Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ - ΝΟΜΗ - ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΥΠ ΑΡΙΘ 4/2018 ΑΠΟΦΑΣΗ - ΣΥΝΝΟΜΗ - ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - Το Ειρηνοδικείο Κατερίνης εξέδωσε την υπ αριθ 4/2018 απόφαση που αφορά "καταπατητές" εξ αιδαρέτου συγκυρίους αγρότες στο με αριθ 458 κληροτεμάχιο ....Αγωγή προστασίας της νομής από αποβολή και αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία λόγω απώλειας καρπών από την αφαίρεση πράγματος. Επιτρεπτή η σώρευση. Εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα κληροτεμαχίου γεωργοκτηνοτροφικής αποκατάστασης. Κοινωνία δικαιώματος. Προσβολή νομής από συννομέα σε διαιρετό κατά χρήση τμήμα. Δεν υφίσταται χρησικτησία σε διαιρετό τμήμα κληροτεμαχίου αν δεν έχει κηρυχθεί διαιρετό με απόφαση περί ανωμάλου δικαιοπραξίας. Για την ύπαρξη προσβολής συννομέα απαιτείται και πλήρη αναφορά της προσβολής και των υπολοίπων συννομέων, αφού υφίσταται κοινωνία δικαιώματος. Δεν δίδεται αποζημίωση για την χρήση αγρού. Απορρίπτει την αγωγή.




 

ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ Η  ΥΠ ΑΡΙΘ 4/2018 ΑΠΟΦΑΣΗ Του Ειρηνοδικείο Κατερίνης  απόφαση που αφορά "καταπατητές" εξ αδιαιρέτου συγκυρίους αγρότες στο με αριθ 458 κληροτεμάχιο.... υπόθεση που χειρίστηκε ο γραφείο μας και αποτελεεί νομολογία για τις επόμενες υποθέσεις που εκκρεμούν...

 

δείτε τη δημοσίευση της Νόμος..........

 

 

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL)

4/2018 ΕΙΡ ΚΑΤΕΡ ( 718441)
 


(Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Αγωγή προστασίας  της νομής από αποβολή και αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία λόγω απώλειας καρπών από την αφαίρεση πράγματος. Επιτρεπτή η σώρευση. Εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα κληροτεμαχίου γεωργοκτηνοτροφικής αποκατάστασης. Κοινωνία δικαιώματος. Προσβολή νομής από συννομέα σε διαιρετό κατά χρήση τμήμα.  Δεν υφίσταται χρησικτησία σε διαιρετό τμήμα κληροτεμαχίου αν δεν έχει κηρυχθεί  διαιρετό με απόφαση περί ανωμάλου δικαιοπραξίας. Για την ύπαρξη προσβολής  συννομέα απαιτείται και πλήρη αναφορά της προσβολής και των υπολοίπων συννομέων,  αφού υφίσταται κοινωνία δικαιώματος.  Δεν δίδεται αποζημίωση για την χρήση αγρού.  Απορρίπτει την αγωγή.



 

                                                       ΑΠΟΦΑΣΗ 4 / 2018


                                               ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
                                                     (Τακτική Διαδικασία)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Κατερίνης Ζωή Δημάκη και από τη Γραμματέα  Ευαγγελία Ζάγκου
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ. δημόσια  στο ακροατήριό του στις 31-01-2017 για να δικάσει τη με  αριθμό  έκθεσης
κατάθεσης  298/ 13-09-20/13  αγωγή,  δικάσιμος  της  οποίας ορίσθηκε :η 29η -0 9 - 2 0 15. κατόπιν αναβολής η 7-06-2016 και μετά την εκ της αναβολή της η προαναφερθείσα.  με αντικείμενο αποβολή από τη  νομή  ακινήτου,  και αποζημίωση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) ................. του ...........  και 2)  ....................  του .................... , αμφοτέρων κατοίκων .................  Πιερίας, οι  οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Φωτεινής Καραφέρη
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: l) ...............  του ............  Κατοίκου .................    Πιερίας ,  2)
..................... του .............. , κατοίκου ....................  Πιερίας  3)  .................
του .............. , κατοίκου ....................     Πιερίας,    4)     ......................    του .................... , κατοίκου  .............  Πιερίας και 5) .....................  του ...................... , κατοίκου  ............  Πιερίας, οι οποίοι  παραστάθηκαν   όλοι   μετά   του    πληρεξουσίου
δικηγόρου τους Δημητρίου Καλαιτζή.
Κατά    τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, των διαδίκωv ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.


                                             ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔIΚΟΓΡΑΦΙΑ
                                            ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ MΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 79  παρ. 1,2.3 του Αγροτικού Κώδικα (βδ 29 -10/6-12-1949), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 1§1 αν  431/ 1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από την παραχώρηση σε αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. Α3,1/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου. ως μόνος καλής πίστης νομέας αυτού και συνεπώς, ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε  πλάσμα ισχύει. για την ταυτότητα του νομικού λόγου. και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου. Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 1§1 α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (23-05-1968) ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται. κατά πλάσμα του νόμου, νομείς του κλήρου, αν δεν κατέχουν. πράγματι αυτόν και συνεπώς, είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή  τους  κτήση  από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση   της
κυριότητας   τούτου   με    χρησικτησία,    εφόσον    συμπληρωθεί    ο απαιτούμενος  χρόνος, υπό τον περιορισμό. σε κάθε περίπτωση. να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.
Ο περιορισμός αυτός της  μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και δεν αναφέρεται, μόνο  στον
κατά κυριότητα τεμαχισμό του κληροτεμαχίου, αλλά και στον κατά νομή τεμαχισμό, αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως  με την απόκτηση μία φορά της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων. Ο τρίτος που επιλήφθηκε της νομής τμήματος κληροτεμαχίου και όχι του όλου δεν προστατεύεται ούτε κατά του νομέα του όλου ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου  όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου που νεμόταν, γιατί αλλιώς θα είχε διαρκή προστασία. που Θα επέφερε κατάτμηση. Συνεπώς, είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνο η κτήση της κυριότητας  από  τρίτο σε  βάρος του κληρούχου ή των διαδόχων του με χρησικτησία, αλλά  και  η  λόγω συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής άρνηση  απόδοσης  του  τμήματος  του κλήρου (άρθρο 272 ΑΚ), αφού  μ  αυτήν
ουσιαστικώς παγιώνεται  η  μη  ανεκτή από τον νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου. Κατά
συνέπεια,  και λόγω της ως άνω εκ του  άρθρου  1 α.ν. 431/1968 απαγόρευσης,  που  αποβλέπει στη  διατήρηση ακέραιων των κληροτεμαχίων προς το σκοπό της επωφελέστερης εκμετάλλευσής τους. δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση διαιρετού τμήματος κληροτεμαχίου (ΟλΑΠ 15/2004  ΝοΒ
2005,   54,  ΑΠ   2162/2014,   ΑΠ  758/2013,   ΑΠ   1564/2010 , ΑΠ 1694/2008,  ΑΠ  866/2007,
ΑΠ  486/2005,  ΑΠ   1413/2003,  όλες  δημοσιευμένες στην τνπ Νόμος ,  ΑΠ 534/2003 ΑρχΝ  2005,
331, Εφθεσ  2996/2005,  Αρμ  2006. 876). Η απαγόρευση όμως της νομής και της απόκτησης κυριότητας με χρησικτησία επί διαιρετού τμήματος  κληροτεμαχίου δεν ισχύει και επί  ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του κλήρου, διότι η νομή και η κυριότητα αυτή δεν οδηγεί αναγκαίως στην κατάτμηση του κληροτεμαχίου  (ΟλΑΠ 1520/1982. ΝοΒ 1983. 1359, ΑΠ 267/2007, τνπ Νόμος, Εφθεσ 236/2012.ΕφΑΔ 2012,1071 ). Εντούτοις, γίνεται δεκτό ότι στην προδιαληφθείσα απαγόρευση της  κατάτμησης  του αγροτικού κλήρου δεν περιλαμβάνεται και η παραχώρηση της χρήσης τμήματος αυτού, καθόσον με αυτήν δεν επέρχεται τέτοια απαγορευμένη κατάτμηση, αφού η νομή ολόκληρου του κληροτεμαχίου λογίζεται. κατά τα ανωτέρω. ότι ανήκει στον κληρούχο (ΑΠ 589/1992 ΕλΔνη 1994, 74, ΜΠΡοδ 1026/2007, τνπ Νόμος).
ΙΙ. Περαιτέρω, επί κοινωνίας δικαιώματος, όπως στην περίπτωση της συγκυριότητας και της συννομής, καθένας των κοινωνών δικαιούται σε χρήση του κοινού  αντικειμένου,  εφόσον από
αυτήν  δεν  παρακωλύεται  η  σύγχρηση  των λοιπών   (άρθρο   787  ΑΚ),   ενώ  με  απόφαση  της
πλειοψηφίας των  κοινωνών, λαμβανόμεvη κατά το μέγεθος των μερίδων, μπορεί να καθορισθεί ο για το κοινό αντικείμενο  προσήκων  τρόπος   τακτικής   διοίκησης   και   εκμετάλλευσης   αυτού (άρθρο 789 ΑΚ). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η χρήση του κοινού πράγματος, η οποία  συνίσταται  στην  υλική  απόλαυση  των  ωφελειών  του.  ως υπαγόμενη στην κατ άρθρο 789 ΑΚ εκμετάλλευση αυτού. μπορεί να καθορισθεί με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών. Στο πλαίσιο αυτής της απόφασης δύναται να συμφωνηθεί, σε περίπτωση συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου ότι κάθε κοινωνός θα κάνει αποκλειστική χρήση ορισμένου διακεκριμένου τμήματος του ακινήτου, εφόσον, βεβαίως, τούτο είναι εφικτό. Εξάλλου. κατά τη διάταξη του άρθρου 994 ΑΚ αν νέμονται περισσότεροι το ίδιο πράγμα κατ ιδανικά  μέρη,  καθένας  από  αυτούς
έχει  κατά τρίτων τα  δικαιώματα από  την προσβολή της νομής. Στις μεταξύ τους σχέσεις δεν παρέχεται η προστασία από τη νομή, εφόσον πρόκειται για τα όρια της χρήσης του πράγματος που αρμόζει στον καθένα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση προσβολής της συννομής των συννομέων, αν η προσβολή συνίσταται σε ολική ή μερική αποβολή, τότε ο αποβληθείς συννομέας έχει την ένδικη προστασία της νομής. Καιά τη γνώμη που κρίνεται ορθότερη από το παρόν Δικαστήριο, τα ανωτέρω ισχύουν και στην
περίπτωση   που  τα  όρια   της  χρήσης  που  αρμόζει  σε  καθέναν από  τους συγκοινωνούς έχουν προσδιορισθεί συμφώνως με τις διατάξεις των άρθρων 789 και 790 ΑΚ (βλ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο, 2010, σελ. 302 επ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι με την αναφερόμενη δικαστική απόφαση αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του με αριθμό 458 κληροτεμαχίου γεωργοκτηνοτροφικής αποκατάστασης συνολικής έκτασης 9.629 στρ, που βρίσκεται στην περιοχή ..............  Πιερίας, για τη διαχείριση του οποίου συστάθηκε ο
αναφερόμενος Συνεταιρισμός,   του   οποίου   τυγχάνουν   μέλη.  Ότι,   ακολούθως,   δυνάμει των
αναφερόμενων άτυπων διανομών, που έλαβαν χώρα μεταξύ των συγκυρίων κατά τα έτη 1989 και 1996 για την επωφελέστερη αξιοποίηση του κλήρου, περιήλθαν στη νομή και κατοχή εκάστου εκ των εναγόντων τα λεπτομερώς περιγραφόμενα διαιρετά τμήματα του κλnροτεμαχίου, τα οποία έκτοτε αυτοί νέμονται, ασκώντας,   επ αυτών  τις  ειδικότερα  αναφερόμενες  διακατοχικές
πράξεις.  Ότι  κατά  τον αναφερόμενο χρόνο, παρά τη θέλησή  τους και παρά τον νόμο, οι εναγόμενοι κατέλαβαν από κοινού τα ακίνητα αυτά, προβαίνοντας σε άροσή τους και αποβάλλοντας, με τον τρόπο αυτό. τους ενάγοντες από τη νομή τους, την οποία αρvούνται, έκτοτε, να τους αποδώσουν. Ότι, συνεπεία  της  παραπάνω συμπεριφοράς των εναγομένων. υπέστησαν περιουσιακή ζημία. την οποία υποχρεούνται να αποκαταστήσουν οι εναγόμενοι με την καταβολή σε έκαστο εξ αυτών του οφέλους που αποκόμισαν από τη χρήση των ακινήτων τους κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο 2012 έως τον μήνα Σεπτέμβριο 2013, το οποίο συνίσταται στη μισθωτική αξία αυτών και ανέρχεται στο ποσό  των 790,44 ευρώ για το ακίνητο του πρώτου ενάγοντα και στο ποσό των 726,00 ευρώ για το ακίνητο του δεύτερου ενάγοντα. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζητούν α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν σε καθέναν από αυτούς τη νομή του διαιρετού τμήματος  που του ανήκει.  β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 790,44 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 726,00 ευρώ ως αποζημίωση για τη χρήση εκάστου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Σεπτεμβρίου 2012 έως Σεπτεμβρίου 2013,με το  νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα  εκάστου  μηνός και μέχρι πλήρους εξόφλησης, γ) να απειληθεί χρηματική ποινή και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος εκάστου των εναγομένων για κάθε παράβαση των απαγορευτικών διατάξεων της εκδοθησόμενης απόφασης. Ζητούν τέλος, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και  να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα στο παρόν δικόγραφο σωρεύονται παραδεκτά, κατ` άρθρο 218§1 ΚΠολΔ, αγωγή προστασίας  της  νομής  από αποβολή και αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία λόγω απώλειας καρπών από την αφαίρεση του πράγματος, οι οποίες αρμοδίως καθ` ύλη και κατά τόπο εισάγονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 1 l αριθ.1, 14§l περ. α, 22 και 29§ l ΚΠολΔ), για να συζητηθούν κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, η δε σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση, αντίθετα. διευκολύνει τη διαδικασία. Πλην όμως, η σωρευόμενη αγωγή αποβολής από τη νομή είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν στηρίζουν το αγωγικό αίτημα για την απόδοση στους ενάγοντες της νομής επί των αναφερόμενων διαιρετών τμημάτων του κληροτεμαχίου. Τούτο διότι συμφώνως με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω υπό Ι. νομική σκέψη της παρούσας, ο περιορισμός της μη κατάτμησης των κληροτεμαχίων αφορά και τον κατά νομή τεμαχισμό του κατά διακεκριμένα τμήματα διαφορετικά της οριστικής διανομής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις επικαλούμενες διαδοχικές διανομές του μείζονος με αριθμό 458 κληροτεμαχίου μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συγκυρίων αυτού σε διαιρετά τμήματα επήλθε απαγορευμένος, σύμφωνα με τα  ανωτέρω κατά νομή τεμαχισμός του κλήρου και συνακόλουθα, τα διανεμηθέντα επι μέρους τμήματα του κληροτεμαχίου δεν είναι επιδεκτικά νομής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους,  τυχόν  δε  αποβολή  από τμήμα του κλήρου δεν στηρίζει αξιώσεις τους με βάση την ένδικη προστασία της νομής. Αυτούσια τυχόν διανομή του μείζονος κλήρου της οριστικής διανομής επιτρέπεται μόνον όταν κάθε μερίδα θα συνίσταται σε ένα ακέραιο (ίσο ή άνισο) κληροτεμάχιο, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, κατά  τα επικαλούμενα στην αγωγή. Τα ανωτέρω προκύπτουν ευθέως από το περιεχόμενο  του αγωγικού δικογράφου ,  με το   οποίο  ρητώς ιστορείται ότι οι ενάγοντες ασκούσαν τη νομή τους σε διακριτό μέρος του κληροτεμαχίου, με ορισμένη εδαφική  έκταση.  Εξάλλου ο περιορισμός  της μη
κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 1§1 α.ν. 431/1968, δεν ισχύει κατ` εξαίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του ίδιου άρθρου 1§2 περ. Αβ` και Αδ` του ιδίου νόμου, σε συγκεκριμένες, ρητά οριζόμενες  στο  νόμο περιπτώσεις, όπως μεταξύ άλλων επί οικοπεδικών κλήρων ή επί κλήρων που βρίσκονται εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωριών ή εντός ορίων οικισμών, υπό την προϋπόθεση ότι τόσο τα μεταβιβαζόμενα όσο και τα απομένοντα τεμάχια κλήρων πληρούν τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων. κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις (βλ. ΟλΑΠ 568/1986  ΝοΒ  32.  202, ΟλΑΠ 1520/19 82 ΝοΒ 31. 13 59). πλην όμως, ουδόλως επικαλούνται, εν προκειμένω. οι ενάγοντες πως ο επίδικος κλήρος, για τον οποίο ρητώς αναφέρουν ότι είναι γεωργοκτηνοτροφικ6ς.  κείται  εντός
εγκεκριμένου  ρυμοτομικού  σχεδίου ή εντός οικισμού. Ως εκ τούτου από το περιεχόμενο της αγωγής, συμφώνως  και με όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω υπό Ι. νομική σκέψη της παρούσας, προκύπτει ότι η συμφωνία διανομής του κληροτεμαχίου, δυνάμει της οποίας, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς απέκτησαν οι ενάγοντες τα περιγραφόμενα διαιρετά τμήματα αυτού συνιστά ανώμαλη δικαιοπραξία επιχειρηθείσα  κατά  παράβαση των διατάξεων της Αγροτικής νομοθεσίας, όπως προεκτέθηκαν, ουδόλως δε μνημονεύεται στην ένδικη αγωγή ότι έλαβε χώρα τυχόν κύρωση των ακυροτήτων της δικαιοπραξίας αυτής και δη της κατάτμησης ακέραιου τεμαχίου της οριστικής διανομής, με σχετική δικαστική απόφαση, κατά τους όρους και προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 15 ν.δ. 3958/1959 (καθόσον από κανένα σημείο του ένδικου δικογράφου δεν προκύπτει  οτι η διανομή έλαβε χώρα τυχόν με  δημόσιο έγγραφο), ώστε ακολούθως, τα διαιρετά τμήματα του κλήρου να αποκτήσουν αυτοτέλεια και  να μπορούν πλέον ελεύθερα  να μεταβιβαστούν περαιτέρω (ΑΠ 478/2005. τνπ Νόμος,ΑΠ 1834/1999,ΕλΔνη 2000,965,βλ και Γνωμ ΝΣΚ 606/2002,τνπ Νόμος), άρα να προστατευθούν αυθύπαρκτα.
Περαιτέρω, η  αγωγή  είναι ομοίως, απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη και καθ` ο μέρος επιχειρείται  να Θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 787 επ. ΑΚ. εκτιμώμενης της περιγραφόμενης άτυπης διανομής του κληροτεμαχίου μεταξύ των συγκυρίων ως απποφασης της πλειοψηφίας των κοινωνών για τον καθορισμό προσήκοντος τρόπου χρήσης του κοινού ακινήτου, κατ` άρθρο 789 ΑΚ. στο πλαίσιο της οποίας συμφωνήθηκε, λόγω της ιστορούμενης συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του κληροτεμαχίου, ότι κάθε συγκύριος (κοινωνός) θα κάνει αποκλειστική χρήση διακεκριμένου τμήματος του ακινήτου, οι δε ενάγοντες έλαβαν τα περιγραφόμενα στην αγωγή δύο διαιρετά τμήματα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η προαναφερόμενη απόφαση των κοινωνών δεν συνιστά απαγορευμένη κατάτμηση του κλήρου, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό Ι. νομική σκέψη της παρούσας, καθόσον με αυτήν συμφωνείται παραχώρηση της χρήσης τμήματος αυτού, έχουσα δε η συμφωνία αυτή ενοχικό χαρακτήρα, δεν ισοδυναμεί με αυτούσια διανομή του κλήρου. Τούτων δοθέντων, εφόσον προσβάλλεται με αποβολή από τρίτο πρόσωπο ή από συγκοινωνό το δικαίωμα του συγκυρίου (κοινωνού) για χρήση του κοινού πράγματος, δύναται να προστατευθεί αυτός με την αγωγή αποβολής από τη νομή (άρθρο 987 Α.Κ), κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό ΙΙ. νομική σκέψη της παρούσας. Εντούτοις, σε τέτοια περίπτωση, η προστασία αφορά το δικαίωμα του κοινωνού επί της ιδανικής του μερίδας, που ουδόλως αναφέρεται στην υπο κρίση αγωγή, στην οποία (ιδανική μερίδα) τυχόν αντιστοιχεί ορισμένη εδαφική έκταση από το κοινό ακίνητο, πλην όμως. τέτοιο αίτημα δεν περιλαμβάνεται στσ υπό κρίση αγωγικό δικόγραφο. Τέλος, απορριπτέας ώς νομικά αβάσιμη κρίνεται και η σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά αληθή υποτιθέμενα, δεν στηρίζουν το αγωγικό αίτημα για την καταβολή σε έκαστο των εναγόντων του αναφερόμενου ποσού που  κατά τα ισχυριζόμενα, οφείλουν οι εναγόμενοι για τη χρηματική ικανοποίηση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες - νομείς λόγω της τελεσθείσας αδικοπραξίας σε βάρος τους. Τούτο διότι από τα αναφερόμενα δεν στοιχειοθετείται η προϋπόθεση της παράνομης πράξης εκ μέρους των εναγομένων  υπό την έννοια της προσβολής του απόλυτου δικαιώματος νομής των εναγόντων στα περιγραφόμενα διαιρετά τμήματα του κληροτεμαχίου, καθόσον , κατά τα αναλυτικώς προλεχθέντα, δεν διατηρούν τέτοιο δικαίωμα. Κατ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη για τους παραπάνω λόγους και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσχέρειας της ερμηνείας των νομικών κανόνων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 Κ.ΠολΔ) .  όπως
ειδικότερα  διαλαμβάνεται  στο  διατακτικό  της παρούσας.


                                                     ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δ1ΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων

Κρίθηκε. αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε  έκτακτη  δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Κατερίνη, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 31 Ιανουαρίου 2018.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ
 

 

 

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΑΡΑΚΑΤΩ

ΝΟΜΗ - ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΥΠ ΑΡΙΘ 4/2018 ΑΠΟΦΑΣΗ - ΣΥΝΝΟΜΗ - ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ - Το Ειρηνοδικείο Κατερίνης εξέδωσε την υπ αριθ 4/2018 απόφαση που αφορά "καταπατητές" εξ αιδαρέτου συγκυρίους αγρότες στο με αριθ 458 κληροτεμάχιο των περιοχών Βροντούς και Αγίου Σπυρίδωνα Πιερίας.... ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΠΈΡΙΨΕ ΑΓΩΓΗ ΝΟΜΗΣ ΚΑΤΑΠΑΤΗτΩΝ ΣΥΓΚΥΡΙΩΝ: , ΣΕ ΔΙΑΙΡΕΤΟ ΚΑΤΑ ΧΡΗΣΗ ΤΜΗΜΑ, ΛΟΓΩ ΕΞ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ, - ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ. - ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΣΕ ΔΙΑΙΡΕΤΟ ΤΜΗΜΑ ΚΛΗΡΟΤΕΜΑΧΙΟΥ ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΗΡΥΧΘΕΙ ΔΙΑΙΡΕΤΟ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΕΡΙ ΑΝΩΜΑΛΟΥ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ.. ΟΠΟΤΕ Η ΑΓΩΓΗ ΕΙΝΑΙ ΑΒΑΣΙΜΗ... - ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΣΥΝΝΟΜΕΑ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΠΛΗΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΣΥΝΝΟΜΕΩΝ, ΑΦΟΥ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ - - ΔΕΝ ΔΙΔΕΤΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ.....



=====================================



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ  ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

ΑΠΟΦΑΣΗ 4 / 2018

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡ!ΝΗΣ

(Τακτική Διαδικασία)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Κατερίνης Ζωή Δημάκη και από τη Γραμματέα  Ευαγγελία Ζάγκου

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ. δημόσια  στο ακροατήριό του στις 31-01-2017 για να δικάσει τη με  αριθμό  έκθεσης  κατάθεσης  298/ 13-09-20/13  αγωγή,  δικάσιμος  της  οποίας ορίσθηκε :η 29η -0 9 - 2 0 15. κατόπιν αναβολής η 7-06-2016 και μετά την εκ της αναβολή της η προαναφερθείσα.  με αντικείμενο αποβολή από τη  νομή  ακινήτου,  και αποζημίωση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) ......... και 2)  .................., αμφοτέρων κατοίκων .......... Πιερίας, οι  οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Φωτεινής Καραφέρη

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: l) .............5) οι οποίοι  παραστάθηκαν   όλοι   μετά   του    πληρεξουσίου  δικηγόρου τους Δημητρίου Καλαιτζή.

Κατά       τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, των διαδίκωv ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔIΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ MΕ ΤΟ ΝΟΜΟ.

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 79  παρ. 1,2.3 του Αγροτικού Κώδικα (βδ 29 -10/6-12-1949), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 1§1 αν  431/ 1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από την παραχώρηση σε αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. Α3,1/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου. ως μόνος καλής πίστης νομέας αυτού και συνεπώς, ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε  πλάσμα ισχύει. για την ταυτότητα του νομικού λόγου. και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου. Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 1§1 α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (23-05-1968) ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται. κατά πλάσμα του νόμου, νομείς του κλήρου, αν δεν κατέχουν. πράγματι αυτόν και συνεπώς, είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή  τους  κτήση  από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση   της   κυριότητας   τούτου   με    χρησικτησία,    εφόσον    συμπληρωθεί    ο απαιτούμενος  χρόνος, υπό τον περιορισμό. σε κάθε περίπτωση. να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.

Ο περιορισμός αυτός της  μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και δεν αναφέρεται, μόνο  στον  κατά κυριότητα τεμαχισμό του κληροτεμαχίου, αλλά και στον κατά νομή τεμαχισμό, αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως  με την απόκτηση μία φορά της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων. Ο τρίτος που επιλήφθηκε της νομής τμήματος κληροτεμαχίου και όχι του όλου δεν προστατεύεται ούτε κατά του νομέα του όλου ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου  όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου που νεμόταν, γιατί αλλιώς θα είχε διαρκή προστασία. που Θα επέφερε κατάτμηση.

Συνεπώς, είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνο η κτήση της κυριότητας  από  τρίτο σε  βάρος του κληρούχου ή των διαδόχων του με χρησικτησία, αλλά  και  η  λόγω συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής άρνηση  απόδοσης  του  τμήματος  του κλήρου (άρθρο 272 ΑΚ), αφού  μ  αυτήν  ουσιαστικώς παγιώνεται  η  μη  ανεκτή από τον νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου. Κατά  συνέπεια,  και λόγω της ως άνω εκ του  άρθρου  1 α.ν. 431/1968 απαγόρευσης,  που  αποβλέπει στη  διατήρηση ακέραιων των κληροτεμαχίων προς το σκοπό της επωφελέστερης εκμετάλλευσής τους. δεν επιτρέπεται η μεταβίβαση διαιρετού τμήματος κληροτεμαχίου (ΟλΑΠ 15/2004  ΝοΒ  2005,   54,  ΑΠ   2162/2014,   ΑΠ  758/2013,   ΑΠ   1564/2010 , ΑΠ 1694/2008,  ΑΠ  866/2007,  ΑΠ  486/2005,  ΑΠ   1413/2003,  όλες  δημοσιευμένες στην τνπ Νόμος ,  ΑΠ 534/2003 ΑρχΝ  2005,  331, Εφθεσ  2996/2005,  Αρμ  2006. 876). Η απαγόρευση όμως της νομής και της απόκτησης κυριότητας με χρησικτησία επί διαιρετού τμήματος  κληροτεμαχίου δεν ισχύει και επί  ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του κλήρου, διότι η νομή και η κυριότητα αυτή δεν οδηγεί αναγκαίως στην κατάτμηση του κληροτεμαχίου  (ΟλΑΠ 1520/1982. ΝοΒ 1983. 1359, ΑΠ 267/2007, τνπ Νόμος, Εφθεσ 236/2012.ΕφΑΔ 2012, 1071 ). Εντούτοις. γίνεται δεκτό ότι στην προδιαληφθείσα απαγόρευση της  κατάτμησης  του αγροτικού κλήρου δεν περιλαμβάνεται και η παραχώρηση της χρήσης τμήματος αυτού, καθόσον με αυτήν δεν επέρχεται τέτοια απαγορευμένη κατάτμηση, αφού η νομή ολόκληρου του κληροτεμαχίου λογίζεται. κατά τα ανωτέρω. ότι ανήκει στον κληρούχο (ΑΠ 589/1992 ΕλΔνη 1994, 74, ΜΠΡοδ 1026/2007, τνπ Νόμος).

ΙΙ. Περαιτέρω, επί κοινωνίας δικαιώματος, όπως στην περίπτωση της συγκυριότητας και της συννομής, καθένας των κοινωνών δικαιούται σε χρήση του κοινού  αντικειμένου,  εφόσον από  αυτήν  δεν  παρακωλύεται  η  σύγχρηση  των λοιπών   (άρθρο   787  ΑΚ),   ενώ  με  απόφαση  της   πλειοψηφίας των  κοινωνών, λαμβανόμεvη κατά το μέγεθος των μερίδων, μπορεί να καθορισθεί ο για το κοινό αντικείμενο  προσήκων  τρόπος   τακτικής   διοίκησης   και   εκμετάλλευσης   αυτού (άρθρο 789 ΑΚ). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η χρήση του κοινού πράγματος, η οποία  συνίσταται  στην  υλική  απόλαυση  των  ωφελειών  του.  ως υπαγόμενη στην κατ άρθρο 789 ΑΚ εκμετάλλευση αυτού. μπορεί να καθορισθεί με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών. Στο πλαίσιο αυτής της απόφασης δύναται να συμφωνηθεί, σε περίπτωση συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου ότι κάθε κοινωνός θα κάνει αποκλειστική χρήση ορισμένου διακεκριμένου τμήματος του ακινήτου, εφόσον, βεβαίως, τούτο είναι εφικτό. Εξάλλου. κατά τη διάταξη του άρθρου 994 ΑΚ αν νέμονται περισσότεροι το ίδιο πράγμα κατ ιδανικά  μέρη,  καθένας  από  αυτούς  έχει  κατά τρίτων τα  δικαιώματα από  την προσβολή της νομής. Στις μεταξύ τους σχέσεις δεν παρέχεται η προστασία από τη νομή, εφόσον πρόκειται για τα όρια της χρήσης του πράγματος που αρμόζει στον καθένα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι σε περίπτωση προσβολής της συννομής των συννομέων, αν η προσβολή συνίσταται σε ολική ή μερική αποβολή, τότε ο αποβληθείς συννομέας έχει την ένδικη προστασία της νομής.

Καιά τη γνώμη που κρίνεται ορθότερη από το παρόν Δικαστήριο, τα ανωτέρω ισχύουν και στην  περίπτωση   που  τα  όρια   της  χρήσης  που  αρμόζει  σε  καθέναν από  τους συγκοινωνούς έχουν προσδιορισθεί συμφώνως με τις διατάξεις των άρθρων 789 και 790 ΑΚ (βλ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο, 2010, σελ. 302 επ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι με την αναφερόμενη δικαστική απόφαση αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του με αριθμό 458 κληροτεμαχίου γεωργοκτηνοτροφικής αποκατάστασης συνολικής έκτασης 9.629 στρ, που βρίσκεται στην περιοχή Βροντούς Πιερίας, για τη διαχείριση του οποίου συστάθηκε ο  αναφερόμενος Συνεταιρισμός,   του   οποίου   τυγχάνουν   μέλη.  Ότι,   ακολούθως,   δυνάμει των  αναφερόμενων άτυπων διανομών, που έλαβαν χώρα μεταξύ των συγκυρίων κατά τα έτη 1989 και 1996 για την επωφελέστερη αξιοποίηση του κλήρου, περιήλθαν στη νομή και κατοχή εκάστου εκ των εναγόντων τα λεπτομερώς περιγραφόμενα διαιρετά τμήματα του κλnροτεμαχίου, τα οποία έκτοτε αυτοί νέμονται, ασκώντας,   επ αυτών  τις  ειδικότερα  αναφερόμενες  διακατοχικές  πράξεις.  Ότι  κατά  τον αναφερόμενο χρόνο, παρά τη θέλησή  τους και παρά τον νόμο, οι εναγόμενοι κατέλαβαν από κοινού τα ακίνητα αυτά, προβαίνοντας σε άροσή τους και αποβάλλοντας, με τον τρόπο αυτό. τους ενάγοντες από τη νομή τους, την οποία αρvούνται, έκτοτε, να τους αποδώσουν. Ότι, συνεπεία  της  παραπάνω συμπεριφοράς των εναγομένων. υπέστησαν περιουσιακή ζημία. την οποία υποχρεούνται να αποκαταστήσουν οι εναγόμενοι με την καταβολή σε έκαστο εξ αυτών του οφέλους που αποκόμισαν από τη χρήση των ακινήτων τους κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο 2012 έως τον μήνα Σεπτέμβριο 2013, το οποίο συνίσταται στη μισθωτική αξία αυτών και ανέρχεται στο ποσό  των 790,44 ευρώ για το ακίνητο του πρώτου ενάγοντα και στο ποσό των 726,00 ευρώ για το ακίνητο του δεύτερου ενάγοντα. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ζητούν α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν σε καθέναν από αυτούς τη νομή του διαιρετού τμήματος  που του ανήκει.  β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 790,44 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 726,00 ευρώ ως αποζημίωση για τη χρήση εκάστου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Σεπτεμβρίου 2012 έως Σεπτεμβρίου 2013,με το  νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα  εκάστου  μηνός και μέχρι πλήρους εξόφλησης, γ) να απειληθεί χρηματική ποινή και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος εκάστου των εναγομένων για κάθε παράβαση των απαγορευτικών διατάξεων της εκδοθησόμενης απόφασης. Ζητούν τέλος, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και  να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα στο παρόν δικόγραφο σωρεύονται παραδεκτά, κατ' άρθρο 218§1 ΚΠολΔ, αγωγή προστασίας  της  νομής  από αποβολή και αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία λόγω απώλειας καρπών από την αφαίρεση του πράγματος, οι οποίες αρμοδίως καθ' ύλη και κατά τόπο εισάγονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 1 l αριθ.1, 14§l περ. α, 22 και 29§ l ΚΠολΔ), για να συζητηθούν κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, η δε σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση, αντίθετα. διευκολύνει τη διαδικασία.

Πλην όμως, η σωρευόμενη αγωγή αποβολής από τη νομή είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, καθόσον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν στηρίζουν το αγωγικό αίτημα για την απόδοση στους ενάγοντες της νομής επί των αναφερόμενων διαιρετών τμημάτων του κληροτεμαχίου. Τούτο διότι συμφώνως με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω υπό Ι. νομική σκέψη της παρούσας, ο περιορισμός της μη κατάτμησης των κληροτεμαχίων αφορά και τον κατά νομή τεμαχισμό του κατά διακεκριμένα τμήματα διαφορετικά της οριστικής διανομής. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις επικαλούμενες διαδοχικές διανομές του μείζονος με αριθμό 458 κληροτεμαχίου μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συγκυρίων αυτού σε διαιρετά τμήματα επήλθε απαγορευμένος, σύμφωνα με τα  ανωτέρω κατά νομή τεμαχισμός του κλήρου και συνακόλουθα, τα διανεμηθέντα επι μέρους τμήματα του κληροτεμαχίου δεν είναι επιδεκτικά νομής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους,  τυχόν  δε  αποβολή  από τμήμα του κλήρου δεν στηρίζει αξιώσεις τους με βάση την ένδικη προστασία της νομής. Αυτούσια τυχόν διανομή του μείζονος κλήρου της οριστικής διανομής επιτρέπεται μόνον όταν κάθε μερίδα θα συνίσταται σε ένα ακέραιο (ίσο ή άνισο) κληροτεμάχιο, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, κατά  τα επικαλούμενα στην αγωγή. Τα ανωτέρω προκύπτουν ευθέως από το περιεχόμενο  του αγωγικού δικογράφου ,  με το   οποίο  ρητώς ιστορείται ότι οι ενάγοντες ασκούσαν τη νομή τους σε διακριτό μέρος του κληροτεμαχίου, με ορισμένη εδαφική  έκταση.  Εξάλλου ο περιορισμός  της μη  κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 1§1 α.ν. 431/1968, δεν ισχύει κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του ίδιου άρθρου 1§2 περ. Αβ' και Αδ' του ιδίου νόμου, σε συγκεκριμένες, ρητά οριζόμενες  στο  νόμο περιπτώσεις, όπως μεταξύ άλλων επί οικοπεδικών κλήρων ή επί κλήρων που βρίσκονται εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων ή χωριών ή εντός ορίων οικισμών, υπό την προϋπόθεση ότι τόσο τα μεταβιβαζόμενα όσο και τα απομένοντα τεμάχια κλήρων πληρούν τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων. κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις (βλ. ΟλΑΠ 568/1986  ΝοΒ  32.  202, ΟλΑΠ 1520/19 82 ΝοΒ 31. 13 59). πλην όμως, ουδόλως επικαλούνται, εν προκειμένω. οι ενάγοντες πως ο επίδικος κλήρος, για τον οποίο ρητώς αναφέρουν ότι είναι γεωργοκτηνοτροφικ6ς.  κείται  εντός  εγκεκριμένου  ρυμοτομικού  σχεδίου ή εντός οικισμού.

Ως εκ τούτου από το περιεχόμενο της αγωγής, συμφώνως  και με όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω υπό Ι. νομική σκέψη της παρούσας, προκύπτει ότι η συμφωνία διανομής του κληροτεμαχίου, δυνάμει της οποίας, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς απέκτησαν οι ενάγοντες τα περιγραφόμενα διαιρετά τμήματα αυτού συνιστά ανώμαλη δικαιοπραξία επιχειρηθείσα  κατά  παράβαση των διατάξεων της Αγροτικής νομοθεσίας, όπως προεκτέθηκαν, ουδόλως δε μνημονεύεται στην ένδικη αγωγή ότι έλαβε χώρα τυχόν κύρωση των ακυροτήτων της δικαιοπραξίας αυτής και δη της κατάτμησης ακέραιου τεμαχίου της οριστικής διανομής, με σχετική δικαστική απόφαση, κατά τους όρους και προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 15 ν.δ. 3958/1959 (καθόσον από κανένα σημείο του ένδικου δικογράφου δεν προκύπτει  οτι η διανομή έλαβε χώρα τυχόν με  δημόσιο έγγραφο), ώστε ακολούθως, τα διαιρετά τμήματα του κλήρου να αποκτήσουν αυτοτέλεια και  να μπορούν πλέον ελεύθερα  να μεταβιβαστούν περαιτέρω (ΑΠ 478/2005. τνπ Νόμος,ΑΠ 1834/1999,ΕλΔνη 2000,965,βλ και Γνωμ ΝΣΚ 606/2002,τνπ Νόμος), άρα να προστατευθούν αυθύπαρκτα.

Περαιτέρω, η  αγωγή  είναι ομοίως, απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη και καθ' ο μέρος επιχειρείται  να Θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 787 επ. ΑΚ. εκτιμώμενης της περιγραφόμενης άτυπης διανομής του κληροτεμαχίου μεταξύ των συγκυρίων ως απποφασης της πλειοψηφίας των κοινωνών για τον καθορισμό προσήκοντος τρόπου χρήσης του κοινού ακινήτου, κατ' άρθρο 789 ΑΚ. στο πλαίσιο της οποίας συμφωνήθηκε, λόγω της ιστορούμενης συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του κληροτεμαχίου, ότι κάθε συγκύριος (κοινωνός) θα κάνει αποκλειστική χρήση διακεκριμένου τμήματος του ακινήτου, οι δε ενάγοντες έλαβαν τα περιγραφόμενα στην αγωγή δύο διαιρετά τμήματα.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η προαναφερόμενη απόφαση των κοινωνών δεν συνιστά απαγορευμένη κατάτμηση του κλήρου, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό Ι. νομική σκέψη της παρούσας, καθόσον με αυτήν συμφωνείται παραχώρηση της χρήσης τμήματος αυτού, έχουσα δε η συμφωνία αυτή ενοχικό χαρακτήρα, δεν ισοδυναμεί με αυτούσια διανομή του κλήρου.

Τούτων δοθέντων, εφόσον προσβάλλεται με αποβολή από τρίτο πρόσωπο ή από συγκοινωνό το δικαίωμα του συγκυρίου (κοινωνού) για χρήση του κοινού πράγματος, δύναται να προστατευθεί αυτός με την αγωγή αποβολής από τη νομή (άρθρο 987 Α.Κ), κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό ΙΙ. νομική σκέψη της παρούσας. Εντούτοις, σε τέτοια περίπτωση, η προστασία αφορά το δικαίωμα του κοινωνού επί της ιδανικής του μερίδας, που ουδόλως αναφέρεται στην υπο κρίση αγωγή, στην οποία (ιδανική μερίδα) τυχόν αντιστοιχεί ορισμένη εδαφική έκταση από το κοινό ακίνητο, πλην όμως. τέτοιο αίτημα δεν περιλαμβάνεται στσ υπό κρίση αγωγικό δικόγραφο.

Τέλος, απορριπτέας ώς νομικά αβάσιμη κρίνεται και η σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά αληθή υποτιθέμενα, δεν στηρίζουν το αγωγικό αίτημα για την καταβολή σε έκαστο των εναγόντων του αναφερόμενου ποσού που  κατά τα ισχυριζόμενα, οφείλουν οι εναγόμενοι για τη χρηματική ικανοποίηση της ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες - νομείς λόγω της τελεσθείσας αδικοπραξίας σε βάρος τους.

Τούτο διότι από τα αναφερόμενα δεν στοιχειοθετείται η προϋπόθεση της παράνομης πράξης εκ μέρους των εναγομένων  υπό την έννοια της προσβολής του απόλυτου δικαιώματος νομής των εναγόντων στα περιγραφόμενα διαιρετά τμήματα του κληροτεμαχίου, καθόσον , κατά τα αναλυτικώς προλεχθέντα, δεν διατηρούν τέτοιο δικαίωμα.

Κατ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη για τους παραπάνω λόγους και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσχέρειας της ερμηνείας των νομικών κανόνων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 Κ.ΠολΔ) .  όπως  ειδικότερα  διαλαμβάνεται  στο  διατακτικό  της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δ1ΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων ΑΠΟ ΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων



Κρίθηκε. αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε  έκτακτη  δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Κατερίνη, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, στις 31 Ιανουαρίου 2018



Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ

ΝΟΜΗ - ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΥΠ ΑΡΙΘ 4/2018 ΑΠΟΦΑΣΗ- Τακτικη Διαδικασια.
Το Ειρηνοδικείο Κατερίνης εξέδωσε την υπ αριθ 4/2018 απόφαση που αφορά "καταπατητές" εξ αδιαιρέτου συγκυρίους αγρότες στο με αριθ 458 κληροτεμάχιο των περιοχών Βροντούς και Αγίου Σπυρίδωνα Πιερίας....υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας με πληρεξούσιο δικηγόρο τον Δημήτρη Καλαϊτζή.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΠΕΡΙΨΕ ΑΓΩΓΗ ΝΟΜΗΣ ΚΑΤΑΠΑΤΗΤΩΝ ΣΥΓΚΥΡΙΩΝ:
, ΣΕ ΔΙΑΙΡΕΤΟ ΚΑΤΑ ΧΡΗΣΗ ΤΜΗΜΑ,  ΛΟΓΩ ΕΞ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ, - ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ. - ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ ΣΕ ΔΙΑΙΡΕΤΟ ΤΜΗΜΑ ΚΛΗΡΟΤΕΜΑΧΙΟΥ ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΗΡΥΧΘΕΙ ΔΙΑΙΡΕΤΟ ΜΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΕΡΙ ΑΝΩΜΑΛΟΥ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ.. ΟΠΟΤΕ Η ΑΓΩΓΗ ΕΙΝΑΙ ΑΒΑΣΙΜΗ...
- ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΣΥΝΝΟΜΕΑ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΠΛΗΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΣΥΝΝΟΜΕΩΝ, ΑΦΟΥ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ:
- ΔΕΝ ΔΙΔΕΤΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΡΟΥ

ΤΜΗΜΑ ΤΩΝ ΝOΜΙΚΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΜΑΣ..... ΣΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ.....  ΕΓΙΝΑΝ ΕΞ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΔΕΚΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΩΣ ΟΡΘΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ.... ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΙΘΕΤΑΙ  ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΟΛΟΚΛΗΡΗ :
α). Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1113 και 1116 του ΑΚ προκύπτει, ότι όταν υπάρχει συγκυριότητα, ο κάθε συγκύριος, όταν προσβάλλεται στο δικαίωμα συγκυριότητας δια της νομής του πράγματος από τρίτο, έχει κατ' αυτού την διεκδικητική αγωγή για την μερίδα του. Αίτημα της αγωγής αυτής θα είναι όχι η παράδοση του όλου πράγματος, αλλά η σύννομη κατά την ιδανική μερίδα του συγκυρίου. Απαραίτητη, βέβαια, προϋπόθεση για τη διεκδίκηση της ιδανικής του μερίδας είναι ο σαφής προσδιορισμός στην αγωγή όχι μόνο του ποσοστού της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του αλλά και του όλου ακινήτου του οποίου είναι συγκύριος (Εφ. Κερκ. 10/ 1983 Ελλ. Δ/νη 24.541). Δικαιούται, επίσης, χωρίς να επιβάλλεται υποχρέωση προς τούτο ( άρθρο 1116 ΑΚ), εάν το πράγμα το κατέχει ολόκληρο τρίτος, να διεκδικήσει όλο το πράγμα υπέρ των συγκυρίων, οπότε έχει υποχρέωση να απαιτήσει την απόδοση τούτου προς όλους τους συγκυρίους (ΑΠ 438/2001 Δνη 2002/382, ΑΠ 18/1997 Δνη 1997/1534, ΑΠ 644/1980 ΝΟΒ 1980/1993). Ο συγκύριος, ο οποίος ασκεί αξίωση από την κυριότητα για ολόκληρο το πράγμα, οφείλει να εκθέσει στο δικόγραφο της αγωγής τα θεμελιωτικά αυτής γεγονότα τόσο για την δική του συγκυριότητα όσο και για την συγκυριότητα των λοιπών συγκυρίων.
Επειδή «…Από τη διάταξη του άρθρου 1041 του Α.Κ. προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, νόμιμος τίτλος είναι κάθε γεγονός παραγωγικό κατά νόμο κυριότητας, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα και έχει εξωτερικώς όλους τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, μεταξύ των οποίων και η καλή πίστη…» (ΑΠ 1470/2008, ΝΟΜΟΣ).
Επειδή «…ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Τέλος, κατ’ αρθρ. 1044 εδ. α Α.Κ., η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της απόκτησης της νομής. Δεν είναι καλόπιστος, γιατί βαρύνεται με βαριά αμέλεια, αυτός που "απέκτησε" ακίνητο παραλείποντας να ελέγξει τα βιβλία μεταγραφών περί των δικαιωμάτων των δικαιοπαρόχων του μεταβιβάζοντος (ΑΠ 453/1975 ΝοΒ 23.1233, ΑΠ 1071/1973, ΝοΒ 22.757)…» (ΑΠ 1918/2008, ΝΟΜΟΣ).«…Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του ακίνητο για μια εικοσαετία, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κάτοχος) είναι νομέας αυτού, αν ασκεί τη φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus). Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domini).
Επειδή  «…Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 786, 787, 980, 981 και 1113 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1045 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος πράγματος, όταν κατέχει το κοινό πράγμα, δεν δύναται να αντιτάξει κατά των συγκοινωνών του, έκτακτη χρησικτησία ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστή στους συγκυρίους- συγκοινωνούς του ότι στο εφεξής νέμεται μεγαλύτερη μερίδα από τη δική του ή και όλο το πράγμα, αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό είτε ρητά είτε με πράξεις που φανερώνουν τέτοια απόφασή του, για τις οποίες όμως λαμβάνουν γνώση οι λοιποί συγκύριοι (ΑΠ 1075/2005, ΑΠ 1248/2004, ΑΠ 18/2003, δημοσιευμένες στην Τράπεζα νομικών πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).
Επειδή «…Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ/μα της 29 -10/6-12-1949) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Ως "εγκατάσταση" νοείται, κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα και των προϊσχυσάντων αυτού αγροτικών νόμων, η παραχώρηση με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης.
Επειδή ακόμη και αν μετά την έναρξη ισχύος του άνω ΑΝ 431/1968 (23.5.1968) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν κατέχει πράγματι αυτόν, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τρίτο της νομής του κληροτεμαχίου που μπορεί, αν συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για κάθε μία χρόνος από την ισχύ του άνω ΑΝ, όχι όμως σε τμήμα του κληροτεμαχίου, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του κληροτεμαχίου. Η απαγόρευση της κατάτμησης δεν αναφέρεται μόνο στον κατά κυριότητα τεμαχισμό του κληροτεμαχίου, αλλά και στην κατά νομή τεμαχισμό, αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως με την απόκτηση μία φορά της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και της έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων. Ο τρίτος, που επιλήφθηκε της νομής τμήματος και όχι του όλου, δεν προστατεύεται ούτε κατά του νομέα του όλου, ούτε κατά οποιουδήποτε άλλου όταν αποβληθεί από το τμήμα του κληροτεμαχίου, που νεμόταν, γιατί αλλιώς θα είχε διαρκή προστασία που θα επέφερε κατάτμηση.
Συνεπώς είναι ανεπίτρεπτη όχι μόνο η κτήση κυριότητας από τρίτο σε βάρος του κληρούχου ή των καθολικών ή των ειδικών διαδόχων του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αλλά και η λόγω συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής άρνηση αποδόσεως του τμήματος τους κλήρου (άρθρο 272 ΑΚ) , αφού με αυτήν ουσιαστικώς παγιώνεται η μη ανεκτή από τον νόμο φυσική κατάτμηση του κλήρου (ΑΠ Ολ 15/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ Ολ 8/2001 ΕλλΔνη 42,382). Συνεπεία της απαγορεύσεως με τον ΑΝ 431/1968 της κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής που απόβλεπε στη διατήρηση ακεραίων των κληροτεμαχίων προς το σκοπό της επωφελέστερης εκμεταλλεύσεώς τους, δεν επιτρέπεται η κτήση κυριότητας με χρησικτησία επί διαιρετού τμήματος του κληροτεμαχίου. Την αυτή ως άνω πλασματική νομή έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του κληρούχου, διότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις ο νομοθέτης είχε σκοπό, να παράσχει και σ' αυτούς την ίδια με τον κληρούχο προστασία.
Εν προκειμένω και σύμφωνα με την αγωγή και την ανωτέρω νομική ανάλυση,   οι αντίδικοι δεν δικαιούνται να προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι κατέστησαν κύριοι δια της εκτάκτου χρησικτησίας του άρθρου 1045 ΑΚ, διότι δεν είναι νομείς με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, αφού δεν έχουν κανένα δικαίωμα ούτε κληρονομικό επι τόσης έκτασης στο 458, ούτε είναι ειδικοί διάδοχοι εγκατεστημένοι σε κάποιο ποσοστό και ιδιαίτερο τόσο μεγάλο και δεν είναι βάσιμος  ο ισχυρισμός περί της εκτάκτου χρησικτησίας, εφόσον ισχυρίζονται ότι κατέχουν διαιρετά αυτό το επίδικο στο ανωτέρω τμήμα του ανωτέρω 458 κληροτεμάχιο.
+++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++










Ν

Δεν υπάρχουν σχόλια: