
Απόφαση 15 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 15/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Αριθμός 15/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Μ. συζ. Ι. Π., το γένος Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της ......
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Η. Α., το γένος Γ. Π., η οποία δεν παραστάθηκε, διότι έχει αποβιώσει όπως αναφέρεται στην από 19/5/2014 κλήση και κληρονομήθηκε από τους καλούντες: α)Η. Α. του Ι., κάτοικο ..., β)Ε. Α. του Η., κάτοικο ..., γ)Γ. Α. του Η., κάτοικο ..., και δ)Ε. - Ι. Α. του Η., κάτοικο ..., οι οποίοι υπεισήλθαν στη θέση της αποβιώσασας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και συνεχίζουν τη δίκη εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2390/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2010 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16/9/2010 αίτησή της.
Κατόπιν της βίαιης διακοπής της δίκης την υπόθεση επανέφεραν οι καλούντες με την από 19/5/2014 κλήση τους.
Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 4ης Μαρτίου 2015 με αριθμό πινακίου ..
Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ' αριθμόν 256/2015 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η 20-4-2016 για την επανασυζήτηση της υπόθεσης, η οποία αναβλήθηκε, λόγω αποχής των δικηγόρων, για τη σημερινή δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 3/9/2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Ερωτόκριτου Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των καλούντων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔικ νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης, με την υπ' αριθμ. 256/2015 πράξη του Προέδρου του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στις 4-3-2015, λόγω παραιτήσεως του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως. Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ αν το δικαστήριο για την κρίση του, ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ή 8 του ΚΠολΔικ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1871, 1872, 1882 και 1825 ΑΚ προκύπτει ότι στοιχεία της περί κλήρου αγωγής, που ασκείται από μεριδούχο, ο οποίος στηρίζει το κληρονομικό του δικαίωμα στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, είναι ο θάνατος του κληρονομουμένου, το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος λόγω της συγγενικής του σχέσης με τον κληρονομούμενο, το ότι ο κληρονομούμενος είχε την κυριότητα ή μόνο τη νομή ή κατοχή των κληρονομιαίων αντικειμένων, τα οποία ο εναγόμενος κατακρατεί ως κληρονόμος (PRO HEREDE) αντιποιούμενος το κληρονομικό δικαίωμα και επίσης το αίτημα να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας και να αποδοθεί η κληρονομία ή κάποιο αντικείμενο αυτής, κατά το ποσοστό αυτό. Δεν αποκλείεται δε το αίτημα στην εν λόγω περί κλήρου αγωγή να είναι μόνο αναγνωριστικό (ήτοι χωρίς αίτημα απόδοσης των κληρονομιαίων). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι η μητέρα της ενάγουσας και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας (καθώς και μητέρα και γιαγιά αντίστοιχα των, μη όντων διαδίκων στην προκειμένη δίκη, δευτέρου και τρίτου των εναγομένων) απεβίωσε στην Αθήνα στις 6-5-1997 και με τη νόμιμα δημοσιευθείσα δημόσια διαθήκη της εγκατέστησε ως μοναδικούς κληρονόμους της σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία της, που αποτελείται από τα αναφερόμενα στην αγωγή ακίνητα, τους δύο πρώτους εναγομένους κατιόντες της, οι οποίοι τα κατακρατούν ως μόνοι κληρονόμοι, ενώ στην ίδια (ενάγουσα) και στους κληρονόμους της προαποβιώσασας έτερης θυγατέρας της Ε. συζ. Σ. Κ., που ήταν αναγκαίοι κληρονόμοι της, δεν κατέλιπε, κατά προσβολή της νόμιμης μοίρας τους, κανένα περιουσιακό στοιχείο. Με βάση το ιστορικό αυτό και λόγω ακυρότητας της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης της μητέρας της κατά το μέρος που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα της, που ανέρχεται, ενόψει του ότι συντρέχει με τους προαναφερόμενους αναγκαίους κληρονόμους, σε 1/8 εξ αδιαιρέτου σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία, η ενάγουσα και κατά το μέρος που αποτελεί αντικείμενο της αναίρεσης ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης, κατά το μέρος που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα της και β) να αναγνωρισθεί ότι είναι νόμιμος μεριδούχος της άνω διαθέτιδος επί των αναφερομένων κληρονομιαίων ακινήτων της τελευταίας και δη κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου. Ενόψει τούτων η αγωγή περιέχει τα κατά νόμον θεμελιωτικά του αξιουμένου δικαιώματος, της αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος της νόμιμης μοίρας στοιχεία, κατά των ως κληρονόμων κατακρατούντα αυτά, στηρίζεται στις προεκτεθείσες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 70 του ΚΠολΔικ και είναι ορισμένη. Συνακόλουθα το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα στη νομική σκέψη απαιτούνται για το ορισμένο της περί κλήρου αναγνωριστικής αγωγής, τα οποία επαρκώς και κατά το πραγματικό τους μέρος προσδιορίζονται στην αγωγή και γι' αυτό οι ερευνώμενες από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτιάσεις του τρίτου λόγου της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται ούτε και η από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. α του ίδιου άρθρου επικαλούμενη αιτίαση του ίδιου τρίτου λόγου, περί λήψεως υπόψη για το ορισμένο της αγωγής, χωρίς τούτο να αναφέρεται στο δικόγραφό της, ότι η κληρονομουμένη βρισκόταν στη νομή των κληρονομιαίων, καθόσον όπως προεκτέθηκε, αναφέρεται σ' αυτήν το δικαίωμα της κληρονομουμένης επί των προσδιοριζομένων ακινήτων της κληρονομίας που ήταν η κυριότητα, ενώ θα μπορούσε να είναι και μόνο νομή ή κατοχή. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1, 14 και 8 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή. Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολ ΑΠ 5/2011). Εξάλλου ως "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η μη λήψη υπόψη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελεί ο ασκών ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, που τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και τα προς θεμελίωση αυτών πραγματικά περιστατικά. Επί καταχρήσεως δικαιώματος στοιχειοθετείται ο από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος αν δεν λήφθηκαν υπόψη μερικότερα περιστατικά καθένα από τα οποία αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, προς θεμελίωση της ένστασης, τα οποία είχε επικαλεσθεί ο ενιστάμενος, εκτός εάν και με τη λήψη υπόψη των περιστατικών αυτών, δεν θα υφίσταντο και πάλι οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ΑΚ 281. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, ως προς την επαναφερθείσα, σ' αυτό, με τους τρεις πρώτους λόγους της εφέσεώς της, ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του καταχθέντος σε δίκη δικαιώματος της αρχικά αναιρεσίβλητης περί προσβολής της νόμιμης μοίρας της, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την επισκόπηση των εγγράφων που είχαν υποβάλει οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσείουσα) προκύπτει, ότι για τη θεμελίωσή της ενστάσεώς τους (από την ΑΚ 281) οι τελευταίοι είχαν ισχυρισθεί ότι η ενάγουσα (εκκαλούσα και αρχικά αναιρεσίβλητη), μολονότι από το έτος 1998 γνώριζε την ύπαρξη της προσβαλλομένης διαθήκης και το περιεχόμενό της, αλλά και τις μισθώσεις τμημάτων των κληρονομιαίων ακινήτων, στις οποίες προέβησαν εκείνοι, εν τούτοις, για μία συνεχή οκταετία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τον αποκλεισμό της, ούτε εναντιώθηκε για τη σύναψη εκ μέρους τους των προαναφερομένων μισθωτηρίων συμβάσεων, την ύπαρξη των οποίων γνώριζε, αλλά και για τη μεταβίβαση ολόκληρου του επιφανείας 438,41 τμ κληρονομιαίου ακινήτου, που πραγματοποίησε, το έτος 2005, ο δεύτερος τούτων προς τον τρίτο εξ αυτών, αλλά αντίθετα αδιαφόρησε, με συνέπεια με τη συμπεριφορά της αυτή, να τους δημιουργήσει την εντύπωση ότι δεν θα ασκήσει ποτέ το από τη νόμιμη μοίρα δικαίωμά της, έτσι ώστε η, με την ένδικη αγωγή, άσκησή του να παρίσταται καταχρηστική". Το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βασίμους τους προαναφερθέντες λόγους της εφέσεως, εξαφάνισε την προσβαλλομένη απόφαση κατά το οικείο της επί της εν λόγω ενστάσεως κεφάλαιο, που είχε δεχθεί στην ουσία την ένσταση, δίκασε επ' αυτής εκ νέου και την απέρριψε ως νομικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι "τα επικαλούμενα, ως άνω περιστατικά, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθινά δεν μπορούν, σύμφωνα με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, να θεμελιώσουν την επικαλούμενη κατάχρηση, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, ούτε, εξάλλου οι (εφεσίβλητοι) εναγόμενοι (δηλαδή και η ήδη αναιρεσείουσα) ισχυρίζονται ότι η αποδοχή της αγωγής θα επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε στο ενδιάμεσο διάστημα και θα έχει δυσμενείς συνέπειες στα συμφέροντά τους". Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο και κατά το πρώτο μέρος του λόγο της αναίρεσης και υπό την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της άνω, από την ΑΚ 281, ένστασή της πραγματικά περιστατικά, που πρόβαλε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ως υπεράσπιση κατά της έφεσης της αρχικά αναιρεσίβλητης στη θέση της οποίας έχουν υπεισέλθει οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της (άρθρ. 527 αρ. 1 ΚΠολΔικ) και ειδικότερα: ' Ότι α) Η όλη συμπεριφορά της (αρχικά αναιρεσίβλητης) ενάγουσας η οποία προηγήθηκε της αγωγής και η πραγματική κατάσταση, η οποία διαμορφώθηκε από τη συμπεριφορά της και κάτω από τα μάτια της, δημιούργησαν στην αναιρεσείουσα την άδολη πεποίθηση ότι η μεν ενάγουσα (αρχικά αναιρεσίβλητη) αποδέχεται τη διαθήκη και ότι αυτή (αναιρεσείουσα) ουδένα αδικεί ή βλάπτει, έτσι ώστε η τυχόν ανατροπή της διαμορφωθείσας επί δεκαετία και πλέον καταστάσεως να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) και να δημιουργεί έντονη εντύπωση αδικίας σε βάρος της, δοθέντος ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα αδιαφορούσε συνεπώς, επί δέκα ολόκληρα χρόνια, για την αξιούμενη νόμιμη μοίρα της και αποδεχόταν το περιεχόμενο της διαθήκης, παραιτηθείσα σιωπηρώς από το δικαίωμα να την προσβάλλει ... β) Η (αναιρεσίβλητη) ενάγουσα προέβη σε αποδοχή της κληρονομίας της μητέρας της, κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας δεκαπέντε ημέρες πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και μόνο επί τω τέλει άσκησης αυτής, γ) Είχε αναλάβει να εισπράττει για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και για λογαριασμό του αδελφού τους τα μισθώματα από την εκμίσθωση των κληρονομιαίων ακινήτων, που αυτοί (αναιρεσείουσα και αδελφός) νομίμως νεμόντουσαν βάσει της διαθήκης της μητέρας τους.... και μάλιστα συμπλήρωνε η ίδια και για λογαριασμό της εναγομένης- αναιρεσείουσας τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης αυτών .... δ) Η ίδια η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη δεν επιθυμούσε να καταστεί κληρονόμος της μητέρας τους, γιατί κατά το χρόνο του θανάτου της είχε πολλά χρέη στο Δημόσιο και εξ αυτού του λόγου δεν επιθυμούσε να έχει στο όνομά της περιουσία, ε) Κατά τη διάρκεια των οκτώ και πλέον ετών που παρήλθαν από το θάνατο της κληρονομουμένης οι τιμώμενοι με τη διαθήκη έχουν εν γνώσει της ενάγουσας δαπανήσει μεγάλα ποσά προς πληρωμή φόρου κληρονομίας, δημοτικών τελών και φόρων εισοδήματος επί των εισπραχθέντων μισθωμάτων .... καταβολή η οποία ...... παγίωσε μια οικονομική κατάσταση η ανατροπή της οποίας ... θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά τους ..... στ) Η ενάγουσα αδιάλειπτα μέχρι την ημερομηνία ασκήσεως της ένδικης αγωγής κατοικούσε στο καταλειφθέν στην αναιρεσείουσα με την ένδικη διαθήκη πατρικό τους σπίτι .... Είχε δηλαδή .... εξ αρχής γνώσει τόσο της ημερομηνίας θανάτου της κληρονομούμενης μητέρας τους όσο και του γεγονότος ότι η τελευταία δεν της κατέλιπε τη νόμιμη μοίρα της, αλλά και ότι αυτή (αναιρεσείουσα) και ο ομόδικος αδελφός της νεμόντουσαν τα κληρονομιαία ακίνητα αποκλειστικά στο όνομά τους και για λογαριασμό τους, ήδη από το έτος 1997 .... και ζ) Η εναγομένη (αναιρεσείουσα) δέχθηκε να συνεχίσει η αντίδικος .... να διαμένει ... στο επιφανείας 66 τ.μ. παλαιό πατρικό σπίτι ... διότι ρητώς και σιωπηρώς .... αναγνώριζε το περιεχόμενο της διαθήκης ... και ... ότι πλήρης και αποκλειστική κυρία της εν λόγω οικίας ήταν αυτή (αναιρεσείουσα) ως εγκατασταθείσα .... κληρονόμος επί δήλου πράγματος ...". Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση του περιεχομένου των επίμαχων από 7-1-2009 προτάσεων της αρχικά αναιρεσείουσας στο Εφετείο προκύπτει ότι αυτή (αναιρεσείουσα) τον πραγματικό ισχυρισμό της ότι "... έχει δαπανήσει μεγάλα ποσά προς πληρωμή φόρου κληρονομίας, δημοτικών τελών και φόρων εισοδήματος επί των εισπραχθέντων μισθωμάτων ..." τον επικαλέσθηκε προς αντίκρουση της απορριφθείσας από το Εφετείο ως αόριστης αγωγικής βάσεως περί αποδόσεως ωφελημάτων, όπου γίνεται μνεία ότι "προσκομίζονται 25 παραστατικά καταβολής ... των δόσεων του φόρου κληρονομίας" και όχι προς θεμελίωση της ερευνώμενης από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως. Εξάλλου ο ισχυρισμός κατά τον οποίο η ενάγουσα - αρχική αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο του θανάτου της μητέρας της είχε πολλά χρέη στο Δημόσιο και ότι συνακόλουθα λόγω των χρεών αυτών δεν ήθελε να έχει περιουσία στο όνομά της δεν συνιστά αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό υπό την προεκτεθείσα έννοια, ο οποίος να ασκεί, συνεκτιμώμενος με τα λοιπά περιστατικά, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η (αρχικά) αναιρεσίβλητη δεν ήθελε να έχει περιουσία στο όνομά της λόγω των χρεών της και όχι γιατί δεν επιθυμούσε να είναι κληρονόμος της μητέρας της. Τα λοιπά περιστατικά η αναιρεσείουσα πράγματι τα πρόβαλε προς θεμελίωση της ένστασης αυτής. Πλην όμως τα πραγματικά αυτά περιστατικά και μάλιστα και αν ακόμη ληφθεί υπόψη και ο περί δαπανών ισχυρισμός δεν θεμελιώνουν, συνολικώς εκτιμώμενα, την επίμαχη ένσταση, αφού και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της νόμιμης μοίρας καταχρηστική, ήτοι υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς, τα τασσόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια και όπως αυτά αναλύθηκαν στη νομική σκέψη. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος πρώτος λόγος της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε σιωπηρή παραίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης-ενάγουσας από το δικαίωμά της για επίκληση της σχετικής ακυρότητας της διαθήκης, κατά το ποσοστό που προσέβαλε τη νόμιμη μοίρα της, ως συναγόμενη από τα επί μέρους επικαλούμενα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση της από την ΑΚ 281 ένστασης και προς υπεράσπιση της εναντίον της εφέσεως και όχι ως αυτοτελούς ένστασης ερειδομένης στις διατάξεις των άρθρων 1711 παρ. 2, 1825, 1827, 1829, 1846 έως 1851 και 1857 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι ο παραληφθείς εν όλω ή εν μέρει μεριδούχος δικαιούται εν όλω ή εν μέρει να παραιτηθεί από το δικαίωμά του αυτό, εκτός αν έχει εκδηλώσει προηγουμένως αντίθετη βούληση, η δε παραίτηση αυτή, που δεν αποτελεί αποποίηση κληρονομίας υπό την έννοια του άρθρου 1847 ΑΚ ή απαλλοτριωτική δικαιοπραξία των άρθρων 369, 1033, 1121 και 1143 ΑΚ, αλλά παραίτηση από το δικαίωμα επίκλησης της σχετικής ακυρότητας της διαθήκης, η οποία εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά μπορεί να γίνει είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, συναγόμενη συμπερασματικώς από πράξεις που δείχνουν βούληση παραιτήσεως, ακόμη και στην περίπτωση που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων, η σύμβαση μεταβιβάσεως των οποίων απαιτείται να γίνει ενώπιον συμβολαιογράφου. Από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των ανωτέρω από 7-1-2009 προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο, δεν προκύπτει αυτοτελής υποβολή τέτοιας ένστασης, ούτε προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός υποβλήθηκε πρωτόδικα και επαναφέρθηκε στο Εφετείο κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔικ (οι πρωτόδικες προτάσεις δεν προσκομίζονται). Ενόψει τούτων ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τέτοια ένσταση της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτη, ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση και γιαυτό πρέπει να απορριφθεί. Επειδή η ίδρυση του αναιρετικού λόγου του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της εφεσίβλητης-αναιρεσείουσας, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως (του 281 ΑΚ). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη και δεν ερευνήθηκε στην ουσία της. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ), να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των υπεισελθόντων στη θέση της αναιρεσίβλητης εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-9-2010 αίτηση της Μ. συζ. Ι. Π., το γένος Γ. Π. κατά των υπεισελθόντων στη θέση της αναιρεσίβλητης Α. συζ. Η. Α., το γένος Γ. Π. εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Η. Α. του Ι., Ε. Α. του Η. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 187/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου