
Απόφαση 8 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 8/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Αριθμός 8/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο ...., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ξ. του Σ., 2)Χ. Ξ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους .....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 125/2015 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-8-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης. Αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, α και β Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Προκειμένου, ειδικότερα, περί αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται για το ορισμένο αυτής και ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, τόσον λεπτομερής ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία προς την ταυτότητά του. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου, όπως διαμορφώθηκε μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματός της, λόγω ποσοτικής αοριστίας αυτής από τη μη ακριβή περιγραφή του επιδίκου και τη δημιουργούμενη αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του από την έλλειψη αυτή, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο είχε παραδεκτώς προβάλλει ως εναγόμενος στην πρωτοβάθμια δίκη, προς απόκρουση της αγωγής, και επανέφερε με λόγο έφεσης ως εκκαλών στη δευτεροβάθμια δίκη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, τα προαναφερόμενα περιστατικά, στα οποία ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, δεν προτάθηκαν με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε και με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων δεχόμενο, ειδικότερα, ότι αυτοί κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, παραγώγως αλλά και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία και ότι ο αναιρεσείων κατέλαβε τούτο χωρίς δικαίωμα, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του ότι έχει καταστεί κύριος τμήματος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης απόφασης ότι το Εφετείο εσφαλμένα κατέληξε στην προαναφερόμενη κρίση του με αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ έπρεπε να δεχθεί, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις, ότι αυτός είναι κύριος ακινήτου 140 στρεμμάτων, δικαίωμα που απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο επίδικο όπως δέχθηκε το Εφετείο και ότι ουδέποτε αυτός υπήρξε μισθωτής του επιδίκου μετά τη λήξη των σχετικών μισθωτικών συμβάσεων μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και του μισθωτή πατέρα του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι πιο πάνω αιτιάσεις αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας για τα προαναφερόμενα ζητήματα, που είναι κατά τον αναιρεσείοντα αντίθετα με το αποδεικτικό υλικό (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον κτητικό της κυριότητας αυτού τίτλο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και στην απόκτηση από τους ίδιους της κυριότητας του επιδίκου πρωτοτύπως και, τέλος, σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στον παραπάνω τίτλο και ότι αυτοί δεν κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου οι αναιρεσίβλητοι με έκτακτη χρησικτησία.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31/8/2015 αίτηση του Κ. Π. για αναίρεση της 125/2015 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου