Επίδοση δικογράφου σε πρόσωπο που διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό - Α.Π. 571/2016 - Η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται είτε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται είτε σύμφωνα με τον τύπο ή τη διαδικασία που επιθυμεί ο επισπεύδων, αρκεί να μην αντιβαίνει στη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται η επίδοση και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Επίδοση δικογράφου σε πρόσωπο που διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό
Έτος: 2016
Νούμερο: 571
Η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται είτε σύμφωνα με τη...
νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται είτε σύμφωνα με τον τύπο ή τη διαδικασία που επιθυμεί ο επισπεύδων, αρκεί να μην αντιβαίνει στη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται η επίδοση και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Γ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Γιαννακάκι.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. συζ. Ν. Π. κατοίκου ..., 2)Α. θυγ. Ι. Κ., κατοίκου ..., 3)Φ. Σ. Ζ., κατοίκου ..., 4)Μ. χήρας Α. Κ., 5)Α. Α. Κ., 6)Ι. Α. Κ. κατοίκων ..., 7)Μ. Α. Γ., κατοίκου ..., 8)Ε. Β. Γ.-Γ., κατοίκου ..., 9)Ε. Φ. Λ., 10)Δ. Φ. Λ., 11)Ε. συζ. Σ. Κ., κατοίκων ... και 12) Ά. θυγ. Φ. Λ. κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 9ος,10ος,11ος,12ος, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Βρεττό, οι 7ος και 8ος δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και προσώπων μη μετεχόντων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:137/2001 του ιδίου Δικαστηρίου και 329/2005 του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα, με την από 3-3-2006 αίτησή της,

Εκδόθηκε η 1695/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επανήλθε προς συζήτηση η υπόθεση στο Εφετείο Δωδεκανήσου(Μεταβατική έδρα Κω) κατόπιν της αναιρετικής ως άνω.

Εκδόθηκε η 96/2013 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), όπως αυτή διορθώθηκε κατά το διατακτικό της με την υπ’ αριθμ. 88/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 11-11-2015 αίτησή της Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 22-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά την παρ.3 εδ.β’ του ίδιου άρθρου (που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/20.3.2013), αν στη δίκη μετείχαν περισσότεροι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι.

Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω κατά το άρθρο 134 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον Εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με το νόμο 1334/1983. Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδυνάμου δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ.1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στη σύμβαση αυτή τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Ειδικότερα, με τις διατάξεις της πιο πάνω Διεθνούς Συμβάσεως, η οποία σύμφωνα με την από 3/17.8.1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18.9.1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 5 και 6 της εν λόγω συμβάσεως, την οποία είχαν κυρώσει και οι ΗΠΑ, όταν πρόκειται να γίνει επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει σε συμβαλλόμενο κράτος η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται είτε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται είτε σύμφωνα με τον τύπο ή τη διαδικασία που επιθυμεί ο επισπεύδων, αρκεί να μην αντιβαίνει στη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται η επίδοση και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο. Επομένως κατά τις διατάξεις της παραπάνω διεθνούς συμβάσεως, η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στην επικράτεια ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, που γίνεται με επίσπευση υπηκόου του άλλου κράτους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέστηκε από την παράδοση στον Εισαγγελέα του επιδοτέου εγγράφου, αλλά απαιτείται και η κατά τον παραπάνω τρόπο απόδειξη ότι πράγματι η επίδοση έγινε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν. (Ολ.ΑΠ 22 - 26/2009). Εξ ετέρου η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων δεν είναι άκυρη και νόμιμα καλείται αυτός κατά τη συζήτηση, οι δε παραλαβόντες την κλήση ως κληρονόμοι του μπορούν να εμφανισθούν κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και να δηλώσουν τον θάνατο οπότε ή θα επέλθει βίαιη διακοπή της ή θα συνεχιστεί η δίκη από αυτούς μετά από σχετική δήλωσή τους (αρθρ.287 και 290 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο δέκατος αναιρεσίβλητος Δ. Φ. Λ. παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρο του Νικολάου Βρεττού, ο οποίος επικαλείται για την απαιτουμένη κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ ρητή προς τούτο πληρεξουσιότητα, το υπ’ αριθμ....4.10.2007 πληρεξούσιο του εκτελούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Γενικού Προξένου της Ελλάδας της Πολιτείας Φλώριδας των ΗΠΑ, χωρίς όμως να το προσκομίζει. Επομένως ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν παρίσταται νόμιμα και γι αυτό πρέπει να ερευνηθεί αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Από την προσκομιζόμένη από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ....7-3-2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Αθηνών Σ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκαν στις 7.3.2016 στον Εισαγγελέα του παρόντος δικαστηρίου, ώστε να κινηθεί από αυτόν η κατά την Σύμβαση της Χάγης διαδικασία για την επίδοσή τους στον διαμένοντα στη Φλώριδα των ΗΠΑ και σε γνωστή διαμονή 10ο αναιρεσίβλητο Δ. Φ. Λ.. Πλήν όμως από την προσκομιζόμενη από 21.4.2016 βεβαίωση του άρθρου 6 της παραπάνω Διεθνούς Συμβάσεως και του υπ’ αριθμ....21.6.2016 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των συνημμένων στη βεβαίωση αυτή (του Υπουργείου) εγγράφων προκύπτει ότι δεν πραγματοποιήθηκε η επίμαχη επίδοση, γιατί δεν ανευρέθηκε το πρόσωπο στο οποίο αφορούσε. Προσέτι από την υπ’ αριθμ....19.5.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Αθηνών Σ. Μ. προκύπτει ότι τα προοριζόμενα για επίδοση προς την 8η αναιρεσίβλητη Ε. Β. Γ. - Γ. προαναφερθέντα δικόγραφα, ήτοι αντίγραφο της αναίρεσης με κλήση για συζήτηση παραλήφθηκαν από τον Ι. Γ., που κατά τα αναφερόμενα στην εν λόγω έκθεση επιδόσεως, τα παρέλαβε ως μοναδικός κληρονόμος της αποβιώσασας αναιρεσίβλητης. Πλήν όμως γνωστοποίηση θανάτου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 287 ΚΠολΔ δεν έλαβε χώρα ώστε να επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης, ούτε δήλωση περί συνεχίσεώς της, λόγω μεσολαβήσαντος θανάτου κατά τα άρθρα 290 επ του ίδιου κώδικα, αλλά ούτε και προσκομίζεται κάποιο δημόσιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το αναφερόμενο στην έκθεση γεγονός. Ενόψει τούτων η εν λόγω επίδοση πάσχει αφού δεν έχει πραγματοποιηθεί η απαιτουμένη επίδοση στη διάδικο την οποία αφορά η οποία για το δικαστήριο θεωρείται ως εν ζωή ευρισκομένη, αφού δεν έχει νόμιμα γνωστοποιηθεί ο θάνατος της. Εφόσον όμως δεν αποδεικνύεται η νόμιμη κλήτευση των εν λόγω 8ης και 10ου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συνδέονται με τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσιβλήτους, αλλά και με την μη παρισταμένη και νομίμως κληθείσα, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα 7η αναιρεσίβλητη Μ. Α. Γ. με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ.74 παρ.1 ΚΠολΔ) καθόσον η ένδικη διαφορά σε αναγνωριστική κυριότητας αγωγή επί ακινήτου, πρέπει κατά της αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 3, να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους εν λόγω (8η και 10ο) απολιπόμενους αναιρεσίβλητους να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Επειδή όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ..../27.5.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Αθηνών Σ. Μ. ακριβές αντίγραφο της αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα προς την έβδομη αναιρεσίβλητη Μ. Α. Γ.. Εφόσον όμως η διάδικος αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτής (άρθρ.576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αναίρεση στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ.96/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε μετά από αναίρεση της υπ’ αριθμ.329/2005 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου, με την υπ’ αριθμ.1695/2010 απόφαση του ΑΠ. Με την εν λόγω 1695/2010 απόφαση του ΑΠ η αναίρεση απορρίφθηκε ως προς την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη Α. Χα Θ. Λ. και συνακόλουθα ως προς αυτήν, που συνδεόταν με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους με απλή ομοδικία, η αναιρεσιβληθείσα υπ’ αριθμ.329/2005 απόφαση του Εφετείου, κατέστη αμετάκλητη. Κατά συνέπεια, κατά τα άρθρα 579 παρ.1 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ, η παραπεμφθείσα υπόθεση δεν αφορούσε την εν λόγω διάδικο, ούτε τους εκ διαθήκης κληρονόμους της μεταξύ των οποίων ήταν και η έβδομη αναιρεσίβλητη Μ. Α. Γ., ως προς την οποία, η οικεία προς επανασυζήτηση της έφεσης από το δικαστήριο της παραπομπής κλήση απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως απαράδεκτη. Εφόσον όμως η εν λόγω εκ διαθήκης κληρονόμος της προαναφερθείσας αρχικής διαδίκου δεν συμμετείχε στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν νομιμοποιείται για την εναντίον της απεύθυνση της κρινομένης αναιρέσεως, η οποία, ως εκ τούτου, πρέπει ως προς αυτή (7η αναιρεσίβλητη), να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επειδή ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν συνιστούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Εξ ετέρου κατά τον αριθμό 8 εδ.β του ίδιου άρθρου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν ή αντικρούουν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) η οποία, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε μετά από αναίρεση της υπ’ αριθμ.329/2005 αποφάσεως του ίδιου Εφετείου, η οποία αναίρεσε την απόφαση ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες, πλην της Α. χας Θ. Λ. και συνακόλουθα και ως προς την μεταξύ άλλων υπεισελθούσα στη θέση της, εκ διαθήκης κληρονόμο της, Μ. Α. Γ. δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την ασκηθείσα κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας διεκδικητική αγωγή από τους αρχικούς ενάγοντες (στη θέση του τρίτου από τους οποίους (Ε. Ι. Κ.) υπεισήλθε η τρίτη αναιρεσίβλητη, στη θέση του τετάρτου (Α. Ι. Κ.) η τέταρτη, πέμπτος και έκτος από τους αναιρεσίβλητους και στη θέση της πέμπτης Μ. χας Φ. Λ. ένατος, δέκατος, ενδέκατη και δωδέκατη από τους αναιρεσιβλήτου) και την κατά της αγωγής υποβληθείσα από την εναγομένη αναιρεσείουσα ένσταση ιδίας κυριότητας. "Επίδικα είναι: 1)Οικόπεδο εμβαδού 3763,17 μ2 που βρίσκεται στη θέση "..." της νήσου Λέρου και συνορεύει βορειοανατολικά με δημοτική οδό, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Π. Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Κ., νότια με ιδιοκτησίες Π. Κ., Α. Κ. και Μ. Κ., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Α. Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Π. και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Γ. Μ.. 2) Οικόπεδο, εμβαδού 2.327,70 μ2, που βρίσκεται στη θέση "..." της Λέρου και συνορεύει βορειοανατολικά με δημοτική οδό, βόρεια με δημοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Θ. Μ., νότια με δημοτική οδό, δυτικά με ιδιοκτησία Ν. Γ. και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Μ.. Το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, εμβαδού 241 μ2 με τη σ’ αυτό παλαιά οικία, που βρίσκεται στη θέση "..." Λέρου και συνορεύει βόρεια και βορειοανατολικά με δημοτική οδό, νοτιοανατολικά και νότια με ιδιοκτησία Π. Π. και βορειοδυτικά με δημοτική οδό. Τα ακίνητα αυτά, καθώς και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχ. 3 ακινήτου, καθώς άλλα ακίνητα περιήλθαν στην Ε. Ε., χήρα Δ. Λ. ως προίκα, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...10-7-1908 προικοσύμφωνου της ... Λέρου, που καταχωρήθηκε στα βιβλία της (τόμος 15...). Η κυριότητα της Ε. - Ε. Λ. επί των ακινήτων αυτών συνομολογείται από όλους τους διαδίκους. Απλά στη συνέχεια διαφοροποιούνται οι διάδικοι και οι μεν ενάγοντες διατείνονται ότι τα ακίνητα αυτά περιήλθαν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, τέκνα της, Ξ. Κ., Φ. Λ., Θ. Λ. και Κ. χήρα Ζ., το γένος Λ., των τριών πρώτων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, και της τέταρτης (Κ. Ζ.) δικαιοπαρόχου της εναγόμενης, η δε εναγομένη ισχυρίζεται ότι η μάμμη της Ε. Λ. το έτος 1938 έδωσε τα ακίνητα αυτά ως άτυπη προίκα στη μητέρα της Κ. Ζ. και ότι η τελευταία με τα .../1989 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Λέρου Φ. Τ., που νόμιμα μεταγράφηκαν, μεταβίβασε σ αυτήν λόγω πωλήσεως τα δύο πρώτα και με γονική παροχή το 1/2 εξ αδιαιρέτου του τρίτου ακινήτου. Επομένως πρέπει να ερευνηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί των διαδίκων. Η φερόμενη από τους διαδίκους ως κοινή απώτερη δικαιοπάροχος αυτών Ε. ή Ε. Λ. απεβίωσε στις 12-5-1941. Αυτή κληρονομήθηκε από τα τέκνα της: 1) Ξ. Κ., 2) Φ. Λ., 3) Θ. Λ. και 4) Κ. χήρα Ζ., το γένος Λ.. Μετά το θάνατο της παραπάνω η οποία δεν άφησε διαθήκη, αναμείχθηκαν στην κληρονομιά αυτής οι προαναφερόμενοι και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της. Στη συνέχεια η Ξ. Κ.-Λ. με το ...1-10-1952 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Λέρου Γεωργίου Πατουράκη, που μεταγράφτηκε νόμιμα (τόμος ... αύξων αριθμός ...) στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Λέρου, αποδέχτηκε την κληρονομία και κατά ποσοστό 1/4 που την αφορούσε. Στην αποδοχή κληρονομιάς αναφέρει και τα υπόλοιπα τρία αδέλφια της ως συγκληρονόμους της μητέρας της. Ακολούθως με το .../3-6-1955 ειδικό πληρεξούσιο του τότε συμβολαιογράφου Πειραιά, Ιωάννου Ευγενίου Βαρένου, οι διαμένοντες εκτός της νήσου Λέρου, συγκληρονόμοι Θ. Λ. και Φ. Λ. καθιστούν τις συγκληρονόμους αδελφές τους, Κ. σύζ. Β. το γένος Λ. (μητέρα της εναγομένης) και τη Ξ. Κ.-Λ. αντιπροσώπους τους, αντικλήτους τους και χορηγούν την εντολή και το δικαίωμα να διαχειρίζονται απεριορίστως τα κληρονομικά αυτών μερίδια στα αναφερόμενα στο ειδικό αυτό πληρεξούσιο έξι (6) κληρονομιαία ακίνητα. Στο εν λόγω ειδικό πληρεξούσιο αναφέρονται ρητά και τα τρία επίδικα ακίνητα ως εξής: α) μια οικία κειμένη στη θέση ... (είναι ακριβώς το οικόπεδο με την οικία στη θέση "..." ... Λέρου, αφού σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Π. και της μάρτυρος Ε. Β. η θέση "..." είναι στην ...), β) ένα κτήμα στη θέση "..." (συμπίπτει ακριβώς και το τοπωνύμιο "..." και η περιοχή οικισμού "..." με το επίδικο) και γ) έτερο κτήμα κείμενο στη θέση "...", που συμπίπτει ακριβώς με το επίδικο. Με το ειδικό αυτό πληρεξούσιο δίνουν την εντολή και, το δικαίωμα στους συγκληρονόμους τους (που είναι και η μητέρα της εναγομένης) να εκμισθώνουν τα ακίνητα, να εισπράττουν τα μισθώματα, τους οποιουσδήποτε καρπούς και εισοδήματα. Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης ειδικής εντολής εκμισθώνονταν τα επίδικα ακίνητα κατά διάφορα χρονικά διαστήματα σε διάφορους μισθωτές. Έτσι κατά το έτος 1953 η Ξ. Κ. εκμίσθωσε το ακίνητο στη θέση "..." στο Λ. Γ.. Η ίδια (Ξ. Κ.) εκμίσθωσε κατά το έτος 1952, το ακίνητο στη θέση "..." και για δύο έτη στον Ε. Ν.. Το ίδιο κτήμα στη θέση ... η Ξ. Κ. εκμίσθωσε κατά το έτος 1955 στον Γ. Σ. μέχρι το έτος 1959. Επίσης η Ξ. Κ.-Λ. εκμίσθωσε την οικία, στη θέση ..., στον Κ. Π. κατά το έτος 1952 αντί μηνιαίου μισθώματος 25.000 δρχ, προσκομίζονται δε τα ιδιωτικά μισθωτήρια, τα οποία επιβεβαιώνονται και από το μάρτυρα Ν. Π., από τα οποία προκύπτει ότι η συγκληρονόμος Ξ. Κ.-Λ. σε εκτέλεση της προαναφερόμενης ειδικής εντολής εκμίσθωνε τα επίδικα ακίνητα σε τρίτους. Τόσο αυτή (...), όσο και η Κ. Β. (πρώτος σύζυγος) Ζ. (δεύτερος σύζυγος), το γένος Λ., μητέρα της εναγομένης, απέδιδαν λογοδοσία για τη διαχείριση της κοινής κληρονομιαίας περιουσίας στα άλλα δύο αδέλφια τους εντολείς κατά το μέρος των μεριδίων τους. Την εκκαθάριση των λογαριασμών τους την είχε αναλάβει μετά το έτος 1952 ο λογιστής Μ. Κ.. Κατά το έτος 1985 απεβίωσε ο συγκληρονόμος Θ. Λ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε και επί των επιδίκων ακινήτων από τη σύζυγο του Α. Λ. (6η ενάγουσα) κατά ποσοστό 12/96 και από τα επιζώντα αδέλφια του ..., Φ. και Κ. Ζ. (μητέρα της ενάγουσας) κατά ποσοστό 4/96 για το καθένα επί όλης της κληρονομιαίας περιουσίας. Το έτος 1987 απεβίωσε, ο Φ. Λ., ο οποίος με την υπ’ αριθμόν .../13-6-1985 δημόσια διαθήκη, του τότε συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθμ. .../30-10-1987 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο τη σύζυγο του Μ. Λ. (5η ενάγουσα), και έτσι αυτή απέκτησε τα 28/96 εφ’ όλης της κληρονομιαίας περιουσίας της αρχικής διαθέτιδας Ε.-Ε. Λ.. Στη συνέχεια και δη κατά το έτος 1988 απεβίωσε και η Ξ. Κ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα παιδιά της Ε., Α., Α. και Ε. (1η, 2η, 3ος, 4ος των εναγόντων) κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας και στην όλη κληρονομιά κατά ποσοστό 7/96 ο καθένας. Η Κ. Ζ. το γένος Λ. (μητέρα της εναγομένης), ως μοναδική επιζούσα αδελφή των παραπάνω τριών αδελφών της και συγκληρονόμος κατά το 1/4 ή 28/96 επί της κληρονομιάς της μητέρας της Ε.-Ε. Λ. απέκτησε την κυριότητα επί των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το ποσοστό αυτό (28/96). Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι η δικαιοπάροχος μητέρα της έλαβε τα προαναφερόμενα ακίνητα από τη μητέρα της Ε. Λ. το έτος 1938 με άτυπη προίκα, ενόψει του γάμου της με τον Ι. Β. (πρώτο σύζυγο της) ουδόλως αποδεικνύεται, θα πρέπει δε να τονισθεί ότι ο γάμος της με τον Ι. Β. έγινε στον Πειραιά κατά το έτος 1942, ενώ είχε ήδη αποβιώσει από 12-3-1941 η μητέρα της Ε. Λ. και βεβαίως δεν είναι δυνατόν να ευσταθήσει ο ισχυρισμός της ότι έδωσε τα επίδικα ως άτυπη προίκα τέσσερα ολόκληρα χρόνια πριν από το γάμο της (1938-1942 ο γάμος) και μάλιστα όταν ήδη ενάμιση χρόνο πριν από το γάμο της είχε ήδη αποβιώσει η μητέρα της. Ακόμη θα πρέπει να τονισθεί ότι κατά το ίδιο περίπου χρόνο έγινε και ο γάμος της ..., πλην όμως δεν δόθηκε ούτε σ’ αυτήν ως άτυπη προίκα οποιοδήποτε ακίνητο και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι σύνηθες μητέρα τεσσάρων παιδιών να παραχωρεί ατύπως το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της στο ένα τέκνο μόνο, χωρίς να μεριμνά για τα λοιπά. Εξ άλλου, αν πράγματι ήθελε κάτι τέτοιο, εύλογο θα ήταν να πράξει τούτο με τους νόμιμους τύπους προς αποφυγή προστριβών μεταξύ της Κ. αφενός και των λοιπών τέκνων της αφετέρου, όπως είχε συμβεί όταν το έτος 1908 περιήλθαν τα επίδικα στην μητέρα της Ε. Λ. με το προαναφερθέν προικοσύμφωνο από τους γονείς της. Σκοπός της μητέρας τους και επιθυμία της ήταν να περιέλθουν τα ακίνητα μετά το θάνατο της στα παιδιά της ως κληρονομιά. Έτσι με βάση όλα τα παραπάνω αποδεικνυόμενα οι ενάγοντες και κατά τα ποσοστά που ήδη αναφέρθηκαν έγιναν συγκύριοι των επιδίκων με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή ή από διαθήκη όπως αναφέρθηκε, κληρονομιά που αποδέχθηκαν με τις υπ’ αριθμούς πράξεις αποδοχής κληρονομιάς όπως αναφέρονται παρακάτω: Τις ήδη αναφερθείσες ...1952 του τότε συμβολαιογράφου Λέρου Γεωργίου Πατουράκη και τις υπ αριθμούς ...18-9-1991, ...18-9-19991, ...24-9-1991, ...26-9-l991 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Λαυρίου Μ. Ζ. νομίμως μεταγραφείσες. Έγιναν ακόμη συγκύριοι με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, αφού τόσο αυτοί (ενάγοντες), όσο και οι δικαιοπάροχοι τους κληρονομούμενοι ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και πριν από την εισαγωγή του αστικού κώδικα με καλή πίστη, ήτοι από το έτος 1908 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1-4-1992) και σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον επί εικοσαετία πριν από την άσκηση της αγωγής, ήτοι καλλιεργούσαν τα αγροτικά ακίνητα, είτε αυτοπροσώπως είτε με αντιπροσώπους και εκμίσθωναν την οικία σε τρίτους καθώς και τα αγροτικά ακίνητα και ελάμβαναν τους καρπούς και τα εισοδήματα, αλλά και με τακτική χρησικτησία, καθόσον αφορά το ιδανικό μερίδιο των 28/96 της ... Λ., που αποδέχθηκε και μετέγραψε την υπ’ αριθ. ...1952 πράξη που προαναφέρεται, αφού αυτή και οι καθολικοί διάδοχοι της ασκούσαν πριν από την άσκηση της αγωγής επί 10ετία τουλάχιστον πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη. Η προβαλλόμενη από την εναγομένη ένσταση ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων, ως κτηθείσα με παράγωγο τρόπο (τα προαναφερόμενα συμβόλαια πώλησης και γονικής παροχής του έτους 1989 (ενάμιση έτος πριν από την άσκηση της αγωγής (1-4-1992), τα συμβόλαια 16-9-1989) και με έκτακτη χρησικτησία, κρίνεται αβάσιμη κατ’ ουσίαν διότι δεν αποδεικνύεται παντάπασι ότι η απώτερη κοινή δικαιοπάροχος των διαδίκων Ε.-Ε. Λ. έδωσε τα επίδικα με άτυπη προίκα στη μητέρα της εναγομένης κατά το έτος 1938 ή σε άλλο χρονικό σημείο πριν από τον κατά το έτος 1941 θάνατο της, αλλά ως συγκληρονόμος και αυτή κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου της αποβιώσασας κατά το έτος 1941 χωρίς διαθήκη μητέρας της μαζί με τα άλλα αδέλφια της, δικαιοπαρόχους των εναγόντων, προέβαινε σε πράξεις νομής και κατοχής και ποτέ δεν εκδήλωσε την πρόθεση έναντι των άλλων συγκληρονόμων της να νέμεται πέραν των δικών της ιδανικών μεριδίων και τα μερίδια των συγκληρονόμων αδελφιών της. Γνωστοποίηση τέτοιας πρόθεσης δεν επικαλείται, αλλά ούτε και αποδεικνύεται από την πλευρά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης.

Επομένως η δικαιοπάροχος μητέρα της εναγομένης (πέραν) από το κληρονομικό της μερίδιο των 28/96 επί της κληρονομιάς της μητέρας της Ε. Λ. (μάμμης της εναγομένης) δεν απέκτησε με οποιοδήποτε τρόπο (άλλη) κυριότητα, και κατ’ ακολουθιαν η εναγομένη με τα προαναφερόμενα .../1989 συμβόλαια πώλησης και γονικής παροχής αντίστοιχα απέκτησε τα πέραν από τα 28/96 μερίδια παρά μη αληθούς κυρίας. Εξ άλλου όσον αφορά τα κάτωθι αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία νομίμως προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη προς ενίσχυση του ισχυρισμού της περί συστάσεως ατύπου προικός, κατά το έτος 1938 από την δικαιοπάροχο της μητέρας της και γιαγιά της Ε. Λ. πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με την υπ’ αριθμ. .../1975 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Λάζαρου Εγγονόπουλου, η Ε. σύζυγος Π.-Π. Β. η οποία εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας των εναγόντων ενώπιον του ορισθέντος Εισηγητή Δικαστή και η κατάθεση της οποίας περιλαμβάνεται στην προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. ...1996 Εισηγητική Έκθεση, αποδέχεται την κληρονομιά της μητέρας της Χ. χήρας Κ. Λ. (η οποία ήταν αδελφή της αρχικής δικαιοπαρόχου των διαδίκων Ε. Λ.) μεταξύ άλλων αναφέρει ότι αποδέχεται ως ένα κληρονομιαίο ακίνητο εκτάσεως 4.941 τμ, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." και συνορεύει ανατολικώς με ιδιοκτησία Κ. Λ.. Πλην όμως, το επίδικο ακίνητο υπό στοιχ. 1 της αγωγής, που βρίσκεται στη θέση "..." δεν συνορεύει με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ. Λ. το γένος Σ., σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αγωγή περιγραφή. Εξ άλλου η ίδια εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, κατέθεσε ότι τα επίδικα ήταν κληρονομιαία και ανήκαν σε όλους του κληρονόμους της Ε. Λ. ανέφερε δε χαρακτηριστικά ότι "μια μυζήθρα παίρνανε τη χωρίζανε στα τέσσερα, κριθάρι παίρνανε το μοιράζανε στα τέσσερα.....". Ενώ σε άλλο σημείο της κατάθεσης της αναφέρει ότι τα κτήματα της μητέρας της δεν ήταν συνέχεια με τα κτήματα της αδελφής της, Ε. Λ. γιατί τα χωρίζει ένας ποταμός, δηλαδή η ίδια αντιφάσκει με την ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Λάζαρου Εγγονόπουλου. Περαιτέρω, με το υπ’ αριθμ....1968 πωλητήριο συμβόλαιο οικοπέδου του συμβολαιογράφου Λέρου Γεωργίου Πατουράκη που έχει καταρτισθεί μεταξύ τρίτων, ξένων με τους διαδίκους, στη θέση "..." αναφέρεται ότι το πωλούμενο οικόπεδο συνορεύει δυτικώς με ακίνητο Κ(Κ.) Κ., δεύτερης των εναγόντων, (Α. Κ.) και νοτίως με ακίνητο Κ (Κ.) Λ.. Είναι πασιφανές ότι αναφέρονται στους συγκληρονόμους της Ε. Λ., οι οποίοι όπως προέκυψε ήταν πολλοί, με συνέπεια να δημιουργείται σύγχυση από τους τρίτους αγνώστους προς αυτούς, τι ανήκε σε ποιόν, δεδομένου ότι είναι εύλογο σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα να βλέπουν μέσα στα κληρονομιαία ακίνητα διαφορετικούς ανθρώπους και να υπολαμβάνουν ότι ανήκουν σε αυτούς κατά κυριότητα. Στη δε με αριθμό .../1972 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Λέρου Γεωργίου Πατουράκη των τέκνων του Κ. και της Ε. Κ., τρίτων, ξένων προς τους διαδίκους, τα οποία αποδέχονται τη κληρονομιά της μητέρας τους Ε. χήρας Κ. Κ. το γένος Φ. και Ε. Σ., η οποία απεβίωσε το έτος 1963 (αδελφή της Ε. Λ.) μεταξύ των πέντε κληρονομιαίων ακινήτων υπάρχει και ακίνητο στη θέση "...", το οποίο φέρεται ότι συνορεύει ανατολικώς με ιδιοκτησία Κ. Λ.. Το επίδικο ακίνητο, το οποίο ευρίσκεται εις την αυτή θέση "..." δεν συνορεύει με ακίνητο ιδιοκτησίας Σ. ή Κ. κατά την περιγραφή της αγωγής και δεδομένου ότι η περιοχή "..." είναι μεγάλη σε έκταση είναι πιθανόν να αφορά σε άλλο ακίνητο και όχι στο επίδικο. Εξ άλλου πρέπει να σημειωθεί ότι οι αποδεχόμενοι την κληρονομιά της μητέρας τους Ε. χήρας Κ. Κ. είναι κάτοικοι ΗΠΑ με ότι αυτό συνεπάγεται, όσον αφορά την ακρίβεια της γνώσης των ονομάτων των ομόρων ιδιοκτητών. Το υπ’ αριθμ. ...1981 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Ε. Τ. αφορά αγοραπωλησία μεταξύ τρίτων προσώπων και ειδικότερα η Φ. - Σ. Η. το γένος Ν. πωλεί στο Γ. Μ. οριζόντια ιδιοκτησία επί οικοπέδου στη θέση "..." που φέρεται ότι συνορεύει με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Λ. βορειοανατολικά και ανατολικά. Πράγματι το υπό στοιχ. 1 επίδικο της αγωγής συνορεύει βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Γ. Μ.. Κι εδώ δίδεται η αυτή ως άνω εξήγηση, ότι για τα κληρονομιαία ακίνητα, οι μη γνώστες των πραγμάτων υπολάμβανονταν ότι ανήκαν στην Κ. Λ. δεδομένου ότι άλλοτε η ίδια και άλλοτε η ... Λ. ασχολούνταν με την κληρονομιαία περιουσία ως έχουσες την διαχείριση αυτών βάσει του προαναφερθέντος συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου των δύο αρρένων αδελφών τους. Είναι δε εύλογο να ασχολούνται εκ περιτροπής, αφού και οι δυο ήταν κάτοικοι Αθηνών, και δεν υπήρχε κανένας λόγος να ασχολούνται από κοινού, με συνέπεια να προκύψει σύγχυση ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Τέλος, το υπ’ αριθμ. ...1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λέρου Περικλή Κυριάκου Χατζηδάκη (και όχι της συμβολαιογράφου Λέρου Ε. Τ. όπως εκ παραδρομής προφανώς αναφέρει η εναγομένη) αφορά γονική παροχή της Μ. Π. του Γ., συζύγου Ν. Κ. προς τη θυγατέρα της Φ. συζ. Συζ. Ε. Ν. ενός οικοπέδου στη θέση "..." το οποίο φαίνεται να συνορεύει βόρεια και ανατολικά με ιδιοκτησία Μ., που κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης ήταν το παρατσούκλι της μητέρας της. Ανεξαρτήτως του ότι το τελευταίο δεν αποδείχθηκε, το ως άνω συμβόλαιο αφορά τρίτους προς την υπόθεση, αλλά και το επίδικο υπό στοιχ. 2 συνορεύει με ιδιοκτησίες Μ. Π. συζ. Ν. Κ.. Προφανώς πρόκειται περί διαφορετικού ακινήτου που δεν έχει σχέση με το επίδικο 2. Σε κάθε περίπτωση δε, και δεδομένου ότι η ως άνω γονική παροχή έλαβε χώρα το έτος 1992, όταν πλέον είχε συντελεσθεί η μεταβίβαση των επιδίκων στην εναγομένη από την μητέρα της, εύλογο και φυσικό θα ήταν να αναφέρουν αυτή ως ιδιοκτήτρια του ομόρου ακινήτου, εφόσον βέβαια επρόκειτο περί του επιδίκου ακινήτου, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, όπως έχει προεκτεθεί. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν μπορούν να ανατρέψουν το λοιπό αποδεικτικό υλικό. Εξ άλλου, στο από 11-12-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων μερών και ειδικότερα από τη πλευρά των εναγόντων από την Α. θυγ. Ι. Κ., Ε. συζ. Ν. Π. και Α. χήρα Θ. Λ. (2η, 1η και 6η των εναγόντων) αντιστοίχως και από την πλευρά της εναγομένης από την ίδια και την Σ. συζ. Κ. Α. το γένος Ι. Β., η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από την εναγομένη, συμφώνησαν να καταργηθούν οι πάσης φύσεως αστικές και ποινικές υποθέσεις σε όποιο στάδιο και αν βρίσκονταν και η εναγόμενη συμφώνησε να μεταβιβάσει ένα ακίνητο ευρισκόμενο στη θέση "..." Λέρου εκτάσεως 2.327 τμ, ήτοι το υπό στοιχ. 2 επίδικο ακίνητο, ενώ όσον αφορά το υπό στοιχ. 3, που βρίσκεται στη θέση "..." θα παραμείνει ως έχει, ήτοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην εναγομένη και κατά το έτερο 1/2 στους ενάγοντες, ήτοι η εναγόμενη αναγνωρίζει και συνομολογεί ότι τα ανωτέρω επίδικα είναι κληρονομιαία και δεν της ανήκουν. Επίσης και από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την υπ’ αριθμ .../16-4-1997 απόφασή του σε δίκη μεταξύ των διαδίκων πλευρών ο σύζυγος της εναγομένης Γ. Β., εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατέθεσε ότι τα ακίνητα ήταν αδιανέμητα και από εκεί προέκυψε η διαφορά. Κατόπιν των ανωτέρω, απορριπτέα κρίνεται η ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος που αφορούσε τους εφεσίβλητους, στους οποίους, κατά τα προεκτεθέντα αναφέρεται παραδεκτά και η αναίρεση, δίκασε εκ νέου την αγωγή την οποία και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης - αναιρεσείουσας.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς τις παραδοχές της που αφορούν την απόρριψη της ενστάσεως ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας - εναγομένης και αποτελούν αντικείμενο του έκτου αναιρετικού λόγου και κατά το πρώτο μέρος του. Ειδικότερα η προσβαλλομένη, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη αποκτήσεως από τη μητέρα της αναιρεσείουσας - εναγομένης Κ. Ζ. της συγκυριότητας των επιδίκων, πέραν των 28/96 εξ αδιαιρέτου, τα οποία εκείνη (Κ. Ζ.) απέκτησε κατά 24/96 εξ αδιαιρέτου από κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή της κατά το 1941 αποβιώσασας μητέρας της Ε. ή Ε. Λ. και κατά τα 4/96 εξ αδιαιρέτου από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος το 1985 αδελφού της Θ. Λ. και ότι γι αυτό η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε την πέραν των ποσοστών αυτών συγκυριότητα των επιδίκων με τα συμβόλαια πώλησης και γονικής παροχής (συμβόλαια .../1989). Ότι δεν αποδείχθηκε ότι η μητέρα της απέκτησε την πέραν των ποσοστών αυτών (24/96) νομή των ακινήτων με άτυπη προίκα το 1938 ή σε άλλο χρονικό σημείο πριν από το θάνατο το 1941 της δικής της μητέρας (Ε. Λ.), ούτε ότι αυτή εξεδήλωσε ποτέ μέχρι του χρόνου καταρτίσεως των παραπάνω συμβολαίων πρόθεση έναντι των λοιπών συγκληρονόμων αδελφών της να νέμεται και τα μερίδιά τους, ούτε και ότι ποτέ τους γνωστοποίησε τέτοια πρόθεση, ώστε να συντρέξουν οι προϋποθέσεις της χρησικτησίας, σε κάθε περίπτωση, κατά την προκληθείσα της καταρτίσεως των παραπάνω συμβολαίων εικοσαετία. Ενόψει τούτων οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του πρώτου μέρους του έκτου λόγου της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Εξ ετέρου οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου που αναφέρονται στα επιχειρήματα του δικαστηρίου είναι απαράδεκτες, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τα επιχειρήματα δεν συνιστούν αιτιολογίες και δεν πλήττονται αναιρετικά. Προσέτι απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις που αφορούν σε έλλειψη αιτιολόγησης των αποδειχθέντων, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να αναφέρεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε. Περαιτέρω με το ίδιο πρώτο μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους νόμιμα επαναφερθέντες σ’ αυτό ισχυρισμούς κατά τους οποίους α)ο γάμος της μητέρας της αναιρεσείουσας εναγομένης έγινε το 1942 μετά τη λήξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου και ότι η καθυστέρησή του οφείλεται στο πόλεμο και την επιστράτευση του μνηστήρα της, πράγμα το οποίο δεν μπορούσε να προβλεφθεί το 1938, ο δε θάνατος της μητέρας της ενάμιση χρόνο πριν από το γάμο δεν είχε καμιά σημασία και επίδραση στην δοθείσα άτυπη προικα εφόσον δε ο γάμος έγινε δεν έχει καμιά σημασία πότε έγινε η παραχώρηση και η εκπλήρωση της υποσχέσεως της άτυπης προίκας, αφού σημασία είχε μόνο το ότι εν γνώσει όλων των αδελφών είχε δοθεί η υπόσχεση και εκπληρώθηκε, β)ότι η αδελφή της μητέρας της αναιρεσείουσας Ξ. Κ. προικίστηκε σε μετρητά με το ποσό των 60.000 δραχμών, καθόσον τούτο ζήτησε ο μνηστήρας της και όχι χωράφια στην ιταλοκρατούμενη και υποβαθμισμένη Λέρο, τα οποία άλλωστε με άτυπη προίκα είχαν παραχωρηθεί στη μητέρα της Κ., χωρίς αντίρρηση των αδελφών της. Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες γιατί δεν αφορούν σε "πράγματα" υπό την εκτιθεμένη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε επιχειρήματα της εναγομένης - αναιρεσείουσας.

Με τον ίδιο έκτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ, κατά την οποία η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέως, καθόσον η αποβιώσασα στις 12.5.1941 δικαιοπάροχος των διαδίκων Ε. ή Ε. Λ. δεν ήταν νομέας των επιδίκων, αφού με άτυπη προίκα, ήδη από το 1938, είχε μεταβιβάσει τη νομή τους στη μητέρα της εναγομένης - αναιρεσείουσας και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει λόγος για μεταβίβαση στους κληρονόμους της της νομής αυτής, ούτε για κοινωνία δικαιώματος των συγκληρονόμων επί των επιδίκων. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής γιατί κατά τον επικαλούμενο χρόνο δεν ίσχυε στη Λέρο (για την οποία δεν είχε καταρτισθεί Κτηματολόγιο) ο Ελληνικός Αστικός Κώδικας, ούτε εφαρμόστηκε ποτε στα Δωδεκάνησα το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά και η προσβαλλομένη σε κάποιες παραδοχές της, οι οποίες θεωρείται ότι έχουν τεθεί ως εκ περισσού, αφού το αποδεικτικό πόρισμα επαρκώς στηρίζεται από τις λοιπές αιτιολογίες και δή της κυριότητας της Ε. Λ. από ομολογία των διαδίκων και των λοιπών διαδίκων από κληρονομική διαδοχή, αλλά και χρησικτησία για το μεταγενέστερο της ισχύος στα Δωδεκάνησα του Ελλ.ΑΚ (30.12.1947). Σε κάθε περίπτωση η επίμαχη αιτίαση είναι απαράδεκτη γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα περί συστάσεως άτυπης προίκας το 1938 έχουν γίνει δεκτά από την προσβαλλομένη. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος έκτος λόγος της αναιρέσεως ως προς όλες τις αιτιάσεις του πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή επί υποθέσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου εκδικαζομένων κατά το άρθρο 341 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε μετά το άρθρο 12 του Ν.1478/1984 και προ του άρθρου 3 παρ.13 του Ν.2207/1994, οπότε εκδιδόταν προδικαστική απόφαση, όπως στην ένδικη περίπτωση, που η αγωγή (όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων στην παρούσα φάση εγγράφων) κατατέθηκε στις 1.4.1992, ορίστηκε δικάσιμος η 20.10.1992 και εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η υπ’ αριθμ.27/1996 παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεων, απόφαση δεν ήταν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ούτε οι υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν.1599/1986. Αντίθετα κατά το χρόνο αυτό τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και εφόσον οι ένορκες βεβαιώσεις είχαν ληφθεί με τις οριζόμενες στο άρθρο 270 παρ.2 εδ.β ΚΠολΔ διατυπώσεις, ήταν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο στη διαδικασία της τακτικής μονομελούς. Στη συνέχεια μετά την τροποποίηση της προδιαληφθείσας διατάξεως του 270 με το Ν.2915/2001 κατέστησαν επιτρεπτά αποδεικτικά και στη διαδικασία του Πολυμελούς, υπό τους τιθεμένους στη διάταξη αυτή περιορισμούς, ενώ προσέτι η υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν.1599 μετά τον Ν.2915/2001 ήταν επιτρεπτό για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικό μέσο στη διαδικασία του Μονομελούς (και όχι του Πολυμελούς) εκτός αν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και υπό την επίκληση του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά την κατάστρωση του νομικού του συλλογισμού, ως προς την ασκούσα έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ένσταση περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων της εναγομένης - αναιρεσείουσας, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την νόμιμα ληφθείσα και μετά προηγουμένη κλήτευση των αντιδίκων, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Λέρου, υπ’ αριθμ..../16.3.2000 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Γ. Ό. Β.. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση καθώς και οι λοιπές προσκομισθείσες από την εναγομένη δεν λήφθηκαν υπόψη, γιατί δεν ήταν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο στην εφαρμοζομένη κατά την εκδίκαση της αγωγής διαδικασία, επί της οποίας εκδόθηκε προδικαστική απόφαση, ως εκ περισσού δε αναφέρεται τόσο για την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, όσο και για τις λοιπές προσκομισθείσες από την εναγομένη ότι έχουν ληφθεί χωρίς την απαιτουμένη κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης των αντιδίκων. Ενόψει των προεκτεθέντων η επίμαχη ένορκη ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ορθά δεν λήφθηκε υπόψη, μη ιδρυομένης εντεύθεν της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για το ίδιο ζήτημα της ληφθείσες ενώπιον της συμβ/φου Λέρου Φ. Τ. υπ’ αριθμ....,...1992, .../1992 ένορκες βεβαιώσεις των κατονομαζομένων μαρτύρων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος για την ίδια αιτία που είναι και ο προηγούμενος λόγος, ενώ τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό περί λήψεως υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, είτε ως αποδεικτικών μέσων, είτε εφόσον έχουν ληφθεί για άλλη δίκη, ως εγγράφων για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ισχύουν για τις ασκούμενες μετά την τροποποίηση του άρθρου 270 με το άρθρο 12 του Ν.2015/2001 και το άρθρο 15 του Ν.2943/2001 αγωγές. Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για το ίδιο ζήτημα τις προσκομισθείσες τρείς υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν.1599/1986. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη οι επίμαχες υπεύθυνες είναι ανεπίτρεπτο για την ένδικη υπόθεση αποδεικτικό μέσο, ως εκ περισσού δε αναφέρεται στην προσβαλλομένη ότι δεν λαμβάνονται υπόψη, γιατί λήφθηκαν υπόψη επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη εκδικαζόμενη. Ενόψει των προεκτεθέντων οι ερευνώμενοι πρώτος, τρίτος και πέμπτος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ.β και γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008) οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφώς και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.ΑΠ 23/2008). Για να ληφθούν υπόψη οι αποδείξεις πρέπει να προσκομίστηκαν στο δικαστήριο κατά τρόπο παραδεκτό και νόμιμο, ως αποδείξεις δε που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση του διαδίκου που τις προσκόμισε. Η επίκληση πρέπει να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με σαφή αναφορά στις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (κατάθεσης μάρτυρα, εγγράφου) κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240, που αναφέρεται μεν σε επαναφορά ισχυρισμών, αλλά για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 23/2008). Εξ ετέρου καμία διάταξη δεν επιβάλλει στο δικαστήριο την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (Ολ.ΑΠ 8/2005), από δε την ειδική αναφορά του δικαστηρίου σε κάποιο αποδεικτικό μέσο ή την απόδοση σ’ αυτό, στα πλαίσια της ελεύθερης, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμήσεως των αποδείξεων, μεγαλύτερης αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως επαναφερθέντα στη μετ’ αναίρεση δίκη, κατά τα άρθρα 240 και 581 ΚΠολΔ, με επίκληση παρακάτω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα της υποβληθείσας από την εναγομένη - αναιρεσείουσα καταλυτικής της ενστάσεως περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων και ότι ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη α)τα υπ’ αριθμ..../20.1.1995 και .../12.2.2004 αγοραπωλητήρια συμβόλαια της συμβ/φου Λέρου Φ. Τ., β)δύο φωτογραφίες των περιοχών "..." και "...", γ)το υπ’ αριθμ....1908 προικοσύμφωνο των δημογερόντων της νήσου Λέρου δ)απόσπασμα του βιβλίου ... για το εθιμικό δίκαιο της προίκας στη Λέρο ε)την από 18.8.1997 βεβαίωση του Δήμου Λέρου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από την, προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα την περιεχόμενη σ’ αυτών βεβαίωση ότι λήφθηκαν "όλα γενικά και χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης και την ιδιαίτερη αναφορά της σε κάποια από τα έγγραφα αυτά (σελ.7 εγγρ.γ) δεν γεννιέται καμμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη της επίμαχης ενστάσεως. Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, κατά τις οποίες η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως, για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία λήφθηκαν υπόψη έγγραφα των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκομιδή στο Εφετείο, είναι δε τα έγγραφα αυτά α)το υπ’ αριθμ....1.10.1952 συμβόλαιο του συμβ/φου Λέρου Γεωργίου Πατουράκη, β)το υπ’ αριθμ..../3.6.1955 ειδικό πληρεξούσιο του συμβ/φου Πειραιά Ι. Βαρετού γ)ιδιωτικά συμφωνητικά δ)η υπ’ αριθμ....2/13.6.1985 δημόσια διαθήκη του συμβ/φου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη και ε)οι υπ’ αριθμ..../1991 πράξεις αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Λαυρίου Μ. Ζ., που ουδόλως αναφέρονται στις ενώπιόν του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, καθώς και α)το από 11.12.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό και β)η υπ’ αριθμ..../16.4.1997 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, των οποίων επίκληση έγινε με την προσθήκη των προαναφερθεισών προτάσεων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων των διαδίκων (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) τα παραπάνω υπό στοιχεία α, β, γ και ε αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκόμισαν οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι στον πρώτο βαθμό και κατέστησαν ως εκ τούτου κοινά αποδεικτικά μέσα, τα επικαλείται με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της η αναιρεσείουσα (το υπό στοιχ.ε και οι αναιρεσίβλητοι) και συνακόλουθα καλύπτονται οι προϋποθέσεις του νόμου για νόμιμη επίκληση των προσκομισθέντων εγγράφων ενώ όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης εμφαίνεται τα προκύπτοντα από τα λοιπά επίμαχα έγγραφα, που πράγματι δεν είχαν νομίμως επαναπροσκομισθεί, επαρκώς υποστηρίζονται από τις λοιπές αποδείξεις και ειδικότερα τις μαρτυρικές καταθέσεις και συνακόλουθα η συνεκτίμηση τους ή μη δεν μεταλλάσσει το αποδεικτικό πόρισμα. Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση των αριθμών 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι ως προς την ταυτότητα και την περιγραφή του ευρισκομένου στη θέση ... ενδίκου ακινήτου, δεν διευκρινίζει ποια περιστατικά δέχεται από εκείνα που κατέθεσε η μάρτυρας Ε. Β., με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία για το αν το περιγραφόμενο από αυτήν ακίνητο είναι το ένδικο ή κάποιο άλλο. Ο λόγος αυτός αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττει την ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά, ως προς την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων οι ερευνώμενοι τέταρτος, δεύτερος και έβδομος από τους λόγους της αναιρέσεως, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν, και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ). Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος (αρθρ.176 και 183 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους απολιπομένους έβδομη (7η) και δέκατο (10ο) των αναιρεσιβλήτων, ήτοι την Μ. Α. Γ. και τον Δ. Φ. Λ..

Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση.

Απορρίπτει την από 11.11.2015 αίτηση της Ε. συζ. Γ. Β. κατά των Ε. συζ.Ν. Π. κ.λπ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.96/2013 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω) και όπως αυτή διορθώθηκε κατά το διατακτικό της με την υπ’ αριθμ. 88/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 571/2016

Σχόλια