Κτηματολογική Διόρθωση - Α.Π. 584/2016 - Η ανεπάρκεια των αιτιολογιών πρέπει να αφορά αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι επιχειρήματα και συμπεράσματα που αντλεί ο δικαστής από τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί. Η σύντομη, διατύπωση του αιτιολογικού δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, αρκεί τα πραγματικά περιστατικά να περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Κτηματολογική Διόρθωση
Έτος: 2016
Νούμερο: 584
Η ανεπάρκεια των αιτιολογιών πρέπει να αφορά αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι επιχειρήματα και συμπεράσματα που αντλεί ο δικαστής από τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί. Η σύντομη, διατύπωση του αιτιολογικού δεν αποτελεί...
λόγο αναιρέσεως, αρκεί τα πραγματικά περιστατικά να περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Β. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο Ανωνία Μαυρογεώργη-Πριονά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4778/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, και 3371/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 2-1-2015 αίτησή του

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 16-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ: Αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (ΚΠολΔ 106), συμφώνως, προς την οποία "Το δικαστήριο ενεργεί ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά". Ως αίτηση κατά την έννοια του ανωτέρω αριθμού 9 (άρθρ. 559 ΚΠολΔ) θεωρείται η αίτηση, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, αναίρεση επιτρέπεται κατ’ άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Η ασάφεια και ανεπάρκεια των αιτιολογιών, που συνιστά την πλέον συνήθη περίπτωση ελλείψεως νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, συμβαίνει, όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, την οποία στηρίζει το διατακτικό της, διότι ουσιώδες στοιχείο του εξεταζομένου λόγου αναιρέσεως είναι η έκθεση των περιστατικών, θετικών ή αρνητικών, που είναι στοιχεία της "ελάσσονος" προτάσεως του δικανικού συλλογισμού και όχι αιτιολόγηση του από τις αποδείξεις εξαγομένου πορίσματος. Η έλλειψη αυτή υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία το αποδεικτικό πόρισμα δεν διατυπώνεται με βεβαιότητα, αλλ’ ενδοιαστικώς. Η ανεπάρκεια δε των αιτιολογιών πρέπει να αφορά αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι επιχειρήματα και συμπεράσματα που αντλεί ο δικαστής από τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί, σημειουμένου εδώ, ότι η σύντομη, διατύπωση του αιτιολογικού δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως, αρκεί τα πραγματικά περιστατικά να περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα. Προσέτι, κατ’ άρθρ. 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", ήτοι, όταν το δικαστήριο δέχεται ότι αποδείχθηκε κάτι, χωρίς να αναφέρει ότι την κρίση του αυτήν μόρφωσε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, από εκείνα, που επιτρέπει ο νόμος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος της συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει βάσει των προταθέντων και αποδειχθέντων. Η εν θέματι περίπτωση υπάρχει, όταν για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα" δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή ελήφθη υπόψιν απόδειξη για άλλο θέμα ή αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από τον νόμο. Ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Έτι περαιτέρω, κατ’ άρθρ. 559 αρ.11γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο ... δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", τα οποία πρέπει να αφορούν σε απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ουσιώδεις δε ισχυρισμοί θεωρούνται εκείνοι που συνιστούν τις προϋποθέσεις γενέσεως (και επαγωγής) της διαγνωστέας έννομης συνέπειας, μη δημιουργουμένου λόγου αναιρέσεως σε περιπτώσεις ισχυρισμών επουσιωδών ή αλυσιτελών ή μη νομίμων ή απαραδέκτων ή μη εξετασθέντων από το δικαστήριο της ουσίας ή σε περίπτωση που ο ισχυρισμός είναι ουσιώδης ως προς την επάλληλη αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό στηρίζεται σε άλλη αιτιολογία επαρκώς.

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ανεπιτρέπτως επιδίκασε μη αιτηθέν αντικείμενο, υπό την έννοια, ότι ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητός του επί ακινήτου 226,44 μ2 με διόρθωση της ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής του επί τμήματος αυτού 163μ2 στην Κ.Π. του Δήμου ... Αττικής, ενώ το Εφετείο, μετ’ απόρριψη σχετικού λόγου εφέσεως, έκρινε ότι ορθώς εκτιμήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι επίδικο είναι τμήμα εκτάσεως 163μ2 εκ του ανωτέρω συνολικού εμβαδού, ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος ζητεί επ’ αυτού την αναγνώριση της κυριότητός του και την αντίστοιχη κτηματολογική διόρθωση. Περαιτέρω, το αναιρεσείον καταλογίζει, ότι στην προσβαλλομένη απόφασή του, διαλαμβάνονται ανεπαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά στο ζήτημα της καλής πίστεως στο πρόσωπο του απωτάτου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, ότι δεν αναφέρεται από ποια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται οι διακατοχικές πράξεις χρησιδεσποτείας αυτού και δεν ελήφθη υπόψιν το υπ’ αυτού (αναιρεσείοντος) επικληθέν και προσκομισθέν κτηματογραφικό διάγραμμα σε υπόβαθρο ορθοφωτοχάρτη έτους 1998 και ότι έτσι το εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στις κατ’ άρθρ. 559 αρ.9 ,19, 10 και 11γ’ ΚΠολΔ πλημμέλειες αντιστοίχως, κατά τα εκτιθέμενα στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο (τελευταίο) λόγους αναιρέσεως.

ΙΙΙ. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (το εναγόμενο δεν εξέτασε μάρτυρες), την υπ’ αριθ. ...22-4-2013 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας ένορκη βεβαίωση της Α. Μ., που προσκομίζει ο ενάγων, η οποία ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. υπ’ αριθ. ...17-4-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Α. Ν.) και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με το υπ’ αριθ. .../3-10-1975 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ιουλίας Σκούρτη - Στραπατσά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμος ...), σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. ...28-3- 1977 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... (τόμος ...), οι Α. Κ. του Ι. και Μ. συζ. Β. Κ. θυγ. Ι. και Ε. Κ. μεταβίβασαν λόγω πώλησης στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 226,44 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... ... Αττικής, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του παραπάνω Δήμου, το οποίο συνορεύει ανατολικά επί προσώπου 19,50 μ. με ιδιωτική οδό πλάτους 5 μέτρων, δυτικά επί πλευράς 21,30 μ. με ιδιοκτησία Σ. Α. Φ., βόρεια επί πλευράς 11,30 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Ε. Σ. και νότια επί πλευράς 11,85 μ. με αγροτική οδό πλάτους 6 μέτρων, και το οποίο αποτυπώνεται με τον αριθμό 1 στο από Μαΐου 1975 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Κ. Κ., που προσαρτάται στο ανωτέρω συμβόλαιο και επίσης με τα στοιχεία ... στο από Αυγούστου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο ενάγων, το οποίο εκπονήθηκε με βάση το σύστημα συντεταγμένων του Εθνικού Κτηματολογίου (...). Το παραπάνω αγροτεμάχιο αποτελεί τμήμα ευρύτερης εδαφικής εκτάσεως 792,17 τ.μ., που απεικονίζεται στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ. Μ., με τα στοιχεία .... Το εν λόγω μείζον αγροτεμάχιο των 792,17 τ.μ., περιήλθε στην κυριότητα των πωλητών, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, κατά μεν τα 3/4 εξ αδιαιρέτου λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της αποβιωσάσης στις 31-5-1964 μητέρας τους Ε. συζ. Ι. Κ. το γένος Π. Φ., κατά δε το 1/4 εξ αδιαιρέτου λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 6-10-1971 πατέρα τους Ι. Κ. (στον οποίο είχε περιέλθει ως κληρονόμου της αποβιώσασας συζύγου του Ε. Κ.), την κληρονομιά των οποίων αποδέχθηκαν με την υπ’ αριθ. .../1975 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ως άνω συμβολαιογράφου Κρωπίας Ιουλίας Σκούρτη - Στραπατσά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο .... Στην Ε. συζ. Ι. Κ. το γένος Π. Φ. το παραπάνω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει δυνάμει του υπ’ αριθ. ...9-3-1964 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κρωπίας Λυκούργου Παπαγιαννάκου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τόμος ...), με το οποίο η τελευταία διένειμε με τα αδέλφια της Α., Ν. και Κ. Φ. την επαχθείσα σε αυτούς εξ αδιαθέτου κληρονομιά της αποβιώσασας στις 4-1-1964 μητέρας τους Κ. χήρας Π. Φ. το γένος Ν. Κ., την κληρονομιά της οποίας είχαν αποδεχθεί με την υπ’ αριθ. ...9-3-1964 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ως άνω συμβολαιογράφου Κρωπίας Λυκούργου Παπαγιαννάκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τόμος ...). Στην Κ. χήρα Π. Φ. το γένος Ν. Κ. είχε περιέλθει ως τμήμα αγρού εκτάσεως 3,5 στρεμμάτων δυνάμει του υπ’ αριθ. ...17-3-1921 συμβολαίου διανομής κληρονομιαίας περιουσίας του συμβολαιογράφου Κρωπίας Περικλέους Κάλλαρη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Κρωπίας (τόμος ...), από τον αποβιώσαντα τον Νοέμβριο του έτους 1919 πατέρα της Ν. Γ. Κ., ο οποίος δεν κατέλιπε διαθήκη, και στον οποίο ο εν λόγω αγρός περιήλθε κατόπιν αγοράς τούτου, πριν το έτος 1873, από τον Σ. Γ.. Ο Ν. Γ. Κ. εγκαταστάθηκε στη νομή της ανωτέρω ιδιοκτησίας του, τμήμα της οποίας αποτελεί και η επίδικη, τουλάχιστον από το έτος 1873, και έκτοτε την χρησιμοποιούσε αναμφισβήτητα συνεχώς και αδιαταράκτως, ασκώντας σε αυτή διακατοχικές πράξεις περίφραξης, καθαρισμού και καλλιέργειας, με νόμιμο τίτλο, διάνοια κυρίου και καλή πίστη, πιστεύοντας ακράδαντα ότι έχει αγοράσει από αληθινό κύριο με νόμιμο τίτλο, και ότι δεν προσέβαλε δικαίωμα κυριότητας άλλου στην, παραπάνω εδαφική έκταση.

Συνεπώς ο τελευταίος έχει καταστεί αναμφισβήτητα κύριος της εν λόγω εδαφικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ότι το παραπάνω ακίνητο ανήκε στην κυριότητά του, η άσκηση όπως αποδείχθηκε πράξεων νομής από τον Ν. Γ. Κ., με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, τουλάχιστον από το έτος 1873, ήτοι πλέον της τριακονταετίας έως την 11-9-1915, καταλύει την τυχόν προϋπάρχουσα κυριότητα του Δημοσίου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη (αριθ. 2). Περαιτέρω τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις ασκούσαν επί του επιδίκου και οι καθολικοί διάδοχοι αυτού (Ν. Κ.), καθώς και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος Α. Κ. του Ι. και Μ. συζ. Β. Κ. το γένος Ι. Κ. μέχρι την πώληση τούτου στον ενάγοντα το έτος 1975, ενώ όλα αυτά τα χρόνια, δεν προέβαλε κανένας δικαιώματα στο ακίνητο αυτό, ούτε το Δημόσιο. Επιπροσθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, από το έτος 1975, ασκεί πράξεις νομής επ’ αυτού με διάνοια κυρίου και ειδικότερα έχει προβεί σε περίφραξη αυτού και επιμελείται αδιαλείπτως για τον καθαρισμό του, ενώ κατασκεύασε εντός αυτού αυθαίρετο κτίσμα επιφανείας 33,76 τ.μ., το οποίο δήλωσε στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 720/1977 και για το οποίο εν τέλει εκδόθηκε ο υπ’ αριθ. .../26-10-1978 τίτλος οριστικής μη κατεδάφισης αυθαιρέτου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Διαμερίσματος Ανατολικής Αττικής. Από όλα όσα ανωτέρω εκτέθηκαν προκύπτει αναμφισβήτητα ότι ο ενάγων έχει καταστεί κύριος αυτού (επιδίκου) ήδη από το έτος 1975, αφού απέκτησε τούτο με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο από κυρίους, οι οποίοι στήριζαν το δικαίωμα κυριότητάς τους επ’ αυτού σε νόμιμα μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο και με αγορά από κύριο τούτου. Στην περιοχή του ακινήτου εφαρμόζεται από 27-4-2006 το Εθνικό Κτηματολόγιο. Κατά την σύνταξή του το παραπάνω αγροτεμάχιο καταχωρήθηκε σε δύο διαφορετικούς ΚΑΕΚ γεωτεμαχίων και ειδικότερα α) ως γεωτεμάχιο εμβαδού 61 τ.μ. στον ΚΑΕΚ ... όπου φέρεται ως ιδιοκτησία του ενάγοντος και β) ως γεωτεμάχιο εμβαδού 163 τ.μ. στον ΚΑΕΚ ...,όπου φέρεται ότι ανήκει στην κυριότητα του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου (επίδικο). Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, ο ενάγων έχει αποκτήσει την κυριότητα και επί του ως άνω υπό στοιχ. β’ γεωτεμαχίου (επιδίκου). Σημειωτέον ότι το Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αντίστοιχους λόγους εφέσεως επιπροσθέτως ισχυρίσθηκε ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου αυτού α) επειδή τούτο ανήκε στο οθωμανικό Δημόσιο, άλλως σε οθωμανούς πολίτες που δεν διατήρησαν την κατοχή του κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου έτους 1830 και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", β) επειδή ήταν δάσος κατά τη θέση σε ισχύ του Β.Δ. από 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών" και οι ιδιοκτήτες του δεν προσκόμισαν τους τίτλους τους στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός έτους από την εφαρμογή του ως άνω Β.Δ., γ) επειδή ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, για την επικαρπία του οποίου ουδείς κατείχε ταπί, όπως ορίζεται με το άρθρο 1 του Β.Δ. από 3/15-12-1833, δ) ως αδέσποτου κατά το άρθρο 16 του Β.Δ. από 10-7-1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", ε) επειδή νεμόταν αυτό διανοία κυρίου από τη σύστασή του μέχρι σήμερα, φυλάσσοντας, αναδασώνοντας το ακίνητο και εκδίδοντας πράξεις χαρακτηρισμού και πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, επειδή ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου του Ν. Γ. Κ., που επικαλείται ο ενάγων, καταλύει, όπως προαναφέρθηκε, την τυχόν προϋπάρχουσα κυριότητα του Δημοσίου. Ομοίως δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ειδικότερος ισχυρισμός, που προβάλλει το εναγόμενο με την έφεσή του (και με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), κατά τον οποίο το επίδικο, βρίσκεται εντός μείζονος εδαφικής έκτασης 2.715,20 τ.μ., που αποτελεί δημόσια δασική έκταση και έτσι εμφαίνεται στον Προσωρινό Κτηματικό Χάρτη (Π.Κ.Χ.) της περιοχής του Δήμου ... Αττικής, που αναρτήθηκε την 9-9-1985 και εμπίπτει εντός της έκτασης που στον Προσωρινό Κτηματολογικό Πίνακα (Π.Κ.Π.) που τον συνοδεύει χαρακτηρίζεται ως δασική, ο οποίος (χάρτης) παραμένει σε ισχύ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 16 του Ν. 2664/1998, ακόμη και αν αυτός ο ισχυρισμός υποτεθεί αληθής, αφού με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι 11-9-1915 σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, καταλύεται ,η κυριότητα του τελευταίου και επί δασικών εκτάσεων, οι οποίες δεν ήταν ανεπίδεκτες χρησικτησίας μέχρι την πιο πάνω χρονολογία. Και τούτο, πέραν του ότι αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε εμφάνιζε δασική βλάστηση αλλά ανέκαθεν ήταν γεωργική. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται κυρίως στην προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα μελέτη φωτοερμηνείας του δασολόγου-περιβαλλοντολόγου Ε. Σ., ο οποίος κατόπιν φωτοερμηνείας των αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, των ετών 1945, 1960, 1962, 1969, 1972, 1978, 1988 (ενόψει της αδυναμίας μελέτης προγενέστερων αεροφωτογραφιών λόγω κακής τους ποιότητας και έλλειψης των στοιχείων μηχανής και κλίμακας, με συνέπεια να μην μπορεί να παραχθεί Ορθοφωτοχάρτης) και των Ορθοφωτοχαρτών του έτους 1997 του Υπουργείου Γεωργίας και 2007 του Κτηματολογίου ΑΕ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην επίδικη ιδιοκτησία "δεν εμφανίζονται σε καμία χρονολογία δείγματα δασικής βλάστησης ξυλώδους μορφής ικανής φυτοκάλυψης ώστε να χαρακτηρίζεται η έκταση ως δασική. Αντίθετα ολόκληρη η περιοχή του κτήματος ήταν πάντοτε γεωργική στο σύνολο της". Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ακολούθως έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και όσα εκθέτει το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με τους τρίτο μέχρι και έκτο λόγους εφέσεως, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς εκτίμησε τα αιτήματα της αγωγής και ειδικότερα ορθώς εκτίμησε ότι επίδικο είναι τμήμα εκτάσεως 163 τ.μ. εκ του ανωτέρω αγροτεμαχίου του ενάγοντος, συνολικής εκτάσεως 226,44 τ.μ., το οποίο (επίδικο) έχει καταχωρηθεί ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου ... με ΚΑΕΚ ..., και ότι ο ενάγων ζητεί να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς του επί του επιμέρους εδαφικού τμήματος εκτάσεως 163 τ.μ. του ανωτέρω αγροτεμαχίου και να διορθωθεί αντίστοιχα η ως άνω αρχική ανακριβής εγγραφή τούτου στα εν λόγω βιβλία. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί διόρθωσης μη αιτούμενης κτηματολογικής εγγραφής (όπως και ο σχετικός πρώτος λόγος της εφέσεως) είναι αβάσιμος και απορριπτέος".

IV. Από τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα και επιτρεπτώς επισκοπηθέντα καταδεικνύεται η αβασιμότης των λόγων (όλων των προαναφερομένων) αναιρέσεως. Αναλυτικότερα: Αδιστάκτως προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επικέντρωσε την δικανική του κρίση στα και πρωτοδίκως κατ’ ορθή εκτίμηση 163μ2 ως τμήματος διαφιλονικουμένου ήδη και κτηματογραφηθέντος επ’ ονόματι του νυν αναιρεσείοντος, το οποίον περαιτέρω (εδαφικό αυτό τμήμα) αποτελεί μέρος μεγαλύτερης εκτάσεως (κατ’ ακριβή καταμέτρηση) 224μ2, συμφώνως προς τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Έτι περαιτέρω, ουδεμία εμφιλοχώρησε ανεπάρκεια στις αιτιολογίες του εν λόγω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίον ανέπτυξε το πόρισμά του με ειρμό ορθότητος και χωρίς παλινδρομήσεις προέβη στην αναδρομή των ιστορικών δεδομένων με την προσήκουσα αναλυτικότητα, κατά τα δεκτά υπ’ αυτού γενόμενα. Ωσαύτως, με σαφήνεια εστίασε (και μορφοποίησε) την δικανική του συνείδηση στα επικληθέντα και προσκομισθέντα υπό των διαδίκων αποδεικτικά μέσα ("ντοκουμέντα"), χωρίς διολίσθηση σε αναπόδεικτες παραδοχές. Ακόμη, το Εφετείο σχημάτισε την (επηρεάσασα) την έκβαση της δίκης κρίση του επί τη βάσει (της καταθέσεως του μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου και) όλων των μετ’ επικλήσεως εγγράφων, τα οποία ενώπιόν του είχαν προσκομισθεί, μη προκύψαντος ότι δεν έλαβε υπόψιν του το έγγραφο, το οποίον στον τέταρτο (τελευταίο) λόγον αναιρέσεως, ως το αναιρεσείον μέμφεται (αδοκίμως όμως), ότι δεν ελήφθη υπόψιν.

V. Κατά συνέπεια μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση, λόγου αναιρέσεως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχήν του αιτήματός του, στο ηττώμενο αναιρεσείον, κατ’ άρθρο 176, 183, 191§2, ΚΠολΔ, 22 ν.3693/1957 ως ισχύει, συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 3371/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 584/2016

Σχόλια