1997, 68 και 907, 908 § 1 εδ. 6' ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά, η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι για το αντικείμενό της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες προσαυξήσεις υπέρ ΤΝ κα.ι ΤΑΧΔΙΚ (βλ τα υπ’ αριθ. Α-044256, 384414, 215326, 215327,, 215329, 215328, 215330 αγωγόσημα με τα επ’ αυτών κινητά ένσημα και το υπ} αρίθ. 0220791 αντίγραφο γραμματίου εισπράξεως της ΕΤΕ), που προσκομίζει ο ενάγων). Από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως και με επίκληση εκατέρωθεν προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Την 9.11,2011 και περί ώρα 22:15', ήτοι υπό συνθήκες νύκτας, ο ενάγων, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ΙΚΚ-6600 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, εκινείτο στο 17° χλμ. της νέας Ε.Ο. Κορίνθου Αθηνών, στο ύψος της Χαλυβουργικής, με κατεύθυνση προς Αθήνα. Εμπροσθεν του αυτοκινήτου του, εκινείτο ένα αγροτικό όχημα χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας, έμφορτο με διάφορα σίδερα. Αιφνιδίως, ένα μεγάλο μεταλλικό αντικείμενο πέφτει από την καρότσα του προπορευόμενου αγροτικού πάνω στο οδόστρωμα. Ο ενάγων επιχείρησε, όσο του ήταν εφικτό, έναν αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως δεν μπόρεσε να αποφύγει την πρόσκρουση με το μεταλλικό αντικείμενο, με αποτέλεσμα να περάσει από πάνω του, χτυπώντας με αυτό στο κάτω μέρος του αυτοκινήτου, το δε αντικείμενο πέρασε κάτω από το όχημα με φορά από την εμπρόσθια προς την οπίσθια πλευρά του αυτοκινήτου. Ο ενάγων κοίταξε στον καθρέπτη του σχήματός του και είδε το μεταλλικό αντικείμενο να μένει πίσω, Ο ενάγων, αν και είναι επαγγελματίας οδηγός, κατέχει άδεια ικανότητας οδηγού Ε κατηγορίας και έχει 33ετή εμπειρία στην οδήγηση, δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, όπως όφειλε και μπορούσε να επιδείξει υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες καιxπεριστάσεις, την εμπειρία του και την κοινή λογική (άρθρα 330 εδ. β', 914 ΑΚ) και, δη, δεν στάθμευσε αμέσως το όχημά του στον πρώτο επιτρεπόμενο χώρο σταθμεύσεως της Ε.Ο. που υπήρχε στην πορεία του, ώστε να ελέγξει μήπως το αυτοκίνητό του είχε υποστεί κάποια ζημία από την ξαφνική και, προφανώς, βίαιη πρόσκρουση με το μεγάλο αυτό μεταλλικό αντικείμενο που δια πέρασε όλο το κάτω μέρος του οχήματος (σύμφωνα με όσα ο ίδιος ιστορεί, οπότε ήταν πολύ πιθανό, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να είχε προκληθεί κάποια βλάβη) και να καλέσει την οδική βοήθεια που του παρείχε η ως άνω ασφαλιστική του κάλυψη. Αντιθέτως, συνέχισε την πορεία του και μάλιστα για περίπου 8 χιλιόμετρα, ώσπου φθάνοντας στο ύψος του Χαϊδαρίου, το αυτοκίνητό του ακινητοποιήθηκε, δηλ. ενώ πατούσε το γκάζι, το όχημα απλώς ανέβαζε στροφές χωρίς να κινείται. Μόνο τότε στάθμευσε, με ασφάλεια, το όχημά του και ειδοποίησε την οδική βοήθεια που του παρείχε η εναγόμενη. Αποτέλεσμα, όμως, ήταν να καταστραφεί το κιβώτιο ταχυτήτων τού αυτοκινήτου, το οποίο άδειασε από τα λάδια του λόγω της βλάβης που προκλήθηκε από την πρόσκρουση, επιτάθηκε δε η ζημία του κιβωτίου λόγω της συνέχισης της λειτουργίας του αυτοκινήτου ενώ αυτό έχανε τα λάδια του. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων συνετέλεσε στην επίταση της ζημίας με οικείο πταίσμα, όπως προεκτέθηκε, δεκτού γενομένου ως κατ’ ουσίαν βάσιμου του σχετικού νόμιμου ισχυρισμού της εναγομένης (ΑΚ 300, βλ. τα πρακτικά) και δη σε ποσοστό 50 %. Αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο και για ίσιες ζημίες στην εναγόμενη εταιρία, δυνάμει της με αριθμό 210210974 σύμβασης ασφάλισης αυτοκινήτου («πολυασφάλισης») και του με αριθμό 19032093158 συμβολαίου ανανεώσεως αυτής. Σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση, ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος για ίδιες ζημίες του καλυπτόμενου, οχήματος του μέχρι το ποσό των 80.000,00 ευρώ, με ασφαλιστική απαλλαγή ποσού 300,00 ευρώ. Σύμφωνα τους ειδικούς όρους κλάδου χερσαίων οχημάτων (Κ03), από τους οποίους διέπεται η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση, και το άρθρο 1.1 § 2 αυτών, η ασφάλιση για ίδιες ζημίες του αυτοκινήτου (άρθρο 1.1 παρ. 2 των ανωτέρω όρων) δεν καλύπτει μείωση εμπορικής αξίας, καθώς και αποθετικές ζημίες από τη στέρηση του αυτοκινήτου. Επομένως, όλα τα υπόλοιπα αιτήματα της αγωγής, εκτός από αυτό της δαπάνης για την αποκατάσταση των ζημιών (θετική ζημία), είναι απορριπτέα ως κατ ουσίαν αβάσιμα….. .

Σώρευση στην διαδικασία των αυτοκινήτων αίτησης για  λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η σώρευση στην διαδικασία των αυτοκινήτων αίτησης για  λήψη ασφαλιστικών μέτρων είναι απαράδεκτη. Εκδίκαση με την διαδικασία των αυτοκινήτων, γιατί  εξυπηρετείται η αρχή της οικονομίας της δίκης. Απόρριψή της στην συνέχεια, λόγω έκδοσης οριστικής απόφασης.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 25/2014
Αποσπασμα….. Κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Ο ενάγων, όπως και παραπάνω σημειώθηκε, στο αυτό δικόγραφο σωρεύει και αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, με αντικείμενο την επιδίκαση μέρους της αποζημίωσης από το ένδικο ατύχημα, για το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής. Η πιο πάνω αίτηση, η οποία δικάζεται με την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 683 επ, ΚΠολΔ και όχι με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, με την οποία η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση, απαράδεκτως σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την αγωγή, καθώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 218 § 1 ΚΠολΔ, μία εκ των προϋποθέσεων για τη σώρευση περισσότερων αιτήσεων του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου είναι αυτές να υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας. Ωστόσο, για τους λόγους που θα παρατεθούν ειδικά στη συνέχεια, στην προκείμενη περίπτωση κρίνεται ότι ο χωρισμός των δύο δικών και η παραπομπή της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, για να δικασθεί κατά την προσήκουσα διαδικασία, δεν εξυπηρετεί την αρχή της οικονομίας της δίκης…….Επίσης, ο ενάγων - αιτών, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά και περιέχεται τις προτάσεις του, επικαλούμενος τα πραγματικά περιστατικά που παρατέθηκαν κατά την ανάπτυξη της σωρευόμενης στην αγωγή αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, υποβάλλει και πάλι αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 50.534,01 ευρώ, στο οποίο συναθροίζονται τα υπό στοιχ. α,   β,       γ, ε, στ, ζ, η, θ ως άνω αγωγικά κονδύλια, σε κεφάλαιο εφάπαξ και το ποσό των 3,823,56 ευρώ, άλλως το ποσό των 871,40 ευρώ, μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από την 4-12-2012 έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αγωγής, για απώλεια εισοδήματος……..Παρέπεται ότι, εφόσον για την κρινόμενη αγωγή εκδόθηκε οριστική απόφαση, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που ο ενάγων υποβάλλει με τις προτάσεις του, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, είναι απορριπτέο ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Για τον ίδιο λόγο, επειδή δηλαδή εκδόθηκε οριστική απόφαση επί της κρινόμενης αγωγής, η σωρευόμενη στο με αριθμό κατάθεσης….. δικόγραφο αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κρίνεται ότι, προς οικονομία της δίκης, θα πρέπει, αφού κριθεί ως νόμιμη, ως προς τα αιτήματα προσωρινής επιδίκασης απώλειας εισοδήματος για το χρονικό διάστημα από την υποβολή της αίτησης και εφεξής, δαπανών μελλουσών χειρουργικών επεμβάσεων, φυσικοθεραπειών και λήψης βελτιωμένης διατροφής, απορριπτέα δε ως μη νόμιμη κατά τα υπόλοιπα αιτήματα της, με τις αιτιολογίες που παρατέθηκαν κατά την εξέταση των όμοιων αιτημάτων της υποβληθείσας με τις προτάσεις αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την απόφαση αυτή….


Αντισυνταγματική η διάταξη περιορισμού ευθύνης Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 352/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Είναι αντισυνταγματική η διάταξη περιορισμού ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης, τα δε δικαστήρια, όπως και όλοι οι πολίτες, έχουν συνταγματική υποχρέωση και καθήκον να μην εφαρμόζουν νόμο, που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, να σέβονται αυτό και να πράττουν με σκοπό την μη κατάλυσή του.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 352/2014

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Τριανταφυλλιά Αλέγρα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Ευφημία Καραχρήστου.ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ : Α. ΥΠΆΡΙΘ.ΚΑΤ.23750/1038/2013 ΑΓΩΓΗ. ΤΗΣ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ-ΑΝΕΝΑΓΟΥΣΑΣ:1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία……..που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσώπου μένη, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος ……..ΤΟΥ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΝΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ-ΑΝΕΝΕΓΟΜΕΝΟΥ: ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…..Β. ΥΠΑΡΙΘ.ΚΑΤ. 107414/4183/2011 ΑΓΩΓΗ. ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1)……,2)……σύζ.…..,3)…..χας ……ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της: α)……..και β)…..4)…..5)…..και 6)……κάτοικοι όλοι Πακιστάν, ο τελευταίος διαμένων προσωρινά στη….Αττικής, εκ των οποίων ο 6ος παραστάθηκε μετά και οι λοιποί διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου…...ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) το ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)…..κατοίκου…..3) η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία…..που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4)…..κάτοικος…. Βοιωτίας, 5) η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία….που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία….που εδρεύει στη….και διατηρεί υποκατάστημα στην…..και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1° εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…….οι 2ος και 4ος δεν παραστάθηκαν, ως προς τους οποίους δηλώθηκε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…η 5η από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο….και η 6η από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…. Γ. ΥΠ ΆΡΙΘ.ΚΑΤ. 115948/4531/2011 ΑΓΩΓΗ. ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ:….κατοίκου….ο οποίος παρέστη διά του πληρεξουσίου Δικηγόρου….ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ΝΠΙΔ με      την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο…..ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπ' αριθ. κατ. 23750/1038/2013 αγωγή, η υπ' αριθ. κατ. 107414/4183/2011 αγωγή και η υπ' αριθ. κατ. 115948/4531/2011 αγωγή, οι οποίες είναι εκκρεμείς ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου είναι συναφείς μεταξύ τους, υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας και συνεπώς, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και μειώνονται τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 31 παρ. 3, 246 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ). Α. Η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία της υπό στοιχ.Β' κύριας αγωγής αποζημίωσης από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα με αυτοτελές δικόγραφο που απευθύνει στο ίδιο Δικαστήριο, ασκεί παρεμπίπτουσα αγωγή εξ αναγωγής, ζητεί, όπως το αίτημα της αγωγής της παραδεκτά με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις, περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου της ανωτέρω κύριας αγωγής Επικουρικού Κεφαλαίου, να της καταβάλει τα ποσά τα οποία, σε περίπτωση ήττας της, θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, πλέον τόκων και εξόδων σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή, για το λόγο ότι αποκλειστικός υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου που στερείται ασφαλιστικής κάλυψης και όχι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην ίδια αυτοκινήτου, νομιμοτόκως από την καταβολή μέχρι και την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδά της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (αρθ. 14.2, 16.10, 22 Κ.Πολ.Δ.) κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (αρθ. 681 Α - 666, 667, 670-676 Κ.Πολ.Δ.) είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 927, 341, 345 Α.Κ, 2,4,9,10 Ν.ΓΠΝ/1911, 19.1, 4 ΠΔ 237/86 και 70, 176 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, καθόσον με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές και στις οποίες δεν νοείται η διενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως, το οποίο μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό δεν είναι πλέον νόμιμο ως προς αυτό και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Β. Στην υπό κρίση πρώτη αγωγή, οι ενάγοντες, υπήκοοι Πακιστάν εκθέτουν ότι από υπαιτιότητα οδηγού αυτοκινήτου το οποίο δεν ήταν ασφαλισμένο, για τις ζημίες που προξενούνται σε τρίτους, αλλά και από συνυπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου που οδηγούσε φορτηγό ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και του τέταρτου εναγομένου που οδηγούσε φορτηγό ασφαλισμένο στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και η επικαθήμενη καρότσα αυτού στην έκτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του … γιού του πρώτου και της δεύτερης, συζύγου της τρίτης, πατέρα των δύο ανηλίκων τέκνων που εκπροσωπούνται από την τρίτη ενάγουσα μητέρα τους και αδελφού του τέταρτου, πέμπτου και έκτου των εναγόντων, κατά το τροχαίο ατύχημα, που έγινε υπό τις εκτιθέμενες στην αγωγή συνθήκες. Ζητούν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σε ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στους τρεις πρώτους των εναγόντων το ποσό των ευρώ στον καθένα, στα δύο ανήλικα τέκνα του θανόντος το ποσό των… ευρώ στο καθένα και το ποσό των….ευρώ για τον τέταρτο, πέμπτο και έκτο των εναγόντων ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Επίσης, το ποσό των …..ευρώ, για στέρηση υπηρεσιών συζύγου για 30 έτη και το ποσό των….ευρώ για στέρηση διατροφής στην τρίτη εξ αυτών και το ποσό των ..ευρώ για στέρηση υπηρεσιών θανόντος στο καθένα και το ποσό των .ευρώ για το πρώτο τέκνο και το ποσό των…ευρώ για το δεύτερο τέκνο για στέρηση διατροφής, καθώς επίσης και το ποσό των…..ευρώ στον έκτο εξ αυτών για έξοδα κηδείας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Ζητούν επίσης να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων τους. Η αγωγή, όπως το αίτημα αυτής παραδεκτά με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις, περιορίσθηκε από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, εισάγεται αρμοδίως και παραδεκτώς για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1 εδ. α\ 16 περ. 12, 37 παρ. 1 και 74 του ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 666, 667, 670 έως 676 και 681 Α' του ΚπολΔ. Είναι νόμιμη, βασιζομένη στις διατάξεις των άρθρων 14, 26, 914, 297, 298, 330 εδ. β\ 346, 480 επ., 928 εδ.β, 929, 930, 932 του ΑΚ, 2, 4, 9 του ν. ΓΩΝ/1911, 19 του ν. 489/1976, 64, 70, 176 του ΚΠολΔ, πλην: α) του αιτήματος για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω στέρησης υπηρεσιών των τέκνων του θανόντος, το οποίο είναι απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο, καθόσον η μοναδική τους αξίωση είναι αποζημίωση για στέρηση διατροφής κατ'άρθρ. 1493 ΑΚ και όχι για στέρηση υπηρεσιών και β) του παρεπόμενου αιτήματος περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, καθόσον με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές και όχι οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές και στις οποίες δεν νοείται η διενέργεια αναγκαστικής εκτελέσεως, το οποίο μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό δεν είναι πλέον νόμιμο ως προς αυτό και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Γ. Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι οδηγός αυτοκινήτου το οποίο ήταν ανασφάλιστο προκάλεσε από υπαιτιότητά του τις υλικές ζημίες που ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή, κατά το τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στην Αθήνα, στις 20-5-2010, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ο ενάγων ζητά να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει το ποσό των 24.623,45 ευρώ για αποζημίωση λόγω θετικής και αποθετικής ζημίας και ως αποζημίωση για ηθική βλάβη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι και την εξόφληση του, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το εναγόμενο στα δικαστικά έξοδά του.

Μ’ αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, όπως το αίτημα της αγωγής τους παραδεκτά με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις, περιορίσθηκε μερικά, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (αρθ. 14.2,16.12,22 ΚΠολΔ και αρθ.72.2 του ν. 3994/2011) κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (αρθ. 681 Α - 666, 667, 670-676 ΚΠολΔ) είναι δε ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 929, 932,297, 298, 299, 330 εδ.β, 345, 346, Α.Κ., αρθ. 2, 4, 9, 10 ν. Γ ΣΠΝ/1911, αρθ. 19 ν. 489/1976 όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/86, 70, 176, 905 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι αντίγραφό της έχει κοινοποιηθεί στην αρμόδια ΔΟΥ Τρικάλων (βλ. υπ'αριθ….έκθ.επιδόσεως της Δικ.Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τρικάλων…) και έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. υπ'αριθ…….αγωγόσημα).

Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008). Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει και κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ..." ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι προαναφερθείσες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. Στην, κατά τα ανωτέρω, προεκτεινόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά" (Ολ.Α.Π. 31/2007, Ολ.Α.Π. 40/1998). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (Ολ. Α.Π 4/2012 δημ. Νόμος). Τέλος, το άρθρο 2 Α.Κ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 78 παρ.2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων που ορίζουν οι συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος)  διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Το εναγόμενο της Β' αγωγής Επικουρικό Κεφάλαιο, με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως και με τις προτάσεις του που κατατέθηκαν νόμιμα, αρνείται την αγωγή και προτείνει την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του σε ποσοστό 85% του επιδικαζομένου, σύμφωνα με το άρθρο 19.2 ΠΔ 237/86, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4092/2012.

Η προαναφερομένη όμως διάταξη το μεν πρώτο θίγει ενοχικές αξιώσεις του ενάγοντος-περιουσία του, εφόσον καταγνωστεί ότι υπάρχουν τέτοιες, οι οποίες είχαν γεννηθεί και εισαχθεί σε δίκη πριν την τροποποίηση του νομοθετικού καθεστώτος, αφού το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε το 2010 και η αγωγή επιδόθηκε πριν τις 23.5.2012 προσβάλλοντας συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα του άρθρου 4 και 17 Σ, το δε δεύτερο αναγνωρίζει υπέρ του επικουρικού κεφαλαίου ΝΠΙΔ ευνοϊκή μεταχείριση, ως προς το θέμα της καταβολής αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτό σε θέση πλεονεκτικότερη από τους λοιπούς διαδίκους-ασφαλιστικές εταιρίες-φυσικά πρόσωπα, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού αυτού προσώπου και δη ιδιωτικού δικαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των πιστωτών στην περιουσίατους και την επιδίκαση για τις αξιώσεις τους ποσού μικρότερου εκείνου που καταβάλλουν οι ιδιώτες. Εξάλλου δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος, το γεγονός ότι το επικουρικό κεφάλαιο εποπτεύεται από το Κράτος-Υπουργείο Εμπορίου. Επιπλέον η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση α) με τα άρθρα 4 παρ. 1, και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του επικουρικού κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση, ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτής ο άλλος διάδικος, β) με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, γ) με την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του ζημιωθέντα-διαδίκου χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος και δ) με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του επικουρικού, το ποσό της αποζημίωσης μειωμένο κατά τα οριζόμενα στην παρ 2 του άρθρ 19 ΠΔ 237/1986 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό, λαμβανομένου δε υπόψη ότι το αυτό κρίθηκε και περί του επιτοκίου 6% υπέρ του επικουρικού κεφαλαίου (ΕφΠειρ.65/2011 δημ. Ε.ΣυγκΔ 2011.461, Εφ.Θεσ.. 829.2010 Ε.Συγκ.Δ2010.390).

Επομένως, η ανωτέρω διάταξη είναι αντισυνταγματική, σύμφωνα και με την ως άνω νομική σκέψη, τα δε δικαστήρια, όπως και όλοι οι πολίτες έχουν συνταγματική υποχρέωση και καθήκον να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα, να σέβονται αυτά και να πράττουν με σκοπό τη μη κατάλυσή του (άρθρα 83 παρ. 4 και 120 του Συντάγματος της Ελλάδος) και η ένσταση περιορισμού του ποσού της αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά και από τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις (αρθρ. 261 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (αρθρ. 336.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 20.5.2010 και περί ώρα 03.45, τα ξημερώματα, ο….επέβαινε ως συνοδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας …ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο συμπατριώτης του…Το ρεύμα προς Αθήνα έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και παραπλεύρως - δεξιά εμφανίζει εσοχή πλάτους 7,10 μέτρων, στην οποία απαγορεύεται η στάση και στάθμευση των αυτοκινήτων (Ρ-40), ενώ κατά μήκος της άκρης του οδοστρώματος υπάρχουν προστατευτικά κιγκλιδώματα με μεταλλικές κολώνες και συρματοπλέγματα. Σ' αυτό το σημείο, δηλ. στη δεξιά εσοχή του δρόμου ήταν παρανόμως σταθμευμένα δύο φορτηγά αυτοκίνητα και συγκεκριμένα: α) το με αρ.κυκλ…φορτηγό με την με αρ. ….επικαθήμενη καρότσα, οδηγούμενο από τον…..και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία……και β) το με αρ.κυκλ. …..φορτηγό με τη με αρ…..επικαθήμενη καρότσα, οδηγούμενο από τον τέταρτο εναγόμενο, το οποίο ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία……για τον τράκτορα και στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ….για την επικαθήμενη καρότσα. Το ανωτέρω αυτοκίνητο εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, άνω των 120 χλμ/ώρα επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, στο ρεύμα προς Αθήνα και ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, εξετράπη προς τα δεξιά και επέπεσε με σφοδρότητα αρχικώς επί του ελκυστήρα του α' φορτηγού και εν συνεχεία επί του ελκυστήρα του β' φορτηγού, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό των δύο επιβατών του, οδηγού και συνοδηγού. Όπως αποδείχθηκε, οι προαναφερόμενοι είχαν ξεκινήσει την προηγούμενη μέρα από την Αθήνα με προορισμό τη Θεσσαλονίκη με σκοπό να παραλάβουν 3 παράνομους οικονομικούς μετανάστες (οι οποίοι αναφέρονται ως τραυματισθέντες στην από……έκθεση αυτοψίας του ΤΤ Σχηματαρίου) και ξεκίνησαν την επιστροφή τους προς Αθήνα αμέσως μετά, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό για ξεκούραση. Συνεπώς, αποκοιμήθηκε πριν από τη σύγκρουση, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης μετά την έξοδό του από το οδόστρωμα. Με βάση τα προαναφερθέντα περιστατικά το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου…ο οποίος, χωρίς να έχει άδεια οδήγησης και ενόσω βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ 0,50gr, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα(άνω των 120 χλμ/ώρα) και με υπερβολική κούραση λόγω της προχωρημένης ώρας (03:45), ενώ οδηγούσε αδιάκοπα για πολλά χιλιόμετρα (από τη Θεσσαλονίκη) (βλ. από 3-7-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης), χωρίς να επιδεικνύει την επιμέλεια που απαιτείται κατά την οδήγηση και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δηλ. δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 26 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 3, 42 παρ.1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), οι οποίες ορίζουν την προσήκουσα οδική συμπεριφορά κατά τις προμνησθείσες συνθήκες. Αντίθετα, καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει του οδηγούς των δύο φορτηγών οχημάτων, καθόσον ο θανάσιμος τραυματισμός των ανωτέρω συνέβη εξαιτίας της εκτροπής του οχήματος που επέβαιναν εκτός οδοστρώματος με υπερβολική ταχύτητα. Και αν ακόμα δεν υπήρχαν τα δύο παράνομα σταθμευμένα φορτηγά στο σημείο εκτροπής του ανωτέρω αυτοκινήτου, πάλι το ίδιο αποτέλεσμα θα υπήρχε, με την πρόσκρουση του αυτοκινήτου πάνω στα προστατευτικά κιγκλιδώματα του δρόμου ή την πιθανή ανατροπή του, με την ίδια ταχύτητα. Τα ανωτέρω φορτηγά αυτοκίνητα ήταν σταθμευμένα εκτός οδοστρώματος και με κανένα τρόπο δεν εμπόδιζαν την κανονική κυκλοφορία των οχημάτων. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι όφειλαν να έχουν τοποθετήσει τρίγωνο ασφαλείας και αλάρμ για να προειδοποιούν τα οχήματα, είναι ουσία αβάσιμος. Σύμφωνα δε και με το με αρ…..έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θήβας, ως αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος κρίθηκε ομοίως ο οδηγός του αυτοκινήτου και όχι οι παρανόμως σταθμευμένοι οδηγοί των φορτηγών αυτοκινήτων. Περαιτέρω, ο συνοδηγός του ανωτέρου αυτοκινήτου…..γνώριζε ότι ο οδηγός δεν είχε δίπλωμα οδήγησης και ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και παρόλα αυτά δέχθηκε να τον μεταφέρει σε τόσο μεγάλη απόσταση (ξημερώματα από τη Θεσσαλονίκη), καταδεικνύει τον ισχυρισμό ότι ενεργούσε “ιδίω κινδύνω” κατά την επιβίβασή του στο ζημιογόνο όχημα και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων και να αποδοθεί στον τελευταίο ποσοστό συνυπαιτιότητας 30% (άρθρ. 300 ΑΚ). Αντίθετα, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του θανόντος λόγω μη χρήσης ζώνης ασφαλείας, καθόσον από την από 21-5-2010 προανακριτική κατάθεση του…..συνεπιβάτη, αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος φορούσε ζώνη ασφαλείας. Ενόψει του βαθμού συνυπαιτιότητας του θανόντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, των συνθηκών του ατυχήματος, τον ηθικό πόνο των εναγόντων της Β' αγωγής, οι τελευταίοι υπέστησαν ψυχική οδύνη από τον θάνατο του γιού, συζύγου, πατέρα και αδελφού αυτών. Ο προσδιορισμός των προσώπων αυτών πρέπει να γίνει σύμφωνα με το δίκαιο του Πακιστάν (ΑΠ 3/2007). Από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εναγόντες πιστοποιητικό που εκδόθηκε αρμοδίως από τις Αρχές του Πακιστάν, σύμφωνα με το εκεί ισχύον δίκαιο και κατά τον προβλεπόμενο από αυτό τύπο, προκύπτει ότι μέλη της οικογένειας του θανατωθέντος είναι οι ενάγοντες με την προαναφερθείσα ιδιότητά τους. Περαιτέρω, η συγγενική σχέση των τελευταίων με το θανόντα προκύπτει από το από 17-5-2012 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Υπουργείου Εσωτερικών του Πακιστάν και επομένως πρέπει να τους επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στους τέσσερις πρώτους ενάγοντες-γονείς, σύζυγος και τέκνα του θανόντα το ποσό των….20.000 ευρώ, στον καθένα και στους υπόλοιπους ενάγοντες, αδελφούς του θανόντα το ποσό των 10.000 ευρώ, στον καθένα. Περαιτέρω, όπως ομολογούν οι ενάγοντες με τις προτάσεις τους, ο θανών συγγενής τους εργαζόταν στις οικοδομές και συνεπώς ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Ωστόσο, δεν προσκομίζεται κανένα σχετικό έγγραφο που να αποδεικνύει το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούνται οι συγγενείς του θανόντος από τον ανωτέρω ασφαλιστικό οργανισμό, γεγονός ανεξάρτητο από το αν θεμελίωνε δικαίωμα σύνταξης ή όχι. Πρέπει, συνεπώς, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ, να αναβληθεί (ανασταλεί) η συζήτηση της αγωγής ως προς τα αντίστοιχα αιτήματα της αγωγής για αποζημίωση διατροφής συζύγου και τέκνων του θανόντος, μέχρι να προσκομισθεί βεβαίωση (ή και απόφαση) της αρμόδιας αρχής του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει αν οι συγγενείς του θανόντος δικαιούνται να απαιτήσουν παροχές από αυτό, και σε ποια έκταση αναφορικά με τα κονδύλια που προαναφέρθηκαν. Αντίθετα, απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο είναι το αίτημα της τρίτης ενάγουσας της Β' αγωγής περί αποζημίωσης λόγω στέρησης υπηρεσιών του θανόντος συζύγου της, δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν συνεισέφερε την προσωπική του εργασία στη συντήρηση του σπιτιού τους στο Πακιστάν, αφού ήταν μόνιμος κάτοικος Ελλάδας και εργαζόταν στη χώρα μας, ενώ η συνεισφορά του προς την οικογένειά του ήταν μόνο οικονομική με την αποστολή χρημάτων προς το Πακιστάν. Τέλος, σύμφωνα με το με αρ. 0704/2010 απόδειξη του γραφείου τελετών του….., προκύπτει ότι ο έκτος ενάγων κατέβαλε για έξοδα κηδείας το ποσό των 2.000 ευρώ.

Με βάση τα προαναφερόμενα πρέπει να απορριφθεί η Α' αγωγή ως ουσία αβάσιμη και η ενάγουσα αυτής να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου και η Β' αγωγή να καταργηθεί η δίκη ως προς τον δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς την τρίτη, πέμπτη και έκτη των εναγομένων και να καταδικασθούν οι ενάγοντες στα δικαστικά έξοδά τους και να γίνει αυτή μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το πρώτο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στους δύο πρώτους ενάγοντες-γονείς, στη δεύτερη ενάγουσα σύζυγο και σε κάθε ένα από τα δύο ανήλικα τέκνα του θανόντα, το ποσό των 20.000 ευρώ, στον καθένα και στους υπόλοιπους ενάγοντες, αδελφούς του θανόντα το ποσό των 10.000 ευρώ, στον καθένα, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και επιπλέον στον έκτο ενάγοντα να καταβάλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως έξοδα κηδείας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, απορριπτομένου του ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου, λόγω της πρόδηλης αντισυνταγματικότητας του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, που περιορίζει την υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή τόκων σε ποσοστό 6% ετησίως (ΜΠΑ 3.941/2012). Τέλος, το εναγόμενο πρέπει να καταδικαστεί σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (αρθρ. 178 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται, στο διατακτικό της παρούσας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες το με αρ.κυκλ.…ΔΧ ελκυστήρας, ιδιοκτησίας του ενάγοντα της Γ' αγωγής. Για την αποκατάσταση των ζημιών αυτών κατέβαλε το ποσό των 15.749,95 ευρώ, για ανταλλακτικά και εργασίες επισκευής (βλ. αποδείξεις). Επίσης, κατέβαλε για τη μεταφορά του από τον τόπο του ατυχήματος το ποσό των 363 ευρώ, για τη μεταφορά του επικαθήμενου αυτού το ποσό των 968 ευρώ, ενώ απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο είναι το κονδύλο για επαναπήρωση του ρεζερβουάρ του ελκυστήρα. Η αξία του πριν από τη σύγκρουση ήταν περίπου 20.000 ευρώ, και υπέστη μείωση της εμπορικής αξίας του κατά ποσοστό 10%, δηλ. κατά ποσό 2.000 ευρώ. Όπως αποδείχθηκε, ο ελκυστήρας ήταν σταθμευμένος στην άκρη του δρόμου και είναι αβέβαιο αν κατά το χρόνο των 8 συγκεκριμένων ημερών που χρειάσθηκε για την επισκευή του θα απέδιδε κέρδη στον ιδιοκτήτη του και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί το αίτημα ως ουσία αβάσιμο. Τέλος, λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε ο ιδιοκτήτης του από τη διαδικασία μεταφοράς και επισκευής του και της έλλειψης υπαιτιότητάς του στην πρόκληση της βλάβης του, πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 300 ευρώ. Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 19.381 (15.749,95+363+968+2.000+300) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η διάταξη που αφορά το ποσό των 15.749,95 ευρώ για αποζημίωση λόγω επισκευής οχήματος, η οποία είναι καταψηφιστική και να καταδικασθεί το εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την υπ' αριθ. κατ.23750/1038/2013, την υπ' αριθ. κατ. 107414/4183/2011 και την υπ' αριθ. κατ. 115948/4531/2011 αγωγή.

Α ΆΓΩΓΗ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Β' ΑΓΩΓΗ

ΚΑΤΑΡΓΕΙ τη δίκη ως προς τον δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομιστεί με την επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου στη σχετική δίκη βεβαίωση-απόφαση του ΙΚΑ, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς την τρίτη, πέμπτη και έκτη των εναγομένων.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω σε βάρος των εναγόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει τη αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση αυτού στην καταβολή του ποσού των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, στον πρώτο, δεύτερη, τρίτη των εναγόντων, καθώς επίσης και σε κάθε ένα από τα δύο ανήλικα τέκνα που εκπροσωπούνται από την τρίτη ενάγουσα, στην καταβολή του ποσού των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, στον καθένα από τον τέταρτο, πέμπτο των εναγόντων και στην καταβολή του ποσού των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ στον έκτο των εναγόντων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του πρώτου εναγομένου ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Γ' ΑΓΩΓΗ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.   ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων, τριακοσίων ογδόντα ενός (19.381) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την ανωτέρω διάταξη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων, επτακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (15.749,95).

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγομένου ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.


Αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής γονέα από θανόντα τέκνο λόγω αδικοπραξίας.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 463/2012

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου από αδικοπραξία, ο υπεύθυνος υποχρεούται να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί διατροφή από τον θανόντα ή παροχή υπηρεσιών, τις οποίες και στερείται πλέον με τον θάνατο του υπόχρεου. Δικαιούχοι κατά τα άρθρα 1390, 1485 και 1488 ΑΚ, πλην άλλων είναι και οι γονείς του θανατωθέντος.

Όμως η αξίωση του γονέα για αποζημίωση, λόγω στέρησης διατροφής από το τέκνο προϋποθέτει αποκτημένο τέτοιο δικαίωμα έναντι του τέκνου, δηλαδή να είχε, ως ανιών, κατά τον χρόνο που συνέβη το παράνομο γεγονός του θανάτου, δικαίωμα απέναντι στο τέκνο του, δηλαδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1487 και 1493 ΑΚ, που υπάρχει στην περίπτωση που ο γονέας δεν μπορεί να διαθρέψει τον εαυτό του από την περιουσία του (υποχρεούμενος να αναλώσει και κεφάλαια αυτής, εφ όσον αυτή είναι μεγάλη και απρόσοδη και όχι μικρή που η διατήρησή της επιβάλλεται για εξασφάλιση εισοδήματος) ή την εργασία του, κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του ανάγκες.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 463/2012

Απόσπασμα……Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Τοπούζη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα, Μαρία Τσετσέκου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των...Η ενάγουσα με την από 20.11.2009 αγωγή της, που απηύθυνε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κατατέθηκε νόμιμα (αριθμ. καταθ.δικογρ.…) ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ αυτήν. Κατά την συζήτηση της υποθέσεως, η οποία εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο κατά την παραπάνω συνεδρίαση, μετά από αναβολές, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου από αδικοπραξία, ο υπεύθυνος υποχρεούται να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί διατροφή από τον θανόντα ή παροχή υπηρεσιών, τις οποίες και στερείται πλέον με τον θάνατο του υπόχρεου. Δικαιούχοι κατά τα άρθρα 1390, 1485 και 1488 ΑΚ, πλην άλλων είναι και οι γονείς του θανατωθέντος. Όμως η αξίωση του γονέα για αποζημίωση, λόγω στέρησης διατροφής από το τέκνο προϋποθέτει αποκτημένο τέτοιο δικαίωμα έναντι του τέκνου (Εφ. Θεσ. 755/1987 Αρμ.42.980), δηλαδή να είχε, ως ανιών, κατά το χρόνο που συνέβη το παράνομο γεγονός του θανάτου, δικαίωμα απέναντι στο τέκνο του, ήτοι κατά τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1487 και 1493 του ΑΚ, που υπάρχει στην περίπτωση που ο γονέας δεν μπορεί να διαθρέψει τον εαυτό του από την περιουσία του (υποχρεούμένος να αναλώσει και κεφάλαια αυτής, εφόσον αυτή είναι μεγάλη και απρόσοδη και όχι μικρή που η διατήρησή της επιβάλλεται για εξασφάλιση εισοδήματος) ή την εργασία του, κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του ανάγκες. Απαιτείται δηλαδή, όπως, το τέκνο να παρέχει διατροφή στους γονείς του βάσει νομικής υποχρέωσης, κατά τα ανωτέρω, και όχι από ελευθεριότητα ή άλλη αιτία. Σε μία τέτοια περίπτωση η απλή παροχή της διατροφής καθ εαυτή μόνη της δε μπορεί να θεμελιώσει υπέρ του επιζώντος γονέα αξίωση διατροφής για αδυναμία συνεχίσεως πλέον της μέχρι το θάνατο του τέκνου καταβαλλομένης διατροφής ( ΕφΠειρ 782 και 786/2006, δημοσιευμένες στο ΔΣΑ, Αθαν.Γ.Κρητικού, Αποζημίωση από Τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ 2008, σελ.379). Εξάλλου, ως ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου νοείται τόσο η περίπτωση εκείνη κατά την οποία μετά το ατύχημα δεν είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των ζημιών όσο και εκείνη κατά την οποία η αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι οικονομικά ασύμφορη, κυρίως διότι υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο (βλ. έτσι ΕφΠατρ 187/2005, ΑχΝομ (2006), 694, ΕφΠατρ 348/2004, ΑχΝομ (2005), 609, ΕφΠατρ 688/2002, ΑχΝομ (2003), 638, ΕφΑΘ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, ΕφΑΘ 5613/1993, ΕπΣυγκΔ (1995), 186, ΕφΑΘ 6879/1989, ΕπΣυγκΔ (1990), 187, Α.Κρητικό, ό.π., σελ. 466). Για το ορισμένο δε της αγωγής, με την οποία διώκεται αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή αυτοκινήτου, αρκεί η αναγραφή του συνόλου         της ζημίας (ήτοι της αξίας του αυτοκινήτου πριν το ατύχημα και επίκληση ότι το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς). Η περαιτέρω εξειδίκευση της ζημίας, όπως περιγραφή των επιμέρους βλαβών, της δαπάνης επισκευής, των σωζόμενων υπολειμμάτων και της αξίας αυτών δεν ανάγονται στο ορισμένο της σχετικής αγωγής, αλλά αφορούν την ουσιαστική βασιμότητά της και είναι ζητήματα αποδείξεως (ΑΠ 1051/1988, ΕΕΝ (1999), 877, ΑΠ 1006/1977, ΝοΒ (26), 907, ΕφΑΘ 138/2006, ΕπΣυγκΔ (2006), 646, ΕφΠατρ 519/2005, ΑχΝομ (2006), 716, ΕφΘεσ 1694/2003, Αρμ (2004), 66, ΕφΑθ 220/1994, ΕπΣυγκΔ (1994), 427, Α.Κρητικός, ό.π., σελ. 481-482). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή της ότι στις 26.11.2007 η πρώτη εναγόμενη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας……IX αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, από υπαιτιότητά της προκάλεσε το θανάσιμο τραυματισμό του γιου της….οδηγού και κυρίου της με  αριθμό….δίκυκλης μοτοσυκλέτας και την ολοσχερή καταστροφή της τελευταίας, αξίας….ευρώ, κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων, που έλαβε χώρα τον ως άνω χρόνο, κάτω από τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες. Ότι αυτή, μεγάλωσε ολομόναχη τον ως άνω υιό της, καθότι ο πατέρας του τους εγκατέλειψε, εργαζόμενη μέχρι και το θάνατο του υιού της αλλά και μετέπειτα, ήτοι και επί 6 μήνες μετά απ αυτόν, ως καθαρίστρια σε πολυκατοικίες και κτίρια, φροντίζοντάς τον με τον καλύτερο τρόπο από τα εισοδήματα που απεκόμιζε από την εργασία της. Ότι ο ως άνω υιός της, από το 2001 εργαζόταν στην επισκευαστική ζώνη του….σε εταιρίες επισκευής πλοίων, αποκομίζοντας από την εργασία του έκτοτε έως και το χρόνο του θανάτου του, κατά μέσο όρο…..ευρώ το μήνα, ήταν δε τόσο ευσυνείδητο παιδί, που μόλις η δουλειά του άρχισε να σταθεροποιείται και να μαζεύει κάποια χρήματα, την παρακαλούσε να σταματήσει να δουλεύει, καθώς, κατά τα αναγραφόμενα στο δικόγραφο, έβλεπε πόσο είχε κουραστεί η ενάγουσα όλα αυτά τα χρόνια για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα χρήματα που χρειάζονταν για να ζήσουν και να τον φροντίζει. Οτι μετά από έξι μήνες από το θάνατο του υιού της, λόγω της επιδείνωσης της υγείας της, η οποία παρουσιάζει τα αναφερόμενα στην αγωγή της προβλήματα, σταμάτησε να εργάζεται, καθότι αδυνατεί προς τούτο. Με βάση δε το ως άνω ιστορικό, επικαλούμενη επιπρόσθετα ότι τα ελάχιστα έξοδα διαβίωσής της ανέρχονται στο ποσό των…..ευρώ το μήνα, την αδυναμία, πλέον, αυτοδιατροφής της σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο υιός της, ηλικίας…..ετών, κατά το χρόνο του θανάτου του, θα τη συντηρούσε επί 30 χρόνια τουλάχιστον, διαθέτοντας το ως άνω ποσό για τη διατροφή της, ζητά από τους εναγόμενους, ως παραδεκτά (άρθρο 223 σε συνδ.με 591 παρ.1 ΚΠολΔ) περιόρισε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό Α) να υποχρεωθούν εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν εφάπαξ, λόγω ύπαρξης σπουδαίου λόγου, το ποσό των…..ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας, ήτοι….ευρώΧ12 μήνεςΧ30 χρόνια, άλλως το ποσό των…..ευρώ μηνιαίως από…..μέχρι…..νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης, ως αποζημίωση λόγω στέρησης της οφειλόμενης από τον υιό της διατροφής της Β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν για την ως άνω αιτία το ποσό των…..ευρώ, άλλως το ποσό τω……ευρώ μηνιαίως από….μέχρι…νομιμοτόκως, κατά τις ως άνω διακρίσεις Γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν, ως αποζημίωση, με την ιδιότητά της ως μοναδικής κληρονόμου του θανατωθέντος υιού της, το ποσό των….ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία της καταστραφείσας κατά τα ανωτέρω μοτοσυκλέτας του, το εν λόγω δε ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζητά να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί, ως προς το καταψηφιστικό αίτημά της και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική της δαπάνη. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή παραδεκτά φέρεται για να δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 16 αριθμ. 12, 22, 25 παρ.2 και 35 του ΚΠολΔ), με την προκειμένη ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670-676 ΚΠολΔ (άρθρο 681 ΚΠολΔ). Είναι, όμως, απορριπτέα, ως μη νόμιμη ως προς το κονδύλιό της περί αποζημίωσης της ενάγουσας λόγω στέρησης της διατροφής της από το θανόντα υιό της, που προϋποθέτει, κατά την προηγηθείσα νομική σκέψη, αποκτημένο τέτοιο δικαίωμα του γονέα έναντι του τέκνου, δηλαδή, κατά τα προαναφερόμενα, να είχε, ο ανιών, κατά το χρόνο που συνέβη το παράνομο γεγονός του θανάτου, δικαίωμα απέναντι στο τέκνο του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1487 και 1493 του ΑΚ, δικαίωμα που ως προκύπτει από το ένδικο δικόγραφο δεν είχε η ενάγουσα, ενόψει του ότι, ως εκτίθεται απ αυτή στην αγωγή της, δούλευε έως το χρόνο του θανάτου του θανόντος υιού της και τουλάχιστον επί έξι μήνες μετά απ αυτόν, ως καθαρίστρια, διατρέφοντας από την εργασία της τον εαυτό της και φροντίζοντάς τον, κατά την αγωγή, με τον καλύτερο τρόπο. Κατά τα λοιπά, η αγωγή είναι καθ όλα ορισμένη, ως προς τον κονδύλιό της περί αποζημίωσης της ενάγουσας λόγω ολοσχερούς καταστροφής της μοτοσικλέτας του θανόντος, περιέχουσα, ενόψει και της προηγηθείσας νομικής σκέψης, όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο αυτής στοιχεία, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόμενων και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδ. β', 914, 926, 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976, 176, 907 και 908 ΚΠολΔ……


Συνυπαιτιότητα πεζού που διέσχισε το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων πεζών.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1360/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Συνυπαίτια του αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά ποσοστό 30%, είναι και η πεζή η οποία, ενώ όφειλε, προκειμένου να διασχίσει με ασφάλεια το οδόστρωμα να χρησιμοποιήσει τις διαβάσεις πεζών (άρθρο 38 παρ. 4 ΚΟΚ), κινήθηκε ανέλεγκτα και εκτός διαβάσεων, εκτιμώντας εσφαλμένα ότι προλαβαίνει να περάσει απέναντι.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1360/2010

Απόσπασμα…..Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται το από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό εκείνης (απόφασης) τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων (όρων και προϋποθέσεων) που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ό,τι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράληψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράληψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη είτε από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράληψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητιστικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στις 20-5-2003 και ώρα 21.45 μ.μ. ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής οδηγώντας το… δίκυκλο μοτοποδήλατο, στερούμενος της απαιτούμενης άδειας οδηγήσεως και με συνεπιβαίνουσα την αδελφή του……ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων σωματικές βλάβες και υλικές στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στην οδό…..με κατεύθυνση από βορειοανατολικά προς νοτιοδυτικά. Όταν το πιο πάνω μοτοποδήλατο έφθασε πλησίον της συμβολής των οδών..., η οποία στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατευθύνσεως με πλάτος 7-8 μέτρων, εκατέρωθεν της οδού υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα που περιόριζαν την ορατότητα, κατά τον χρόνο δε εκείνο η κίνηση των οχημάτων ήταν πυκνή και υπήρχε τεχνητός φωτισμός, ο πρώτος εναγόμενος από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του μοτοποδηλάτου ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες με αποτέλεσμα να τραυματίσει την….., ηλικίας 83 ετών, μητέρα του πρώτου ενάγοντος, πεθερά της δεύτερης και γιαγιά του τρίτου, η οποία επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό…..με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος. Η πιο πάνω πεζή κινήθηκε ανάμεσα από σταθμευμένα αυτοκίνητα, διέσχισε το αντίθετο ρεύμα πορείας, από αυτό στο οποίο κινούνταν το μοτοποδήλατο, εισήλθε στο ρεύμα πορείας του τελευταίου, ο οδηγός του οποίου αντιλαμβανόμενος αυτή από απόσταση 10 μέτρων περίπου, αν και ελάττωσε την ταχύτητα του οχήματός του και πραγματοποίησε μικρό αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά επέπεσε στην πεζή, η οποία είχε διανύσει το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος πορείας του και προσέγγιζε στο πεζοδρόμιο, κτυπώντας αυτή στη δεξιά πλευρά του σώματος της, με αποτέλεσμα αυτή να καταπέσει στο οδόστρωμα με την αριστερή πλευρά του σώματός της. Σύμφωνα με τα παραπάνω περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση, στερούμενος της απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδηγήσεως, δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον απαραίτητο έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του, ώστε να είναι ικανός ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή οποιουδήποτε δυναμένου να προβλεφθεί ορατού εμποδίου και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, ανάλογα με τις συνθήκες (νύκτα, σταθμευμένα αυτοκίνητα, πυκνή κυκλοφορία οχημάτων), αλλά κινούνταν σε κατοικημένη περιοχή με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (50 χιλ/ώρα), με αποτέλεσμα λόγω της απειρίας του στην οδήγηση να εκτιμήσει εσφαλμένα τις συνθήκες, να μην αντιληφθεί έγκαιρα την πεζή, η οποία κινούνταν αργά λόγω της ηλικίας της και να αντιδράσει με καθυστέρηση, ενεργώντας δε με τον προαναφερόμενο τρόπο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 3 ΚΟΚ. Συνυπαίτια, όμως, του παραπάνω ατυχήματος κατά ποσοστό 30% είναι και η πεζή η οποία, ενώ όφειλε, προκειμένου να διασχίσει με ασφάλεια το οδόστρωμα να χρησιμοποιήσει διαβάσεις πεζών (άρθρο 38 παρ. 4 ΚΟΚ), κινήθηκε ανέλεγκτα και εκτός διαβάσεων εκτιμώντας εσφαλμένα ότι προλαβαίνει να περάσει απέναντι.


Προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης. Μη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  71/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπ όψιν του τιθέμενα περιστατικά, βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Δεν λαμβάνεται υπ όψιν η περιουσιακή κατάσταση της ασφαλιστικής εταιρίας, γιατί η ευθύνη της τελευταίας είναι εγγυητική.

Με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπ όψιν του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και επομένως δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος.

Η ευθεία επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα.

Ο προσδιορισμός από το Δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  71/2011

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 30/9/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …….οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …….του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/7/2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 14/11/2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Μάλλιου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. …….και …….εκθέσεις επιδόσεως του δικατικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αρτας ……, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο: 1) της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της 21-9-2007 κατά την οποίαν η συζήτηση αναβλήθηκε διαδοχικά για τις δικασίμους της 25-1-2008 και της 28-11-2008, οπότε και ματαιώθηκε και 2) της από 22-10-2009 κλήσης των αναιρεσειόντων με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων ……Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 του Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρ. 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.). ΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα περιστατικά, (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογενείας του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη. Εξ άλλου δεν λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας γιατί η ευθύνη της τελευταίας είναι εγγυητική (ΑΠ 1670/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, όσον αφορά την αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα κάτωθι: "Στις …..και ώρα ……, ο ……. πατέρας της πρώτης ενάγουσας, πεθερός του δευτέρου και παππούς των δύο τελευταίων ανηλίκων, εκπροσωπουμένων από τους δύο πρώτους γονείς τους, οδηγώντας το……δίκυκλο μοτ/το, ιδιοκτησίας του, εκινείτο στην επαρχιακή οδό Αρτης - Νεοχωρίου, με κατεύθυνση προς Νεοχώρι, έχοντας συνεπιβαίνουσα τη σύζυγό του…… Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το……Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της ιδίας ως άνω επαρχιακής οδού, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από Νεοχώρι προς Αρτα. Όταν το ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κινούμενο με ταχύτητα 80 χιλ. την ώρα, αντί της επιτρεπομένης των 50 χιλ. την ώρα, έφτασε στο 12 χιλιόμετρο της εν λόγω οδού, από αμέλεια του οδηγού του (πρώτου εναγομένου) παρεξέκλινε της πορείας του και, πλαγιολισθαίνοντας περί τα 30 μέτρα προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο κανονικά το ως άνω δίκυκλο μοτ/το και συγκρούσθηκε το εμπρόσθιο μέρος του μοτ/του με την πίσω δεξιά πόρτα του Ι.Χ.Ε. Η σύγκρουση υπήρξε σφοδρή και είχε ως αποτέλεσμα να παρασυρθεί το μοτ/το σε παρακείμενο αρδευτικό αύλακα και να τραυματισθούν θανάσιμα ο οδηγός και η συνεπιβαίνουσα του ως άνω μοτ/του, το οποίο και υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες. Σημειωτέον, δέχεται το Εφετείο, ότι στο παραπάνω σημείο της, η επαρχιακή ως άνω οδός Αρτης - Νεοχωρίου είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, έχει πλάτος οδοστρώματος 8.40 μ., με ελαφρά καμπύλη, ενώ κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν νύκτα, επικρατούσε σκοτάδι, η κατάσταση της οδού ξηρά και η κυκλοφορία οχημάτων αραιή... Ο θανών……., πατέρας της πρώτης ενάγουσας από πρώτο γάμο του με την……. είχε τελέσει δεύτερο γάμο με τη θανούσα.…η οποία ανέθρεψε την πρώτη ενάγουσα από ηλικία τεσσάρων ετών ως να ήταν η φυσική μητέρα της και είχε αναπτύξει μαζί της έντονο συναισθηματικό δεσμό, καθώς και σχέση στοργής και αγάπης, (βλ. και ανωμοτί κατάθεση της α' ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπου καταθέτει ότι "για μένα ήταν η μαμά μου η θανούσα και η οποία με μεγάλωσε από 4 ετών και αυτή που περιποιήθηκε τον πατέρα μου"), ενώ ολόκληρη η τοπική κοινωνία τους θεωρούσε ως οικογένεια. Η πρώτη ενάγουσα το έτος 1991 τέλεσε γάμο με το …….δεύτερο ενάγοντα, από τον οποίο απέκτησαν, τα εκπροσωπούμενα ήδη από τους γονείς τους - συνενάγοντα τέκνα τους ….και …..ηλικίας αντίστοιχα …..και ……ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος,... εγγόνια των θανόντων, με τους οποίους επίσης συνδέονταν με αισθήματα στοργής και αγάπης, για την ανάπτυξη των οποίων ήταν αδιάφορη η ύπαρξη ή μη και νομικής σχέσεως με τη θανούσα γιαγιά τους. Κατ' ακολουθία, εξαιτίας του αδόκητου θανάτου των ως άνω, ηλικίας ……και ……ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος θανατωθέντων …….και …… οι ενάγοντες, συνδεόμενοι μαζί τους με σχέσεις στοργής και αγάπης, υπέστησαν έντονη ψυχική οδύνη, για την απάμβλυνση της οποίας και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (932 ΑΚ). Κατά την κρίση δε και του Δικαστηρίου τούτου πρέπει να επιδικαστεί για την εν λόγω αιτία το ποσό των …….ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, (θυγατέρα του θανόντος, …….και τέκνου του συζύγου της από άλλο γάμο της θανούσας ………), και για κάθε θανόντα, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται εκείνο των ……ευρώ, που επιφυλάχθηκε να ζητήσει ως πολιτικώς ενάγουσα στην ποινική δίκη, το ποσό των ……..ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα, (γαμβρό των θανόντων) και το ποσό των …….. ευρώ για κάθε εκπροσωπούμενο ανήλικο τέκνο των εναγόντων, (εγγόνια των θανόντων) και για κάθε θανόντα, στα οποία ποσά δεν περιλαμβάνεται εκείνο των …….ευρώ που επιφυλάχθηκαν να ζητήσουν, (γαμβρός και εγγόνια), ως πολιτικώς ενάγοντες στην ποινική δίκη, ενόψει όλων των περιστάσεων και ιδίως των συνθηκών τελέσεως της ανωτέρω αδικοπραξίας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του βαθμού του πταίσματος αυτού, (αποκλειστική υπαιτιότητα), της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων φυσικών προσώπων, εφ όσον η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας είναι εγγυητική, της συναισθηματικής σχέσεως των εναγόντων με τους θανατωθέντες, του βαθμού της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψεως των εναγόντων και των λοιπών προσωπικών σχέσεων αυτών". Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου η αιτίαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, με το να μη λάβει ως προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό του ευλόγου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως και την περιουσιακή κατάσταση της δεύτερης εναγομένης (και υπόχρεου) ασφαλιστικής εταιρίας και να διαλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας δεν λαμβάνεται υπόψη ως προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό του ευλόγου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως γιατί η ευθύνη της είναι εγγυητική. ΙΙΙ. Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι: α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ. ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ. ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ. ΑΠ 6/2009). Εξάλλου, το Δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ, μπορεί να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, όπως είναι το πταίσμα του υπόχρεου, το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών. Ο προσδιορισμός από το Δικαστήριο της ουσίας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 13/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενα τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλουν ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει σ' αυτούς τα πιο πάνω ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αντί των αιτηθέντων με την αγωγή τους, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας. Έτσι όμως, υπό την επίκληση της παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, προσβάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι προεχόντως απαράδεκτος. Εξ άλλου, με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της. Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του. Επομένως, εφ' όσον και οι δύο λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι, συνακόλουθα απορριπτέα είναι και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.


Έλκηθρο με μηχανική δύναμη (snowmobile). Υποχρεωτική η ασφάλισή του για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1007/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην έννοια του αυτοκινήτου υπάγεται το κινούμενο με μηχανική δύναμη έλκηθρο που χρησιμοποιείται σε χιονοδρομικά κέντρα (snowmobile) και είναι υποχρεωτική η ασφάλισή του για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1007/2011

Απόσπασμα……. Ι. Κατά το άρθρο 2 εδ α' Ν ΓΠΝ/1911 "αυτοκίνητον, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, είναι το δια μηχανικής δυνάμεως και ουχί επί τροχιών κινούμενον όχημα ή τροχήλατον". Κατά το άρθρο 2 παρ. 4 εδ α' του Ν 2696/1999 (ΚΟΚ), επίσης, για την εφαρμογή αυτού "ως αυτοκίνητο ή αυτοκίνητο όχημα νοείται το μηχανοκίνητο όχημα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων ή για τη ρυμούλκηση στις οδούς οχημάτων που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1α του Ν 489/1976 "κατά την έννοια του παρόντος αυτοκίνητο όχημα είναι το επί του εδάφους και όχι τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών. Ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ίδιου ανωτέρω Ν 489/1976 "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό, εξομειώνεται με την κυκλοφορία επί οδού". Τέλος, κατά το άρθρο 19 παρ. 1β του ίδιου ανωτέρω Ν 489/1976 "το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητιστικά ατυχήματα όταν: το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι κρίσιμο στοιχείο για το χαρακτηρισμό της έννοιας του αυτοκινήτου, επί του οποίου έχουν εφαρμογή αυτές και ειδικότερα για τη δημιουργία ευθύνης από τη λειτουργία του και την υποχρέωση ασφάλισης κατά τις ειδικές διατάξεις του Ν 489/1976, είναι ο προορισμός του να κινείται στο έδαφος με μηχανική δύναμη (και όχι σε σιδηροτροχιά), και η ζημία να προκλήθηκε όταν το αυτοκίνητο κυκλοφορούσε σε οδό, προς την οποία εξομειώνεται η κυκλοφορία σε χώρο προσιτό στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό. Εξάλλου, το όχημα δεν είναι απαραίτητο να φέρεται σε τροχούς, έτσι ώστε το κινούμενο με μηχανική δύναμη έλκηθρο που χρησιμοποιείται σε χιονοδρομικά κέντρα (snowmobile) είναι αυτοκίνητο κατά την ανωτέρω έννοια, με συνέπεια να είναι υποχρεωτική η ασφάλισή του κατά τις ειδικές διατάξεις του Ν 489/1976 και δημιουργείται ευθύνη από τη λειτουργία του, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Ο δεύτερος εναγόμενος με την επωνυμία…….είναι αθλητικό σωματείο που ιδρύθηκε και λειτουργεί στον…..του νομού Μαγνησίας και ασχολείται με την καλλιέργεια των μορφών ορειβασίας, χιονοδρομίας και όλων των χειμερινών αθλημάτων, ενώ είναι επίσης κύριος, νομέας και κάτοχος των βασικών εγκαταστάσεων στο χιονοδρομικό κέντρο…….που εκμισθώνει στην………και ο πρώτος εναγόμενος…….είναι πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτού. Την 6η Απριλίου 2003 και περί ώρα 9.30 ο τελευταίος οδηγώντας το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας και χωρίς να είναι ασφαλισμένο μηχανοκίνητο όχημα (έλκηθρο) -snowmobile-, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, μάρκας……..εκινείτο εντός του χιονοδρομικού κέντρου…….στη θέση …….στο οποίο (χιονοδρομικό κέντρο) είχε προγραμματιστεί τον παραπάνω χρόνο η διεξαγωγή επίσημου τοπικού πρωταθλήματος χιονοδρομίας από το δεύτερο εναγόμενο. Συγκεκριμένα ο πρώτος εναγόμενος με το ως άνω όχημα εκινείτο επί της δασικής οδού που χρησιμοποιούνταν και χρησιμοποιούμενη κατά την χειμερινή περίοδο ως συνδετική πίστα, συνδέουσα το καταφύγιο, τον τερματισμό του κάτω μονού αναβατήρα (λιφτ) και την εκκίνηση του πάνω μονού αναβατήρα με τις χιονοδρομικές πίστες……., ……και……, και ήταν γνωστή με την ονομασία δρομάκι. Στην εν λόγω οδό (χιονοδιάδρομο), η οποία έχει πλάτος 6 μέτρα, κλίση 6% έως 18% (ξηρό έδαφος) , επιτρέπεται η κίνηση και προς τις δύο κατευθύνσεις σκιέρ, περιπατητών, ορειβατών και χιονομηχανημάτων, που επιθυμούν να μετακινηθούν από το καταφύγιο προς τις πίστες και αντίθετα, είναι δηλαδή προσιτή στο ευρύ κοινό, όπως προαναφέρθηκε άλλωστε και στην υπό στοιχείο Ι σκέψη της παρούσας. Τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο το δρομάκι χρησιμοποιούσαν και οι αθλητές της χιονοδρομίας (σκιέρ), πριν την έναρξη του τοπικού πρωταθλήματος του δεύτερου εναγομένου, προκειμένου να προθερμανθούν, κατέβαιναν δε τη συγκεκριμένη πίστα (χιονοδιάδρομο), ώστε να προσεγγίσουν υποχρεωτικά τον αναβατήρα και να εισέλθουν στις άλλες πίστες. Μεταξύ των αθλητών που χρησιμοποιούσαν την πίστα (χιονοδιάδρομο) για προθέρμανση ήταν και ο……γυιός των εναγόντων ……..και ……του….., ηλικίας τότε……ετών, ο οποίος κατέβαινε το δρομάκι στο δεξιό ως προς αυτόν σημείο αυτού, έχοντας ξεκινήσει από την πίστα……με προορισμό τον αναβατήρα (λιφτ). Στο ύψος της διασταυρώσεως της συνδετικής πίστας (χιονοδιαδρόμου) με τις πίστες …….και……βρέθηκε αντιμέτωπος με το ανερχόμενο στην πίστα ως άνω μηχανοκίνητο έλκηθρο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, με αποτέλεσμα να προσκρούσει πλαγιομετωπικά με την αριστερή κνήμη του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα (πέδιλο) του μηχανοκίνητου έλκηθρου, να εκτιναχθεί και να πέσει στο χιόνι λίγα μέτρα πιο κάτω, υποστάς σωματικές κακώσεις, όπως αναλυτικά θα αναφερθούν παρακάτω. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του μηχανοκίνητου έλκηθρου, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός παρομοίου οχήματος υπό ανάλογες περιστάσεις, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αυτός διέθετε ειδική πείρα και ικανότητα, αφού ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του δεύτερου εναγομένου και διοργάνωσε τους αγώνες, ενώ ο ίδιος ήταν και παλαιός αθλητής χιονοδρομίας". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου με τον οποίο έπληττε την πρωτόδικη απόφαση επειδή δέχθηκε ότι το μηχανοκίνητο έλκηθρο (χιονομηχάνημα) είναι αυτοκίνητο κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της απόφασης και ότι είναι υποχρεωτική η ασφάλισή του. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, εφόσον από τις παραδοχές προκύπτει ότι το προαναφερόμενο όχημα κινείται με μηχανική δύναμη στο έδαφος και κατά το χρόνο του ατυχήματος κυκλοφορούσε σε χώρο (οδό, χιονοδιάδρομο) που ήταν προσιτός σε ευρύ κύκλο προσώπων (περιπατητές, ορειβάτες, σκιέρ). Ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.


Διαπίστωση της μέθης στην οδήγηση αυτοκινήτου με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αλκοτέστ και αιμοληψίας.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1046/2011
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Εκτός από τις μεθόδους με το αλκοτέστ και της αιμοληψίας η διαπίστωση της μέθης στην οδήγηση αυτοκινήτου μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά μέσα όπως είναι, οι καταθέσεις των μαρτύρων, η  εξωτερική εμφάνιση του οδηγού, η υπερβολική ταχύτητα και η άρνηση του οδηγού να υποβληθεί σε αλκοτέστ, ή αιμοληψία.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1046/2011
Απόσπασμα…..Επειδή με τα διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2693/2001, ορίζεται, ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγική ικανότητα του οδηγού. Θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει το 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0, 5 gr/l). Με τη διάταξη δε της παρ. 5 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "με κοινές αποφάσεις των υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος και τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 από τον ελεγχόμενο οδηγό, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Εξάλλου, με τη με αριθμό 13382 2. 706/11/4δ/1977 απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την με αριθμό 13300 Φ. 105.11/4 παρ. θ/198 απόφαση των ιδίων Υπουργών, καθορίζεται η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη, που είναι 0,50 %, καθώς και ο τρόπος εξακρίβωσης της χρήσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών από οδηγούς κατά την οδήγηση μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το αλκοτέστ και η αιμοληψία. Εκτός όμως από τις μεθόδους αυτούς η διαπίστωση της μέθης μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά μέσα όπως, καταθέσεις μαρτύρων και σε περαιτέρω ενδείξεις όπως είναι η υπερβολική ταχύτητα στη συγκεκριμένη περίπτωση, η άρνηση του οδηγού να υποβληθεί σε αιμοληψία. Στην παρούσα περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προπαρατεθείσης διάταξης του ΚΟΚ, δέχθηκε ότι κατά την οδήγηση του οχήματός του ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τη δε κρίση του αυτή στήριξε αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση μαρτυρικών αποδείξεων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά τα μέρος του αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στο αποδεικτικό πιο πάνω πόρισμα το Εφετείο κατέληξε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, από την εξωτερική εμφάνιση του ιδίου του αναιρεσείοντος, τις καταθέσεις των μαρτύρων αλλά και το ότι αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο με ηλεκτρονική συσκευή, καθώς και δια αιμοληψίας.


Λύση σύμβασης ασφάλισης αυτοκινήτου, καταγγελία από τον ασφαλιστή.ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   510/2009
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος μπορούν οποτεδήποτε να συμφωνήσουν την λύση της σύμβασης ασφάλισης με την πάροδο της συμφωνούμενης διάρκειας και μάλιστα, είτε με την ίδια τη σύμβαση ασφάλισης, είτε με πρόσθετη αυτοτελή και χωριστή από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πράξη, ακόμη δε και με σιωπηρή συμφωνία.

Η καταγγελία της σύμβασης ασφάλισης είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βούλησης του συμβαλλομένου μέρους, η δήλωση δε θεωρείται συντελεσθείσα όχι απλώς, από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη, προς τον οποίον απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή της. Για να παραγάγει τα αποτελέσματά της, απαιτείται περιέλευσή της στο νόμιμο παραλήπτη, απαιτείται δε να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα συστημένο, ή επί αποδείξει.

Επί συστημένης επιστολής μέσω των ΕΛΤΑ δεν αρκεί η εγχείρηση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής, αυτοπροσώπως, από τον παραλήπτη (χέρι με χέρι), οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του του περιεχομένου της.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   510/2009
Απόσπασμα…….Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 κανονιστικής απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/1978 τεύχ. ΑΕ και ΕΠΕ), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976 και καθορίζει τους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου, που καλύπτει την αστική ευθύνη από ατυχήματα αυτοκινήτων, "η ασφαλιστική σύμβασις ισχύει δια την ασφαλιστικήν περίοδον, ήτις ορίζεται εις το ασφαλιστήριον και ανανεούται εκάστοτε δι' ίσον χρονικόν διάστημα μετά την λήξιν της ασφαλιστικής περιόδου, ως και των επομένων τοιούτων, εκτός εάν, 30 ημέρας προ του τέλους εκάστης ασφαλιστικής περιόδου εκάτερος των συμβαλλομένων μερών ειδοποιήσει το έτερον δια συστημένης επιστολής περί του αντιθέτου. Επί πάσης ανανεώσεως εκδίδεται νέον ασφαλιστήριον ή βεβαίωσις περί ανανεώσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως (ανανεωτήριον)". Κατά δε το άρθρο 9 παρ. 1 της ίδιας υπουργικής απόφασης "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως και κατά πάντα χρόνον, δι' εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει, να καταγγείλει την ασφαλιστικήν σύμβασιν. Η ακύρωσις επέρχεται μετά πάροδον 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου". Από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται στην κατάργηση της ασφαλιστικής σύμβασης με μονομερή δήλωση βούλησης (εναντίωση ή καταγγελία), προκύπτει ότι αυτές δεν υποβάλλουν στο συστατικό τύπο του εγγράφου την αντισυμφωνία των μερών, με την οποία η ασφαλιστική σύμβαση καταργείται οποτεδήποτε κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ (ΟλΑΠ 24/1994, ΑΠ 305/2008). Έτσι, με βάση την από το τελευταίο τούτο άρθρο αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δύνανται οι συμβαλλόμενοι οποτεδήποτε να συμφωνήσουν τη λύση της σύμβασης με την πάροδο της συμφωνούμενης διάρκειας και μάλιστα είτε με την ίδια τη σύμβαση ασφάλισης είτε με πρόσθετη αυτοτελή και χωριστή από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πράξη (ΑΠ 971/1999), ακόμη δε και με σιωπηρή συμφωνία (ΑΠ 930/1992).η οποία, ως σύμβαση, περιλαμβάνει την πρόταση για σύναψή της και την αποδοχή της πρότασης αυτής κατ' άρθρα 185 επ. ΑΚ, οπότε η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των συμβαλλομένων λύεται (ΑΠ 305/2008)………Η ρύθμιση του άρθρου 9 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ εφαρμόζεται τόσον όταν η καταγγελία της σύμβασης προέρχεται από τον αντισυμβαλλόμενο, όσον και όταν προέρχεται, από τον ασφαλιστή. Από τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ, προκύπτει ότι η καταγγελία για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βούλησης του συμβαλλομένου μέρους, η δήλωση δε θεωρείται συντελεσθείσα όχι απλώς, από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο, ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη, προς τον οποίον απευθύνεται, αλλά από την παραλαβή της. Για να παραγάγει τα αποτελέσματά της, απαιτείται περιέλευσή της στο νόμιμο παραλήπτη, απαιτείται δε να περιέχεται σε έγγραφο και μάλιστα συστημένο, ή επί αποδείξει. Επί συστημένης επιστολής μέσω των ΕΛΤΑ δεν αρκεί η εγχείρηση από τον ταχυδρόμο της γραπτής ειδοποίησης στον παραλήπτη ή η ρίψη του ειδοποιητηρίου ή της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του παραλήπτη, αλλά απαιτείται και η παραλαβή της συστημένης επιστολής, αυτοπροσώπως, από τον παραλήπτη (χέρι με χέρι), οπότε εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσης εκ μέρους του, του περιεχομένου της. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι έγινε παράδοση της συστημένης επιστολής από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρείας στον ασφαλισμένο της, ο δε μάρτυράς της κατέθεσε ότι η επίμαχη επιτολή επεστράφη ανεπίδοτη. Συνεπώς, αφού δεν έγιναν τα ανωτέρω, η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση ανανεώθηκε αυτόματα από το νόμο για ίσα χρονικά διαστήματα και ίσχυε κατά το χρόνο του ατυχήματος…...


Πρόσληψη, απόλυση οδηγών λεωφορείων ΚΤΕΛ. Απόλυση προσωπικού ΚΤΕΛ.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1499/2010
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο «Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ ν. 2963/2001» του π.δ 246/2006 ισχύει από την 1-1-2007.

1. Εφαρμογή του (νέου) κανονισμού του π.δ 246/2006.

Ο κανονισμός εφαρμόζεται.

α) σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ Α.Ε. και ΚΤΕΛ.

β) στους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε,. ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους- ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ, όταν απασχολούνται ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο.

2. Πρόσληψη οδηγών λεωφορείων.

 Οι οδηγοί των μισθωμένων, ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων, προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες, ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών.

3. Απόλυση προσωπικού ΚΤΕΛ.

Το προσωπικό του ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους εξής λόγους.

α) εξ αιτίας κατάργησης οργανικής θέσης εργασίας, ή Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ως προς το ποσοστό απολύσεων, κλπ. ).

β) εξ αιτίας καταδίκης για κακούργημα ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών βαθμό πλημμελήματος.

γ) εξ αιτίας ανεπάρκειας, ή ακαταλληλότητας, ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σ' αυτό.

δ) εξ αιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου, που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου, να εκτελέσει τα καθήκοντα της ειδικότητάς του και διαπιστώνεται από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ.

ε) εξ αιτίας επιβολής της ποινής της οριστικής απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του κανονισμού.

4. Απόλυση οδηγών λεωφορείων.

Οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα, ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί.

Οι λόγοι των περιπτώσεων β, γ, δ και ε ισχύουν και για τους ιδιοκτήτες- οδηγούς, που απασχολούνται στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους.

Ιδιοκτήτης λεωφορείου που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε 10 ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Ομοίως και ο ιδιοκτήτης οδηγός που απασχολείται στο λεωφορείο ιδιοκτησίας του παύει μέσα στο διάστημα αυτό να εκτελεί τα καθήκοντά του.

Δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής σύμβασης των οδηγών λεωφορείων κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε, ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και εργοδότης τους.

Αυτό σημαίνει ότι οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ δεν μπορούν να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεων των οδηγών με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του ν. 3198/1955, εφ όσον δεν συντρέχει και λόγος από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται στον Κανονισμό (Ολ.ΑΠ 15/2002, ΑΠ 428/2007, που εκδόθηκαν υπό την ισχύ του προηγούμενου κανονισμού, ΑΠ 1499/2010, που εκδόθηκε υπό την ισχύοντα κανονισμό).

 ΑΠΟΦΑΣΗ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1499/2010

Απόσπασμα……..Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001", η Ισχύς του οποίου άρχισε από τη 1-1-2007, "Οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών", κατά δε την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου "1. Ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται: α) Σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ Α.Ε. και ΚΤΕΛ. Β) Στους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους- ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ, όταν απασχολούνται ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο.. 2". Περαιτέρω στο άρθρο 26 του ιδίου π.δ/τος, στο οποίο επαναλαμβάνονται οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 14 παρ.2 του προϊσχύσαντος κανονισμού (ΠΔ 229/1994), ορίζεται ότι "1. Το προσωπικό του ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους : α) Εξ αιτίας κατάργησης οργανικής θέσης εργασίας ή Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Διοικητκού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ως προς το ποσοστό απολύσεων, κλπ. ). Εξαιρείται της παρούσας ρύθμισης το κατά την ισχύ του παρόντος Κανονισμού υπηρετούν τακτικό προσωπικό, για το οποίο, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εφαρμόζονται οι λοιπές ρυθμίσεις του παρόντος Κανονισμού, β) Εξ αιτίας καταδίκης για κακούργημα ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών βαθμό πλημμελήματος, γ) Εξ αιτίας ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σ' αυτό, δ) Εξ αιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντα της ειδικότητάς του και διαπιστώνεται από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ, ε) Εξ αιτίας επιβολής της ποινής της οριστικής απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος. 2.Οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς του άρθρου 4 του παρόντος και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί. Οι λόγοι των περιπτώσεων β, γ, δ και ε ισχύουν και για τους ιδιοκτήτες- οδηγούς που απασχολούνται στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους. 3. Ιδιοκτήτης λεωφορείου που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ομοίως και ο ιδιοκτήτης οδηγός που απασχολείται στο λεωφορείο ιδιοκτησίας του παύει μέσα στο διάστημα αυτό να εκτελεί τα καθήκοντά του ως οδηγού". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι οδηγοί των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ λεωφορείων, είτε έχουν προσληφθεί από τους ιδιοκτήτες, είτε από το ΚΤΕΛ, απολύονται μόνο για τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο παραπάνω Π.δ. λόγους και επομένως δεν είναι έγκυρη η αναιτιώδης καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αδιάφορα αν αυτή γίνεται από τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου που τους προσέλαβε ή από το ΚΤΕΛ, όταν το τελευταίο συμβαίνει να είναι και εργοδότης τους. Με τις πιο πάνω διατάξεις θεσπίζεται περιορισμός του προς απόλυση των οδηγών δικαιώματος, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των λεωφορείων που έχουν ενταχθεί στο ΚΤΕΛ να μην μπορούν να προβούν σε καταγγελία των συμβάσεών τους με μόνη την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3198/1955, εφόσον δεν συντρέχει και λόγος από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται στον Κανονισμό. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη χωρίς διακρίσεις διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων του άρθρου 26 του Κανονισμού, είναι δε σύμφωνο με τον επιδιωκόμενο σκοπό, που συνίσταται όχι μόνο στην ασφαλή εκτέλεση της μεταφοράς του επιβατικού κοινού και στον περιορισμό της ευθύνης των ιδιοκτητών από τη λειτουργία των λεωφορείων, αλλά, συγχρόνως, και στην κατοχύρωση της εργασιακής θέσης των οδηγών και στην αποτροπή των αυθαίρετων και καταχρηστικών απολύσεών τους από μέρους των ιδιοκτητών, στα πλαίσια του λειτουργικού και οικονομικού εκσυγχρονισμού των ΚΤΕΛ (ΟλΑΠ 15/2002, ΑΠ 428/2007, οι οποίες εκδόθηκαν υπό την ισχύ του προηγούμενου κανονισμού). Οι παραπάνω διατάξεις δεν είναι αντίθετες με τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ.1), αφού δεν περιορίζουν αδικαιολόγητα το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, ενώ η ιδιαίτερη αυτή ρύθμιση που ισχύει για τους οδηγούς λεωφορείων των ΚΤΕΛ, υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν και επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία ο ιδιοκτήτης του λεωφορείου, παράλληλα με τους προβλεπόμενους στον Κανονισμό λόγους απόλυσης του οδηγού, μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αναιτιωδώς, κατά τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, δεν είναι συμβατή με τον ήδη ισχύοντα Κανονισμό που δεν εισάγει δυσμενέστερες για τους οδηγούς ρυθμίσεις από εκείνες που ίσχυαν προγενέστερα (π.δ. 229/1994), αφού σε αυτόν δεν περιλαμβάνεται διάταξη άλλη που να ρυθμίζει την απόλυση προσωπικού του ΚΤΕΛ, πλην εκείνης της παραγράφου 1 του άρθρου 26, στη οποία αναφέρονται περιοριστικώς οι λόγοι απόλυσης αυτού, οι οποίοι σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, ισχύουν και για τους οδηγούς των μισθωμένων ή εντεταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων, που έχουν εργοδότη τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών.


Αποζημίωση προσωπικού ΚΤΕΛ λόγω συνταξιοδότησης.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  863/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το προσωπικό των ΚΤΕΛ, που αποχωρεί, ή απομακρύνεται, από το ΚΤΕΛ, λόγω συνταξιοδότησης με τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, δικαιούνται τη μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του ν.3198/1955, η οποία ανέρχεται για τους επικουρικώς ασφαλισμένους στο 40%, για δε τους μη ασφαλισμένους επικουρικώς στο 50% της αποζημίωσης, που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη.

 ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  863/2010

Απόσπασμα……..Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.435/1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως και συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για να λάβουν πλήρη σύνταξη γήρατος, μπορούν αν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία τους και αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από τον εργοδότη τους λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως, που δικαιούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη. Για την αποζημίωση που χορηγείται, κατά τα ανωτέρω, στους μισθωτούς που αποχωρούν ή απομακρύνονται, εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στα άρθρα 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν.3198/1955 καθώς και στις διατάξεις του Ν.2112/1920 και στο Β.Δ. της 16/18-7-1920, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση. Εξάλλου στο άρθρο 30 του ν.2556/1997, η ισχύς του οποίου άρχισε από 24.12.1997, ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (Αστικά Υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδοτήσεως, την αποζημίωση του νόμου 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν. 173/1967. Η παρούσα ρύθμιση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου δίκες". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με το άρθρο 30 του ν. 2556/1997 ήρθη ο περιορισμός της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως στο ποσό του 1.500,000 δραχμών για τους εργαζομένους στα ΚΤΕΛ και δεν εθίγησαν καθόλου οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β του ν.3198/1955, καθόσον κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής ο προσδιορισμός "λόγω συνταξιοδοτήσεως" αναφέρεται στους αποχωρούντες εργαζομένους, μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος. Συνεπώς και οι υπάλληλοι των ΚΤΕΛ, που αποχωρούν ή απομακρύνονται από τον εργοδότη τους δικαιούνται τη μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του ν.3198/1955, η οποία ανέρχεται για τους επικουρικώς ασφαλισμένους στο 40% της αποζημιώσεως του ν.2112/1920, χωρίς τον περιορισμό του ύψους αυτής μέχρι του ποσού του 1.500.000 δρχ. Περαιτέρω η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι, εάν αυτή (αγωγή) στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί, αφού υπάρχει σύμβαση, ο ενάγων δύναται να ασκήσει την αξίωση του από αυτή και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της από 3.5.2004 αγωγής των εναγόντων - αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί, επικαλούμενοι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλοι του Αστικού ΚΤΕΛ…….το οποίο διαδέχθηκε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, από την οποία απολύθηκαν, διότι συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει συμπληρωματική αποζημίωση του ν.2112/1920, επειδή αυτή τους κατέβαλε μόνον το 40% της ανωτέρω αποζημιώσεως και όχι το 100% αυτής που δικαιούνταν. Επικουρικά ζήτησαν να τους καταβληθεί η ίδια αποζημίωση με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, ως επικουρικώς ασφαλισμένοι, δικαιούνται τη μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β του ν.3198/55, δηλαδή το 40% της αποζημιώσεως του ν.2112/1920 την οποία έλαβαν και επειδή οι ενάγοντες με την έφεση τους παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως παραγεγραμμένη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/55, εξέτασε αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο της αγωγής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε αυτή (αγωγή) ως μη νόμιμη και ως προς τις δυο βάσεις της, ειδικότερα την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι στηρίζονταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνονταν η κυρία από τη σύμβαση βάση της αγωγής, με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 του ν.2556/1997, ν.2112/1920 και 8 εδ. β' του ν. 3198/1955, ως προς το ύψος της αποζημιώσεως των εναγόντων, και 904 ΑΚ και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος και πέμπτος λόγοι επί αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.



Η οικογένεια του θύματος στην χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία τρίτου, θείοι, ανηψιοί, μνηστή.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 995/2009
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Μεταξύ των προσώπων αυτών δεν περιλαμβάνονται οι θείοι και οι ανηψιοί, οι οποίοι είναι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς, ή αν αυτοί είναι οι μόνοι συγγενείς του θανατωθέντος.

Στην οικογένεια, όμως, του θύματος περιλαμβάνεται η μνηστή αυτού, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με το θύμα με σύμβαση για μελλοντικό γάμο, δηλαδή μνηστεία, η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεση γάμου.



ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   995/2009

Απόσπασμα……Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ' του ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται τις επιδράσεις από τις κανονικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθινή όμως έννοια της ανωτέρω διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων αυτών δεν περιλαμβάνονται οι θείοι και οι ανηψιοί, οι οποίοι είναι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς ή αν αυτοί είναι οι μόνοι συγγενείς του θανατωθέντος (ΟλΑΠ 21/2000). Στην οικογένεια, όμως, του θύματος περιλαμβάνεται και η μνηστή αυτού, ήτοι εκείνη που συνδέεται με το θύμα με σύμβαση για μελλοντικό γάμο, δηλαδή μνηστεία (άρθρο 346 ΑΚ), η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεση γάμου (ΑΠ 1141/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητες δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανατωθέντα στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και δη η μεν πρώτη ως θεία του θύματος, με το οποίο είχε ιδιαίτερο δεσμό και σχέσεις γιού προς μητέρα, η δε δεύτερη ως μνηστή του θανατωθέντος, με τον οποίο συζούσε σε μισθωμένο διαμέρισμα. Κατόπιν αυτού προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης στο ποσό, που καθόρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασής του ως προς το κεφάλαιο αυτό. Κρίνοντας, έτσι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ' του ΑΚ, ενώ ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη αυτή. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη είναι βάσιμος και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι αβάσιμος. 

(ΠΗΓΗ:https://xkarampagias.gr/index.php?option=com_content&view=category&layout=blog&id=109&Itemid=253)

Σχόλια