Λόγος αναίρεσης διότι δεν ελήφθη υπόψη ένορκη βεβαίωση - Α.Π. 580/2016 - Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Λόγος αναίρεσης διότι δεν ελήφθη υπόψη ένορκη βεβαίωση
Έτος: 2016
Νούμερο: 580
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που ..
επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Ι. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. Μ. και 2)Χ. Κ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: α)από 1/4/1994 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, β) από 30/9/1994 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 17/1/1994 πρόσθετη παρέμβαση του Θ. Π., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 7/11/2014 αίτησή του.

Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 6ης Μαΐου 2015 με αριθμό πινακίου 13. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 242/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η σημερινή για την επανασυζήτηση της υπόθεσης..

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 20-4-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος, Αρεοπαγίτου Μαρίας Βαρελά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και σε καταφατική περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β’ του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 7/11/2014 αίτηση του Κ. Ν. κατά των Π. Μ. και Χ. Μ. για αναίρεση της 85/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 6/5/2015, που ορίστηκε με την πράξη του Προέδρου του Γ’ πολιτικού τμήματος Ιωάννη Σίδερη, επέσπευσε ο αναιρεσείων, ο οποίος επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον τελευταίο ... /28.1.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Κ.. Στη συνέχεια, εξαιτίας της παραίτησης από την υπηρεσία του Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία είχε προεδρεύσει ο ίδιος, και της αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ’ αυτής, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου για επανασυζήτηση και ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21.9.2016) με την 242/2015 πράξη του Προέδρου του Γ’ πολιτικού τμήματος Ιωάννη Γιαννακόπουλου. Ακριβές αντίγραφο της πράξης αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους, με την επιμέλεια της γραμματείας του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από τα από 29/3/2016 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή των δικαστηρίων Ε. Π.. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο κατά την αρχική όσο και κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά τις οποίες η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι μεταξύ άλλων και οι ένορκες βεβαιώσεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ. ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Εξάλλου, με το άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ. β’ ΚΠολΔ ορίζεται ότι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευσή του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, για να παραστεί κατά την εξέταση του μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο του υποστατού των ενόρκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται με αφορμή τη δίκη, κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται, και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, αν δεν υπάρχει το στοιχείο αυτό, η έλλειψη του οποίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Στην κλήση πρέπει να ορίζεται, μεταξύ άλλων, ο ακριβής τόπος και χρόνος της εξέτασης, διαφορετικά η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη. Επίσης, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι στην περίπτωση που οι αντίδικοι είναι πλείονες, ακόμη και αν μεταξύ τους υπάρχει απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να κλητευθούν όλοι, εκτός αν τα με την ένορκη βεβαίωση εκτιθέμενα αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο ορισμένου από τους ομοδίκους. Διαφορετικά η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε και έναντι εκείνου που τυχόν κλητεύθηκε να παραστεί. Περαιτέρω για να ιδρυθεί ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να είχε γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση των στοιχείων της ένορκης βεβαίωσης (αριθμός, όργανο ενώπιον του οποίου έγινε, κλήτευση του αντιδίκου ή παράσταση αυτού κατά την εξέταση του μάρτυρα) με τις προτάσεις του διαδίκου που την προσκόμισε, ενώ για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να καθορίζεται, μεταξύ άλλων, στο αναιρετήριο και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε η ένορκη βεβαίωση. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τη με αριθμό .../29.11.1995 ένορκη βεβαίωση του Ι. Ν. που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ταμυνέων (Αλιβερίου) Ασπασίας Γιαννοπούλου και την οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο ίδιος στην κατ’ έφεση δίκη, "προκειμένου να αποδείξει το αβάσιμο των ισχυρισμών των αντιδίκων (αναιρεσίβλητων), ως προς τα όρια του ακινήτου του και τη διενέργεια επ’ αυτού πράξεων νομής και κατοχής". Ωστόσο, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι η επίμαχη ένορκη βεβαίωση, από το περιεχόμενο της οποίας δεν προκύπτει ότι διαλαμβάνει περιστατικά που αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο ενός από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος Π. και Χ. Μ. (αναιρεσιβλήτων), δόθηκε χωρίς την παρουσία των τελευταίων, από τους οποίους ο μεν πρώτος δεν κλήθηκε καθόλου για να παραστεί κατά την εξέταση του πιο πάνω μάρτυρα, ο δε δεύτερος κλήθηκε για να παραστεί σε διαφορετική ημερομηνία (30.11.1995) από εκείνη (29.11.1995) όπου δόθηκε πράγματι η ένορκη βεβαίωση (βλ. την από 17.11.1995 εξώδικη γνωστοποίηση εξέτασης μάρτυρα και την .../27.11.1995 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ. Έ.), με αποτέλεσμα αυτή, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως το Εφετείο, το οποίο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε κατ’ ουσία την από 1.4.1994 διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν έκανε μνεία ότι έλαβε υπόψη την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια και συνεπώς πρέπει ν’ απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνο προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων που έχουν από το νόμο ορισμένη αποδεικτική δύναμη (άρθρα 352, 438-440, 447 ΚΠολΔ) και όχι ως προς εκείνα, τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ίδιου Κώδικα εκτιμώνται ελεύθερα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα τελευταία δε περιλαμβάνεται και η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε σε άλλη πολιτική δίκη, έστω και συναφή με τη δικαζόμενη. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της 27/1991 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρύστου περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, σχετικά με τη νομή επί του επίδικου τμήματος που βρίσκεται μεταξύ των αγροτεμαχίων των διαδίκων, με δεδομένο ότι αυτή αποτελεί δημόσιο έγγραφο δεσμευτικό για το δικάσαν δικαστήριο ως προς το μήκος της πρόσοψης του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, η οποία κατόπιν και της αυτοψίας που διενήργησε το πιο πάνω δικαστήριο ανέρχεται σε 33,50 μέτρα και όχι σε 46 μέτρα, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι και δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως όπως ειπώθηκε παραπάνω η επικαλούμενη απόφαση, έστω και αν εκδόθηκε επί συναφούς με την κρινόμενη υπόθεση δίκης, δεν αποτελεί επαυξημένης ισχύος αποδεικτικό μέσο δεσμευτικό για το δικαστήριο, αλλά έγγραφο που εκτιμάται ελευθέρως για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ερημοδικίας τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7/11/2014 αίτηση του Κ. Ν. για αναίρεση της 85/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 580/2016

Σχόλια