Σύμβαση του συμβιβασμού - Α.Π. 617/2016 - Για τη σύναψη της σύμβασης συμβιβασμού απαιτείται πρόταση από το ένα συμβαλλόμενο μέρος με περιεχόμενο τη διάλυση της έριδας ή αβεβαιότητας, με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αποδοχή της πρότασης από το άλλο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Σύμβαση του συμβιβασμού
Έτος: 2016
Νούμερο: 617
Για τη σύναψη της σύμβασης συμβιβασμού απαιτείται πρόταση από το ένα συμβαλλόμενο μέρος με περιεχόμενο τη διάλυση της έριδας ..
ή αβεβαιότητας, με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αποδοχή της πρότασης από το άλλο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Βιλλαντζάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Β. χήρας Σ. Δ., θυγ. Α. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Γιαουτζή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-8-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:43/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 19/2015 του Εφετείου Αιγαίου (Τριμελές) (Μεταβατική έδρα Σάμου).

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 5-8-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 5-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 564 παρ.2 ΚΠολΔ "αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό....η προθεσμία της αναίρεσης είναι ενενήντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης" κατά δε το άρθρο 577 του ίδιου κώδικα "1. Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης 2. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. 3. Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της". Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ... /19.6.2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Σάμου Ε. Χ., ακριβές αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης, υπ’ αριθμ.19/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα και κάτοικο ... στις 19.6.2015, η δε κατά της αποφάσεως αυτής αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα (άρθρο 495 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα στις 7.8.2015, ήτοι μέσα στην οριζόμενη στο άρθρο 564 παρ.2 ΚΠολΔ οριζόμενη προθεσμία των ενενήντα ημερών. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είναι κάτοικος ..., από το ότι δε η επίδοση της αναίρεσης, του έγινε στο ... Σάμου, που ήταν ο τόπος προσωρινής διαμονής του κατά τον χρόνο της επιδόσεως, δεν παραλλάσσει την προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 ως προς την προθεσμία της ασκήσεως αναιρέσεως ώστε να ισχύει η 30ήμερη προθεσμία της παρ.2 του άρθρου αυτού που αφορά τους μόνιμα διαμένοντας στην Ελλάδα. Ενόψει τούτων η υποβαλλόμενη με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες από την αναιρεσίβλητη προτάσεις της (αρθρ.570 παρ.2 ΚΠολΔ), που άλλωστε εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, ένσταση περί απαραδέκτου ασκήσεως της, ένεκα της προσωρινής διαμονής του αναιρεσείοντος στην Ελλάδα και της ως εκ τούτου εφαρμογής της προαναφερθείσας προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Επειδή κατά το άρθρο 871 εδ.α ΑΚ "με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλήν άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας η αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Φιλονικία είναι η αμφισβήτηση των συμβαλλομένων σχετικά με τη γένεση ή το αντικείμενο ή την ύπαρξη ή την έκταση ή τα πρόσωπα ή και τις έννομες συνέπειες κάποιας έννομης σχέσεώς τους, υπάρχει δε, όταν ο ένας ή και οι δύο συμβαλλόμενοι αμφισβητούν την βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, ακόμη και αν αυτό γίνεται από απλή κακοβουλία, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν αμφιβολία σχετικά με τις απαιτήσεις αυτές. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση, όπως είναι η αναγνώριση απαίτησης, η άφεση χρέους, η παραίτηση, η δωρεά κ.λπ. Εξάλλου για τη σύναψη της σύμβασης συμβιβασμού απαιτείται πρόταση από το ένα συμβαλλόμενο μέρος με περιεχόμενο τη διάλυση της έριδας ή αβεβαιότητας, με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αποδοχή της πρότασης από το άλλο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 871 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 578/1980). Ο συμβιβασμός ενδέχεται να έχει αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα της υφιστάμενης ήδη παλαιάς ενοχής, οπότε αυτή διατηρεί τη φύση και τις ασφάλειές της, ενδέχεται όμως να έχει δημιουργικό ή ανανεωτικό χαρακτήρα, εφόσον πάντως από το περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης, συνάγεται σαφώς σκοπός ανανέωσης, δηλαδή κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής και αντικατάστασή της με τη συνιστώμενη με το συμβιβασμό νέα ενοχή. Η σύμβαση συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της σύναψης συμβιβασμού. Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της απόφασής του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού.

Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 10/2011). Εξ ετέρου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, έκρινε ως νομικά βάσιμη την αγωγή και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, (η οποία είχε ως αντικείμενο την ακύρωση της υπ’ αριθμ..../3.12.1993 συμβολαιογραφικής και μεταβιβαστικής, κατά την αγωγή, κυριότητας πράξης, λόγω δημιουργούμενης με τη πράξη αυτή μη αρτίων οικοπέδων και επερχομένης εντεύθεν παράνομης κατάτμησης οικοπέδου, κατά παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ.1 του ΝΔ 690/1948) δέχθηκε δε τούτο (Εφετείο) ως προς την ουσία της υποθέσεως, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ’ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων. "Ο εκκαλών (ενάγων) είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακαλύπτου οικοπέδου εμβαδού 150,17 τ.μ. κειμένου εντός του δομημένου τμήματος της Δημοτικής Κοινότητας ... Σάμου, που απεικονίζεται με τα κεφαλαία γράμματα ... στο από Αυγούστου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου μηχανικού Δ. Χ. και συνορεύει δυτικά με διώροφη οικία της εναγόμενης σε πλευρά AΒ μήκους 20,40 μ., βόρεια με ιδιοκτησία Ε. Σ., σε πλευρά ΒΓ μήκους 7,40 μ. νότια με τη παλαιά εθνική οδό ... σε πλευρά ΑΖ μήκους 7,00 μ. και ανατολικά με κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο. Αυτός το απέκτησε με παράγωγο τρόπο από τον Α. Κ. και ειδικότερα με το υπ’ αριθμ. .../29.07.1986 συμβόλαιο ανταλλαγής ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου Σάμου Ιωάννη Κιράνη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο ... στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σάμου, σε συνδυασμό με τη με αριθμό .../24.8.2012 τροποποιητική σύμβαση του ίδιου Συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο ... των ίδιων βιβλίων μεταγραφών. Η εφεσίβλητη (εναγομένη) είναι κυρία ακινήτου μετά της επ’ αυτού διώροφης οικοδομής, ομόρου προς δυσμάς με το παραπάνω ακίνητο του εκκαλούντος. Το ακίνητο αυτό της εφεσίβλητης συνορεύει ανατολικά με το άνω οικόπεδο του εκκαλούντος, δυτικά με ιδιοκτησία Π. Κ., νότια με τη παλαιά εθνική οδό, ... και βόρεια με ιδιοκτησία Κ. Μ.. Αυτή (η εφεσίβλητη) το απέκτησε, λόγω προικός, από τον πατέρα της Α. Κ. με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα με το υπ’ αριθμ. .../05.02.1962 προικοσυμβόλαιο του άλλοτε Συμβολαιογράφου Σάμου Αντωνίου Γιοκαρίνη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στο τόμο ... των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σάμου. Αποδείχθηκε περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι η εφεσίβλητη το έτος 1965 με οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε από την Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Σάμου, ανήγειρε στο ακίνητο της διώροφη οικοδομή, που αποτελεί και την οικία της μέχρι σήμερα. Κατά την ανέγερση της οικίας της η εφεσίβλητη άφησε λωρίδα γης ακάλυπτη στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου της, την οποία στη συνέχεια επικάλυψε με τσιμέντο καθ’ όλο το πλάτος της (1,50μ.) και επί μήκους 20,40 μ., ενώ τοποθέτησε κεντρική θύρα εισόδου στην οικία της από την επίδικη δίοδο από την επαρχιακή οδό ... (ενώ το προ ανατολάς ακίνητο το οποίο κατείχε και νεμόταν τότε ο θείος της Ν. Κ. και αργότερα περιήλθε στον εκκαλούντα παρέμενε ακάλυπτος χώρος, χωρίς κτίσμα). Ο εκκαλών, που απέκτησε με την ως άνω (.../1986) συμβολαιογραφική πράξη την κυριότητα του όμορου προς στην ανατολική πλευρά του ακινήτου της εφεσίβλητης, αποφάσισε και αυτός να το ανοικοδομήσει το έτος 1993 με άδεια οικοδομής από την Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Σάμου. Τότε δημιουργήθηκε αμφισβήτηση και αβεβαιότητα μεταξύ των διαδίκων κατά πόσο η ως άνω επίδικη λωρίδα που χρησιμοποιούσε η εφεσίβλητη για να εισέρχεται στην οικία της βρισκόταν μέσα στην ιδιοκτησία του εκκαλούντος ή της εφεσίβλητης. Καθένας απ’ αυτούς ισχυριζόταν ότι αυτή βρισκόταν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα τουλάχιστον μέρος μέσα στην δική του ιδιοκτησία. Οι διάδικοι συναντήθηκαν και διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις προκειμένου να επιτύχουν επωφελή και για τους δύο συμβιβαστική λύση, την οποία τελικά επέτυχαν μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις και τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ τους συμβιβαστικού χαρακτήρα, που περιεβλήθη το τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, για τον χαρακτηρισμό της διόδου, ως χωρίσματος των ιδιοκτησιών τους, που θα ανήκει και στα δύο ακίνητα και θα εξυπηρετεί την όδευση και των δύο ιδιοκτησιών τους. Συγκεκριμένα στην με αριθμό .../3.12.1993 συμβολαιογραφική -"ΠΡΑΞΗ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΟΡΙΩΝ - ΟΜΟΡΩΝ - ΑΚΙΝΗΤΩΝ" που συντάχθηκε από τον Συμβολαιογράφο Σάμου Ιωάννη Κιράνη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, αναφέρθηκε ότι "μεταξύ των οικοπέδων των διαδίκων στον οικισμό "..." του Δήμου Σάμου υφίσταται διαχωριστική λωρίδα εδάφους πλάτους 1,5 μ αρχομένη από την προς Νότο παλαιά Εθνική οδό ... και εξικνούμενη προς Βορρά σε βάθος μέχρι το προς Βορρά όριο Ε. Σ. και την οποία λωρίδα αναγνωρίζουν οι συμβαλλόμενοι ως κοινόκτητη και κοινόχρηστη αμφοτέρων των ομόρων ακινήτων, ως τοιαύτη δε ανέκαθεν υφίστατο και ανεγνωρίζετο, ασχέτως αν σε διάφορα συμβολαιογραφικά έγγραφα ανεφέρετο ως δουλεία διόδου ή δικαίωμα διόδου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο και πρόκειται περί λωρίδος εδάφους στην, οποία έχουν συγκυριότητα τα όμορα - αυτά ακίνητα των συμβαλλομένων (διαδίκων), οι οποίοι προβαίνουν στην κατάρτιση αυτής της πράξης για αποφυγή στο μέλλον τυχόν ερίδων και δικαστικών αγώνων". Η συμφωνία αυτή μεταξύ των διαδίκων αποτελούσε σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού και μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει ότι συνέπεσαν απολύτως οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στο να δημιουργήσουν καινούργια σχέση καταργώντας την άνω παλαιά, αφού δηλαδή με τη συμφωνία αυτή οι συμβαλλόμενοι διάδικοι εκδήλωσαν την πρόθεση τους να διαλύσουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις τους την αβεβαιότητα τους, αναφορικά με το ποιος έχει δικαίωμα κυριότητας στην επίμαχη λωρίδα καταλήγοντας ότι αυτή ανήκει και στους δύο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Επομένως η διαπιστωτική αυτή διευκρινιστική συμβολαιογραφική πράξη "καθορισμού ορίων", με την οποία αναγνωρίζεται ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων υπάρχει η ως άνω επίδικη λωρίδα γης, δεν είναι επαχθής δικαιοπραξία μεταβίβασης κυριότητας ακινήτου από τον εκκαλούντα προς την εφεσίβλητη, ώστε να δημιουργηθούν δύο διακριτά και αυτοτελή ακίνητα μη άρτια και οικοδομήσιμα, αλλά αποτελεί πράξη εξωδίκου συμβιβασμού με την οποία συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων προς αποφυγή μελλοντικών δικαστικών διενέξεων και ερίδων". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του, η δε αποδοχή τους οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, αφού η υφισταμένη φιλονικία των διαδίκων ως προς την κυριότητα της επίδικης εδαφικής λωρίδας, λύθηκε με αμοιβαίες υποχωρήσεις, κατά τις οποίες η επικαλουμένη από κάθε πλευρά αποκλειστική κυριότητα επί του όλου ή μέρους της ένδικης εδαφικής λωρίδας, αποδόθηκε, μετά από κοινή συμφωνία κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου σε κάθε όμορο ακίνητο και ορίστηκε ότι θα εξυπηρετεί την όδευση προς αυτά. Περαιτέρω, έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεικνυούμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της προδιαληφθείσας διατάξεως, οδηγούντα στο συμπέρασμα ότι συνήφθη εξώδικος συμβιβασμός και μάλιστα δημιουργικός νέας σχέσεως και καταργητικός οποιοδήποτε παλαιάς, ενώ η εν συνεχεία αναφορά της απόφασης ότι το συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβιβασμού ήταν και διαπιστωτικό των ορίων των ακινήτων δεν ενέχει αντίφαση, αφού το αν η ένδικη λωρίδα ήταν το όριο των ακινήτων δεν αποτέλεσε αντικείμενο του συμβιβασμού, του οποίου το αντικείμενο ήταν το αν η εδαφική αυτή λωρίδα, που αναμφισβήτητα είναι όριο των ακινήτων των διαδίκων, ανήκει κατά κυριότητα στον ένα ή τον άλλο από αυτούς. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Επειδή στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του αριθμού 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανελέγκτως ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως των μερών, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 26/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία, το Εφετείο ενώ διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας και αμφιβολίας στις περιεχόμενες στην ένδικη σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού δικαιοπρακτικές δηλώσεις των διαδίκων, εν τούτοις παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό ευθέως τις εν λόγω διατάξεις. Όμως από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς τις δηλώσεις των συμβληθέντων, στο συμβολαιογραφικό περί συμβιβασμού έγγραφο, μερών, κατά τις οποίες, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω στον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο συμβιβασμός ήταν δημιουργικός νέας σχέσεως, ενώ η αναφορά της προσβαλλομένης στη διαπίστωση ότι η ένδικη εδαφική λωρίδα ήταν το όριο των ακινήτων δεν ήταν αντικείμενο του συμβιβασμού, αφού αναμφισβήτητα αυτή ήταν το όριο των ακινήτων. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ.183 και 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-8-2015 αίτηση του Σ. Σ. Π. κατά της Β., χήρας Σ. Δ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.19/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής Έδρας Σάμου).

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 617/2016

Σχόλια