Αρείου Πάγου 1642/1998 Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Αποκλειστική προθεσμία. Στην προθεσμία για άσκηση αγωγής για την αποζημίωση απόλυσης εφαρμόζονται οι διατάξεις για αναστολή παραγραφής. Δικηγόροι. Αποχή. Ανωτέρα βία

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Αρείου Πάγου 1642/1998
    Καταγγελία σύμβασης εργασίας. Αποκλειστική προθεσμία. Στην προθεσμία για άσκηση αγωγής για την αποζημίωση απόλυσης εφαρμόζονται οι διατάξεις για αναστολή παραγραφής...

    Δικηγόροι. Αποχή. Ανωτέρα βία. Η αποχή δικηγόρων που δεν οφείλεται σε νόμιμη διαταγή αρχής δεν συνιστά ανωτέρα βία που αναστέλλει την παραγραφή, εκτός αν είναι εντελώς αδύνατη η εύρεση δικηγόρου και απαιτούνται ειδικές νομικές γνώσεις που ο δικαιούχος στερείται. Δυνατή η εύρεση δικηγόρου όταν χορηγούνται άδειες από την αποχή λόγω παραγραφής ή απόσβεσης δικαιώματος. Η μη χορήγηση άδειας πρέπει να αποδεικνύεται.

Διατάξεις: ΑΚ 255 εδ. α΄, 257, 279 – ΚΠολΔ 665 § 1 – άρθ. 39 §§ 2 & 3 Ν.Δ. 3026/1954, 6 § 2 Ν. 3198/1955
Πρόεδρος: Γεώργιος Βελλής, Αντιπρόεδρος ΑΠ
Εισηγητής: Λέανδρος Ρακιντζής
Δικηγόροι: Μιχαήλ Καβάσης – Φώτιος Βυτινίδης

Επειδή κατά το άρθρο 255 εδ. α΄ ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίσθηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Κατά το άρθρο 257 ΑΚ, το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν παύσει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμιά όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες. Κατά το άρθρο 279 ΑΚ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή. Κατά το άρθρο 6 § 2 ν. 3198/1955, πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως ή το Β.Δ. της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως, τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ ης κατέστη απαιτητή.

Ανώτερη βία αποτελεί κάθε απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως και εξαιτίας του εμποδίστηκε να τηρήσει την προθεσμία, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω άλλου προσώπου. Υπό την έννοια αυτή μόνη η αποχή των δικηγόρων από την άσκηση του λειτουργήματός τους, που δεν οφείλεται σε νόμιμη διαταγή αρχής, δεν συνιστά ανώτερη βία, εκτός αν η εν λόγω αποχή έχει τέτοια έκταση, ώστε, παρά την εξάντληση κάθε επιμέλειας, καθίσταται αδύνατο να ανατεθεί σε δικηγόρο η ενέργεια διαδικαστικής πράξεως υπό προθεσμία, για την οποία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ασκήσεως αγωγής που πρέπει να συνταχθεί κατά τους όρους του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, απαιτούνται ειδικές νομικές γνώσεις, η έλλειψη των οποίων δεν επιτρέπει στο συγκεκριμένο δικαιούχο να ενεργήσει αυτοπροσώπως κατά τα άρθρα 39 § 2 του Κώδικα των δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), 94 § 2, 215 § 2 και 665 § 1 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τις 16.11.1992, που φέρεται ότι καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της αναιρεσειούσης από την αναιρεσίβλητο, έως την επίδοση στην τελευταία της ένδικης αγωγής, που έγινε στις 3.9.1993, πέρασε η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθ. 6 § 2 ν. 3198/1955 για την άσκηση της επίδικης αξιώσεως καταβολής στην αναιρεσείουσα της νόμιμης αποζημιώσεως απολύσεως, απέρριψε δε τον ισχυρισμό της τελευταίας (ενάγουσας) περί αναστολής της ως άνω αποσβεστικής προθεσμίας κατά το χρονικό διάστημα από τις 16.11.1992 μέχρι και τις 8.3.1993 λόγω γενικής αποχής των δικηγόρων Αθηνών από την άσκηση του λειτουργήματός τους, που εμπόδισε την αναιρεσείουσα να ασκήσει εγκαίρως την ένδικη αγωγή της. Και τούτο διότι, όπως αποδεικνύεται και από την από 10.1.1994 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, χορηγείται από τον σύλλογο αυτόν στα μέλη του άδεια για την διενέργεια διαδικαστικών πράξεων σε αστικές υποθέσεις, όταν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής της αξιώσεως ή αποσβέσεως του δικαιώματος. Η αναιρεσείουσα, λοιπόν, ενόψει του κινδύνου αποσβέσεως της επίδικης αξιώσεως λόγω παρόδου της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 § 2 του ν. 3198/1955 και δεδομένου ότι δεν ισχυρίζεται ότι αποκρούσθηκε από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο η χορήγηση της ανωτέρω «άδειας», μπορούσε, αν κατέβαλε ακόμη και τη συνήθη επιμέλεια, να επιτύχει το διορισμό δικηγόρου για την εμπρόθεσμη άσκηση της ένδικης αγωγής της. Επομένως δεν ανεστάλη η παραπάνω εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 255, 257 και 279 ΑΚ είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου δι αιτιολογιών ανεπαρκών ή αντιφατικών και οι σχετικοί από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Σχόλια