Αρείου Πάγου 1122/2014 Αναίρεση. Πολιτική Δικονομία. Επί απόρριψης ανακοπής ερημοδικίας θεωρείται ότι απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία αναίρεσης της τελευταίας. Έλλειψη ακρόασης. Απαράδεκτος ισχυρισμός ως λόγος αναίρεσης επί μη προβολής στο Εφετείο. Παράβαση ΕΣΔΑ ως λόγος αναίρεσης. Υπάγεται στην παράβαση νόμου και για το ορισμένο απαιτείται έκθεση συγκεκριμένων παραβάσεων.

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Αρείου Πάγου 1122/2014
    Αναίρεση. Πολιτική Δικονομία. Επί απόρριψης ανακοπής ερημοδικίας θεωρείται ότι απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία αναίρεσης της τελευταίας. Έλλειψη ακρόασης....
Απαράδεκτος ισχυρισμός ως λόγος αναίρεσης επί μη προβολής στο Εφετείο. Παράβαση ΕΣΔΑ ως λόγος αναίρεσης. Υπάγεται στην παράβαση νόμου και για το ορισμένο απαιτείται έκθεση συγκεκριμένων παραβάσεων.
    Δικηγόροι. Αποχή. Ανωτέρα βία. Ανακοπή ερημοδικίας. Για να θεωρηθεί η αποχή δικηγόρων ως ανωτέρα βία πρέπει ο ερημοδικασθείς να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι ο εντολοδόχος δικηγόρος του απείχε, ότι βρισκόταν σε απόλυτη αδυναμία να εμφανιστεί στο ακροατήριο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης να ζητήσει την αναβολή της και, σε επείγουσα περίπτωση, ότι ο δικηγόρος του ζήτησε την παροχή άδειας από τον δικηγορικό του σύλλογο και απορρίφθηκε. Μη υποχρέωση ενημέρωσης από το δικηγόρο αντιδίκου για παράσταση του τελευταίου εν μέσω αποχής.
    Δικαστικά έξοδα. Νομική βοήθεια. Οδηγεί σε μερική απαλλαγή από δικαστική δαπάνη.

[Ορισμένα ορθογραφικά λάθη έχουν διορθωθεί.]
Διατάξεις: ΕΣΔΑ 6 § 1 – ΚΠολΔ 152, 501, 554, 559 αριθ. 1, 6, 19, 562 § 2 – άρθ. 9 § 1 Ν. 3226/2004
Πρόεδρος: Ιωάννης Σίδερης, Αντιπρόεδρος ΑΠ
Εισηγητής: Ερωτόκριτος Καλούδης
Δικηγόροι: Νίκος Καραγιάννης – Ιωάννης Κάππος

Ι. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα στις 18-1-2014 πέθανε ο καθ’ ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος Γ. Κ. του Μ. Οι εγγύτεροι συγγενείς αυτού και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, Ε. χήρα Γ. Κ., σύζυγός του Α. συζ. Α. Τ. και Μ. χήρα Δ. Β., αδελφές του, και Μ. Κ. του Β., τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού του Β. Κ., όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Ιωάννη Κάππου που καταχωρίστηκε στα πρακτικά γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 554 Κ.Πολ.Δ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά την ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 3570/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφτηκε η από 5-7-2012 ανακοπή ερημοδικίας του ήδη αναιρεσείοντος κατά της προεκδοσείσας 2344/2012 απόφασης του ίδιου Εφετείου, παραδεκτά απευθύνεται και κατά της τελευταίας ερήμην απόφασης, εφόσον, όπως δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο και δεν προκύπτει το αντίθετο από τα με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, ασκήθηκε πριν από κάθε επίδοσή της στον ήδη αναιρεσείοντα, πριν δηλαδή περάσει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σημειώνεται δε, ότι το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 4, Κ.Πολ.Δ. παράβολο δεν κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 1 ν. 3226/2004, λόγω απαλλαγής του, ως πολίτη κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με χαμηλό εισόδημα, από την υποχρέωση καταβολής του με την 458/2013 πράξη του προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Η έννοια της ανώτερης βίας, ως λόγου ανακοπής ερημοδικίας, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 152 Κ.Πολ.Δ. και περιλαμβάνει κάθε ανυπαίτιο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, παρακωλυτικό της εμφάνισης του διαδίκου στο δικαστήριο και της συμμετοχής του στη εκδίκαση της υποθέσεως, το οποίο ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε να αποτραπεί, από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην, ούτε και με τη λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Η ύπαρξη οποιουδήποτε πταίσματος, ακόμη και ελαφράς αμέλειας, στο πρόσωπο του διαδίκου, του πληρεξούσιου δικηγόρου ή του νόμιμου αντιπροσώπου αυτού, αποκλείει το χαρακτηρισμό κάποιου διακωλυτικού γεγονότος ως ανώτερης βίας. Εξάλλου, η αποχή των δικηγόρων από την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από το δημόσιο λειτούργημα, το οποίο ασκούν (άρθρο 38 του ν.δ. 3026/1954 «περί του κώδικος των δικηγόρων» που είχε εν προκειμένω εφαρμογή), δεν συνιστά άνευ ετέρου περίπτωση ανώτερης βίας για το διάδικο που δικάστηκε ερήμην, παρά μόνο, εφόσον συντρέχουν πρόσθετες, ιδιαίτερες περιστάσεις. Τούτο, διότι η άσκηση του δικαιώματος αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους δεν φθάνει μέχρι τη ματαίωση του δικαιώματος των πολιτών για την παροχή δικαστικής προστασίας. Γι’αυτό σε επείγουσες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της αποχής χορηγείται από το αρμόδιο όργανο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου ειδική άδεια σε δικηγόρους για την επιχείρηση πράξεων προς αποτροπή της απώλειας δικονομικών προθεσμιών ή της συμπλήρωσης του χρόνου της παραγραφής. Ενώ επί αποχής οι δικηγόροι οφείλουν να εμφανίζονται στο ακροατήριο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ζητούν και κατά πάγια τακτική – ενόψει του άρθρου 241 παρ. 1 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ. – επιτυγχάνουν την αναβολή της συζήτησής της σε μεταγενέστερη, δικάσιμο, αφού η εμφάνιση στο ακροατήριο και υποβολή του εν λόγω αιτήματος συνάδει προς την απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου για αποχή από τη συζήτησή της.

Συνεπώς, για να θεωρηθεί η αποχή των δικηγόρων ως γεγονός ανώτερης βίας πρέπει ο διάδικος να επικαλείται και να αποδεικνύει, ότι ο εντολοδόχος δικηγόρος του συμμετείχε στην αποχή, και ότι βρισκόταν σε απόλυτη αδυναμία να εμφανιστεί στο ακροατήριο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης να ζητήσει την αναβολή της και εάν πρόκειται για επείγουσα περίπτωση και ότι ο δικηγόρος του ζήτησε την παροχή άδειας από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, αλλά έτυχε αρνητικής απάντησης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της ανακοπής του ισχυρίστηκε, ότι η ερμημοδικία του κατά τη δικάσιμο της 15ης Μαρτίου 2012, οπότε συζητήθηκε η από 10-10-2011 έφεσή του κατά της 4478/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκδόθηκε η ανακοπτόμενη 2344/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι κατά την ανωτέρω δικάσιμο (της 15-3-2012) η πληρεξούσια δικηγόρος του, Μαρία Καρανάκη, δεν παρέστη στο Δικαστήριο για να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της έφεσής του, λόγω της συμμετοχής της στην αποχή των δικηγόρων από την εκτέλεση των καθηκόντων τους, που είχε κηρυχθεί με απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, του οποίου είναι μέλος, και πραγματοποιήθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία, ενώ, αντίθετα, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του καθ’ ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου, Ιωάννης Κάππος, παραστάθηκε στο Δικαστήριο και τον εκπροσώπησε, χωρίς άδεια του Δικηγορικού Συλλόγου και χωρίς να ενημερώσει την πληρεξούσια δικηγόρο του περί της μη συμμετοχής του στην αποχή και, περαιτέρω, ότι ο ίδιος, κατόπιν της διαβεβαίωσης της πληρεξούσιας δικηγόρου του, ότι, λόγω της αποχής, η συζήτηση της υπόθεσής του θα ματαιωθεί, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο για να ζητήσει την αναβολή της συζήτησης της έφεσης. Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος της ανακοπής που προβλήθηκε από τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας με την έννοια που προμημονεύτηκε, αφού μόνη η επίκληση της αποχής της πληρεξούσιας δικηγόρου του ανακόπτοντος από την άσκηση των καθηκόντων της συνεπεία της συμμετοχής της στην αποχή, που είχε αποφασίσει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία (15-3-2012), δεν μπορεί να θεωρηθεί ανώτερη βία, ενώ η μη ενημέρωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του ανακόπτοντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του καθ’ ου η ανακοπή, ότι δεν θα απέχει από τα καθήκοντά του και ότι θα παρασταθεί στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανώτερη βία, δεδομένου ότι η πληρεξούσια δικηγόρος του ανακόπτοντος, αφού δεν είχε τη διαβεβαίωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του καθ’ ου η ανακοπή ότι θα συμμετάσχει στην αποχή των δικηγόρων, όφειλε να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την άνω δικάσιμο της 15-3-2012, οπότε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, να ζητήσει και επιτύχει- ενόψει της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 241 παρ. 1 εδ. β’ Κ.Πλ.Δ.- της αναβολής της συζήτησής της σε μεταγενέστερη δικάσιμο. Αλλά και η μη εμφάνιση του ανακόπτοντος στο ακροατήριο κατά την ημέρα της δικασίμου, ώστε να ζητήσει αναβολή, προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου, ότι ακόμη και αν εμφανιζόταν ο ανακόπτων στο ακροατήριο, θα δικαζόταν ερήμην, αφού ενώπιον του Εφετείου η παράσταση με δικηγόρο, ακόμη και για την υποβολή του αιτήματος αναβολής, είναι υποχρεωτική. Κατόπιν αυτών, ο προβαλλόμενος λόγος ανακοπής είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει με την 3570/2013 απόφασή του το μοναδικό λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο και να τον απορρίψει, όπως και τη στηριζόμενη σ’αυτόν ανακοπή ερημοδικίας, δεν παραβίασε την ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 501 Κ.Πολ.Δ., και συνεπώς, ο πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους, υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η διαλαμβανόμενη στο δεύτερο αναιρετικό ειδικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ., ότι ο ανακόπτων δικάστηκε παρά το νόμο ερήμην, διότι, κατά παραβίαση της θεμελιώδους αρχής audiatur et altera pats, δεν χορηγήθηκε αυτοβούλως αναβολή, αφού, ενώ ο δικηγόρος του καθ’ ου η ανακοπή παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ, ο δικηγόρος του ανακόπτοντος συμμετέσχε στην αποχή, προεχόντως, είναι απορριπτέα ως αόριστη, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ως άνω ισχυρισμός – ο οποίος και δεν εμπίπτει σε καμιά από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ – είχε προταθεί νομίμως – ως λόγος ανακοπής – στο Εφετείο. Εξάλλου, εφόσον ο μοναδικός λόγος της ανακοπής απορρίφτηκε ως μη νόμιμος, έπεται ότι ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην άνω 3570/2013 απόφαση του Εφετείου η από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, για ανεπάρκεια αιτιολογιών- η οποία προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα- είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη συμπροσβαλλόμενη 2344/2012 απόφασή του, απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4478/2011 απόφασης του πρωτοβάθμιου πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών λόγω ερημοδικίας του κατά τη συζήτησή της και δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προμνημονευεθείσα 2344/2012 απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολ.Δ., γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την αμετάκλητη ήδη 5607/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το ουσιαστικό ζήτημα της συγκυριότητας του διανεμητέου επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα, ότι ο ήδη αναιρεσείων εναγόμενος δεν είναι συγκύριος αυτού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, «ότι το παρόν αναιρετήριο είναι επαρκές και δεν απαιτεί περαιτέρω αναφορά σε περιστατικά ή παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (αφού) η νομολογία του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία, για να είναι το αναιρετήριο ορισμένο και παραδεκτό, πρέπει να αναφέρονται σ’αυτό και τα πραγματικά περιστατικά (ισχυρισμοί ή παραδοχές) ενόψει των οποίων έκρινε το δικαστήριο της ουσίας καταλήγει ενίοτε σε ουσιαστική αρνησιδικία και επομένως σε παραβίαση της (ουσιαστικού δικαίου διάταξης) του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ» που εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ (βλ. ολ. ΑΠ 2/2008 Ελλ.Δνη 49.382, 383), έτσι γενικά που προβάλλεται, χωρίς δηλαδή να προσδιορίζονται συγκεκριμένα στο αναιρετήριο οι παραβιάσεις της προεκτεθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους παραβιάστηκε η διάταξη αυτή, είναι αόριστη και πρέπει να απορριφθεί. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττάται, στα εν μέρει δικαστικά του αναιρεσιβλήτου, κατ’ άρθρο 9 παρ.1 του ν. 3226/2004.

Πηγή: areiospagos.gr

Σχόλια