ΙΔΙΟΓΡΑΦΗ ΔΙΑΘΗΚΗ - Α.Π. 618/2017 - Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο υπογράφονται από το διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται ως να μην έχουν γραφεί. Διαγραφές, παρεγγραφές, ξύσματα ή άλλα τέτοια εξωτερικά ελαττώματα βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη και μπορούν κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης.

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Ιδιόγραφη Διαθήκη
Έτος: 2017
Νούμερο: 618
Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο υπογράφονται από το διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται ως να μην έχουν γραφεί. Διαγραφές,..
παρεγγραφές, ξύσματα ή άλλα τέτοια εξωτερικά ελαττώματα βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη και μπορούν κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Ν.. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Σιέτο.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ν. Τ. του Ι. και 2) Α. Φ. του Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2006 αγωγή, του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 349/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 31-3-2015 αίτησή του και τους από 13-10-2015 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 3-11-2015 και συμπληρωματικά ως προς τους πρόσθετους λόγους από 13-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ’ αυτής λόγοι, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1721 ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν, αλλά και να μη συντρέχει λόγος ανικανότητας του άρθρου 1723 ΑΚ. Η χρονολογία, από την οποία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βουλήσεώς του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης όταν υπάρχουν και άλλες ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά. Η έλλειψη συνεπώς κάποιου από τους βασικούς όρους συνεπάγεται την, κατά τα άρθρα 1718 και 180 ΑΚ, ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο υπογράφονται από το διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται ως να μην έχουν γραφεί. Διαγραφές, παρεγγραφές, ξύσματα ή άλλα τέτοια εξωτερικά ελαττώματα βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη και μπορούν κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης. Την ακυρότητα μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον έχουν και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, στους οποίους, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης περιέρχεται ολόκληρη η κληρονομιά. Ο επικαλούμενος τη διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει τη γνησιότητα της υπογραφής σ’ αυτή, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι όλο το περιεχόμενο της γράφτηκε, ιδιοχείρως, από το διαθέτη. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης, λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου από τη διαθήκη δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης.

Περαιτέρω από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος τα αποδεικτικά μέσα, κατά κανόνα και ενόψει του συστήματος της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων που ισχύει στον ΚΠολΔικ (άρθρ. 340 ΚΠολΔικ), είναι ισοδύναμα και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως στη δικαστική ομολογία (άρθρ. 352) και στα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ, 441, 445), η δε απόδοση σε ένα ή περισσότερα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερης ή μικρότερης βαρύτητας ή αξιοπιστίας ανήκει στην ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη αναγνωριστική ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αγωγή του αναιρεσείοντα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Την 28.10.2005 απεβίωσε στα Ιωάννινα η Δ. Τ. του Γ., η οποία στα τελευταία δυο έτη της ζωής της νοσηλευόταν σε κλινική περιθάλψεως ηλικιωμένων στα Ιωάννινα (με την επωνυμία "..."). Η ανωτέρω απεβίωσε άγαμη και άτεκνη, πλησιέστερος δε συγγενής της κατά το χρόνο του θανάτου του της ήταν ο ενάγων, πρώτος εξάδελφός της, γιος του αδελφού της μητέρας της Ν. Τ., ο οποίος είναι και ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της. Μετά το θάνατό της δημοσιεύθηκε με τα αριθμ. 157/2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας και κηρύχθηκε κυρία με την αριθμ. 152/2005 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η από 8.2.2002 ιδιόγραφη διαθήκη της ανωτέρω, στην οποία οι εκκαλούντες εμφανίζονται ως οι μοναδικοί κληρονόμοι της. Ο ενάγων αμφισβητώντας τη γνησιότητα της διαθήκης άσκησε την κρινόμενη αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να διαπιστωθεί η γνησιότητα της διαθήκης αυτής διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Εν τω μεταξύ οι διάδικοι είχαν προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκθέσεις ιδιωτικών γραφολογικών πραγματογνωμοσυνών.

Συγκεκριμένα ο ενάγων είχε προσκομίσει την από 1.12.2006 έκθεση και την από 20.12.2006 συμπληρωματική έκθεση του γραφολόγου Γ. Χ., με τις οποίες ο εν λόγω γραφολόγος γνωμοδοτούσε ότι η επίδικη διαθήκη δεν είναι γνήσια. Οι εναγόμενοι είχαν προσκομίσει την από 22.12.2006 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως και κριτικής-παρατηρήσεων των γραφολόγων Χ. Τ. και Θ. Β., επί της ανωτέρω από 1.12.2006 γραφολογικής γνωμοδοτήσεως του γραφολόγου Γ. Χ., με την οποία οι εν λόγω γραφολόγοι γνωμοδοτούσαν ότι η διαθήκη είναι γνήσια. Ο διορισθείς πραγματογνώμονας Δ. Π. υπέβαλε την αριθμ. κατάθ. ...2008 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, με την οποία αποφαίνεται ότι α)μόνο ο πρώτος στίχος του κειμένου της διαθήκης, που συμπεριλαμβάνει και τη χρονολογία συντάξεως αυτής έχει γραφεί από την κληρονομούμενη και β)ότι η υπογραφή στην διαθήκη δεν είναι της κληρονομουμένης. Οι διάδικοι είχαν διορίσει νομοτύπως τεχνικούς συμβούλους, οι οποίοι υπέβαλαν εκθέσεις με τις παρατηρήσεις τους επί της ως άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Ειδικότερα ο ενάγων διόρισε ως τεχνικό σύμβουλο τον ανωτέρω γραφολόγο Γ. Χ., ο οποίος με την από 25.8.2009 έκθεσή του (παρατηρήσεις) αποφαίνεται ότι ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμονας ορθώς αποφάνθηκε επί της γνησιότητας της διαθήκης. Επίσης, οι εναγόμενοι διόρισαν τεχνικούς συμβούλους τους ανωτέρω γραφολόγους Χ. Τ. και Θ. Β., οι οποίοι αποφαίνονται ότι ο διορισθείς πραγματογνώμονας εσφαλμένα αποφάνθηκε περί της μη γνησιότητας της διαθήκης. Η εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτό το πόρισμα της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και έκανε δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της επίδικης διαθήκης. Επίσης, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως, οι εναγόμενοι ανέθεσαν τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης στη γραφολόγο Χ. Κ.-Π., η οποία με την από 14.12.2010 έκθεσή της αποφαίνεται "...σε βαθμό βεβαιότητας...", ότι η διαθήκη είναι γνήσια. Τέλος, με την εκκαλουμένη απόφαση και ενόψει του ότι έγινε δεκτό ότι η διαθήκη δεν είναι γνήσια, διατάχθηκε η διαβίβαση αντιγράφου της και των εγγράφων της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Άρτας, προκειμένου να διερευνηθεί αν τελέσθηκαν από τους εναγομένους ή από τρίτα πρόσωπα, που ενήργησαν για λογαριασμό τους, ποινικά αδικήματα και ιδίως τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 216 ΠΚ, αναφορικά με την επίδικη διαθήκη. Στη συνέχεια, από τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Άρτας παραγγέλθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως από την Πταισματοδίκη Άρτας, η οποία διέταξε την διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και διόρισε πραγματογνώμονα το γραφολόγο Π. Τ.. Ο τελευταίος με την από 12.8.2011 έκθεσή του αποφαίνεται "...με βεβαιότητα..." ότι η επίδικη διαθήκη είναι γνήσια, τόσο, ως προς το κείμενο, όσο και ως προς την υπογραφή της. Όλες οι ανωτέρω εκθέσεις περιέχουν εκτενείς αιτιολογίες προκειμένου να στηρίξουν τα συμπεράσματά τους. Περαιτέρω, το δικαστήριο αυτό με την ως άνω αριθμ. 31/2012 απόφασή του έκρινε αναγκαίο και ενόψει της διαφοροποιήσεως των διορισθέντων γραφολόγων Δ. Π. και Π. Τ., τη διενέργεια νέας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και μάλιστα από δυο πραγματογνώμονες και συγκεκριμένα τη Χ. Σ., δικηγόρο Θεσσαλονίκης, ειδική δικαστική γραφολόγο και τον Μ. Γ.-Ν., δικηγόρο-δικαστικό γραφολόγο, κατοίκους Θεσσαλονίκης. Οι ανωτέρω συνέταξαν την από 24.7.2012 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που κατατέθηκε στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου στις 26.7.2012 (αριθμ.εκθ.κατάθ. ...26.7.2012). Στο τελικό συμπέρασμα της προαναφερομένης εκθέσεως οι ως άνω δικαστικοί γραφολόγοι, αφού έλαβαν υπόψη και αξιολόγησαν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη συγκριτική αντιπαραβολή και γραφολογική μελέτη της από 8.2.2002 ιδιόγραφης διαθήκης της Δ. Τ. και των παραδοθέντων σ’ αυτούς από τους διαδίκους συγκριτικών εγγράφων, γνωμοδότησαν ότι "...Η γραφή που περιέχεται στην κρινόμενη διαθήκη μετά βεβαιότητας έχει χαραχτεί από τη Δ. Τ. του Γ.. Η υπογραφή που περιέχεται στην κρινόμενη διαθήκη μετά βεβαιότητας έχει χαραχτεί από τη Δ. Τ. του Γ.". Ειδικότερα, επί των ειδικών χαρακτηριστικών της γραφής της διαθήκης αυτής οι πραγματογνώμονες γνωμοδοτούν "το γράμμα "β" της γραφής χαράσσεται με κλειστό ημικύκλιο μικρού αναλογικά μεγέθους και γωνιώδη άνω κίνηση, κεκλιμμένη στα δεξιά. Η άνω κίνηση του "β" χαράσσεται υψηλή και εκτείνεται κατά μήκος. Η χάραξη του "β" ιδιάζει με τη χάραξη του γράμματος αυτού στην από "17 γενάρι" επιστολή (λέξη "βρίκη") και στην από "..." επιστολή (λέξη "καλύβα" (2η σελίδα), "συνβένη" (3η σελίδα), "κουβέντα" (1η σελίδα) κλπ. Το γράμμα "δ" χαράσσεται με κλειστό στρογγυλό, που άρχεται από τα αριστερά, κατέρχεται φτάνει στο εναρκτήριο σημείο, και ακολούθως με την ίδια κίνηση στρέφει στα αριστερά, με ευθεία ανερχόμενη (ενίοτε ελαφρώς κεκλιμμένη στα αριστερά χάραξη). Ακολούθως χαράσσεται η ευμεγέθης οριζόντια του γράμματος. Η χάραξη του "δ" ιδιάζει με τη χάραξη του γράμματος αυτού στην από "17 γενάρι" επιστολή (λέξη "δεν", "αδελφούλα") και στην από "..." επιστολή (λέξεις "δεν" (2η και 3η σελίδα). Το γράμμα "θ" της γραφής της διαθήκης χαράσσεται χαρακτηριστικά ευμεγέθες, με τη δημιουργία δυο ευμεγέθων τετραγωνισμένων καμπύλων. Η άνω καμπύλη του γράμματος είναι περισσότερο ευμεγέθης από την κάτω. Η ως άνω κίνηση ιδιάζει με τη χάραξη του γράμματος αυτού στην από "17 γενάρι" επιστολή (λέξη "στενοχορέθηκα", "έρθες", "έρθης") και στην από "..." επιστολή (λέξεις "θυμάσε" (2η και 3η σελίδα), "θα" (5η σελίδα). Ιδιαιτέρως χαρακτηριστική είναι η χάραξη του γράμματος "λ". Το γράμματα "λ" χαράσσεται με αρχική ευθεία (ανερχόμενη χάραξη, γωνία στα δεξιά και κάθετη χάραξη). Ακολούθως χαράσσεται η διαγώνια στα αριστερά του γράμματος, η οποία άρχεται από τη μέση του γράμματος κατέρχεται διαγωνίως στα αριστερά και δημιουργεί καμπύλη προς τα άνω. Το γράμματα "λ" χαράσσεται κάτωθεν της γραμμής βάσης (στον άνω χώρο χαράσσεται η αρχική ανερχόμενη και η γωνία του γράμματος). Η ως άνω κίνηση ιδιάζει με τη χάραξη του γράμματος αυτού στην από "17 γενάρι" επιστολή (λέξη "αποστόλης") και στην από "..." επιστολή (λέξεις "αναλάβο", "αποτέλισμα" - στη χάραξη του γράμματος επί της επιστολής αυτής το γράμμα χαράσσεται περισσότερο καμπυλώδες και απλοποιημένο, προφανώς εξαιτίας της ελλείψεως του γραφικού τρόμου. Εντούτοις είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του κάτωθεν της γραμμής βάσης. Η χάραξη του γράμματος "ξ" άρχεται από τα αριστερά δημιουργεί ευθεία, γωνία στα άνω δεξιά, κατέρχεται, δημιουργεί καμπύλη η οποία περατώνεται σε χαμηλότερο χωρικά σημείο από την γωνία και έπειτα δημιουργείται καμπυλώδης χάραξη στα αριστερά με σχηματισμό κλειστού ημικυκλίου το χώρο κάτωθεν της γραμμής βάσης. Η ως άνω κίνηση του "ξ" ιδιάζει με τη χάραξη του γράμματος αυτού στη γραφή του σχετικού Β4 (λέξη "ξένα") και στην από "..." επιστολή (λέξη "ξεχορίση" (4η σελίδα), στην γραφή επί της ατζέντας (...) (λέξη "εξάρχια") και στη γραφή σημειώματος ... (λέξη "εξοτερικά"). Το γράμμα "η" χαράσσεται κατά το συμβατικό μοντέλο με αρχική γωνιώδη χάραξη που προσομοιάζει το γράμμα "ν" και κάθετη ευθεία χάραξη της δεξιάς καθέτου, η οποία περατώνεται σε σημείο κάτωθεν της γραμμής βάσης. Όμοια χάραξη του "η" παρατηρείται και στην "..." επιστολή (πχ λέξη όλη, σελ.6) καθώς και στην από "17 γενάρι" επιστολή (βλ. λέξεις "αποστόλη" και "συνβένη"). Το γράμμα "χ" χαράσσεται κατά το τυπογραφικό μοντέλο, με ευμεγέθεις χαράξεις που περατώνονται κάτωθεν της γραμμής βάσης. Οι χαράξεις αυτές διασταυρώνονται χαρακτηριστικά επί της έντυπης γραμμής της κόλλας. Η από τα δεξιά στα αριστερά χάραξη, περατώνεται χωρικά σε κατώτερο σημείο από την χάραξη από τα αριστερά στα δεξιά. Η χάραξη αυτή ιδιάζει με τη χάραξη του γράμματος αυτού στη γραφή της "..." επιστολή (πχ λέξη όλη, σελ.6) από "17 γενάρι" επιστολής (λέξη "χεριτισμούς", "στενοχορίση", "στενοχορέθηκα" κ.ο.κ.). Τόσο στην κρινόμενη διαθήκη όσο και στις γνήσιες γραφές της Δ. Τ. εμφανίζεται πολυμορφικότητα στη χάραξη του γράμματος "κ", το οποίο χαράσσεται ως "κ" και "u". To γράμμα "ρ" χαράσσεται με μία κίνηση που δημιουργεί στρογγυλό και τη ροπαλοειδή διαγώνια του γράμματος, η οποία κλίνει στα δεξιά. Ο σύνδεσμος "και" της κρινόμενης διαθήκης χαράσσεται με καλλιγραφικό γράμμα "u" το οποίο συνδέεται με το γράμμα "α". Στον δέκατο στίχο της κρινόμενης διαθήκης το γράμμα "ι" χαράσσεται χωρίς σύνδεση με το "α" ενώ στον έκτο στίχο χαράσσεται συνδεδεμένο με το γράμμα "α". Επί του συνδέσμου τίθεται τόνος. Ο σύνδεσμος αυτός χαράσσεται κατερχόμενος. Η σύνδεση των τριών γραμμάτων του "και" παρατηρείται σταθερά και στις γραφές του συγκριτικού υλικού (ενδεικτικά έγγραφο Β4, 140ς και 16ος στίχος, από "..." επιστολή, 10ος στίχος, από 17 γενάρι" επιστολή 70ος και 10ος στίχος), όπου ο σύνδεσμος χαράσσεται κατερχόμενος και φέρει τόνο. Παρατηρείται σύνδεση των γραμμάτων "τ" και "ρ", με χάραξη απλοποιημένου "τ" σε μία κίνηση και ακολούθως της χάραξης του "ρ" με κίνηση από τα αριστερά που δημιουργεί ημικύκλιο με δεξιόστροφη κίνηση και την κεκλιμένη στα δεξιά κάθετο του "ρ" (λέξη "..." και "Δ." 30ς στίχος). Η σύνδεση αυτή παρατηρείται και επαναλαμβάνεται πιστά στις γραφές του συγκριτικού υλικού (λ.χ. λέξη "τριάδος" ..., "..." ..., "..." ..., "τραβατε" 5η σελίδα και "..." 1η σελίδα της από "Εν ... τη 27" επιστολής). Ο αριθμός "8" χαράσσεται με μία κίνηση η οποία άρχεται από τα άνω και στρέφει αρχικά στα αριστερά και με την οποία δημιουργείται άνω κυκλικός σχηματισμός και κάτω ωοειδής, περισσότερο στενόμακρος και κεκλιμένος στα δεξιά ωοειδείς σχηματισμός. Η με τον τρόπο αυτό χάραξη του αριθμού παρατηρείται και στις γραφές του συγκριτικού υλικού (σχετ. ... "...", ..."). Σημειώνεται ότι το δέκατο γράμμα "ο" της λέξης "Φεβρουαρίου" χαράσσεται με λιγότερο γραφικό τρόμο από τα υπόλοιπα γράμματα της γραφής και με ιδιωματική χάραξη που δημιουργεί στρογγυλό και μικρή διαγώνια στα αριστερά. Όμοια και χωρίς γραφικό τρόμο χάραξη του "ο" εντοπίστηκε και στην πλησιόχρονη της κρινόμενης διαθήκης χάραξη της από "17 γενάρι" επιστολής στη χάραξη των λέξεων "αγαπο" και "στο". Σημειώνεται επίσης, ότι εμφανίζεται ιδιομορφία στη χάραξη του γράμματος "σ" της λέξεως "σίμερα" του δεύτερου στίχου της κρινόμενης διαθήκης και της λέξεως "Τ." στον τρίτο στίχο της κρινόμενης διαθήκης, το οποίο χαράσσεται και προσομοιάζει με το γράμμα "δ" της γραφής της κρινόμενης διαθήκης. Η διαφορετικότητα στη χάραξη του γράμματος αυτού εξηγείται ως ατύχημα της γραφής, καθώς δεν εντοπίζεται οπουδήποτε αλλού στην κρινόμενη διαθήκη, αν και το γράμμα αυτό χαράσσεται δέκα φορές. Το γράμμα "σ" της γραφής της κρινόμενης διαθήκης, κατά τα λοιπά χαράσσεται απλοποιημένο ως "6", όπως και στις γραφές του συγκριτικού υλικού.

Συνεπώς μετά τη συγκριτική αντιπαραβολή της γραφής της κρινόμενης διαθήκης και του συνόλου των εγγράφων του συγκριτικού υλικού, και αφού λάβαμε υπ’ όψιν το πλήθος των ομοιοτήτων και τον ελάχιστο αριθμό και την ποιότητα των διαφορών, καταλήγουμε στο κοινό συμπέρασμα ότι η γραφή που περιέχεται στην κρινόμενη διαθήκη έχει χαραχτεί από τη Δ. Τ. του Γ....", Περαιτέρω, επί των ειδικών χαρακτηριστικών της υπογραφής της διαθέτιδας, οι ως άνω πραγματογνώμονες αναφέρουν "...Η κρινόμενη υπογραφή άρχεται με τη χάραξη συμπλέγματος των γραμμάτων "Τ", "Δ" και "σ", το οποίο είναι αναλογικά μεγαλύτερου μεγέθους από τα υπόλοιπα γράμματα της υπογραφής (εκτείνεται καθ’ ύψος), όπως και στις υπογραφές του συγκριτικού υλικού. Αρχικά δημιουργείται η ανερχόμενη ευμεγέθης οριζόντια του "Τ". Με νέα κίνηση δημιουργείται η κάθετη του "Τ", η οποία χαράσσεται ελαφρώς κεκλιμένη στα δεξιά, ακολούθως θηλιά στα αριστερά και στη συνέχεια ωοειδές μόρφωμα, που άρχεται και περατώνεται επί της κίνησης προς τα δεξιά και χαράσσεται επί της καθέτου του γράμματος. Το μόρφωμα αυτό προφανώς παριστάνει το γράμμα "Δ". Στις υπογραφές που είναι πλησιόχρονες με αυτή της κρινόμενης διαθήκης, το μόρφωμα του "Δ" εμφανίζεται τρομώδες και με έλλειψη σαφούς μορφής. Ακολούθως με την αυτή κίνηση χαράσσεται το γράμμα "σ" με τη δημιουργία κλειστής-τυφλής ωοειδούς άνω θηλιάς στον άνω χώρο του γράμματος που καταλήγει στη χάραξη κάτω στρογγυλού. Η ως άνω χάραξη του συμπλέγματος απαντάται πιστά στις υπογραφές του συγκριτικού υλικού. Το γράμμα "ρ" της υπογραφής χαράσσεται με κλειστό άνω κύκλο και μικρή ροπαλοειδή κεκλιμμένη στα δεξιά κάθετο. Η κάθετος αυτή είναι μικρότερου αναλογικά μεγέθους από τις ροπαλοειδείς απολήξεις του γράμματος "ρ" της γραφής. Όμοια κατά τη μορφή και το μέγεθος κάθετος συναντάται στις υπογραφές του υπ’ αριθμ. .../1983 συμβολαίου (σχετ. ...), όπου στο αποληκτικό σημείο παρατηρείται μεγαλύτερη έκχυση μελάνης, όπως και στην υπογραφή της κρινόμενης διαθήκης. Τα γράμματα "α" χαράσσονται με επαναστροφική κίνηση, η οποία έπειτα δημιουργεί την κάθετη του γράμματος, όπως και στις γνήσιες υπογραφές. Στην κρινόμενη διαθήκη τα γράμματα "α" χαράσσονται τρομώδη και μάλιστα το δεύτερο γράμμα "α" με ατύχημα κατά την υπογραφή. Στην κρινόμενη υπογραφή το γράμμα "κ" χαράσσεται ως "u". Όπως ανωτέρω αναλύθηκε (σελ.23) η Δ. Τ. χάραζε το γράμμα "κ" με πολυμορφικότητα, και ως "u". Χάραξη του γράμματος "κ" της υπογραφής ως "u" εντοπίζεται στην από 20/12/1988 αίτηση προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (σχετ.Γ1), στην από 8/11/2002 αίτηση προς τη διοίκηση του ΟΓΑ (σχετ. Γ2), στην πρώτη υπογραφή του υπ’ αριθμ. .../1983 συμβολαίου (σχετ. ...), στο υπ’ αριθμ. .../1977 δελτίο ταυτότητας (σχετ. Γ5), στην από 11/12/1988 δήλωση ή βεβαίωση (σχετ.Γ8). Στις ανωτέρω υπογραφές του συγκριτικού υλικού το γράμμα "κ" φέρει αρχική γραμμή στα αριστερά, όπως και το γράμμα της κρινόμενης διαθήκης. Μάλιστα στην υπογραφή επί της από 8/11/2002 αίτησης προς τη διοίκηση του ΟΓΑ (σχετ. Γ2) χαράσσεται μικρή τριχοειδής γραμμή στην έναρξη, όπως και στην κρινόμενη διαθήκη. Το γράμμα "λ" χαράσσεται όπως το γράμμα "λ" της γραφής και ισχύουν για αυτό ότι ανωτέρω προελέχθησαν για τη γραφή του "λ". Το γράμμα "η" χαράσσεται με αρχική επικαλυπτόμενη χάραξη, δημιουργία καμπύλης που περατώνεται στα δεξιά, σε κατώτερο χωρικά σημείο από το αρχικό, μικρή κίνηση και σχηματισμό της τελικής καθέτου, στο πέρας της οποίας δημιουργείται μικρή επικάλυψη. Τα γραφολογικά αυτά σημεία αποτυπώνονται στις υπογραφές του συγκριτικού υλικού, στις οποίες το "η" χαράσσεται με πολυμορφικότητα (βλ. την από "17 γενάρι" επιστολή, λέξεις "στη", "θέση"). Το γράμμα εμφανίζεται παραμορφωμένο, εξαιτίας του γραφικού τρόμου προσομοιάζει δε στη χάραξη του με τα γράμματα "η" του κειμένου της διαθήκης, στα οποία σχηματίζεται στατική τελεία ή και μικρή επικάλυψη στο τέλος.

Σημειώνεται ότι στην υπό κρίση υπογραφή, δεν υπάρχει σύνδεση των γραμμάτων "α-ρ", αν και αυτή η σύνδεση απαντάται κατά βάση στις γνήσιες υπογραφές της Δ. Τ.. Εντούτοις, στο συγκριτικό υλικό περιέχονται υπογραφές της Δ. Τ., σε δημόσια-επίσημα έγγραφα, χωρίς τη σύνδεση αυτών των γραμμάτων (βλ. υπογραφή στο τελευταίο φύλλο του υπ’ αριθμ. .../83 συμβολαίου (σχετ....), υπογραφή στη "δήλωση γάμου" της Ιεράς Μητρόπολης ... (σχετ. Β6).

Συνεπώς, μετά τη συγκριτική αντιπαραβολή της υπογραφής της κρινόμενης διαθήκης και του συνόλου των υπογραφών του συγκριτικού υλικού, και αφού λάβαμε υπ’ όψιν το πλήθος των ομοιοτήτων και τον ελάχιστο αριθμό και την ποιότητα των διαφορών, καταλήγουμε στο κοινό συμπέρασμα ότι η υπογραφή που περιέχεται στην κρινόμενη διαθήκη έχει χαραχτεί από τη Δ. Τ. του Γ....". Περαιτέρω, στο συμπέρασμα της από 12.8.2011 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης (διενεργηθείσας κατόπιν της αριθμ. ...2011 πράξης του Πταισματοδίκη Άρτας) του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π. Τ., σημειώνεται ότι "...Η από 8-2-2002 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Δ. Τ. εντάσσεται στη γραφική και υπογραφική συνήθεια αυτής (Τ.) και με βεβαιότητα είναι γνήσια, τόσο ως προς το κείμενο, όσο και ως προς την υπογραφή της. Το κείμενο είναι ομοιογενές σε όλους τους γραφικούς στίχους από πλευράς δομής γραμμάτων και λοιπών γραφολογικών γνωρισμάτων, πλην της έντασης του γραφικού τρόμου. Αυτός εντείνεται προοδευτικά από τον πρώτο γραφικό στίχο και μέχρι την υπογραφή της διαθήκης, στοιχείο που κρίνεται φυσιολογικό, αν ληφθεί υπόψη η προχωρημένη ηλικία της διαθέτιδος και ψυχοσωματικοί παράγοντες που επηρεάζουν συνήθως τη σύνταξη της διαθήκης...". Τέλος, ως προς το θέμα της γνησιότητας της επίδικης διαθήκης, όπως προαναφέρθηκε, διατάχθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη δυνάμει της αριθμ. 30/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την πραγματογνωμοσύνη αυτή διενήργησε ο Δ. Π., ειδικός δικαστικός γραφολόγος, τέως δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, ο οποίος συνέταξε την από 11.12.2008 έκθεσή του (βλ. αριθμ. ...18.12.2008 έκθεση εγχειρίσεως). Στην έκθεση αυτή επί του ζητήματος εάν η από 8.2.2002 ιδιόγραφη διαθήκη της φερομένης ως διαθέτιδας Δ. Τ. έχει γραφεί εξ ολοκλήρου από αυτή, ο εν λόγω πραγματογνώμονας διατυπώνει δυο μερικότερα συμπεράσματα. Κατά το πρώτο απ’ αυτά η γνώμη του είναι "...ότι η υπό έλεγχο ιδιόγραφη διαθήκη, από 8-2-2002, της Δ. Τ., δεν έχει γραφεί εξ ολοκλήρου από αυτή. Μόνον ο πρώτος στίχος του κειμένου της ανωτέρω επίδικης διαθήκης, που συμπεριλαμβάνει και τη χρονολογία της διαθήκης, δηλ. "σίμερα 8 φευρουαρίου 2002" [sic], έχει γραφεί ιδιοχείρως από τη Δ. Τ....". Κατά το δεύτερο μερικότερο συμπέρασμα "... η χρονολογία της υπό κρίση ιδιόγραφης διαθήκης, δηλαδή "σίμερα 8 φευρουαρίου 2002" [sic], έχει χαραχθεί ιδιοχείρως από τη φερόμενη ως διαθέτιδα Δ. Τ....". Εξάλλου, επί του ζητήματος περί του αν η υπογραφή κάτω από τη φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Δ. Τ. έχει τεθεί ιδιοχείρως από αυτή, ο εν λόγω γραφολόγος αναφέρει ότι "...Στην υπό κρίση υπογραφή, δεν μπορεί μόνο να αναγνωσθεί το αρχικό γράμμα του ονόματος της Δ. Τ. (Δ), που χαράσσεται με μεγάλο τρόμο, ως είδος μικρού Δ, στη βάση του αρχικού κεφαλαίου Τ του επωνύμου της...". Ως τρίτο μερικό συμπέρασμα ο εν λόγω πραγματογνώμων αναφέρει ότι "...Η γνώμη μου είναι ότι η υπογραφή στην υπό έλεγχο ιδιόγραφη διαθήκη, από 8-2-2002, δεν έχει χαραχθεί ιδιοχείρως από τη Δ. Τ....". Τέλος, ως καταληκτικό συμπέρασμα ο ίδιος πραγματογνώμων αναφέρει ότι "...1. Η υπό έλεγχο ιδιόγραφη διαθήκη, από 8-2-2002, της Δ. Τ., δεν έχει γραφεί εξ ολοκλήρου από αυτή. Μόνον ο πρώτος στίχος του κειμένου της ανωτέρω επίδικης διαθήκης, που συμπεριλαμβάνει και τη χρονολογία της διαθήκης, δηλ. "σίμερα 8 φευρουαρίου 2002" [sic], έχει γραφεί ιδιοχείρως από τη Δ. Τ.. 2. ... Η χρονολογία της υπό κρίση ιδιόγραφης διαθήκης, δηλαδή "σίμερα 8 φευρουαρίου 2002" [sic], έχει χαραχθεί ιδιοχείρως από τη φερόμενη ως διαθέτιδα Δ. Τ.. 3. ...Η υπογραφή στην υπό έλεγχο ιδιόγραφη διαθήκη, από 8-2-2002, δεν έχει χαραχθεί ιδιοχείρως από τη Δ. Τ..". Από τη συνεκτίμηση των προαναφερθεισών γραφολογικών πραγματογνωμοσυνών, εκείνη μεν των διορισθέντων από το δικαστήριο αυτό Χ. Σ. και Μ. Γ.-Ν. περιλαμβάνει το τελικό συμπέρασμα αυτών κατά το οποίο η κρινόμενη διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί από τη διαθέτιδα Δ. Τ. του Γ., αυτή δε του διορισθέντος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Δ. Π. περιλαμβάνει το συμπέρασμα ότι από τη διαθέτιδα έχει γραφεί μόνο ο πρώτος στίχος του κειμένου της διαθήκης που συμπεριλαμβάνει και τη χρονολογία της, ενώ ως προς τα λοιπά και ως προς την υπογραφή, αυτή δεν έχει γραφεί και υπογραφεί ιδιοχείρως από τη Δ. Τ.. Συνακόλουθα, και κατά την έκθεση των πραγματογνωμόνων Χ.Σ. και Μ.Γ.- Ν., η διαθήκη είναι έγκυρη, δεδομένου ότι έχει γραφεί καθ’ ολοκληρίαν και υπογραφεί από τη διαθέτιδα, ενώ κατά την έκθεση του πραγματογνώμονα Δ.Π. η διαθήκη έχει γραφεί μερικώς από την ως άνω διαθέτιδα και ειδικότερα κατά τον πρώτο στίχο της και κατά τη χρονολογία της.

Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και μετά από συνεκτίμηση των εκθέσεων γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που αναφέρθηκαν παραπάνω, οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η από 8.2.2002 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιωσάσης στα Ιωάννινα στις 28.10.2005 Δ. Τ. του Γ., έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι της, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε απ’ αυτήν. Επομένως η διαθήκη αυτή είναι καθόλα τα στοιχεία της έγκυρη και ως εκ τούτου έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του εφεσιβλήτου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή, δίκασε αυτήν εκ νέου και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. ‘ Ετσι κρίνοντας το Εφετείο εξετίμησε ανελέγκτως τις προσκομισθείσες αποδείξεις και ειδικότερα τις μαρτυρικές καταθέσεις, το περιεχόμενο των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης που διεξήχθησαν κατ’ επιταγή του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, που διεξήχθη κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης προς διαπίστωση ποινικού αδικήματος αφορώντος τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης, των επί των εκθέσεων αυτών γνωμοδοτήσεων των διορισθέντων τεχνικών συμβούλων και των με επιμέλεια των διαδίκων προσκομισθεισών γραφολογικών γνωμοδοτήσεων και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί εγκυρότητας της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης χωρίς να παραβιάσει τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα προμνημονευθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 και 180 ΑΚ. Η απόδοση μεγαλύτερης βαρύτητας σε κάποια από τις έχουσες ίση αποδεικτική δύναμη εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης ή εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων ή γνωμοδοτήσεις γραφολόγων ανήκει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ο αναιρεσείων εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι οι διαταχθείσες από τα δικαστήρια της ουσίας πραγματογνωμοσύνες (άρθρ. 368 ΚΠολΔικ) είναι μεγαλύτερης αποδεικτικής βαρύτητας από εκείνες που διεξάγονται στα πλαίσια ποινικής δίκης, ενώ αυτές είναι αποδεικτικά ισοδύναμες και οι μεν πρώτες λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη, οι δε δεύτερες προς έμμεση, ήτοι για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Προσέτι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματος της γραφής, χρονολογίας και υπογραφής ολόκληρης της ένδικης διαθήκης με το χέρι της διαθέτιδας, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, ενώ οι αναφερόμενες στην αξιολόγηση των γραφολογικών πραγ/νων αιτιάσεις και ιδιαίτερα εκείνων της Χ. Σ., Μ. - Γ. Ν., Δ. Π. και Π. Τ., πλήττουν την περί την εκτίμηση των αποδείξεων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αναιρέσεως, καθώς και ο από τον αριθμό 19 δεύτερος πρόσθετος λόγος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, καθώς και με αιτιάσεις του πρώτου πρόσθετου λόγου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 8 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο η ποινική πραγ/νη και η διεξαχθείσα κατ’ επιταγή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου γραφολογική πραγ/νη, δεν είναι ισόκυρες και ισοδύναμες, αφού πολιτική και ποινική δίκη είναι εντελώς ανεξάρτητες, αφού η μεν πρώτη έχει ως αντικείμενο την ακυρότητα ή μη της διαθήκης και η δεύτερη την τέλεση ποινικού αδικήματος, ενώ ως αποδεικτικό μέσο η ποινική πραγ/νη δεν έχει καμμία σχέση με την προβλεπόμενη και ρυθμιζόμενη από τον ΚΠολΔικ πραγ/νη και το ισχύον κατά τον κώδικα αυτό σύστημα των νομικών αποδείξεων, σε αντίθεση, με την αρχή της ηθικής απόδειξης που καθιερώνει το άρθρο 177 του ΚΠοινΔικ. Οι αιτιάσεις και των δύο αυτών λόγων και κατά το ερευνώμενο μέρος τους είναι απαράδεκτες, γιατί δεν αφορούν σε "πράγμα", υπό την έννοια της επικαλουμένης διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, δηλαδή σε αυτοτελή ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως και επομένως θεμελιώνει ή καταλύει το αίτημα της αγωγής, αλλά σε αποδεικτικά μέσα, τα οποία πρέπει μεν να αναφέρονται σε απόδειξη ισχυρισμών, αλλά δεν αποτελούν ισχυρισμούς κατά την προεκτεθείσα έννοια. Εξάλλου πρόκειται για αιτιάσεις αλυσιτελείς, στις οποίες το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, μη ιδρυομένου από την αιτία αυτή αναιρετικού λόγου. Ο ίδιος τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά τις ταυτόσημες αιτιάσεις τους, κατά τις οποίες το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11α του ίδιου άρθρου, γιατί έλαβε υπόψη την προαναφερθείσα ποινική πραγ/νη, η οποία είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ποινική πραγ/νη είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, ισοδύναμο και ισόκυρο με την πραγ/νη που διεξάγεται κατά τα άρθρα 368 επ ΚΠολΔικ και λαμβάνεται υπόψη για έμμεση απόδειξη, ήτοι για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ενόψει τούτων και οι λόγοι αυτοί, ως προς όλες τις αιτιάσεις τους, καθώς και η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2015 αίτηση και τους από 13-10-2015 προσθέτους λόγους του Δ. Ν. Τ. κατά των Ν. Τ. του Ι. και Α. Φ. του Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 349/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 618/2017

Σχόλια