Λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα - Α.Π. 516/2016 - Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα
Έτος: 2016
Νούμερο: 516
Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί ..
και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Χ. του Γ., συζύγου Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σκάρπα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Ψ. του Α., κατοίκου ..., 2) Π. Κ., δικηγόρου, κατοίκου ... και 3) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ....

Ο πρώτος και η τρίτη εκ των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης λόγω κωλύματος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, ως διαδίκου και συνηγόρου.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-6-2009, 20-1-2010 και 20-1-2010 τρεις αγωγές του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, της ήδη αναιρεσείουσας και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Γ. Κ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22930/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2632/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2014 αίτησή της και τους από 3-2-2015 προσθέτους λόγους της.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 24-2-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το από 3-2-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρ. 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20.3.2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4εδ.γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575§1εδ.β’ ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρ. 94§1 ΚΠολΔ οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα, όταν πρόκειται για διαδικασία στον Άρειο Πάγο, δίνεται κατά την παρ. 3 του άρθρ. 96 ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 7§2 του ν. 3994/2011, μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου απ’ αυτόν διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται κατά το άρθρ. 104 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος που παρέστη αυτοπροσώπως στον Άρειο Πάγο ή εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, αφού τότε θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος . Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρ. 143§1 ΚΠολΔ, ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρ. 96 του ίδιου Κώδικα είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2632/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, προσδιορίστηκε, κατά το άρθρ. 568§§2&3 ΚΠολΔ, να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 9.3.2015, κατά την οποία ο πρώτος και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Α. Ν. και η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 23.11.2015, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως και πάλι προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του Δικαστηρίου, ενώ παρέστησαν η αναιρεσείουσα και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Τη συζήτηση της υπόθεσης για την αρχική δικάσιμο επέσπευσε η αναιρεσείουσα, με επιμέλεια της οποίας επιδόθηκε αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων τόσο για την ίδια όσο και για λογαριασμό των λοιπών αναιρεσιβλήτων υπό τη ιδιότητα αυτής ως πληρεξούσιας δικηγόρου τους κατά τη δίκη στο Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθ. .../15.12.2014, .../15.12.2014 και .../15.12.2014 τρείς εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Γ. Κ.. Ωστόσο η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν ενεργεί ως πληρεξούσια δικηγόρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων στο πλαίσιο και της παρούσας αναιρετικής δίκης, αφού δεν προκύπτει η χορήγηση σ’ αυτή σχετικής πληρεξουσιότητας κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 96§3 ΚΠολΔ, ενώ ως πληρεξούσια αυτών κατά τη δίκη στο Εφετείο υπήρξε μεν αυτοδικαίως κατά το άρθρ. 143§1 ΚΠολΔ και αντίκλητός τους για όλες τις επιδόσεις που αφορούν τη δίκη εκείνη στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της εφετειακής απόφασης, όχι όμως ακολούθως και η επίδοση της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Περαιτέρω και ο δικηγόρος Α. Ν., που εκπροσώπησε κατά την αρχική δικάσιμο τον πρώτο και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν προκύπτει ότι διέθετε την αναγκαία προς τούτο πληρεξουσιότητα.

Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητοι αυτοί θεωρούνται δικονομικά απόντες κατά την αρχική δικάσιμο και παράλληλα δεν προκύπτει έγκυρη για τη δικάσιμο αυτή ως προς τους ίδιους επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης, δεν μπορεί να ισχύσει η αναγραφή της στο πινάκιο του Δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο της 23.11.2015, κατά την οποία δεν παρέστησαν, ως κλήτευσή τους και πρέπει, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

2. Η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ’ αριθ. 2632/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης συνεκδίκασε τις από 15.9.2011, 10.10.2011 και 11.10.2011 τρεις εφέσεις κατά της υπ’ αριθ. 22930/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία α) έγινε εν μέρει δεκτή η από 1.6.2009 αγωγή του Β. Ψ. (εκκαλούντος με την από 11.10.2011 έφεση) κατά των Γ. Κ. και Μ. Χ. και υποχρεώθηκαν αυτοί να του καταβάλουν ο μεν πρώτος 15.000 ευρώ, η δε δεύτερη 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προξένησαν με την προσβλητική για την προσωπικότητά του συμπεριφορά τους, β) απορρίφθηκε η από 20.1.2010 αγωγή του Γ. Κ. (εκκαλούντος με την από 15.9.2011 έφεση) κατά των Β. Ψ., Π. Κ. και Α. Μ. και γ) απορρίφθηκε η από 20.1.2010 αγωγή της Μ. Χ. (εκκαλούσας με την από 10.10.2011 έφεση) ως προς τις εναγόμενες Π. Κ. και Α. Μ., ενώ έγινε εν μέρει δεκτή κατά του εναγομένου Β. Ψ. και υποχρεώθηκε αυτός να ανακαλέσει τις από 25.1.2005 και 21.3.2005 προσβλητικές γι’ αυτή αναφορές του προς το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο απέρριψε με την ως άνω απόφασή του τις εφέσεις των Γ. Κ. και Μ. Χ., ενώ δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση του Β. Ψ. και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξη κατά την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η εναντίον του από 20.1.2010 αγωγή της Μ. Χ., την οποία αγωγή απέρριψε ακολούθως και κατά το σχετικό κεφάλαιό της. Ήδη η τελευταία με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που στρέφει και κατά των τριών αντιδίκων της τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο δικαιοδοτικό βαθμό ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, ώστε ακολούθως να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή της και να απορριφθεί εν όλω η εναντίον της αγωγή του Β. Ψ.. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς εκείνους τους λόγους της που αφορούν τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Π. Κ. (άρθρ. 577§§1 και 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με το από 3.2.2015 ιδιαίτερο δικόγραφο η αναιρεσείουσα άσκησε ως προς προσβαλλόμενο με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης που αφορά και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης που την αφορούν.

3. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι’ αυτά, δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010). Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Όμως δεν συνιστούν έγγραφο κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 861/1994? 674/1997) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993), οι βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 355/2008, 1289/2011), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία. Αντίθετα συνιστούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους, που υπόκειται κατά την εκτίμησή του από το δικαστήριο της ουσίας στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) και κυρίως οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ’ αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους (ΑΠ 339/1996) και όχι βέβαια ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ’ αυτές μαρτυρικών καταθέσεων ή ομολογιών των διαδίκων. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/199).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο δια της υπ’ αριθ. εκθέσεως καταθέσεως .../2009 αγωγής ενάγων Β. Ψ. (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), πολιτικός μηχανικός, ασκών επί έτη το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών, ανέλαβε δυνάμει του υπ’ αριθμόν .../21.6.2004 προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Π. - Π. την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα εις τον εναγόμενον Γ. Κ.... μια κατοικία (μαιζονέτα)... εις το ... Θεσσαλονίκης, προ πάσης ανεγέρσεως αυτής, αποτελούσα το εργολαβικό του αντάλλαγμα δυνάμει του υπ’ αριθμόν .../2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Β., αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 411.000 ευρώ, αλλά αναγραφέντος δια φορολογικούς λόγους εις το μεταξύ τους προσύμφωνο 190.000 ευρώ, ήτοι του ποσού δανείου το οποίο ο αγοραστής θα ελάμβανε από τραπεζική εταιρεία προς αποπληρωμή μέρους του αληθούς τιμήματος. Εις τον πωλητή Β. Ψ. ο αγοραστής Γ. Κ. κατέβαλε την 18.5.2004 ποσό 20.000 ευρώ ως προκαταβολή του τιμήματος και κατά τον χρόνο υπογραφής του προσυμφώνου πωλήσεως μεταβίβασε εις αυτόν δια οπισθογραφήσεως την υπ’ αριθ. ... επιταγή επί της "... Α.Ε.", ποσού 110.000 ευρώ, ενώ συγχρόνως υπεγράφη μεταξύ των συμβληθέντων το από 21.6.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό (αντέγγραφο), εις το οποίο περιελήφθη μεταξύ άλλων ότι το αληθές τίμημα πωλήσεως ήταν 411.000 ευρώ, ότι το ποσό των 130.000 ευρώ είχε ήδη καταβληθεί, ότι το ποσό των 190.000 ευρώ θα αποτελούσε προϊόν δανείου το οποίο θα ελάμβανε ο αγοραστής από τραπεζική εταιρεία και θα κατέβαλε κατά τα εις το προσύμφωνο και ότι το υπόλοιπο ποσό των 91.000 ευρώ, το οποίο δεν είχε αναγραφεί εις το προσύμφωνο, θα κατέβαλε ο αγοραστής με την παράδοση του ακινήτου... Δια του ως άνω προσυμφώνου είχαν συνομολογηθεί και οι εξής όροι: 1) Ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπεγράφετο μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας και το αργότερο μέχρι την 30.11.2004 και 2) ότι δια την περίπτωση κατά την οποία δεν θα προσήρχετο ο πωλητής δια την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ο αγοραστής θα είχε το δικαίωμα συντάξεως του οριστικού συμβολαίου δια αυτοσυμβάσεως, εφόσον απεδείκνυε την εξόφληση του αναγραφομένου εις το προσύμφωνο τιμήματος. Όμως οι σχέσεις των συμβληθέντων ήδη διαδίκων διερράγησαν μετά την υπογραφή του προσυμφώνου... και εξέλιπε η μεταξύ των εμπιστοσύνη, ενώ μετά την έκδοση από το Πολεοδομικό Γραφείο Θεσσαλονίκης της υπ’ αριθ. .../20.10.2004 άδειας ανεγέρσεως οικοδομής, οπότε και υπήρχε η δυνατότητα καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως, οι διάδικοι δεν προχώρησαν αμέσως εις αυτήν, αλλά... από την 19.11.2004 άρχισαν επί έναν μήνα την ανταλλαγή πληθώρας εξωδίκων δηλώσεων και προσκλήσεων, με τις οποίες έκαστος απέδιδε εις τον άλλον ευθύνες δια την μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.

Ειδικότερα ο ενάγων πωλητής είχε υποσχεθεί εις τον εναγόμενον αγοραστή αυθαίρετες κατασκευές εις το πωλούμενο ακίνητο, όμως ενώ είχαν αρχίσει οι εκσκαφές εις το οικόπεδο..., ο αγοραστής απαιτούσε επιπλέον αυθαίρετες κατασκευές..., ώστε δημιούργησε ανησυχία εις τον πωλητή, ο οποίος δια της επιδοθείσης από 19.11.2004 εξωδίκου δηλώσεως προς τον αγοραστή, αφού τον διαβεβαίωσε ότι ο ίδιος θα τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις εις το ακέραιο, τον κάλεσε την 23.11.2004 προς υπογραφή ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε. Π. των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως και ακολούθως να προβούν την 30.11.2004 εις την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Οι διάδικοι εμφανίστηκαν μεν την 23.11.2004 ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, όμως ο αγοραστής αρνήθηκε την υπογραφή των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως, διότι έλειπαν η τροποποίηση του εργολαβικού, η διανομή μεταξύ των οικοπεδούχων και το συμβόλαιο προσκυρώσεως στο οικόπεδο τμήματος γειτονικού ακινήτου, έγγραφα τα οποία ήταν κατά τη γνώμη του αναγκαία δια την υπογραφή των δηλώσεων και δια την προσκόμιση των οποίων επέδωσε εις τον πωλητή την από 23.11.2004 εξώδικη πρόσκληση. Εν συνεχεία ο πωλητής δια της επιδοθείσης εις τον αγοραστή την 24.11.2004 εξωδίκου κάλεσε αυτόν εκ νέου ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου δια την υπογραφή των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως μετά την κατάθεση εκ μέρους του όλων των σχετικών εγγράφων..., όμως ο αγοραστής δεν εμφανίστηκε, συνταχθείσης της υπ’ αριθ. .../25.11.2004 πράξεως της συμβολαιογράφου. Οι διάδικοι εμφανίστηκαν, ωστόσο, ενώπιον της αυτής συμβολαιογράφου την 30.11.2004, ορισθείσα ως καταληκτική ημερομηνία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, όμως ο αγοραστής απαίτησε να προσκομισθεί και άλλο έγγραφο, το πιστοποιητικό μεταγραφής του συμβολαίου διανομής των οικοπεδούχων και δήλωσε ότι θα υπογράψει την οριστική σύμβαση μόλις προσκομισθεί και το πιστοποιητικό αυτό... Η προεκτεθείσα συμπεριφορά του εναγομένου αγοραστή, αλλά και η έλλειψη εξασφαλίσεως δια το μη αναγραφέν εις το προσύμφωνο ποσό των 91.000 ευρώ, δια το οποίο ουδέν ανέφερε ο τελευταίος εις τις εξωδίκους δηλώσεις του, ενεποίησε ανησυχία εις τον ενάγοντα πωλητή, ώστε δια της από 8.12.2004 εξωδίκου δηλώσεώς του εζήτησε από τον αγοραστή όπως διορθωθεί το τίμημα και προστεθεί το ποσό των 91.000 ευρώ, αυτός δε δια της επιδοθείσης την ίδια ημέρα εις τον πωλητή εξωδίκου, του δήλωσε ότι δια να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο πρέπει πρώτα να υπογραφεί και λεπτομερής συγγραφή υποχρεώσεων δια την κατασκευή του ακινήτου και τον κάλεσε όπως την 9.12.2004 υπογραφεί ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου η οριστική σύμβαση. Την 9.12.2004 ο ενάγων πωλητής κοινοποίησε εις την συμβολαιογράφο Ε. Π. την από 8.12.2004 εξώδικό του και ζήτησε με αναφορά εις το αληθές τίμημα την αλλαγή των φορολογικών δηλώσεων, ενώ με ταυτόχρονη εξώδικο δήλωση προς τον αγοραστή, ως απάντηση εις την προηγηθείσα πρόσκλησή του, δήλωσε σ’ αυτόν ότι ουδεμία είχε αντίρρηση δια την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, υπό την προϋπόθεση όμως της διορθώσεως των δηλώσεων προς τη Δ.Ο.Υ ως προς το συνομολογηθέν τίμημα, έταξε δε εις αυτόν προθεσμία οκτώ ημερών δια την διόρθωση, δηλώνοντας ότι μετά την πάροδο αυτής θα υπαναχωρούσε από τη σύμβαση. Δια της επιδοθείσης εις την ως άνω συμβολαιογράφο την 13.12.2004 εξωδίκου ο αγοραστής δήλωσε ότι προτίθεται να προβεί στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση την 12η ώρα της 15.12.2004... Εις απάντηση της εξωδίκου αυτής, η συμβολαιογράφος δια της από 14.12.2004 δηλώσεώς της προς αμφοτέρους τους διαδίκους, επιδοθείσης εις αυτούς αυθημερόν, τους γνωστοποίησε ότι έχει υποβάλει την υπ’ αριθ. ...9.12.2004 αίτηση προς τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης προκειμένου να της δοθεί η άδεια δια υπογραφή συμβολαίου με αυτοσύμβαση, ότι έχουν υπογραφεί και κατατεθεί οι συνταχθείσες με βάση το προσύμφωνο δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτου και ότι από τον έλεγχο των κατόψεων της εκδοθείσης εντωμεταξύ οικοδομικής άδειας διαπίστωσε αλλαγή ως προς το εμβαδόν των δυο υπογείων χώρων. Την 15.12.2004 ο αγοραστής, δια εξωδίκου προσκλήσεως προς τον πωλητή, επεκαλέσθη εξαπάτηση από τον τελευταίον και του έταξε διήμερη προθεσμία, ώστε να προβεί εις τις αναφερόμενες εις την εξώδικο τροποποιήσεις της οικοδομικής άδειας, ενώ την ίδια ημέρα κατέθεσε εις την ως άνω συμβολαιογράφο γνήσιο αντίγραφο της προδιαληφθείσης υπ’ αριθ. ... επιταγής..., την οποία είχε δώσει εις τον πωλητή κατά την υπογραφή του προσυμφώνου έναντι του αληθούς τιμήματος, δήλωσε δε ότι η επιταγή κατατίθεται ως μερική καταβολή δια την αγορά του προσυμφωνηθέντος ακινήτου, συνταχθείσης της με αριθμό .../ 15.12.2004 πράξεως καταθέσεως της συμβολαιογράφου. Δια τον λόγο ότι ο αγοραστής προσπάθησε να οριστικοποιήσει δια αυτοσυμβάσεως, ως είχε δικαίωμα, την προσυμφωνημένη σύμβαση, ενώ δεν είχε ακόμη εξασφαλισθεί η καταβολή του αληθούς τιμήματος, ο πωλητής άσκησε δια της από 16.12.2004 εξωδίκου δηλώσεώς του, επιδοθείσης εις τον αγοραστή την 17.12.2004, το δικαίωμα νομίμου υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση και αυτή ελύθη αναδρομικώς. Εν συνεχεία ο αγοραστής επέδωσε την 20.12.2004 εις τον πωλητή πρώτο απόγραφο του υπ’ αριθ. .../2004 ως άνω προσυμφώνου με επιταγή προς εκτέλεση, δια της οποίας τον επέτασσε να του καταβάλει το ποσό της συνομολογημένης δια του προσυμφώνου ποινικής ρήτρας των 135.000 ευρώ, το καταβληθέν ποσό των 130.000 ευρώ, έξοδα, καθώς και 2.000 ευρώ ως αμοιβή δια την σύνταξη της επιταγής από την πληρεξούσια δικηγόρο και σύζυγό του (ήδη αναιρεσείουσα). Κατά της εκτελέσεως ο πωλητής άσκησε εις το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την υπ’ αριθ. καταθέσεως .../23.12.2004 ανακοπή και την ταυτόχρονη υπ’ αριθ. .../23.12.2004 αίτηση αναστολής εκτελέσεως, σε σχέση με την οποία έγινε δεκτό και το αίτημά του προσωρινής διαταγής ως προς τη μη εκτέλεση του ποσού της ποινικής ρήτρας των 135.000 ευρώ, ενώ δια το καταβληθέν ποσό των 130.000 ευρώ δεν εξεδόθη προσωρινή διαταγή, καθόσον δήλωσε ότι θα το καταβάλει εις τον επισπεύδοντα... Ακολούθως, δια το ποσό αυτό, την παραμονή των Χριστουγέννων, ο αγοραστής επέσπευσε κατά του πωλητή εκτέλεση επί του ποσοστού του επί του οικοπέδου των 1053 m2, ένθα η υπό ανέγερση οικοδομή του μεταξύ τους προσυμφώνου, δυνάμει της υπ’ αριθ. ...24.12.2004 εκθέσεως κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή Γ. Κ.. Την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ηθέλησε ο πωλητής, πλην κατόπιν των προφορικών οχλήσεών του προς τον αρνηθέντα τελικώς αγοραστή, παρακατέθεσε το επιταχθέν ποσό των 133.127 ευρώ, εκδοθέντος του κατατεθέντος εις την συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Αγγελική Βουλγαράκη υπ’ αριθ. .../2005 γραμματίου του ΤΠΔ. Την υπ’ αριθ. .../17.1.2005 σχετική πράξη καταθέσεως γραμματίου της ως άνω συμβολαιογράφου κοινοποίησε στον αγοραστή, ο οποίος και ανέλαβε το προδιαληφθέν γραμμάτιο την 27.1.2005, ημέρα κατά την οποία συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η υπ’ αριθ. .../13.1.2005 αίτησή του περί ανακλήσεως της ως άνω προσωρινής διαταγής αναφορικά με τη μη εκτέλεση του προσυμφώνου ως προς το ποσό της ποινικής ρήτρας, η οποία και απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 3595/2005 απόφαση του Δικαστηρίου. Εις το ιστορικό της εν λόγω αιτήσεως ο αγοραστής ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι την 9.12.2004, όταν παρέλαβε κάποια από τα νομιμοποιητικά έγγραφα, όπως κατόψεις του ακινήτου, οικοδομική άδεια κλπ, πλην του πίνακα ποσοστών και του πιστοποιητικού μεταγραφής της πράξης διανομής των οικοπεδούχων, που δεν υπήρχαν εις την συμβολαιογράφο και τα οποία καθυστερημένα προσκόμισε ο πωλητής, διαπίστωσε ότι η καθυστέρηση προσκόμισης των ως άνω εγγράφων, που ήταν αναγκαία δια την ταυτοποίηση των εμβαδών της οικοδομικής άδειας με τα ήδη υποσχεθέντα εις το προσύμφωνο εμβαδά, μοναδικό σκοπό είχε να παραπλανήσει την συμβολαιογράφο και να εξαπατήσει αυτόν (αγοραστή), διότι τα μέτρα της οικοδομικής άδειας και οι κατόψεις υπογείων, αποθηκευτικών χώρων κλπ, ουδεμία σχέση έχουν με τα προσυμφωνηθέντα. Εις το ως άνω δικόγραφο της αιτήσεως ανέφερε επίσης ο εναγόμενος αγοραστής ότι "προκύπτει σαφώς η πρόθεση του εργολάβου να καταχραστεί το ποσό των 130.000 ευρώ που είχε ήδη εισπράξει, να ακυρώσει την εκτέλεση της οριστικής σύμβασης και προφανώς να πωλήσει σε τρίτον το ίδιο ακίνητο, καταχρώμενος τα χρήματά του". Τους προδιαληφθέντες ισχυρισμούς επανέλαβε ο εναγόμενος αγοραστής και εις το δικόγραφο της υπ’ αριθμόν καταθέσεως .../2005 αιτήσεώς του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ασκηθείσης αυτής κατά του ενάγοντος εργολάβου και των λοιπών συνιδιοκτητών του ως άνω οικοπέδου, με αίτημα να διαταχθεί η κατάσχεση του εργολαβικού του ανταλλάγματος επί του οικοπέδου, ως επίσης και εις τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση, την 14.4.2006, της προαναφερθείσας υπ’ αριθ. καταθέσεως .../23.12.2004 ανακοπής και πρόσθετους αυτής λόγους του εργολάβου. Εις τις προτάσεις αυτές ο αγοραστής ανέφερε ότι σκοπός του πωλητή ήταν να μην του επιστρέψει και να καταχραστεί προς όφελός του τα χρήματα που είχε εισπράξει (130.000 ευρώ) και ότι πληροφορήθηκε από μεσίτες ότι το ίδιο σπίτι που του πώλησε με το προσύμφωνο, είχε πωλήσει και σε άλλους στο στάδιο των διαπραγματεύσεων χωρίς προσύμφωνο και συνέχιζε ακόμη να το έχει προς πώληση, διότι μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας είχε άλλη αγοραστική αξία, τουλάχιστον κατά 100.000 ευρώ μεγαλύτερη και ήθελε με κάθε τρόπο να ματαιώσει και να ακυρώσει την μεταξύ των σύμβαση πωλήσεως, ώστε να το πωλήσει και σε άλλον ανυποψίαστο αγοραστή. Η προδαληφθείσα με αριθμό καταθέσεως .../2005 αίτηση του αγοραστή απερρίφθη δυνάμει της υπ’ αριθ. 18.031/2005 αποφάσεως του δικάσαντος Δικαστηρίου, ενώ η ανακοπή του ενάγοντος πωλητή κατά της επισπευδόμενης εις βάρος του εκτελέσεως έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν δυνάμει της υπ’ αριθ. 28.112/2007 αποφάσεως. Εξετασθείσα εις τη δίκη αυτή ως μάρτυρας επιμελεία του αγοραστή (καθού η ανακοπή) η σύζυγός του και δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), κατέθεσε ότι ο ανακόπτων πωλητής "ήθελε να του φάει (του αγοραστή) τα λεφτά και του τα πήραν με πλειστηριασμό και ότι ήθελε (ο ανακόπτων) να έχει θολό κλίμα". Η ασκηθείσα κατά της ως άνω αποφάσεως έφεση του καθού η ανακοπή (εναγομένου) απερρίφθη δυνάμει της υπ’ αριθ. 2785/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καταστάσα αμετάκλητη μετά την απόρριψη της από 1.3.2010 αιτήσεώς του περί αναιρέσεως αυτής δυνάμει της υπ’ αριθ. 905/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω απεδείχθη ότι δια της από 13.7.2005 εγκλήσεως ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ο εναγόμενος αγοραστής..., ζήτησε την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του ενάγοντος πωλητή... δια τέλεση κακουργηματικής απάτης εις βάρος του "βλάπτοντας την περιουσία του με ζημία άνω των 135.000 ευρώ (συνομολογηθείσα εις το προσύμφωνο ποινική ρήτρα), πείθοντας αυτόν εις την αγορά μιας οικίας, την οποία θα κατασκεύαζε ο ίδιος (εργολάβος), παρουσιάζοντάς του ψευδή στοιχεία σε σχέση με την πολεοδομική άδεια ανοικοδόμησης, τις κατόψεις του κτιρίου, τον πίνακα των ποσοστών διανομής, τους τίτλους ιδιοκτησίας και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου..., για να αρνηθεί στη συνέχεια την ανέγερση της συμφωνημένης οικίας (μαιζονέτας), χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα ενώπιον των συμβολαιογράφων και των δημοσίων υπηρεσιών", ενώ ανέφερε και τους εις τα προδιαληφθέντα δικόγραφα ισχυρισμούς του "περί πωλήσεως της οικίας και σε άλλους ανυποψίαστους αγοραστές εις το στάδιο των διαπραγματεύσεών τους".

Πρέπει να σημειωθεί ότι η διαφορά των περιγραφομένων εις το ως άνω προσύμφωνο υπογείων (και μόνον) χώρων με τις θεωρημένες κατόψεις της οικοδομικής άδειας προσδιορίζεται: 1) Εις το Α’ υπόγειο α) ο κλειστός χώρος πάρκινγκ έχει εμβαδόν εις μεν το προσύμφωνο 32,85 τ.μ, εις δε την κάτοψη 26,51 τ.μ., δηλαδή εμφανίζεται μικρότερος κατά 6,34 τ.μ., β) ο αποθηκευτικός χώρος εις το προσύμφωνο έχει εμβαδόν 23,42 τ.μ. και εις την κάτοψη 29,59 τ.μ., δηλαδή εμφανίζεται μεγαλύτερος κατά 6,16 τ.μ.και 2) εις το Β’ υπόγειο ο αποθηκευτικός χώρος εις μεν το προσύμφωνο έχει εμβαδόν 32,85 τ.μ. και εις την κάτοψη 26,51 τ.μ., δηλαδή οι διαφοροποιήσεις αποκλείουν ελαφρώς από το αρχικό εμβαδόν των χώρων αυτών. Επίσης, όταν ο εναγόμενος αγοραστής υπέβαλε την έγκληση, η ανεγειρόμενη τότε οικία ευρίσκετο εις το στάδιο κατασκευής του σκελετού, πωληθείσα εις τρίτον δυνάμει του υπ’ αριθ. .../30.5.2005 νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Β.... Την ως άνω έγκληση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης την απέρριψε..., όμως κατόπιν παραδοχής της ασκηθείσης από τον αγοραστή προσφυγής δυνάμει της υπ’ αριθ. 130/5.6.2006 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του ενάγοντος πωλητή δια την πράξη της απάτης σε απόπειρα. Ενώπιον του Ι’ Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης ο εγκαλών κατέθεσε την 6.10.2005 ότι "όταν η διαφοροποίηση γίνεται σκοπίμως και δολίως από τον εργολάβο..., τότε αναμφισβήτητα τελείται απάτη από βιρτουόζους του είδους που γνωρίζουν τα μονοπάτια της πολεοδομίας και τις αλχημείες που γίνονται σε συμβόλαια αγοράς, ώστε να ευρεθούν υποψήφιοι αγοραστές χωρίς σπίτια με άκυρα συμβόλαια" και ότι "εν γνώσει του τον κάλεσε (ο πωλητής) να υπογράψει άκυρο συμβόλαιο για ακίνητο που δεν ανταποκρίνεται στην οικοδομική άδεια, προσπαθώντας έτσι να επιτύχει την υπογραφή άκυρου συμβολαίου... για να ξαναπωλήσει και αλλού το ακίνητο και μοναδικός του σκοπός ήταν να καταχραστεί τα 130.000 ευρώ" και ότι "ουδέποτε (ο πωλητής) εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την υπαναχώρησή του για επιστροφή όλων των ήδη καταβληθέντων", αν και από 27.1.2005 ο εναγόμενος αγοραστής είχε αναλάβει το προκαταβληθέν ποσό πλέον εξόδων. Επίσης, η δεύτερη εναγομένη (αναιρεσείουσα), κατέθεσε ενώπιον του αυτού Πταισματοδίκου... αναφορικά με την έγκληση του πρώτου εναγομένου ότι ο ενάγων πωλητής "πίεζε και τους εκβίαζε για την υπογραφή των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως... και δήλωσε ότι υπαναχωρεί προσπαθώντας έτσι να καταχραστεί το ποσό των 130.000 ευρώ, που είχε εισπράξει έναντι του πραγματικού τιμήματος..., ότι μετά τη δήλωση υπαναχωρήσεως αρνήθηκε να επιστρέψει όσα είχαν καταβληθεί..., αφού μοναδικός του σκοπός ήταν να καταχραστεί προς όφελός του τα χρήματά τους, γνωρίζοντας τη ζημία". Δυνάμει της υπ’ αριθμόν 6374/20.3.2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταστάσης αμετακλήτου, ο ενάγων πωλητής εκηρύχθη αθώος, αφού το Δικαστήριο εδέχθη ότι δεν απεδείχθη ότι προέβη σε παράσταση ψευδών γεγονότων προς τον εγκαλούντα (αγοραστή) και δη με σκοπό αποκομίσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ότι οι διαφοροποιήσεις του εμβαδού των υπογείων ουδόλως μείωναν την αξία του όλου ακινήτου, ο δε εγκαλών εξαπάτηση επεκαλέσθη για πρώτη φορά εις την από 15.12.2004 εξώδικό του προς τον πωλητή, ότι εντέχνως αυτός (εγκαλών) έκανε λόγο μόνο για το αναγραφόμενο στο προσύμφωνο ποσό των 190.000 ευρώ, τονίζοντας ότι είναι ολικό, δίκαιο και αληθινό, αν και ο ίδιος έχει ήδη καταβάλει το ποσό των 130.000 ευρώ... και ότι δεν αποδείχθηκε βλάβη της περιουσίας του, διότι αυτός και το ποσό της προκαταβολής εισέπραξε και του φόρου μεταβιβάσεως που είχε καταβληθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων πωλητής, "κατά την ανάληψη της υποχρεώσεώς του δυνάμει του υπ’ αριθμόν .../2004 προσυμφώνου ουδέν ψευδές παρέστησε εις τον εναγόμενο αγοραστή σχετικώς με την ταυτότητα του πωλουμένου ακινήτου, ενώ αντιθέτως συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών υπέρβαση των προβλεπομένων εις την οικονομική άδεια, ώστε να αποκτήσει ο τελευταίος ακίνητο μεγαλύτερου εμβαδού". Την κρίση του αυτή το Εφετείο αιτιολόγησε ως ακολούθως: "Ο ενάγων ουδεμία πρόθεση εξαπατήσεως του εναγομένου είχε, καθόσον δια του προσυμφώνου έδωσε την δυνατότητα εις αυτόν να αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου δια αυτοσυμβάσεως, ενώ δεν αξίωσε εξασφάλιση δια το αφανές υπόλοιπο του αληθούς τιμήματος, ήτοι προέβη κατά την κατάρτιση της μη οριστικής συμβάσεως σε ενέργειες προς όφελος του αγοραστού εναγομένου, ουδέποτε αρνήθηκε τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του και δεν ενήργησε με πρόθεση να καταρτισθεί άκυρο οριστικό συμβόλαιο, ούτε επεδίωξε να πωλήσει το επίδικο σε τρίτους, ώστε να επιτύχει μεγαλύτερο τίμημα, το πώλησε δε περί το τέλος Μα?ου 2005, ενώ το χρηματικό ποσό της προκαταβολής των 130.000 ευρώ το προσέφερε αμέσως εις τον εναγόμενο και αυτού αρνηθέντος το παρακατέθεσε. Αντίθετα οι εναγόμενοι (Γ. Κ. και Μ. Χ.) τελούσαν εν γνώσει του ψεύδους των προδιαληφθέντων ισχυρισμών τους, καθόσον γνώριζαν ότι ο ενάγων είχε αναλάβει αυξημένες υποχρεώσεις εκ της συμβάσεως και ότι είχε την πρόθεση να τις τηρήσει επακριβώς, τούτο δε κατ’ επανάληψη δήλωσε και εις τις προς τον εναγόμενον εξωδίκους του. Επίσης ο εναγόμενος, ενώ ισχυρίζεται και δια της από 17.4.2013 προσθήκης των προτάσεών του ότι υποχρεούτο εις την επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του ενάγοντος, ώστε να διασφαλίσει την επιστροφή του ποσού των 130.000 ευρώ, ωστόσο μήνες μετά την ανάληψη του ποσού αυτού από το ΤΠΔ ζήτησε την κατάσχεση του εργολαβικού ανταλλάγματος του ενάγοντος, αλλά και την ποινική δίωξη αυτού. Οι προεκτεθέντες ισχυρισμοί περί αναληθών γεγονότων των εναγομένων, δυσφημιστικοί δια τον ενάγοντα, ήταν ικανοί να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή, την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητά του, με την άδικη, υπαίτια και ποινικώς κολάσιμη πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως εις βάρος αυτού τελεσθείσα και του προκάλεσαν ηθική βλάβη, ο οποίος είναι συνεπώς δικαιούχος της αγωγικής απαιτήσεως δια χρηματική ικανοποίηση κατά το άρθρ. 932 ΑΚ". Στη συνέχεια το Εφετείο "έχον ως κριτήριο δια τον καθορισμό της ευλόγου αποζημιώσεως, το είδος της προσβολής του εννόμου αγαθού της τιμής του ενάγοντος, την έκταση του προκληθέντος εις αυτόν ψυχικού άλγους, τις συνθήκες τελέσεως της παρανόμου και ποινικώς κολασίμου πράξεως, την βαρύτητα του άμεσου δόλου των εναγομένων, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, ως και την μετέπειτα συμπεριφορά των εναγομένων", προσδιόρισε την χρηματική ικανοποίηση που οφείλουν να καταβάλουν νομιμοτόκως οι εναγόμενοι στον ενάγοντα για την ηθική βλάβη που του προκάλεσαν παράνομα με την προσβλητική για την προσωπικότητά του συμπεριφορά τους, σε 15.000 αναφορικά με τον πρώτο των εναγομένων και σε 3.000 ευρώ αναφορικά με τη δεύτερη αυτών. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει με τον ίδιο τρόπο και απέρριψε ως προς την από 1.6.2009 αγωγή του πρώτου των ήδη αναιρεσιβλήτων (Β. Ψ.) τόσο την από 11.10.2011 έφεσή του όσο και τις αντίθετες από 15.9.2011 και 10.10.2011 εφέσεις των εναγομένων Γ. Κ. και Μ. Χ. (αναιρεσείουσας). Κατά το κεφάλαιο αυτό η απόφαση του Εφετείου προσβάλλεται με τους έξι λόγους του Α’ κεφαλαίου της αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να ερευνηθούν, αφού αφορούν τον απόντα πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης είναι, κατά τα προεκτεθέντα, απαράδεκτη. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Εις την δεύτερη των εναγομένων δια των υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2010 και ...2010 δυο αγωγών (των Γ. Κ. και Μ. Χ., αντίστοιχα) δικηγόρο Π. Κ. (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), ο πρώτος των εναγομένων δια των αγωγών αυτών πωλητής (Β. Ψ.) ανέθεσε την εντολή υπερασπίσεως των δικαιωμάτων του και δικαστικής εκπροσωπήσεώς του περί το τέλος Δεκεμβρίου 2004..., αυτή δε προέβη εις τις εξής ενέργειες ως πληρεξουσία δικηγόρος του κατ’ εντολή του: 1) υπέγραψε την από 20.1.2005 επιδοθείσα αυθημερόν εις τον ενάγοντα Γ. Κ. εξώδικο δήλωση με πρόσκληση όπως υπογράψει την πράξη άρσεως της επιβληθείσης από αυτόν εις βάρος του εναγομένου πωλητή κατασχέσεως και συναινέσεως διαγραφής της από τα οικεία βιβλία, μετά την δια της καταθέσεως εις το ΤΠΔ του οφειλομένου ποσού της προκαταβολής πλέον εξόδων απόσβεση της εκ της συμβατικής σχέσεως ενοχής, όμως ο ενάγων, αν και ανέλαβε το κατατεθέν ποσό..., δεν συνήνεσε εις την άρση της κατασχέσεως και εις την προταθείσα συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς τους, ώστε ακολούθησαν πολυετείς δικαστικοί αγώνες, 2) παραστάθηκε μετά του εναγομένου πωλητή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 27.1.2005 και υπέγραψε και κατέθεσε κατ’ εντολή του σημείωμα δια τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή της αιτήσεως του ενάγοντος αγοραστή περί ανακλήσεως της χορηγηθείσης εις τον αντίδικό του προσωρινής διαταγής, επί της οποίας αιτήσεως εξεδόθη κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η υπ’ αριθ. 3595/2005 απόφαση του δικάσαντος Δικαστηρίου, 3) παραστάθηκε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε το από 15.3.2005 σημείωμα προς εκδίκαση της από 22.10.2004 αιτήσεως του εντολέως της εναγομένου πωλητή περί αναστολής της επισπευδόμενης εις βάρος του εκτελέσεως, η οποία αίτηση έγινε δεκτή με την υπ’ αριθ. 10282/2005 απόφαση του Δικαστηρίου, 4) παραστάθηκε ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, δικάζοντος κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε τις από 15.4.2005 προτάσεις προς εκδίκαση της υπ’ αριθ. καταθέσεως .../31.3.2005 αιτήσεως του ενάγοντος Γ. Κ. κατά του εναγομένου πωλητή και των συνοικοπεδούχων του εις το οικόπεδο, ένθα η πωλούμενη οικία, με αίτημα την κατάσχεση του εργολαβικού ανταλλάγματος του εναγομένου, 5) παραστάθηκε ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε την 11.7.2005 σχετικό σημείωμα προς εκδίκαση της υπ’ αριθ. καταθέσεως .../28.4.2005 αιτήσεως του ενάγοντος αγοραστή με αίτημα την ερμηνεία της αποφάσεως επί της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως του εναγομένου πωλητή, 6) παραστάθηκε, συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε τους υπ’ αριθ. καταθέσεως .../17.3.2005 πρόσθετους λόγους ανακοπής και τις ταυτόχρονες προτάσεις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δια την εκδίκαση της από 22.12.2004 ανακοπής του εναγομένου πωλητή κατά της αναγκαστικής εις βάρος του εκτελέσεως, την οποία επέσπευσε κατά τα ανωτέρω ο ενάγων αγοραστής, μετά δε την παραπομπή λόγω αρμοδιότητος εις το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κατέθεσε τις από 21.2.2007 προτάσεις. Περιεχόμενο των ανωτέρω δικογράφων απετέλεσαν τα πραγματικά περιστατικά και οι ισχυρισμοί του πρώτου των εναγομένων, εντολέως της δεύτερης αυτών, προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων του και αντίκρουση των ισχυρισμών του ενάγοντος Γ. Κ.. Εξ άλλου μετά την αθωωτική δια τον πρώτον των εναγομένων ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αυτός (πωλητής) άσκησε κατά του εγκαλέσαντος Γ. Κ. και της συζύγου του την ένδικη από 1.6.2009 αγωγή του... Εις το δικόγραφο αυτής, την οποία συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε η δεύτερη εναγομένη (Π. Κ.) εις το πλαίσιο εκτελέσεως της δοθείσης από τον πρώτο εναγόμενο εντολής, ανεγράφη μεταξύ άλλων ότι οι ήδη ενάγοντες (Γ. Κ. και Μ. Χ.) ζήτησαν για φορολογικούς λόγους να μην αναγραφεί εις το προσύμφωνο το αληθές τίμημα, ότι παρουσίασαν μια αλαζονική συμπεριφορά έναντι του εναγομένου πωλητή σε σχέση με τα χρήματα που διαθέτουν, ότι ο ενάγων αγοραστής αξίωνε αυθαίρετες ενέργειες εις το πωλούμενο ακίνητο, ότι προσχηματικά ζητούσε αυτός την κατάθεση εγγράφων κ.α., προκειμένου να εξαναγκάσει τον πωλητή να πραγματοποιήσει τις προβληθείσες μετά την υπογραφή του προσυμφώνου απαιτήσεις των εναγόντων, ότι προσπάθησε ο ενάγων αγοραστής να οριστικοποιήσει το προσύμφωνο με αυτοσύμβαση, ώστε να καταβάλει εις τον πωλητή μόνο το εμφανές τίμημα των 190.000 ευρώ και να τον ζημιώσει κατά το υπόλοιπο ποσό της διαφοράς του καταβλητέου αληθούς τιμήματος, ότι ο ίδιος (αγοραστής) επεχείρησε να τροποποιήσει την οικοδομική άδεια και ότι καταχρηστικώς επέσπευσε αναγκαστική εις βάρος του εκτέλεση δια να προξενήσει εις αυτόν ζημία. Ο ισχυρισμός του εναγομένου πωλητή ότι η αναγραφή εις το προσύμφωνο του ποσού των 190.000 ευρώ ως τιμήματος έγινε δια αφορώντες τον ενάγοντα αγοραστή λόγους, είναι αληθής, λαμβανομένου υπόψη και ότι αυτός εις τις εξωδίκους δηλώσεις του προς τον εναγόμενο πωλητή ουδέν ανέφερε περί του οφειλομένου αληθούς τιμήματος.

Επίσης αληθές είναι ότι ο ενάγων αγοραστής ασκούσε πιέσεις δια κατασκευήν εις την πωλούμενη οικία αυθαιρέτων κατασκευών, πέραν των υπεσχημένων και ότι ο εναγόμενος πωλητής αρνήθηκε την ικανοποίηση των αιτημάτων του, ως και ότι αμφότεροι οι ενάγοντες επέδειξαν προς αυτόν υβριστική και αλαζονική συμπεριφορά πριν από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καθώς και ότι ο ενάγων αγοραστής τον απεκάλεσε "απατεώνα" ενώπιον της συνεργάτιδός του τρίτης ήδη των εναγομένων Α. Μ. και υπεστήριξε ότι με τα χρήματά του θα μπορούσε να κάνει τα πάντα, εγκατέλειψε δε την εις το γραφείο του πωλητή συνάντησή τους, απαξιώνοντας αυτόν με την φράση "φεύγω και όποιος αντέξει". Εξ ετέρου ο αγοραστής αξίωνε την καταβολή από τον πωλητή αμοιβής δια την πληρεξούσια δικηγόρο του, ήτοι την ενάγουσα σύζυγό του (αναιρεσείουσα), ενώ αγνόησε και τις επανειλημμένες εκκλήσεις του πωλητή προς εξασφάλιση του αφανούς τιμήματος των 91.000 ευρώ. Αληθές είναι επίσης ότι ο ενάγων αγοραστής, καθ’ υπόδειξη της εναγούσης συζύγου του, αξίωνε προσχηματικά από τον εναγόμενον πωλητή, ενώ πλησίαζε ο ορισθείς καταληκτικός χρόνος (30.11.2004) δια την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως και δια την καταβολή του συμφωνηθέντος μέρους του τιμήματος, την κατάθεση εις την συμβολαιογράφο των ως άνω αναφερθέντων εγγράφων, τα οποία ο πωλητής κατέθεσε εντός δυο ημερών από της οχλήσεως, πλην του πιστοποιητικού μεταγραφής του συμβολαίου οριστικής διανομής, το οποίο δεν ήταν στην κατοχή του, όμως ο αγοραστής αρνήθηκε και πάλι την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως και αξίωσε εν συνεχεία την τροποποίηση της οικοδομικής άδειας λόγω μικρής διαφοράς εις το εμβαδόν μεταξύ του προσυμφώνου και της οικοδομικής άδειας. Καθόσον όμως αφορά εις τον ισχυρισμό δια την προσπάθεια του αγοραστή να καταρτίσει δια αυτοσυμβάσεως την οριστική σύμβαση, πρέπει να λεχθεί ότι δεν είχε πρόθεση να προβεί εις την ενέργεια αυτή, αλλά μόνο να ασκήσει πίεση εις τον πωλητή, όμως αυτός δεν τελούσε εν γνώσει ότι οι ισχυρισμοί του (εννοείται οι περαιτέρω σχετικοί ισχυρισμοί του) ήταν αναληθείς, διότι αναφέρονται σε ενδιάθετες καταστάσεις και η παρελκυστική συμπεριφορά του αγοραστή δεν επέτρεπε την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Οι ισχυρισμοί αυτοί στοιχειοθετούν απλή μόνο δυσφήμιση των εναγόντων, η οποία όμως δεν είναι άδικη, διότι ο εναγόμενος πωλητής διατύπωσε τους σχετικούς ισχυρισμούς του από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς προστασία και διαφύλαξη της τιμής του και των επαγγελματικών του συμφερόντων (άρθρ. 367§1γ ΠΚ), χωρίς να έχει τη δυνατότητα διαφυλάξεως των συμφερόντων του με τρόπο διαφορετικό, αλλά εξ ίσου αποτελεσματικό. Εξ άλλου η τρίτη των εναγομένων (ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων), υπάλληλος τότε του πρώτου αυτών, κατέθεσε περί των ανωτέρω ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά και του ποινικού, εις τα πλαίσια του καθήκοντος αληθείας και τα περί υβριστικής συμπεριφοράς του ενάγοντος (Γ. Κ.) εις βάρος του εναγομένου πωλητή ήταν αληθή, ενώ δεν είχε σκοπό ούτε εξυβρίσεως των εναγόντων, κατά παραδοχή της ενστάσεώς της από το άρθρ. 367§1γ ΠΚ, απορριπτομένης της αντενστάσεως των εναγόντων ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως της δυσφημίσεως, διότι προκύπτει σκοπός των εναγομένων προσβολής της τιμής των εναγόντων (367§2β ΠΚ). Καθ’ όσον αφορά τέλος εις την περιεχομένη εις το ιστορικό της ένδικης αγωγής του πωλητή φράση ότι η άρνησή του δια την κατασκευή επί πλέον αυθαιρέτων κατασκευών έκανε τους ήδη ενάγοντες "ταύρους εν υαλοπωλείο", καταδεικνύει το μέγεθος της εντάσεως εις την συμπεριφορά των και περιγράφει απλώς τα γεγονότα, χωρίς πρόθεση προσβολής της τιμής και της υπόληψής τους, αλλά σκοπό υπερασπίσεως των συμφερόντων του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε, όπως και το Πρωτοδικείο, ότι "δεν υφίσταται ποινικώς κολάσιμη πράξη εις βάρος των εναγόντων (Γ. Κ. και Μ. Χ.) και ότι δεν είναι αυτοί δικαιούχοι των αγωγικών απαιτήσεων δια χρηματική ικανοποίηση κατ’ άρθρ. 932 ΑΚ", απέρριψε κατά τους αντίστοιχους λόγους τις εφέσεις τους. Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Ο δια της υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2010 αγωγής εναγόμενος (Β. Ψ.), αυτογνωμόνως, χωρίς την νομική καθοδήγηση της δεύτερης εναγομένης δικηγόρου του (Α. Μ.), υπέβαλε εις το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, τις υπ’ αριθ. .../21.2.2005 και .../28.3.2005 αναφορές κατά της εναγούσης (ήδη αναιρεσείουσας), επίσης δικηγόρου και συζύγου του ενάγοντος αγοραστή (Γ. Κ.), δια αντιδεοντολογική συμπεριφορά αυτής, ισχυριζόμενος εις την πρώτη αυτών ότι η εν λόγω κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 25.1.2005 κατά την εκδίκαση της υπ’ αριθμόν καταθέσεως .../13.1.2005 αιτήσεως του συζύγου της περί ανακλήσεως προσωρινής διαταγής, την οποία αίτηση είχε υπογράψει ως πληρεξουσία δικηγόρος του και άρα εμπλέκεται άμεσα εις την υπόθεση και ζήτησε να μην της χορηγηθεί άδεια να καταθέσει ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση, την 25.2.2005, της υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2004 αιτήσεως του συζύγου της περί χορηγήσεως εις αυτόν άδειας κατασχέσεως του εργολαβικού ανταλλάγματος του εναγομένου (Β. Ψ.), καθώς και να επιβληθούν εις αυτή τα νόμιμα. Επίσης με τη δεύτερη αναφορά του ισχυρίστηκε ότι την 15.3.2005 κατά την εκδίκαση της υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2004 αιτήσεώς του περί αναστολής εκτελέσεως του υπ’ αριθ. .../21.6.2004 προσυμφώνου, κατέθεσε (η αναιρεσείουσα) ως μάρτυρας του καθ’ ου η αίτηση συζύγου της, ενώ υπέγραψε δια λογαριασμό του και δικόγραφα, χωρίς και πάλι να της έχει χορηγηθεί προς τούτο άδεια από τον Δ.Σ.Θ. Ωστόσο απεδείχθη ότι η ως άνω ενάγουσα δια της υπ’ αριθ. .../24.1.2005 αιτήσεώς της προς τον Δ.Σ.Θ. ζήτησε να της χορηγηθεί άδεια, ώστε να εξετασθεί ως μάρτυρας δια την υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2004 αίτηση ανακλήσεως προσωρινής διαταγής και η αίτησή της αυτή έγινε δεκτή λόγω κατεπείγοντος την 25.1.2005. Εξ ετέρου η υπ’ αριθ. .../16.2.2005 αίτησή της προς τον Δ.Σ.Θ. με το αυτό αίτημα δια τη δικάσιμο της 16.2.2005 εισήχθη εις το Δ.Σ. του Δ.Σ.Θ. δια της από 15.2.2005 πράξεως του τότε Προέδρου του Δ.Σ.Θ. Εν συνεχεία υπέβαλε την υπ’ αριθ. .../17.2.2005 αίτηση δια την δικάσιμο της 25.2.2005 αναφορικά με την υπ’ αριθ. .../2004 ως άνω αίτηση του συζύγου της, ως και δια τη δικάσιμο της 9.12.2005 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όμως η αίτησή της δεν απεδείχθη ότι έγινε δεκτή. Περαιτέρω δια της υπ’ αριθ. .../12.4.2005 αιτήσεώς της ζήτησε την άδεια προς εξέτασή της δια τη δικάσιμο της 15.4.2005 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση... έγινε δεκτή δυνάμει της υπ’ αριθ. ...2005 αποφάσεως του Δ.Σ. του Δ.Σ.Θ. Επομένως η ενάγουσα δια μεν τη δικάσιμο της 25.1.2005 έλαβε άδεια, ώστε να εξετασθεί ως μάρτυρας, γεγονός όμως το οποίο δεν γνώριζε ο εναγόμενος πωλητής, καθόσον κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν προσκομίσθηκε το σχετικό έγγραφο της άδειας, ώστε ευλόγως δημιουργήθηκε η πεποίθηση εις αυτόν ότι δεν τηρήθηκε η αναγκαία διαδικασία, δια δε τη δικάσιμο της 15.3.2005 δεν απεδείχθη ότι είχε χορηγηθεί εις την ενάγουσα η αναγκαία άδεια.

Συνεπώς δια των ως άνω αναφορών του προς τον Δ.Σ.Θ. ο εναγόμενος δεν προσέβαλε υπαιτίως και παρανόμως την προσωπικότητά της..., το δε Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Θ. απεφάνθη ομοφώνως δυνάμει της υπ’ αριθ. 66/2006 αποφάσεώς του επί των ως άνω αναφορών του εναγομένου ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής δια τα καταγγελθέντα". Με βάση και τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε απορριπτέες στο σύνολό τους τις από 20.1.2010 αγωγές της αναιρεσείουσας και του συζύγου της Γ. Κ. κατά των τριών εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων τόσο ως προς την αξίωση επιδίκασης στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποίησης λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης τους από την αποδιδόμενη στους αντιδίκους τους προσβλητική για την προσωπικότητά τους συμπεριφορά τους όσο και ως προς την αξίωση άρσης της σχετικής με τη συμπεριφορά αυτή προσβολής της προσωπικότητάς τους, με την περαιτέρω αιτιολογία ότι η δεύτερη αξίωση, η οποία με την πρωτόδικη απόφαση έγινε μερικώς δεκτή υπέρ μόνον της αναιρεσείουσας και υποχρεώθηκε ο πρώτος μόνον των αναιρεσιβλήτων να ανακαλέσει τις από 25.1.2005 και 21.3.2005 προσβλητικές γι’ αυτή αναφορές του προς το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, δεν είναι βάσιμη, αφού, εκτός άλλων, "προϋπόθεση άρσης της προσβολής είναι ότι η πράξη της παρανόμου προσβολής ευρίσκεται εν ενεργεία, ενώ εν προκειμένω υφίσταται η απαλλακτική δια την ενάγουσα απόφαση". Έτσι το Εφετείο, αφού απέρριψε στο σύνολό τους τις εφέσεις της αναιρεσείουσας και του συζύγου της, επικυρώνοντας αντίστοιχα την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ως προς την από 20.1.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας, την οποία απέρριψε και ως προς την εναντίον του αξίωση άρσης της προσβολής της προσωπικότητάς της, εξαφανίζοντας κατά τη σχετική διάταξη την αντίθετη πρωτόδικη απόφαση. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του Β’ κεφαλαίου της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με τις παραδοχές της α) ότι "ο ισχυρισμός του εναγομένου πωλητή ότι η αναγραφή εις το προσύμφωνο του ποσού των 190.000 ευρώ ως τιμήματος έγινε δια αφορώντες τον ενάγοντα αγοραστή λόγους, είναι αληθής, λαμβανομένου υπόψη και ότι αυτός εις τις εξωδίκους δηλώσεις του προς τον εναγόμενο πωλητή ουδέν ανέφερε περί του οφειλομένου αληθούς τιμήματος" και β) ότι "επίσης αληθές είναι ότι ο ενάγων αγοραστής ασκούσε πιέσεις δια κατασκευήν εις την πωλούμενη οικία αυθαιρέτων κατασκευών, πέραν των υπεσχημένων και ότι ο εναγόμενος πωλητής αρνήθηκε την ικανοποίηση των αιτημάτων του", παραμόρφωσε ως προς το περιεχόμενο έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό η αναιρεσείουσα και ειδικότερα α) τα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου ως προς τις περιεχόμενες σ’ αυτά ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Π. και Σ. Μ., τις ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Σ. και Β. Κ. με αριθμό ...17.2.2011 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και τα πρακτικά της υπ’ αριθ. 6374/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης γενικώς, αλλά και ως προς την περιεχόμενη σ’ αυτά ομολογία του Β. Ψ. ότι "όλο το ... χτίζεται με αυτόν τον τρόπο", δηλαδή αυθαίρετα, β) την υπ’ αριθ. .../15.12.2004 πράξη κατάθεσης από τον Γ. Κ. στη συμβολαιογράφο Ε. Π. αντιγράφου της ... επιταγής του επί της ..., γ) τις κατόψεις δεύτερου υπογείου, ισογείου, πρώτου ορόφου και σοφίτας της οικίας που αφορά το υπ’ αριθ. .../2004 προσύμφωνο της ως άνω συμβολαιογράφου και δ) το από 21.6.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των Β. Ψ. και Γ. Κ.. Όμως σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τα μεν πρακτικά των ως άνω δικαστηρίων δεν συνιστούν αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως προς τις περιεχόμενες σ’ αυτά καταθέσεις προσώπων και άρα δεν μπορούν ως προς αυτές να ελεγχθούν για παραμόρφωση του περιεχομένου τους, ενώ κατά τα λοιπά ούτε το Εφετείο στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ως άνω έγγραφα το αποδεικτικό του πόρισμα ούτε προσδιορίζεται το περιεχόμενο που εσφαλμένα κατά την άποψή της προσέδωσε στα έγγραφα αυτά το Εφετείο σε σύγκριση με το αληθινό τους περιεχόμενο ούτε και συνέχονται με παραδοχές σε βάρος της, αλλά με πρόσχημα πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ επιχειρείται στην πραγματικότητα με τους παραπάνω λόγους της αίτησης αναίρεσης να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης. Επομένως, πρωταρχικά ως απαράδεκτοι, είναι απορριπτέοι οι λόγοι αυτοί. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο του Β’ κεφαλαίου της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο κατέληξε χωρίς ουσιαστικά απόδειξη στην παραδοχή ότι είναι αληθής ο ισχυρισμός του Β. Ψ. ότι η αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της Γ. Κ. "επέδειξαν προς αυτόν υβριστική και αλαζονική συμπεριφορά πριν από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καθώς και ότι ο ενάγων (Γ. Κ.) τον απεκάλεσε "απατεώνα" ενώπιον της Α. Μ.... και υπεστήριξε ότι με τα χρήματά του θα μπορούσε να κάνει τα πάντα, εγκατέλειψε δε την εις το γραφείο του πωλητή (Β. Ψ.) συνάντησή τους, απαξιώνοντας αυτόν με την φράση "φεύγω και όποιος αντέξει", αφού το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω παραδοχή έλαβε υπόψη μόνον την ένορκη στο ακροατήριο κατάθεση της Α. Μ., συζύγου του πωλητή και εναγομένης στην υπόθεση, ενώ αγνόησε τις λοιπές ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Π. και Σ. Μ., τις ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Σ. και Β. Κ. με αριθμό ...2011 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, καθώς και την υπ’ αριθ. .../15.12.2004 πράξη κατάθεσης της συμβολαιογράφου Ε. Π.. Οι αυτές πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 11(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προσάπτονται στην απόφαση του Εφετείου και με τον έκτο λόγο του Β’ κεφαλαίου της αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα αποδίδεται σ’ αυτή ότι χωρίς και πάλι ουσιαστικά απόδειξη κατέληξε στην εσφαλμένη παραδοχή ότι "καθ’ όσον αφορά τέλος εις την περιεχομένη εις το ιστορικό της ένδικης αγωγής του πωλητή φράση ότι η άρνησή του δια την κατασκευή επί πλέον αυθαιρέτων κατασκευών έκανε τους ήδη ενάγοντες (Γ. Κ. και αναιρεσείουσα) "ταύρους εν υαλοπωλείο", καταδεικνύει το μέγεθος της εντάσεως εις την συμπεριφορά των και περιγράφει απλώς τα γεγονότα, χωρίς πρόθεση προσβολής της τιμής και της υπόληψής τους, αλλά σκοπό υπερασπίσεως των συμφερόντων του", αφού, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, το Εφετείο στήριξε την ως άνω παραδοχή του μόνον στην ένορκη στο ακροατήριο κατάθεση της Α. Μ., ενώ αγνόησε και τη φορά αυτή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ. Μ. και τις ένορκες βεβαιώσεις των Β. Κ. και Κ. Σ. στον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης. Ωστόσο το Εφετείο κατέληξε στις ως άνω παραδοχές ύστερα από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όπως ρητά διαβεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αλλά και προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της. Τα αντίθετα συνεπώς που υποστηρίζονται με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους είναι αβάσιμα και πρέπει αυτοί να απορριφθούν.

Εξ άλλου με τον τέταρτο λόγο του Β’ κεφαλαίου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με τις παραδοχές της α) ότι "ο ενάγων (αγοραστής) αξίωνε την καταβολή από τον εναγόμενο (πωλητή) αμοιβής δια την πληρεξούσια δικηγόρο του, ήτοι την ήδη ενάγουσα σύζυγό του (αναιρεσείουσα), ενώ αγνόησε και τις επανειλημμένες εκκλήσεις του πωλητή εναγομένου προς εξασφάλιση του αφανούς τιμήματος των 91.000 ευρώ, και β) ότι "αληθές είναι επίσης ότι ο ενάγων αγοραστής, καθ’ υπόδειξη της εναγούσης συζύγου του, αξίωνε προσχηματικά από τον εναγόμενον πωλητή, ενώ πλησίαζε ο ορισθείς καταληκτικός χρόνος (30.11.2004) δια την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως και δια την καταβολή του συμφωνηθέντος μέρους του τιμήματος, την κατάθεση εις την συμβολαιογράφο των ως άνω αναφερθέντων εγγράφων (πράξης τροποποίησης του εργολαβικού συμβολαίου και διανομής μεταξύ των οικοπεδούχων, συγγραφή υποχρεώσεων κλπ), τα οποία ο εναγόμενος (πωλητής) κατέθεσε εντός δυο ημερών από της οχλήσεως, πλην του πιστοποιητικού μεταγραφής του συμβολαίου οριστικής διανομής, το οποίο δεν ήταν στην κατοχή του, όμως ο ενάγων (αγοραστής) αρνήθηκε και πάλι την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως και αξίωσε εν συνεχεία την τροποποίηση της οικοδομικής άδειας λόγω μικρής διαφοράς εις το εμβαδόν μεταξύ του προσυμφώνου και της οικοδομικής άδειας", παραμόρφωσε ως προς το περιεχόμενο έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση σε πρώτο και δεύτερο βαθμό η αναιρεσείουσα και ειδικότερα α) τα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου ως προς την περιεχόμενη σ’ αυτά ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Ε. Π., β) την από 1.11.2005 ένορκη κατάθεση της Α. Β. στον Ι’ Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, γ) τις από 19.11.2004, 23.11.2004, 8.12.2004, 16.12.2004 εξώδικες δηλώσεις του Β. Ψ., γ) την με αριθμό κατάθεσης .../24.12.2004 αίτηση του Β. Ψ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για ανάκληση κατά το απορριπτικό της σκέλος της από 23.12.2004 προσωρινής διαταγής που εκδόθηκε από το Δικαστήριο εκείνο, δ) την από 14.12.2004 εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση της συμβολαιογράφου Ε. Π. προς τους διαδίκους, ε) το υπ’ αριθ. ...28.2.2005 έγγραφο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και στ) την υπ’ αριθ. 130/2008 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα όμως και πάλι με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς την περιεχόμενη σ’ αυτά ένορκη κατάθεση της Ε. Π., καθώς και η από 19.11.2005 έκθεση ένορκης εξέτασης της Α. Β. ενώπιον του Ι’ Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, δεν συνιστούν αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ και άρα δεν μπορούν ως προς τα κατατεθέντα να ελεγχθούν για παραμόρφωση του περιεχομένου τους, ενώ εξ άλλου το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά και στα λοιπά επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα τις ως άνω παραδοχές του ούτε και προσδιορίζεται το περιεχόμενο που εσφαλμένα κατά την άποψή της προσέδωσε στα ίδια έγγραφα το Εφετείο σε σύγκριση με το αληθινό τους περιεχόμενο, αλλά με πρόσχημα και πάλι πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί και με τον παραπάνω λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης. Επομένως, πρωταρχικά ως απαράδεκτος, είναι και ο αναιρετικός αυτός λόγος απορριπτέος. Με τον πέμπτο λόγο από το αυτό Β’ κεφάλαιο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με καταστρατήγηση των ουσιαστικού δικαίου ρυθμίσεων των άρθρ. 361 - 363, 367 ΠΚ κατέληξε στην παραδοχή ότι "καθόσον όμως αφορά εις τον ισχυρισμό (του πωλητή) δια την προσπάθεια του αγοραστή να καταρτίσει δια αυτοσυμβάσεως την οριστική σύμβαση, πρέπει να λεχθεί ότι δεν είχε πρόθεση να προβεί εις την ενέργεια αυτή, αλλά μόνο να ασκήσει πίεση εις τον πωλητή..., όμως αυτός δεν τελούσε εν γνώσει ότι οι ισχυρισμοί του (εννοείται οι περαιτέρω σχετικοί ισχυρισμοί του) ήταν αναληθείς, διότι αναφέρονται σε ενδιάθετες καταστάσεις και η παρελκυστική συμπεριφορά του αγοραστή δεν επέτρεπε την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων..., στοιχειοθετούν δε οι ισχυρισμοί αυτοί απλή μόνο δυσφήμιση των εναγόντων (Γ. Κ. και Μ. Χ.), η οποία όμως δεν είναι άδικη, διότι ο εναγόμενος πωλητής διατύπωσε τους σχετικούς ισχυρισμούς του από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς προστασία και διαφύλαξη της τιμής του και των επαγγελματικών του συμφερόντων (άρθρ. 367§1γ ΠΚ), χωρίς να έχει τη δυνατότητα διαφυλάξεως των συμφερόντων του με τρόπο διαφορετικό, αλλά εξ ίσου αποτελεσματικό, απορριπτομένης της αντενστάσεως των εναγόντων ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως της δυσφημίσεως, διότι προκύπτει σκοπός των εναγομένων (Β. Ψ. και Α. Μ.) προσβολής της τιμής των εναγόντων (367§2β ΠΚ)". Η αναιρεσείουσα με τον ως άνω αναιρετικό λόγο της αναφέρεται σε παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης η οποία αφορά κατά βάση το σύζυγό της Γ. Κ. και με αυτόν συνδέει αποκλειστικά το κατά την άποψή της ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας αμφισβητεί στην ουσία την ορθότητα του αντίστοιχου αποδεικτικού της πορίσματος.

Συνεπώς ως αλυσιτελής ως προς αυτή πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω αναιρετικός λόγος της. Τέλος με τον έβδομο λόγο του Β’ κεφαλαίου της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμούς 1 και 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με τις παραδοχές της α) ότι "ο δια της υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2010 αγωγής εναγόμενος (Β. Ψ.), αυτογνωμόνως, χωρίς την νομική καθοδήγηση της δεύτερης εναγομένης δικηγόρου του (Α. Μ.), υπέβαλε εις το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, τις υπ’ αριθ. .../21.2.2005 και .../28.3.2005 αναφορές κατά της εναγούσης (ήδη αναιρεσείουσας), επίσης δικηγόρου και συζύγου του ενάγοντος αγοραστή (Γ. Κ.), δια αντιδεοντολογική συμπεριφορά αυτής, ισχυριζόμενος εις την πρώτη αυτών ότι η εν λόγω κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 25.1.2005 κατά την εκδίκαση της υπ’ αριθμόν καταθέσεως .../13.1.2005 αιτήσεως του συζύγου της περί ανακλήσεως προσωρινής διαταγής, την οποία αίτηση είχε υπογράψει ως πληρεξουσία δικηγόρος του και άρα εμπλέκεται άμεσα εις την υπόθεση και ζήτησε να μην της χορηγηθεί άδεια να καταθέσει ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση, την 25.2.2005, της υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2004 αιτήσεως του συζύγου της περί χορηγήσεως εις αυτόν άδειας κατασχέσεως του εργολαβικού ανταλλάγματος του εναγομένου (Β. Ψ.υ), καθώς και να επιβληθούν εις αυτή τα νόμιμα, β) ότι "με τη δεύτερη αναφορά του ισχυρίστηκε ότι την 15.3.2005 κατά την εκδίκαση της υπ’ αριθ. καταθέσεως .../2004 αιτήσεώς του περί αναστολής εκτελέσεως του υπ’ αριθ. .../21.6.2004 προσυμφώνου, κατέθεσε (η αναιρεσείουσα) ως μάρτυρας του καθ’ ου η αίτηση συζύγου της, ενώ υπέγραψε δια λογαριασμό του και δικόγραφα, χωρίς και πάλι να της έχει χορηγηθεί προς τούτο άδεια από τον Δ.Σ.Θ., γ) ότι "επομένως η ενάγουσα δια μεν τη δικάσιμο της 25.1.2005 έλαβε άδεια, ώστε να εξετασθεί ως μάρτυρας, γεγονός όμως το οποίο δεν γνώριζε ο εναγόμενος πωλητής, καθόσον κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεν προσκομίσθηκε το σχετικό έγγραφο της άδειας, ώστε ευλόγως δημιουργήθηκε η πεποίθηση εις αυτόν ότι δεν τηρήθηκε η αναγκαία διαδικασία, δια δε τη δικάσιμο της 15.3.2005 δεν απεδείχθη ότι είχε χορηγηθεί εις την ενάγουσα η αναγκαία άδεια", δ) ότι " συνεπώς δια των ως άνω αναφορών του προς τον Δ.Σ.Θ. ο εναγόμενος δεν προσέβαλε υπαιτίως και παρανόμως την προσωπικότητά της..., το δε Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Θ. απεφάνθη ομοφώνως δυνάμει της υπ’ αριθ. 66/2006 αποφάσεώς του επί των ως άνω αναφορών του εναγομένου ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής δια τα καταγγελθέντα" και ε) ότι εκτός άλλων "προϋπόθεση άρσης της προσβολής είναι ότι η πράξη της παρανόμου προσβολής ευρίσκεται εν ενεργεία, ενώ εν προκειμένω υφίσταται η απαλλακτική δια την ενάγουσα απόφαση", αφενός μεν παραβίασε με την τελευταία ειδικότερα παραδοχή της την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 367§1 ΠΚ, αφετέρου δε με τις λοιπές παραδοχές της παραμόρφωσε ως προς το περιεχόμενο έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση πρωτοδίκως, αλλά και κατ’ έφεση η αναιρεσείουσα και ειδικότερα α) τις υπ’ αριθ. .../2005, .../2005, .../2005 και .../2005 αιτήσεις της προς τον Δ.Σ.Θ. για έκδοση άδειας που να της επιτρέπει την εξέτασή της ως μάρτυρα σε υποθέσεις του συζύγου της με αντίδικο τον Β. Ψ., β) το από 27.1.2005 σημείωμα του συζύγου της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο γίνεται επίκληση της από 25.1.2005 άδειας που της δόθηκε από τον Δ.Σ.Θ. και γ) τα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου ως προς την περιεχόμενη σ’ αυτά ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Α. Ν.. Οι αμφισβητούμενες από την αναιρεσείουσα ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης αφορούν αποκλειστικά τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, αφού με την απόφαση αυτή έγινε εξ αρχής δεκτό ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενήργησε αυτογνωμόνως και χωρίς τη νομική καθοδήγηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά την υποβολή στον Δ.Σ.Θ. των υπ’ αριθ. .../2005 και .../2005 αναφορών του κατά της αναιρεσείουσας δια αντιδεοντολογική συμπεριφορά της. Βέβαια η τελευταία αμφισβητεί τη σχετική κρίση του Εφετείου, ισχυριζόμενη ότι οι αντίδικοί της ενήργησαν από κοινού, όμως η σχετική αιτίασή της αφορά σε ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της υπόθεσης και κατά το σχετικό μέρος του ο παραπάνω αναιρετικός της λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενώ κατά τα λοιπά δεν μπορεί να ερευνηθεί ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, αφού ως προς αυτόν, με τον οποίο η αναιρεσείουσα συνδέει τις κατά την άποψή της πλημμέλειες της παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και της παραμόρφωσης εγγράφων, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κρίθηκε απαράδεκτη. 4. Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 191 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια ή την παρεμπίπτουσα δίκη ή για ένα μέρος της, πρέπει, εφόσον υποβλήθηκε ο κατάλογος εξόδων του άρθρ. 190 του ίδιου Κώδικα, να περιλάβει διάταξη στην απόφασή του για την υποχρέωση πληρωμής των εξόδων, καθορίζοντας και το ποσό τους, όμως και χωρίς την υποβολή του καταλόγου εξόδων το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάρισή τους, αν υποβλήθηκε αίτημα για την επιδίκασή τους. Εξ άλλου η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρ. 176 ΚΠολΔ, ενώ ο συμψηφισμός τους, ολικά ή εν μέρει, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και συνεπώς κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1533/2008, 192/2016). Περαιτέρω η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989 14/2004 ΑΠ 1728/2014) δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, απορρίπτεται δε ως αβάσιμος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό αυτό, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του επικαλούμενο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991 ΑΠ 1668/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενη εν μέρει την από 1.6.2009 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και του συζύγου της Γ. Κ., τους καταδίκασε να καταβάλουν σ’ αυτόν δικαστική δαπάνη η μεν αναιρεσείουσα το ποσό των 200 ευρώ, ο δε σύζυγός της το ποσό των 600 ευρώ. Η ίδια απόφαση, απορρίπτοντας την από 20.1.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς την δεύτερη και την τρίτη ειδικότερα των αναιρεσιβλήτων, καταδίκασε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ’ αυτές ως δικαστική δαπάνη τα ποσά αντίστοιχα των 8.000 και 6.200 ευρώ, ενώ ποσό δικαστικής δαπάνης 10.500 ευρώ επιδίκασε υπέρ του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο έγινε μεν εν μέρει δεκτή η αυτή αγωγή, για μέρος όμως ελάχιστο, το οποίο, όπως έκρινε η πρωτόδικη απόφαση, δεν έγινε αιτία να αυξηθεί η δικαστική δαπάνη. Η αναιρεσείουσα προσέβαλε με λόγο της ένδικης έφεσής της την πρωτόδικη απόφαση ως προς το ύψος της δικαστικής δαπάνης, που η απόφαση αυτή την καταδίκασε να καταβάλει στους εναγομένους με την παραπάνω αγωγή της. Το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής της, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του την ακόλουθη αιτιολογία: "Εφόσον υπεβλήθη από τους εναγομένους σχετικό αίτημα, ήσαν οριστέα δια της εκκαλουμένης αποφάσεως τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 191 ΚΠολΔ), αποδοτέα κατά τις διατάξεις του άρθρ. 189 ΚΠολΔ και υπολογιζόμενα ως προς τις παραστάσεις και αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων των εναγομένων κατά τα ελάχιστα όρια των άρθρ. 100επ. του ν. 3026/1957 περί Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι η αμοιβή μόνον δια τη σύνταξη προτάσεων της πρώτης συζήτησης ανέρχεται εις ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγής [άρθρ. 100§1(ε), 107§1 του Κώδικα Δικηγόρων) και εν προκειμένω στα ποσά των 10.000 (500.000 Χ 2%) ευρώ, 8.000 (400.000 Χ 2%) ευρώ και 6.000 (300.000 Χ 2%) ευρώ αντίστοιχα δια κάθε εναγόμενον, τα οποία μετά από υπολογισμό και της αμοιβής παραστάσεως (άρθρ. 109 του Κώδικα Δικηγόρων) υπερβαίνουν το επιδικασθέν εις έκαστον αυτών ποσόν δικαστικής δαπάνης". Με τον πρώτο λόγο του Γ’ κεφαλαίου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παρά το νόμο αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη τον περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης από 20.1.2010 αγωγής της αναιρεσείουσας σε εν μέρει αναγνωριστικό, τον οποίο αν τον λάμβανε υπόψη, θα έπρεπε να υπολογίσει την αποδοτέα στους αντιδίκους της δικαστική δαπάνη με βάση το αιτούμενο να της επιδικαστεί με καταψηφιστική διάταξη ποσό της αγωγής της. Πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο, αφού η αποδοτέα στο διάδικο που νίκησε δικαστική δαπάνη υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις τόσο του προηγούμενου (ν. 3026/1957) όσο και του ισχύοντος (ν. 4194/2013) Κώδικα περί Δικηγόρων στο ύψος των ελάχιστων ορίων αμοιβής, είτε πρόκειται για καταψηφιστική είτε για αναγνωριστική αγωγή.

Συνεπώς το Εφετείο δεν όφειλε να εκτιμήσει ως θεμελιωτικό τέτοιου ισχυρισμού τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, σε κάθε δε περίπτωση σιωπηρά απέρριψε με το αντίθετο περιεχόμενο της απόφασής του τον οποιοδήποτε υφέρποντα σχετικό ισχυρισμό. Συνακόλουθα ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αφορά ειδικότερα τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος, ενώ μόνον ως προς την ίδια ερευνώνται, επίσης, τόσο ο δεύτερος όσο και ο τρίτος αναιρετικοί λόγοι από το αυτό Γ’ κεφάλαιο της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους κατά το αντίστοιχο μέρος τους αιτιάται η αναιρεσείουσα την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι μολονότι δεν υποβλήθηκε από τους εναγομένους ο προβλεπόμενος στο άρθρ. 190§1 ΚΠολΔ κατάλογος των εξόδων τους, καταδικάσθηκε αυτή πρωτοδίκως, αλλά και κατ’ έφεση στη δικαστική δαπάνη τους και μάλιστα χωρίς ειδική αιτιολογία. Αντίθετα όμως με όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν ήταν αναγκαία για την καταδίκη της στη δικαστική δαπάνη των αντιδίκων της η επισύναψη καταλόγου με τα έξοδά τους, αφού και χωρίς τον κατάλογο αυτό το δικαστήριο προχωρεί κατά τα προεκτεθέντα στην εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον για την επιδίκασή τους υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα και προκύπτει άλλωστε και από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της δεύτερης αναιρεσίβλητης σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ούτε εξ άλλου απαιτείται ειδική αιτιολογία για την καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον αυτό τρίτο λόγο από το Γ’ κεφάλαιο της αίτησής της αναίρεσης, όπως και με τους πρόσθετους αναιρετικούς λόγους της, επικαλούμενη πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για το ύψος της δικαστικής δαπάνης που επιδίκασε στους εναγομένους με την από 20.1.2009 αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι είναι υπέρογκο και τελεί σε προφανή δυσαναλογία με το αντικείμενο της αγωγής αυτής, παραβιάζοντας τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας εν όψει ιδίως της οικονομικής κρίσης της χώρας και της ισότητας (άρθρ. 4§1 και 25§1 του Συντάγματος), καθώς και το άρθρ. 1§1εδ.α του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε από κοινού με τη Σύμβαση αυτή αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, ορίζοντας ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, στην ευρύτερη δυνατή έννοια αυτής (πρβλ. ΕυρΔΔΑ 72/1995/578/664 και 106/1995/ 612/700 της 15.11.1996), δηλαδή και ως προς τις ενοχικές απαιτήσεις, είτε αυτές είναι αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, αρκεί να υπάρχει νόμιμη προσδοκία δικαστικής ικανοποίησής τους με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο (ΟλΑΠ 40/1998 6/2007). Αντίθετα όμως και πάλι με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε ειδικότερα στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν υπερβαίνει τα ελάχιστα όρια αμοιβής σύμφωνα με τον εφαρμοζόμενο εν προκειμένω προηγούμενο Κώδικα περί Δικηγόρων (ν. 3026/1954) και επομένως δεν θίγει τις αρχές τις αναλογικότητας και ισότητας ούτε το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, που αόριστα σε κάθε περίπτωση επικαλείται η αναιρεσείουσα με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους της, οι οποίοι κρίνονται επομένως απορριπτέοι ως προς τη δεύτερη ειδικότερα των αναιρεσιβλήτων. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή, ως προς την οποία μόνον ερευνάται η υπόθεση, να απορριφθεί στο σύνολό της ως προς τους κύριους και πρόσθετους λόγους της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ’ αριθ. 4939312/2014 διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Εξ άλλου η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21.2.2014 αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων την αίτηση αυτή ως προς τους κύριους και τους από 3.2.2015 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2632/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το αναφερόμενα στο σκεπτικό διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 516/2016

Σχόλια