ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ - Ζητήματα που ανακύπτουν στη δικαστική συμπαράσταση προσώπου ανίκανου για δικαιοπραξία σε Αστικό Δίκαιο, Ειδικά θέματα Α. Πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη Οι διατάξεις περί δικαστικής συμπαράστασης στον Αστικό Κώδικα (άρθρα 1666 έως και 1688) δεν κάνουν ειδική αναφορά στις πράξεις που μπορεί να

Ζητήματα που ανακύπτουν στη δικαστική συμπαράσταση προσώπου ανίκανου για δικαιοπραξία
σε Αστικό Δίκαιο, Ειδικά θέματα
Α. Πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη
Οι διατάξεις περί δικαστικής συμπαράστασης στον Αστικό Κώδικα (άρθρα 1666 έως και 1688) δεν κάνουν ειδική αναφορά στις πράξεις που μπορεί να...
επιχειρεί ο δικαστικός συμπαραστάτης, είτε μόνος, χωρίς τη σύμπραξη οιουδήποτε άλλου, είτε μετά σύμφωνη γνώμη του εποπτικού συμβουλίου, είτε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, προηγηθείσης σχετικής γνωμοδότησης του εποπτικού συμβουλίου. Πλην όμως και ειδικά για την περίπτωση της στερητικής δικαστικής συμπαράστασης (είτε πλήρους, είτε επικουρικής), το άρθρο 1682 ΑΚ προβλέπει ότι, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του θεσμού της επιτροπείας ανηλίκων (άρθρα 1589 έως και 1654 ΑΚ).
Ως εκ τούτου, διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις:

i) Πράξεις για τις οποίες ΔΕΝ χρειάζεται η άδεια ή έγκριση του εποπτικού συμβουλίου ή/και του δικαστηρίου:

1) Η κατάρτιση, παρουσία εκπροσώπου του εποπτικού συμβουλίου, απογραφής της περιουσίας που υπάρχει ήδη ή περιέρχεται στον συμπαραστατούμενο μετά τον διορισμό του δικαστικού συμπαραστάτη. Ο νόμος δεν θέτει προθεσμία για την απογραφή, από τη διατύπωση ωστόσο και το σκοπό των σχετικών διατάξεων προκύπτει ότι ο δικαστικός συμπαραστάτης οφείλει να προβεί στις σχετικές ενέργειες το συντομότερο δυνατό μετά την ανάληψη των καθηκόντων του.
Ο δικαστικός συμπαραστάτης επίσης δικαιούται και, ύστερα από παραγγελία του εποπτικού συμβουλίου, οφείλει, να ζητήσει τη σύνταξη δικαστικής απογραφής, δηλαδή απογραφής που διατάσσεται από τον Ειρηνοδίκη της περιφέρειας όπου βρίσκεται η περιουσία του συμπαραστατούμενου. Η δικαστική απογραφή διενεργείται από Συμβολαιογράφο, παρουσία του δικαστικού συμπαραστάτη, ενός εκπροσώπου του εποπτικού συμβουλίου, ενώ καλείται να παραστεί και ο συμπαραστατούμενος.

2) Η πρόκληση απόφασης του εποπτικού συμβουλίου που να ορίζει κατά προσέγγιση την ετήσια δαπάνη για την κάλυψη των αναγκών του συμπαραστατουμένου. Ούτε εδώ ορίζεται συγκεκριμένη προθεσμία, ωστόσο γίνεται δεκτό ότι και αυτή η πράξη εντάσσεται στα καθήκοντα που πρέπει να επιτελέσει ο δικαστικός συμπαραστάτης το συντομότερο δυνατό. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ δικαστικού συμπαραστάτη και εποπτικού συμβουλίου ως προς την ετήσια δαπάνη, αποφασίζει το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του δικαστικού συμπαραστάτη ή και αυτεπαγγέλτως. Τέτοια διαφωνία θα υπάρχει όταν π.χ το εποπτικό συμβούλιο ήταν ιδιαίτερα φειδωλό στην εκτίμηση των ετήσιων δαπανών, με αποτέλεσμα να δεσμεύει υπερβολικά το δικαστικό συμπαραστάτη (1682 συνδ. 1612 αναλ. ΑΚ).

3) Η τοποθέτηση σε ασφαλή τράπεζα ή άλλο κατάλληλο πιστωτικό ίδρυμα τίτλων και πολύτιμων αντικειμένων του συμπαραστατουμένου, όπως είναι τα δημόσια χρεόγραφα, οι ομολογίες, οι μετοχές ανωνύμων εταιρειών, τα κοσμήματα, συλλεκτικά νομίσματα κλπ. Το εποπτικό συμβούλιο οφείλει να εκτελεί περιοδικούς ελέγχους όταν το κρίνει σκόπιμο και υποχρεωτικά μία φορά το έτος αναφορικά με το αν ο δικαστικός συμπαραστάτης εκπληρώνει την υποχρέωσή του αυτή (1682 συνδ. 1614 αναλ. ΑΚ).

4) Η διενέργεια κάθε πράξης τακτικής διαχείρισης της περιουσίας του συμπαραστατούμενου, ιδίως η πληρωμή χρεών και η είσπραξη απαιτήσεων, όπως π.χ μισθωμάτων (1682 συνδ. 1615 αναλ. ΑΚ).
Η σχετική εξουσία του δικαστικού συμπαραστάτη υπόκειται στους περιορισμούς των πράξεων που αυτός δεν μπορεί να ενεργεί χωρίς την άδεια ή την έγκριση του εποπτικού συμβουλίου ή/και του δικαστηρίου (βλέπετε κατωτέρω).
Ως επιτρεπτές πράξεις διαχείρισης έχουν κριθεί από τη θεωρία και τη νομολογία η σύναψη μακροπρόθεσμου άτοκου δανείου, η εκποίηση κινητών, εφόσον δεν προσλαμβάνει τέτοια έκταση ώστε να συντρέχει περίπτωση εκποίησης του συνόλου ή μέρους της περιουσίας, η οπισθογράφηση συναλλαγματικής, γραμματίου σε διαταγή ή επιταγής και η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη για την εξάλειψη υποθήκης επί ακινήτου του συμπαραστατούμενου, η παροχή εντολής σε Δικηγόρο να ενεργεί κάθε δικαστική ή εξώδικη πράξη αναγκαία για τη διαχείριση της περιουσίας του συμπαραστατούμενου, εφόσον δεν εμπίπτουν σε αυτές για τις οποίες απαιτείται άδεια του εποπτικού συμβουλίου ή/και του Δικαστηρίου (βλέπετε κατωτέρω), καθώς και κάθε δικαστικού ή εξωδίκου συντηρητικού μέτρου για την αποτροπή ζημίας στην περιουσία του συμπαραστατούμενου, όπως η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή υποθήκης και η σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων.

ii) Πράξεις με μόνη την άδεια ή έγκριση του εποπτικού συμβουλίου (δηλ. χωρίς να χρειάζεται άδεια του Δικαστηρίου):

1) Η επωφελής τοποθέτηση των χρημάτων του συμπαραστατουμένου. Συγκεκριμένα, αν στην περιουσία του συμπαραστατουμένου υπάρχουν ή περιέλθουν κατά τη διάρκεια της συμπαράστασης μετρητά χρήματα, ο δικαστικός συμπαραστάτης οφείλει χωρίς καθυστέρηση να χρησιμοποιήσει παραγωγικά ή να τοποθετήσει κατά τρόπο επωφελή (π.χ. τραπεζική κατάθεση, επένδυση σε ακίνητα) το ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση της ετήσιας δαπάνης. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η τοποθέτηση των χρημάτων προσδιορίζεται από τον δικαστικό συμπαραστάτη και εγκρίνεται από το εποπτικό συμβούλιο. Αν το τελευταίο αρνείται την έγκριση, τότε αποφασίζει το δικαστήριο (1682 συνδ. 1613 αναλ. ΑΚ).
2) Η μίσθωση ή εκμίσθωση ακινήτων στο όνομα του συμπαραστατουμένου (1682 συνδ. 1619 περ. 1 αναλ. ΑΚ). Η άδεια δίνεται ενόψει συγκεκριμένης πράξης. Σε περίπτωση άρνησης του εποπτικού συμβουλίου να χορηγήσει την άδεια, αποφασίζει το δικαστήριο (1682 συνδ. 1622 αναλ. ΑΚ).
3) Η άσκηση εμπράγματης αγωγής για ακίνητο ή άλλη αγωγή με αντικείμενο που λόγω ποσού υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή αγωγή που αφορά στην προσωπική κατάσταση. Η έλλειψη της άδειας εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (1682 συνδ. 1621 αναλ. ΑΚ). Σε περίπτωση άρνησης του εποπτικού συμβουλίου να χορηγήσει την άδεια, τότε αποφασίζει το δικαστήριο (1682 συνδ. 1622 αναλ. ΑΚ).
4) Κάθε άλλη πράξη που υπερβαίνει τα όρια της τακτικής διαχείρισης, όπως έχει περιγραφεί ανωτέρω.

iii) Πράξεις μόνο με άδεια του Δικαστηρίου ύστερα από γνωμοδότηση του εποπτικού συμβουλίου (1682 και 1624 ΑΚ):

1) Η διάθεση της περιουσίας του συμπαραστατουμένου συνολικά ή κατά ένα μέρος της. Τέτοιου είδους διάθεση υπάρχει και όταν τα εκποιούμενα περιουσιακά στοιχεία αντιπροσωπεύουν ιδιαίτερα μεγάλη αξία σε συνάρτηση με την εναπομένουσα περιουσία. Η εκποίηση κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας υπάγεται κατ’ αρχήν στη διάταξη αυτή.
2) Η εκποίηση ή απόκτηση με αντάλλαγμα ακινήτου ή εμπράγματου δικαιώματος σε ξένο ακίνητο.
3) Η εκχώρηση απαίτησης που έχει ως αντικείμενο τη μεταβίβαση ακινήτου στον συμπαραστατούμενο.
4) Η εκποίηση τίτλων (μετοχές, συναλλαγματικές, ομολογίες) και πολύτιμων αντικειμένων.
5) Η επιχείρηση οποιουδήποτε έργου σε ακίνητο του συμπαραστατουμένου που η δαπάνη του υπερβαίνει το ποσό που έχει προσδιοριστεί από το εποπτικό συμβούλιο για την ετήσια δαπάνη του συμπαραστατουμένου.
6) Η εκποίηση εμπορικής, βιομηχανικής ή άλλης επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην περιουσία του συμπαραστατουμένου, η απόφαση της διάλυσης και της εκκαθάρισής της, καθώς και η ίδρυση νέας επιχείρησης.
7) Η εκμίσθωση ακινήτου του συμπαραστατουμένου για χρόνο που υπερβαίνει τα εννέα έτη.
8) Η παροχή ή αποδοχή δανείου.
9) Η παραίτηση από ασφάλεια για απαίτηση του συμπαραστατουμένου ή η μείωση μιας τέτοιας ασφάλειας.
10) Η σύναψη συμβιβασμού ή συμφωνίας διαιτησίας για αντικείμενο που η αξία του υπερβαίνει το ποσό της ετήσιας δαπάνης που έχει προσδιοριστεί από το εποπτικό συμβούλιο (βλέπετε και ανωτέρω σημείο 5, καθώς και i2).
11) Η εγγύηση ή αναδοχή από επαχθή αιτία ξένου χρέους.
12) Η αποποίηση κληρονομίας ή η παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα κληρονομιάς που επάγεται στον συμπαραστατούμενο.
13) Η αποδοχή κληροδοσίας ή δωρεάς που συνεπάγεται βάρη.
14) Η αποποίηση κληροδοσίας που περιέρχεται στον συ¬μπαραστατούμενο.

Πράξεις που επιχείρησε ο δικαστικός συμπαραστάτης χωρίς την τήρηση των σχετικών διατυπώσεων (γνωμοδότηση του εποπτικού συμβουλίου και άδεια του δικαστηρίου) είναι άκυρες (1682 συνδ. 1630 αναλ. ΑΚ). Επίσης, μια τέτοια συμπεριφορά του δικαστικού συμπαραστάτη, αφενός γεννά ευθύνη να αποζημιώσει τον συμπαραστατούμενο (1682 συνδ. 1632 αναλ. ΑΚ) και αφετέρου μπορεί να οδηγήσει και στην παύση του (1682 συνδ. 1651 αναλ. ΑΚ).

Εκτός από τους ανωτέρω γενικούς διαχειριστικούς όρους, ο δικαστικός συμπαραστάτης οφείλει να τηρεί και τυχόν ειδικούς διαχειριστικούς όρους. Συγκεκριμένα, ο δικαστικός συμπαραστάτης οφείλει να διοικεί την περιουσία που παραχωρήθηκε στον συμπαραστατούμενο με χαριστική πράξη εν ζωή ή που περιήλθε σ’ αυτόν με διαθήκη σύμφωνα με τους όρους που έθεσε ο δωρητής ή ο διαθέτης. Το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει παρέκκλιση από τους όρους αυτούς, αν το επιβάλλει το συμφέρον του συμπαραστατουμένου (1682 συνδ. 1616 παρ. 1 αναλ. ΑΚ). Αν όμως ο δωρητής ή διαθέτης ορίσουν να μην έχει τη διοίκηση της περιουσίας ο δικαστικός συμπαραστάτης, το Δικαστήριο διορίζει ειδικό δικαστικό συμπαραστάτη (1682 συνδ. 1616 παρ. 2 αναλ. ΑΚ).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο νόμος (1623 ΑΚ) παρέχει τη δυνατότητα στον δικαστικό συμπαραστάτη να λαμβάνει γενική άδεια από το δικαστήριο, ύστερα από γνωμοδότηση του εποπτικού συμβουλίου, για να επιχειρεί απεριορίστως τις εξής πράξεις: α) την εκμίσθωση η μίσθωση ακινήτων, ως και β) την επιχείρηση κάθε άλλης πράξης που υπερβαίνει τα όρια της τακτικής διαχείρισης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται παραπάνω (1 έως και 14).

Η άδεια αυτή ονομάζεται γενική και έχει ευρύτερο περιεχόμενο και κατοχυρώνει εκ των προτέρων τον δικαστικό συμπαραστάτη χωρίς να απαιτείται αυτός να ζητεί κάθε φορά άδεια. Η συγκεκριμένη άδεια χορηγείται από το Δικαστήριο, εφόσον το τελευταίο κρίνει ότι αυτή είναι αναγκαία ή ωφέλιμη για τη διοίκηση της περιουσίας του συμπαραστατούμενου και ιδίως για την εκμετάλλευση επιχείρησής του. Με τον ίδιο τρόπο και με τις ίδιες προϋποθέσεις μπορεί να δοθεί γενική άδεια για δανεισμό επ΄ ονόματι του συμπαραστατούμενου, για αναδοχή ξένου χρέους και για παροχή εγγυήσεως για χάρη της εκμετάλλευσης επιχείρησης του συμπαραστατούμενου. Το δικαστήριο μπορεί να χορηγεί την άδεια υπό προϋποθέσεις ή να θέτει όρια και περιορισμούς. Η υπέρβαση των ορίων αυτών εξομοιώνεται με πράξη που επιχειρείται χωρίς άδεια και συνεπάγεται ακυρότητα.

iv) Πράξεις απαγορευμένες για τον δικαστικό συμπαραστάτη, με ή χωρίς άδεια:

1) Δικαιοπραξίες με χαριστική αιτία σε βάρος της περιουσίας του συμπαραστατούμενου, όπως η δωρεά, το χρησιδάνειο, η άφεση χρέους και το άτοκο δάνειο. Εξαιρούνται οι χαριστικές δικαιοπραξίες που επιβάλλονται από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας (1682 συνδ. 1617 αναλ. ΑΚ).
2) Xρήση για δικό του λογαριασμό της περιουσίας του συμπαραστατούμενου, ιδίως μετρητά χρήματα (1682 συνδ. 1618 αναλ. ΑΚ).

Πράξεις που έγιναν παρά την απαγόρευση είναι άκυρες. Την ακυρότητα προτείνει ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο συμπαραστατούμενος και οι ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοί του (1682 συνδ. 1630 ΑΚ). Επίσης, η παράβαση της απαγόρευσης γεννά ευθύνη του δικαστικού συμπαραστάτη προς αποζημίωση του συμπαραστατούμενου (1682 συνδ. 1632 ΑΚ) και μπορεί να οδηγήσει και στην παύση του από το Δικαστήριο, με αίτηση του εποπτικού συμβουλίου ή και αυτεπαγγέλτως (1682 συνδ. 1651 ΑΚ).
Β.1. Αρμοδιότητες του εποπτικού συμβουλίου

Το εποπτικό συμβούλιο έχει τόσο γενική αρμοδιότητα, που συνίσταται στην εν γένει εποπτεία του έργου του δικαστικού συμπαραστάτη, όσο και επί μέρους ειδικές αρμοδιότητες, οι οποίες καθιερώνονται με ειδικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα:
• Η γενική αρμοδιότητα του εποπτικού συμβουλίου συνίσταται στην εν γένει εποπτεία της δράσης του δικαστικού συμπαραστάτη. Η εποπτεία αυτή διατυπώνεται ρητά στην 1642 ΑΚ, ως η κατεξοχήν αρμοδιότητα του εποπτικού συμβουλίου. Εποπτεία σημαίνει επιτήρηση, προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο, συμβουλές προς τον δικαστικό συμπαραστάτη, συνεργασία με αυτόν και αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, αίτηση παύσης του δικαστικού συμπαραστάτη (1681 συνδ. 1651 αναλ. ΑΚ).
• Οι ειδικές αρμοδιότητες του εποπτικού συμβουλίου διακρίνονται σε αδειοδοτικές-γνωμοδοτικές, ελεγκτικές, και αποφα¬σιστικές – δικαιοδοτικές, όπως αυτές αναλύονται ανά κατηγορία αμέσως κατωτέρω:

i) Αδειοδοτικές-Γνωμοδοτικές:
– η παροχή άδειας στον δικαστικό συμπαραστάτη για τη διενέργεια μιας σειράς σοβαρών ενεργειών, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου (βλέπετε ανωτέρω υπό ii).
– η γνωμοδότηση πριν την παροχή άδειας από το Δικαστήριο στον δικαστικό συμπαραστάτη για τη διενέργεια συγκεκριμένων ενεργειών (βλέπετε ανωτέρω υπό iii).
– Η γνωμοδότηση προς το Δικαστήριο για εισαγωγή του συμπαραστατούμενου σε ειδικό ίδρυμα, σε περίπτωση που η σωματική, ψυχική ή πνευματική κατάστασή του το επιβάλει, ύστερα από αίτηση του δικαστικού συμπαραστάτη ή και αυτεπαγγέλτως με πρόταση του εποπτικού συμβουλίου (1682 συνδ. 1609 αναλ. ΑΚ).

ii) Ελεγκτικές:
– Ο έλεγχος της ετήσιας λογοδοσίας του δικαστικού συμπαραστάτη προς το εποπτικό συμβούλιο, ή της λογοδοσίας κατά αραιότερα χρονικά διαστήματα, που δεν ξεπερνούν ωστόσο την πενταετία, αν υπάρχει σχετική απόφαση του εποπτικού συμβουλίου (1682 συνδ. 1626 αναλ. ΑΚ).
– Το δικαίωμα υποβολής στο Δικαστήριο αίτησης παύσης του δικαστικού συμπαραστάτη όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, όπως ιδίως η παραμέληση των καθηκόντων του (1682 συνδ. 1651 αναλ. ΑΚ).
– Ο έλεγχος της ασφαλούς τοποθέτησης των τίτλων (μετοχών, χρεογράφων, ομολογιών, συναλλαγματικών) και πολύτιμων αντικειμένων του συμπαραστατούμενου σε τράπεζα ή άλλο κατάλληλο πιστωτικό ίδρυμα, όποτε το εποπτικό συμβούλιο το κρίνει αναγκαίο, και τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος (1682 συνδ. 1614 εδ. 2 αναλ. ΑΚ).
– Η παρουσία του εποπτικού συμβουλίου δι’ ενός εκπροσώπου του κατά την απογραφή της περιουσίας του συμπαραστατούμενου που διενεργείται από τον δικαστικό συμπαραστάτη αμέσως μόλις αναλάβει καθήκοντα (1682 συνδ.1611 παρ.1 αναλ. ΑΚ).

iii) Αποφασιστικές-δικαιοδοτικές:
– Ο προσδιορισμός της ετήσιας δαπάνης για τη λειτουργία της δικαστικής συμπαράστασης, μετά από αίτηση του δικαστική συμπαραστάτη αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του (1682 συνδ. 1612 αναλ. ΑΚ).

Β.2. Η ευθύνη των μελών του εποπτικού συμβουλίου
Τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου ευθύνονται σε αποζημίωση απέναντι στον συμπαραστατούμενο, όπως ακριβώς και ο δικαστικός συμπαραστάτης (1682 συνδ. 1632 αναλ. ΑΚ), ήτοι για κάθε παράβαση των καθηκόντων τους από δόλο ή αμέλεια, άρα δεν απαλλάσσονται ούτε για ελαφριά αμέλεια.

Για να γεννηθεί η ευθύνη αυτή, θα πρέπει να υπάρχει παράβαση των καθηκόντων τους, ως μελών του εποπτικού συμβουλίου. Παραδείγματος χάριν, τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου θα ευθύνονται ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, εάν γνωμοδότησαν υπέρ της παροχής άδειας από το Δικαστήριο προς εκποίηση ακινήτου, η οποία εν τέλει απέβη επιζήμια (ΑΚ 1624 § 1 αρ. 2), αν ενέκριναν μη συμφέρουσα τοποθέτηση κεφαλαίων του συμπαραστατούμενου που είχε προσδιορίσει ο δικαστικός συμπαραστάτης (1682 συνδ. 1613 εδ. 2 αναλ. ΑΚ), αν ενέκρι¬ναν ετήσια λογοδοσία που παρουσίαζε ατασθαλίες, αν έδωσαν άδεια για την έγερση προφανώς αβάσιμης αγωγής ή για επιζήμια παραίτηση από αγωγή που ήδη ασκήθηκε (1682 συνδ. 1621 § 2 αναλ. ΑΚ), αν απουσίασαν χωρίς σπουδαίο λόγο, αν και κλήθηκαν, από τη συνεδρίαση του εποπτικού συμβουλίου, με αποτέλεσμα λόγω μη απαρτίας να ματαιωθεί και να μη ληφθεί αναγκαία απόφαση. Εύλογα βέβαια, πρέπει να έχει επέλθει βλάβη στον συμπαραστατούμενο από την παράβαση των καθηκόντων των μελών του εποπτικού συμβουλίου, για να γεννηθεί υποχρέωση προς αποζημίωση.

Σύμφωνα με τη θεωρία, εάν η απόφαση του εποπτικού συμβουλίου, η οποία οδήγησε σε βλάβη των συμφερόντων του συμπαραστατούμενου, δεν ήταν ομόφωνη, δεν ευθύνονται τα μέλη που μειοψήφησαν. Καθώς δε ο νόμος δεν προβλέπει κάτι σχετικό (480 ΑΚ), υπάρχει η άποψη ότι η ευθύνη δεν είναι εις ολόκληρον, δηλαδή κάθε μέλος του εποπτικού συμβουλίου ευθύνεται κατά ίσα μέρη, επί του ποσού που προκύπτει μετά τη διαίρεση του ποσού της αποζημίωσης διά του αριθμού των μελών.

Ο δόλος ή η αμέλεια κρίνονται βάσει των στοιχείων που υπάρχουν κατά τη στιγμή της απόφασης. Έτσι, δεν ευθύνεται το μέλος του εποπτικού συμβουλίου, αν μια προφανώς συμφέρουσα κατά τον χρόνο της γνωμοδότησης εκποίηση κατέστη μεταγενέστερα επιζήμια, λόγω υπερτιμήσεως του ακινήτου ή εξαιτίας αλλαγής των όρων δόμησης της περιοχής. Επιπλέον, το εποπτικό συμβούλιο έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να ζητήσει την παύση του δικαστικού συμπαραστάτη και συνεπώς ευθύνονται τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου αν παρέλειψαν από πρόθεση ή αμέλεια να ζητήσουν την παύση του, με αποτέλεσμα από την καθυστέρηση αυτή να επέλθει βλάβη στον συμπαραστατούμενο (1682 συνδ. 1651 αναλ. ΑΚ).

http://www.taxlaw.gr/

Σχόλια