ΑΣΤΙΚΟ - ΝΟΜΗ - Στοιχεία δικογράφου αγωγής σε περίπτωση νομής - Α.Π. 585/2016 - Α) η ύπαρξη νομής από τον ενάγοντα, τόσο κατά τον χρόνο της διατάραξης όσο και κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής, την οποία νομή συνιστούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και εκδηλώνουν τη βούλησή του να το εξουσιάζει ως δικό του και Β) η προσβολή αυτής από τον ενάγοντα με διατάραξη που γίνεται παράνομα και χωρίς την βούλησή του

ΔΙΑΤΥΠΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ - Το θεμιτό της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντα στην ποινική δίκη
Στοιχεία δικογράφου αγωγής σε περίπτωση νομής
Έτος: 2016
Νούμερο: 585
Α) η ύπαρξη νομής από τον ενάγοντα, τόσο κατά τον χρόνο της διατάραξης όσο και κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής, την οποία νομή συνιστούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και...
εκδηλώνουν τη βούλησή του να το εξουσιάζει ως δικό του και Β) η προσβολή αυτής από τον ενάγοντα με διατάραξη που γίνεται παράνομα και χωρίς την βούλησή του.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. συζ. Ι. Τ., 2) Π. Δ. Α., 3) Η. Κ. Γ., 4) Κ. Η. Γ. κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Γεώργιο Ευθυμιάδη και Δημοσθένη Γούλα.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Β. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 2α) Δ. χας Γ. Σ., β) Α. Σ. του Γ. κατοίκων ..., γ) Α. Σ. του Γ. κατοίκου ..., ως νομίμων κληρονόμων του Γ. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Τζινάλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:282/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, και 403/2015 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 14-11-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 13-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.4 και 216 παρ.1 στοιχ. α’ και β’ του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως αρκεί για το ορισμένο και, κατά συνέπεια, το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης ουσιαστικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών, των κατά νόμο παραγωγικών της αγωγικής αξιώσεως, καθώς και η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, συνεχομένη με την υποβολή συγκεκριμένου και όχι αορίστου αιτήματος, είναι απαραίτητη, για να μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί κατά της αγωγής, το δε δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της διαφοράς και στην έκδοση αποφάσεως με συγκεκριμένο περιεχόμενο επιδεκτική εκτελέσεως. Ειδικότερα, από τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 974, 976 έως 979, και 984 εδ. α’ του ΑΚ προκύπτει ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής περί διατάραξης της νομής ακινήτου είναι: α) η ύπαρξη νομής από τον ενάγοντα, τόσο κατά τον χρόνο της διατάραξης όσο και κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής, την οποία νομή συνιστούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και εκδηλώνουν τη βούλησή του να το εξουσιάζει ως δικό του και β) η προσβολή αυτής από τον ενάγοντα με διατάραξη που γίνεται παράνομα και χωρίς την βούλησή του. Όσον αφορά στην περιγραφή του ακινήτου στην ίδια αγωγή, δηλαδή στον προσδιορισμό του κατά τη θέση, την έκταση, τα όρια και την ιδιότητά του, συνυφασμένη με την υποβολή συγκεκριμένου και όχι αορίστου αιτήματος - διότι διαφορετικά το δικαστήριο ευρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως - πρέπει (η περιγραφή) να είναι τόσο λεπτομερής, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη από 15/12/2011 αγωγή τους, την οποία εκτιμά ο Άρειος Πάγος, κατ’ άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, ισχυρίστηκαν ότι είναι συννομείς ενός κτήματος (λιβαδίου) που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της πρώην Κοινότητας ... (πρώην) και ήδη του Δήμου ..., συνολικής έκτασης 12.000.000 τ.μ. κατά τους τίτλους κτήσης τους και ήδη μετά από νεότερη εμβαδομέτρηση 6.204.364,14 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται στο ενσωματωμένο στην αγωγή από 15/10/2011 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Τ.. Ότι, ειδικότερα, το κτήμα αυτό περικλείεται από τα εξής σημεία, σύμφωνα με το πιο πάνω διάγραμμα: Βόρεια από το σημείο 1 και στη συνέχεια από τα σημεία ..., Ανατολικά από το σημείο 33 και εν συνεχεία δια των σημείων ..., Νότια από το σημείο 85 και εν συνεχεία δια των σημείων ... και Δυτικά από, το σημείο 151 και εν συνεχεία δια των σημείων..., και συνορεύει Βόρεια δια τεθλασμένης πλευράς εκκινώντας από το σημείο 1 με κατεύθυνση προς Ανατολάς δια των σημείων 2, 3, 4, εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Βορειοανατολικά δια των σημείων..., εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Ανατολάς δια των σημείων ..., εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Νοτιοανατολικά δια, των σημείων ... και εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Βορειοανατολικά δια των σημείων ... με έκταση πρώην Κοινότητας ... και ΣΑΑΚ (ήδη Δ.Δ. ... Δήμου ...), Ανατολικά δια τεθλασμένης πλευράς εκκινώντας από το σημείο 33 με κατεύθυνση προς Νοτιοανατολικά δια των σημείων ... με Κοινότητα ... και ΣΑΑΚ (ήδη Δ.Δ. ... Δήμου ...), εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Νότο δια των σημείων 44, 45, εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Δυσμάς δια των σημείων ... και εν συνέχεια από το με κατεύθυνση προς Νότο δια των σημείων ... με Δ.Δ. ..., Νότια δια τεθλασμένης πλευράς εκκινώντας από το σημείο 85 με κατεύθυνση προς Δυσμάς δια των σημείων ..., εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Νότο δια των σημείων ... με Δ.Δ. ... και εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Δυσμάς δια των σημείων ... και με κατεύθυνση πάλι προς Νότο μέχρι του σημείου 101, (δρόμο προς ...) με Κοινοτικό Διαμέρισμα ... (...) και εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Βορειοδυτικά δια των σημείων ... με κτήμα (ιδιωτικό λιβάδι-κτήμα ..." κληρονόμων Γ. Β. και Γ.Ε. (όριο διανομής Τοπογραφικής Υπηρεσίας Υπουργείου Γεωργίας) και Δυτικά δια τεθλασμένης πλευράς εκκινώντας από το σημείο 151 με κατεύθυνση, προς Βορειοδυτικά δια των σημείων ... με έκταση πρώην Κοινότητας ... (ήδη Δ.Δ. ... Δήμου ...), εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Βρρειοανατολικά δια των σημείων ..., εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Ανατολάς δια των σημείων ..., εν συνεχεία, με κατεύθυνση προς Βορά δια των σημείων ..., ..., εν συνεχεία, με κατεύθυνση προς Βορειοανατολικά δια των σημείων ... με κοίτη ποταμού Βούλγαρη και πέραν αυτής με έκταση πρώην Κοινότητας ... (ήδη Δ.Δ. ... Δήμου ...), εν συνεχεία με κατεύθυνση προς Βορειοανατολικά δια των σημείων 176,177, 178 με κοίτη ποταμού Βούλγαρη και πέραν αυτής με έκταση πρώην Κοινότητας ... και ΣΑΑΚ (ήδη Δ.Δ ... Δήμου ...) και εν συνεχεία από το σημείο 178 μέχρι του σημείου 1 επίσης με έκταση πρώην Κοινότητας ... και ΣΑΑΚ (ήδη Δ.Δ. ... Δήμου ...).

Περαιτέρω στην ίδια πιο πάνω αγωγή οι αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι: α) ο πρώτος από αυτούς κατέστη συννομέας του πιο πάνω κτήματος, γνωστού με το όνομα "...", κατά ποσοστό 1/11 των 27,50/40 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει κληρονομικής (από διαθήκη) διαδοχής του αποβιώσαντος στις 7/10/1983 αρχικού συννομέα πατέρα του Γ. Γ., την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε νόμιμα και β) η δεύτερη από αυτούς απέκτησε την επικαρπία, οι δε τρίτος και τέταρτος από αυτούς την ψιλή κυριότητα επίσης ποσοστού 1/11 των 27,50/40 εξ αδιαιρέτου του ιδίου κτήματος δυνάμει κληρονομικής (από διαθήκη) διαδοχής του αποβιώσαντος αρχικού συννομέα (συζύγου της δεύτερης και πατέρα των λοιπών) Γ. Σ., την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν νόμιμα και ότι έκτοτε όλοι οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν, όπως και πριν από αυτούς οι άμεσοι και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους, τη συννομή στο επίδικο ακίνητο, κατασκευάζοντας μέσα σε αυτό σταβλικές εγκαταστάσεις και αποθήκες, καλλιεργώντας κάποια τμήματα αυτού με κτηνοτροφικά φυτά, εκμισθώνοντας κάποιες επιμέρους εκτάσεις του σε τρίτους, εισπράττοντας το μίσθωμα, και χρησιμοποιώντας τη βοσκήσιμη έκταση αυτού για τη βοσκή των ζώων τους. Ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες από τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του έτους 2005 και εφεξής με επαναλαμβανόμενες πράξεις τους διαταράσσουν παράνομα και αυθαίρετα την άσκηση της νομής τους, εισάγοντας τα ποίμνιά τους στο επίδικο ακίνητο και εμποδίζοντας, αντίστοιχα, τους αναιρεσίβλητους να βοσκήσουν τα δικά τους, ενώ δηλώνουν συνεχώς την πρόθεσή τους να εισάγουν τα ποίμνιά τους, κατά τη βούλησή τους, μέσα σε αυτό, αμφισβητώντας τα δικαιώματα συννομής και οιονεί νομής των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να αναγνωριστεί το δικαίωμα συννομής και οιονεί συννομής τους, αντίστοιχα, στο πιο πάνω ακίνητο, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες να παύσουν τις ανωτέρω διαταρακτικές ενέργειες σε βάρος του πιο πάνω δικαιώματός τους και να παραλείπουν αυτές στο μέλλον, με την απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται: α) αγωγή διατάραξης της συννομής και οιονεί συννομής και β) αναγνωριστική αγωγή των πιο πάνω δικαιωμάτων εμπεριέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για τη δικονομική της πληρότητα. Ειδικότερα γίνεται λεπτομερής περιγραφή του όλου ακινήτου, επί του οποίου έλαβαν χώρα οι παράνομες διαταρακτικές πράξεις των αναιρεσειόντων, με την αναφορά στη θέση, τα όρια, το εμβαδόν και το είδος του, ώστε από την πιο πάνω περιγραφή να προκύπτει η ταυτότητά του και να μην καταλείπεται περί αυτής καμία αμφιβολία. Περαιτέρω ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί ως προς το ορισμένο της αγωγής η τυχόν απόδειξη του ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι νομείς και κάτοχοι διαιρετών τμημάτων της επίδικης έκτασης και όχι συννομείς και οιονεί συννομείς ποσοστών εξ αδιαιρέτου επ’ αυτής, δεδομένου ότι το στοιχείο αυτό ανάγεται στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και, συγκεκριμένα, στην απόδειξη ή μη των επικαλούμενων πιο πάνω δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων. Ούτε επίσης δημιουργείται αοριστία της ένδικης αγωγής από το γεγονός ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο δικαιοπάροχος των λοιπών είχαν ασκήσει τρεις προγενέστερες αγωγές για διατάραξη της νομής κατά των αναιρεσειόντων (που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας), στις οποίες αναγραφόταν ότι η συνολική επιφάνεια της επίδικης έκτασης ανερχόταν σε 12.000.000 τ.μ., ενώ στην παρούσα αγωγή διαλαμβάνεται ότι η επιφάνειά της ανέρχεται σε 6.204.364,14 τ.μ., δεδομένου ότι το ορισμένο της αγωγής αυτής κρίνεται με βάση την περιγραφή του τελευταίου αυτού ακινήτου, από την οποία προκύπτει και η ταυτότητά του. Επομένως το Εφετείο με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων λόγω αοριστίας, παρά τον αντίθετο σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, τον οποίο είχαν προβάλει (ως εφεσίβλητοι) με τις προτάσεις τους στην κατ’ έφεση δίκη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναφερόμενη πλημμέλεια και οι περί του αντιθέτου με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης προβαλλόμενες αιτιάσεις που υπάγονται, κατ’ ορθή εκτίμηση, στους αριθμούς 8 και 14 του άρθ.559 ΚΠολΔ (όχι δε και στους αριθ.1 και 12 ΚΠολΔ που αναφέρονται στο αναιρετήριο) πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμες. Περαιτέρω ο ίδιος πιο πάνω, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε στην ελάσσονα πρόταση ότι "η διαφορά ως προς την επιφάνεια του επίδικου ακινήτου μεταξύ των τίτλων του 1926 και της εμβαδομέτρησης που έγινε το 2011... δικαιολογείται τόσο από το γεγονός ότι κατά το χρόνο σύνταξης των ως άνω συμβολαίων δεν υπήρχαν όργανα ακριβούς μετρήσεως της επιφανείας του εδάφους, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες να κάνουν χονδροειδείς και εμπειρικές εκτιμήσεις των ιδιοκτησιών τους, όσο και από το ότι κατά τη διενέργεια τέτοιων εκτιμήσεων ...... δεν συμπεριελαμβάνοντο κατά τη μέτρηση εκτάσεις των ιδιοκτησιών που δεν ήταν δυνατόν να καλλιεργηθούν, ήτοι εδαφικά τμήματα ολισθηρά ή με ιδιαίτερη κλίση, όπως συμβαίνει σε μέρος της επίδικης εκτάσεως..." πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και στην επάρκεια των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου.

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 147 της 5.1/1.2.1914 "περί της νομοθεσίας που θα εφαρμοζόταν στις προσαρτημένες χώρες και της δικαστικής τους οργανώσεως" -μεταξύ των οποίων και η επαρχία ... που είχε παραμείνει μέχρι τότε υπό την οθωμανική κυριαρχία και συμπεριλήφθηκε στις Νέες Χώρες που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς πολέμους των ετών 1912-1913- οριζόταν ότι "στις χώρες που διατελούσαν τέως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η ελληνική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως σε ισχύ οι περί γαιών (οθωμανικές) διατάξεις που ρύθμιζαν τα επ’ αυτών (των γαιών) ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι διατηρούνταν σε ισχύ ο Οθωμανικός Νόμος περί Γαιών (οθΝπΓαιών) της 7ης Ραμαζάν 1274 (1858), οι ρυθμιστικές διατάξεις του οποίου οριοθετούσαν το περιεχόμενο των κεκτημένων ιδιωτικών δικαιωμάτων των δικαιούχων επί των δημόσιων, των μη κυρίως αφιερωμένων ή βακουφικών, των "καθιερωμένων σε κοινή χρήση" και των νεκρών οθωμανικών γαιών. Η τυπική κατάργηση της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 147/1914 με το άρθρο 5 εδάφιο 8 του ΕισΝΑΚ δεν εμποδίζει την αναγωγική χρήση του, με βάση την ειδική, διαχρονικού δικαίου, διάταξη του άρθρ. 51 του ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με την οποία η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος (κεκτημένου) πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) κρίνεται από το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Ειδικότερα, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των οθωμανικών γαιών αποδεικνύονταν με τους σχετικούς οθωμανικούς τίτλους, οι κυριότεροι των οποίων αναφέρονταν στα "ταπιά" και στα "χοτζέτια". Τα ταπιά ήταν τα χαρακτηριζόμενα από το άρθρ. 8 του οθΝπΓαιών/1858 και το άρθρ. 14 του οθΝπΤαπίων/1859 ως "δηλωτικά" (δηλαδή αποδεικτικά) της νόμιμης κτήσης του δικαιώματος "εξουσίασης" (tasarruf ) επί των δημόσιων οθωμανικών γαιών έγγραφα του αυτοκρατορικού κτηματολογίου, τα οποία έφεραν στο άνω μέρος τους την αυτοκρατορική "τούγρα" (δηλαδή το συμπλεγμένο σουλτανικό μονόγραμμα) και είχαν ως επίτιτλο τους ρητούς χαρακτηρισμούς που προσδιόριζαν το ειδικότερο περιεχόμενό τους: "tapu senedi" (τίτλος ταπίου), κατηγορία γαιών "arazi-ι-emiriye" (δημόσια γη), ενώ έπρεπε να αναγράφουν την υποδιοίκηση, το χωρίο στο οποίο βρίσκονταν οι γαίες, τα όρια και την έκτασή τους σε στρέμματα, να σφραγίζονται δε με την ειδική σφραγίδα του αυτοκρατορικού κτηματολογίου. Η μορφή των ιδιοκτησιακών αυτών εγγράφων αναγνωρίστηκε από τον οθΝπΓαιών του 1858 ως αποκλειστικός τύπος τίτλων που παρείχαν στους δικαιούχους αυτών το ιδιόρρυθμο δικαίωμα της "εξουσίασης"- το οποίο, μολονότι δεν αναφερόταν ρητά, από τα εννοιολογικά του στοιχεία προέκυπτε ότι μπορούσε να θεωρηθεί εμπράγματης μορφής- επί των δημόσιων γαιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν οι αγροί, οι λειμώνες, οι χειμερινές βοσκές, τα δάση (άρθρ. 3 του οθΝπΓαιών/1858). Τυπική προϋπόθεση για την ενάσκηση του παραπάνω δικαιώματος αποτελούσε η υποχρέωση των δικαιούχων να εφοδιαστούν με τίτλους ταπίων που είχαν τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά και χορηγούνταν, αφού καταβαλλόταν το οριζόμενο έναντι του παραχωρούμενου δικαιώματος ποσό χρημάτων. Μεταξύ των δικαιούχων που είχαν τις νόμιμες προϋποθέσεις για την παραχώρηση του δικαιώματος "εξουσίασης" ήταν και αυτοί που είχαν αποκτήσει το εν λόγω δικαίωμα μετά από νομότυπη "μεταβίβαση" ή "οιονεί αγοραπωλησία" (ferag) και δεν τους είχε ακόμη χορηγηθεί σχετικός ιδιοκτησιακός τίτλος (tapu). H μεταβίβαση αυτή (άρθρ.36 οθΝπΓαιών), κατά την ορθότερη ερμηνευτική απόδοση, χαρακτηρίζεται ως "παραχώρηση" από ιδιώτη σε ιδιώτη, η οποία αντιδιαστελλόταν από την κύρια "παραχώρηση" του άρθρ. 3 του οθΝπΓαιών από το οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτη (miri). Η τελείωση της "παραχώρησης" επερχόταν ύστερα από άδεια του ειδικού υπαλλήλου του επαρχιακού ειδικού κτηματολογίου, η οποία αποτελούσε τη μόνη απαραίτητη τυπική προϋπόθεση για την εγκυροποίηση της "παραχώρησης" (μεταβίβασης) του δικαιώματος της "εξουσίασης" από τον εξουσιαστή της δημόσιας γαίας σε οποιονδήποτε είτε δωρεάν είτε με "γνωστό" (ορισμένο) τίμημα.

Συνεπώς, τα ταπιά, ως δημόσια έγγραφα, είτε με τη μορφή του οριστικού ιδιοκτησιακού τίτλου του κεντρικού οθωμανικού κτηματολογίου είτε με τη μορφή του προσωρινού ιδιοκτησιακού τίτλου των τοπικών γραφείων του κεντρικού κτηματολογίου, αποδείκνυαν τη νόμιμη κτήση του δικαιώματος "εξουσίασης" των κατόχων τους επί των δημόσιων γαιών. Σε αντίθεση με τα ταπιά, που ήταν αποδεικτικοί τίτλοι μεταβίβασης δικαιώματος "εξουσίασης" επί των δημόσιων οθωμανικών γαιών και δεν προσπόριζαν στον κάτοχό τους δικαίωμα κυριότητας, παρά μόνο χρήσης και κάρπωσης αυτών, τα "χοτζέτια", ως μορφές ιδιοκτησιακών τίτλων, αποτελούσαν κυρίως τις επικυρωτικές ή αναγνωριστικές αποφάσεις των μουσουλμανικών ιεροδικείων, που συντάσσονταν ενώπιον του ιεροδίκη και μαρτύρων και αφορούσαν κυρίως σε αγοραπωλησίες αστικών συνήθως ακινήτων ή κτημάτων πλήρους ή τέλειας κυριότητας. Εξάλλου ο εναγόμενος με την αγωγή διατάραξης της νομής μπορεί να αμυνθεί, αρνούμενος τους πραγματικούς ισχυρισμούς που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής αυτής, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων δεν ήταν νομέας του επιδίκου κατά το χρόνο της διατάραξης ή κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 984,989 ΑΚ, 70 και 218 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στην αγωγή διατάραξης της νομής δεν αποκλείεται και η σώρευση αγωγής αναγνώρισης του δικαιώματος νομής, εφόσον ο νομέας έχει έννομο συμφέρον, προκειμένου να βεβαιωθεί η ύπαρξη της νομής του πάνω στο πράγμα. Η αγωγή αυτή μπορεί ν’ απορριφθεί αν, μεταξύ άλλων, αποδειχθεί η μη ύπαρξη νομής στον ενάγοντα ή ύπαρξη επιλήψιμης νομής. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ’ ουσία η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή τους στο νόμο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι ένα ακίνητο συνολικής εκτάσεως, κατά μεν τους τίτλους κτήσεως δώδεκα χιλιάδων (12.000) στρεμμάτων (ή 12.000.000 τ.μ.), κατά δε νεοτέρα εμβαδομέτρηση έξι χιλιάδων διακοσίων τεσσάρων στρεμμάτων και τριακοσίων εξήντα τεσσάρων τετραγωνικών μέτρων (6.204,364 ή 6.204.364,14 τ.μ.), που βρίσκεται στην τοποθεσία "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... και ήδη του Δήμου .... Στο από Οκτώβριο του 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ν. Τ., που είναι συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής, εμφαίνεται με στοιχεία 1,2,3... 178,1. Ο, κατά την 07-10-1983, αποβιώσας, Γ. Γ. του Δ. και Μ., δυνάμει της με αριθμό .../02-05-1979 δημόσιας διαθήκης του, του τότε Συμβολαιογράφου ... Δημητρίου Μαστροευθυμίου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 216/03-07-1984 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατέλειπε στον κληρονόμο του, Β. Γ., πρώτο εκ των εναγόντων, το ποσοστό του εκ 1/11 εξ αδιαιρέτου των 27,50/40 εξ αδιαιρέτου, του προπεριγραφόμενου ακινήτου, κείμενου στην αυτή, ως άνω, περιφέρεια, την οποία αποδέχθηκε με τη με αριθμό ...26-06-2002 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου ... Δημητρίου Μαστροευθυμίου, νόμιμα μεταγραφείσα στα αυτά ως άνω βιβλία, στον τόμο .... Το ως άνω ακίνητο κατά τους, από τους ενάγοντες, επικαλούμενους τίτλους ιδιοκτησίας των προκτητόρων του ως άνω δικαιοπαρόχου τους, με αριθμό .../10-02-1926 πωλητήρια συμβόλαια του άλλοτε Συμβολαιογράφου ... Π. Γ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, στον τόμο Ε’ , και αριθμούς ..., αντίστοιχα, των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., έχει έκταση 12.000 στρεμμάτων περίπου, ενώ σε αμφότερα τα ως άνω δημόσια έγγραφά, χαρακτηρίζεται ως "λιβάδι", και οριοθετείται ως ακολούθως: "...τα όρια άρχονται από το λειβάδιον ... της ιδιοκτησίας ... και κατ’ ευθείαν φθάνει εις τον χείμαρον και εκείθεν από την ρηθείσαν θέσιν κατευθείαν προς ανατολάς εις την ειρημένην ... ότι επιτραπείσης της πωλήσεως του λειβαδίου τούτου δια της υπ’ αριθμ. ... Π.Ε. αποφάσεως του κ. Υπουργού Γεωργίας, δημοσιευθείσης της υπ’ αριθμ. ... της 26 Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους φύλλου της εν Λαρίση εκδιδομένης εφημερίδος (...) προσαρτόμενον εις την υπ’ αριθμ. ... συμβολαίου....". Ακολούθως, ο κατά την 16-08-2008 αποβιώσας, Γ. Σ. του Α. και Ε., δυνάμει της με αριθμό ...12-03-2002 δημόσιας διαθήκης του της Συμβολαιογράφου ... Δ. Δόβα - Ρίζου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθμό 193/07-04-2009 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εγκατέστησε κληρονόμους του, την σύζυγό του Δ. χήρα Γ. Σ., στην επικαρπία, και τα τέκνα του Α. Σ. του Γ. και Α. Σ. του Γ., κοινά και αδιαίρετα στην ψιλή κυριότητα επί του υπολοίπου ίδιου ως άνω ποσοστού, του εκ 1/11 εξ αδιαιρέτου των 27,50/40 εξ αδιαιρέτου επί του αυτού ως άνω μείζονος επιφάνειας ακινήτου, την δε κληρονομιά του οι νυν υπό στοιχείο (2, α, β, και γ) ενάγοντες αποδέχθηκαν δυνάμει της με αριθμό .../29-07-2009 δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας, ως άνω, Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, στον ... (η οποία διορθώθηκε με την υπ’ αριθμ..../12-9-2014 πράξη της Συμβολαιογράφου ... Ιωάννας Παπαλεξανδρή-Μουταφίδου), στην οποία επικαλούνται τους αυτούς ως άνω τίτλους ιδιοκτησίας. Η έκταση αυτή, ως σήμερα έχει, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία πρώην Κοινότητας ..., ανατολικά με ιδιοκτησία, ομοίως, πρώην Κοινότητας ..., νότια με δημοτικό διαμέρισμα ... και εν μέρει με Κοινοτικό διαμέρισμα ... και εν συνεχεία με τμήμα "...", και δυτικά με κοίτη ποταμού Βούλγαρη και πέραν αυτής με έκταση πρώην Κοινότητας ... και ..., Επαρχίας .... Κατά τους ως άνω τίτλους των προκτητόρων των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, έτους 1926, η εν λόγω έκταση φέρεται να έχει εμβαδόν 12.000.000 τ.μ, ενώ στο με αριθμό .../13-12-1960 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου ..., Β. Σ., που όμως δεν αφορά στους νυν ενάγοντες, η αυτή ως άνω έκταση αναφέρεται ως έχουσα εμβαδόν 12.400 στρεμμάτων, κατά την υπό του Υπουργείου Γεωργίας, όμως, καταμέτρηση 6.000 στρεμμάτων, ενώ σύμφωνα με την εμβαδομέτρηση του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ν. Τ., που επελήφθη επιμελεία των εναγόντων, προκειμένου να γίνει οριοθέτηση του ακινήτου και διακριβωθούν τα ακριβή όρια αυτού, ευρέθη αυτή, μετά την αποτύπωση της δια των μεθόδων της τοπογραφίας, να έχει επιφάνεια 6.204.364,14 τ.μ.. Η διαφορά αυτή ως προς την επιφάνεια του επιδίκου, μεταξύ των ως άνω τίτλων ιδιοκτησίας και της εμβαδομέτρησης που έγινε το έτος 2011, έστω και αυτού του εύρους, δικαιολογείται, τόσο από το γεγονός ότι κατά το χρόνο συντάξεως των ως άνω συμβολαίων (έτος 1926), δεν υπήρχαν όργανα ακριβούς μετρήσεως της επιφάνειας του εδάφους, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες να κάνουν χονδροειδείς και εμπειρικές εκτιμήσεις των ιδιοκτησιών τους, όσο και από το ότι κατά τη διενέργεια τέτοιων εκτιμήσεων κατ’ εκείνους τους χρόνους, δεν συμπεριελαμβάνοντο κατά τη μέτρηση, εκτάσεις των ιδιοκτησιών που δεν ήταν δυνατόν να καλλιεργηθούν, ήτοι, εδαφικά τμήματα ολισθηρά ή με ιδιαίτερη κλίση, όπως συμβαίνει και σε μέρος της επίδικης εκτάσεως, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά κατωτέρω. Σύμφωνα δε με το με αριθμό πρωτ. .../20-03-1996 έγγραφο, οι αφοί Σ. και Γ., υπέβαλαν στο Δασαρχείο ... σχετική αίτηση περί αναγνώρισης δασικής εκτάσεως στην ανωτέρω θέση "..." της επαρχίας .... Με την από 13-10-1995 έκθεση του δασολόγου Ι. Μ., επί αυτοψίας που διενεργήθηκε επί τη βάση όμοιας αιτήσεως, η ως άνω έκταση εμφανίζεται να έχει κλίση κυμαινόμενη από 10-60%, με λοφώδεις εξάρσεις και πεδινές (ισιώματα), τα πετρώματα της περιοχής είναι σχιστολιθικά και το βάθος του εδάφους κυμαίνεται από αβαθές έως βαθύ σχετικά γόνιμο, καλύπτεται από ποώδη βλάστηση με αραιά παλιούρια και πουρνάρια και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται ως χορτολιβαδική έκταση (βοσκότοπος). Κατά τη γνώμη δε του συντάξαντος την έκθεση Ι. Μ., την οποία επαναλαμβάνει τόσο και στις από 30-10-1995 και 19-03-1996, 1η και 2η συμπληρωματικές εκθέσεις αυτοψίας, όσο και στην πρώτη κατά σειρά αναφοράς, ως άνω, ένορκη βεβαίωση, η επίδικη έκταση είναι καθαρά ιδιωτική, από το έτος δε 1937 και εφεξής οι δικαιοπάροχοι των νυν εναγόντων διατηρούσαν εντός αυτής σταυλικές εγκαταστάσεις και αποθήκες με δάνεια που ελάμβαναν από την Αγροτική Τράπεζα, και έβοσκαν το ποίμνιό τους εντός αυτής, φυλάσσοντάς το από τη βοσκή ζώων, που ανήκαν σε άλλους κτηνοτρόφους της περιοχής, ενώ κατά την κατάθεση του μάρτυρος Γ. Α., που εξετάστηκε επιμελεία των εναγόντων κατά τη συζήτηση της πρώτης αγωγής (βλ. κατάθεση αυτού στα με αριθμό 82/2011 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοδίκου Δικαστηρίου), οι εγκαταστάσεις ανάγονται στο έτος 1967. Ακολούθησε πληθώρα εγγράφων, επί των οποίων η επίδικη έκταση χαρακτηρίζεται ως καθαρά κτηνοτροφική, και ενδεικτικά: α) το με αριθμό πρωτ. .../29-04-1996 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας, β) το με αριθμό πρωτ. .../28-05-1996 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας, Διεύθυνση Πολιτικής Γης, γ) το με αριθμό πρωτ. .../19-07-1996 έγγραφο του Δασαρχείου ..., υπογεγραμμένο από τον τότε Δασάρχη, Ε. Κ., δ) το με αριθμό πρωτ, ...25-08-1997 έγγραφο της Επιθεώρησης Δασών Θεσσαλίας, ε) το με αριθμό πρωτ. ...05-11-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών, του Νομού Λάρισας, στ) το με αριθμό πρωτ. .../10-05-2004 έγγραφο του Δασαρχείου ... (δια του οποίου δηλώνεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει επ’ αυτού δικαιώματα κυριότητας), ζ) το με αριθμό πρωτ. ...06-07-2004 έγγραφο του Τμήματος Εποικισμού - Αναδασμού, της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λάρισας, η) η με αριθμό ...2005 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη ..., θ) το με αριθμό πρωτ. ...01-03-2010 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Λάρισας, από το οποίο προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι καταγεγραμμένο ως δημόσιο τμήμα. Οι εναγόμενοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους ότι το επίδικο ήταν ανέκαθεν δημόσια δασική έκταση, επικαλούνται και προσκομίζουν: α) το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../03-07-1991 έγγραφο του Δασαρχείου ..., στο οποίο μνημονεύεται ότι οι πωλητές, που μνημονεύονται στα με αριθμούς .../1926 συμβόλαια δεν αποδεικνύουν ότι έχουν αποκτήσει την επίδικη έκταση, η οποία αναφέρεται ως ιδιωτικό δάσος, ώστε να είναι κύριοι και κάτοχοι αυτής, προκειμένου να ενταχθούν στους Κανονισμούς της ΕΟΚ 1609/1989 και 797/1985, που αφορούν στην ανάπτυξη της δασοπονίας, β) το με αριθμό πρωτ. .../28-05-1991 έγγραφο του Δασαρχείου ..., απευθυνόμενο στον Δ. Γ., στο οποίο μνημονεύεται ότι η επίδικη έκταση δεν αποτελεί χορτολιβαδική, όπως υπολαμβάνει ο εκεί αιτών, διότι το 80% και πλέον της συνολικής εκτάσεως στους ορθοφωτοχάρτες του Υπουργείου Γεωργίας, που συντάχθηκαν από αεροφωτογραφίες έτους λήψεως 1960, χαρακτηρίζεται ως θαμνώνας αείφυλλων πλατύφυλλων, πράγμα που σημαίνει ότι οι εκτάσεις αυτές είναι δασικές του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 998/1979, γ) το με αριθμό πρωτ. .../26-08-1994 του Δασαρχείου ..., από το οποίο προκύπτει ότι δεν υπάρχει στη θέση "..." της περιφέρεις ... κάποια αναγνώριση ιδιωτικής δασικής εκτάσεως, δ) το με αριθμό πρωτ. ...14-02-1995 έγγραφο της ιδίας Υπηρεσίας, όπου, επί αιτήσεως Δ. Γ., απαντάται ότι η επίδικη έκταση είναι δασική και υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 998/1979, όπως, κατά το αιτιολογικό της, εμφαίνεται από τον ορθοφωτοχάρτη, όπου με την ένδειξη Θ10 χαρακτηρίζονται ως δασικές εκτάσεις με τη μορφή αραιών θάμνων, ε) το με αριθμό πρωτ. ...21-05-1997 έγγραφο της ιδίας ως άνω υπηρεσίας, απευθυνόμενο στον Α. Σ., με το οποίο γίνεται υπόμνηση ότι θα έπρεπε μέχρι την 18-04-1997 να υποβληθεί αίτηση προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία αναγνωρίσεως της επίδικης εκτάσεως, στ) το με αριθμό πρωτ. .../24-08-1995 έγγραφο της ιδίας Υπηρεσίας, απευθυνόμενο στον Α. Σ., από το οποίο προκύπτει ότι επεστράφη ο φάκελος για την αναγνώριση της εκτάσεως, σε συνδυασμό με το με αριθμό πρωτ. .../26-06-1996 έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι οι αιτούντες, Δ. Γ., Β. Γ., Ν. Γ., Α. Σ., Γ. Σ., και Β. Σ. παραιτήθηκαν του αιτήματος τους για την αναγνώριση της εκτάσεως ως ιδιωτικής δασικής. Επίσης επικαλούνται την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, δασολόγου, Φ. Ω., τόσο κατά τη συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και κατά τη συζήτηση των προγενέστερων αγωγών, επί των οποίων εξεδόθησαν οι με αριθμό 82, 83 και 84/2011 αποφάσεις του πρωτοδίκου Δικαστηρίου, και οι οποίες παραδεκτά συνεκτιμώνται στην παρούσα δίκη, για την αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σύμφωνα με την οποία η επίδικη έκταση, βρίσκεται σε υψόμετρο, και κατά το μεγαλύτερο ποσοστό της αποτελεί δασική έκταση αποτελούμενη από πουρνάρια και παλιούρια, ευρίσκεται δε εντός ευρύτερης δασικού χαρακτήρα εκτάσεως αποτελούσα με αυτή ένα ενιαίο δασικό οικοσύστημα (βλ. προς τούτο και την από 19-04-2005 έκθεση έρευνας επί χαρακτηρισμού εκτάσεως του ιδίου, ως άνω, δασολόγου Φ. Ω.). Κατά την εκτίμηση του ιδίου και το απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη έτους 1945 εμφαίνεται ότι η επίδικη έκταση καλυπτόταν από δασική βλάστηση θαμνώδους μορφής, ενώ ουδέποτε εμφάνισε αυτή αγροτική μορφή. Και είναι μεν αληθές ότι οι ενάγοντες, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αγωγής, αμφισβήτησαν τη γνησιότητα τόσο του ανωτέρω ορθοφωτοχάρτη, όσο και αυτού έτους λήψης 1996, επικαλούμενοι ότι σ’ αυτούς δεν απεικονίζεται η επίδικη έκταση, αλλά διάφορη αυτής, και επομένως δεν αφορούν στα προς απόδειξη ζητήματα. Στις 30 Οκτωβρίου 2010 επελήφθη η Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Αμφισβητήσεων του Νομού Λάρισας, για να αποφανθεί, επί της από 22-04-2005 και με αριθμό πρωτ. .../25-04-2005 αντιρρήσεως - προσφυγής του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας κατά της με αριθμό ...2005 πράξεως χαρακτηρισμού του Δασάρχη ... για έκταση εμβαδού 1.113,00 στρεμμάτων, κείμενη στην αυτή ως άνω θέση, η οποία αίτηση είχε υποβληθεί από τον μη διάδικο στην παρούσα δίκη Δ. Γ. του Α., η οποία (Επιτροπή) διενήργησε αυτοψία στην επίδικη περιοχή στις 28-09-2012. Κατά τη διενεργηθείσα αυτοψία, στο οριοθετηθέν από τον εκεί αιτούντα τμήμα των 1.113 στρεμμάτων, το οποίο αποτελεί τμήμα της επίδικης εκτάσεως, διαπιστώθηκε η εναλλαγή καλλιεργούμενων χορτολιβαδικών και δασικών εκτάσεων, και δη εκτάσεων: α) που δεν έφεραν δασική βλάστηση, με έντονη ανθρωπογενή δραστηριότητα, β) εκτάσεων που καλύπτονταν από αραιή χαμηλή βλάστηση σε ποσοστό μικρότερο του 15%, χωρίς να υπάρχουν σημάδια πιθανής γεωργικής καλλιέργειας, γ) εκτάσεων που καλύπτονταν από δασική βλάστηση σε ποσοστό μικρότερο του 25% πιθανόν από τα είδη που καλύπτουν και σήμερα την ευρύτερη περιοχή, όπως πουρνάρι και παλιούρι, και δ) εκτάσεων που καλύπτονταν από πυκνή δασική βλάστηση, σε ποσοστό άνω του 50%, πιθανόν από τα είδη που καλύπτουν σήμερα την ευρύτερη περιοχή, όπως πουρνάρι και παλιούρι. Με τη με αριθμό 30/2012 απόφαση, ήδη προσβαλλόμενη ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, μέρος της ως άνω εκτάσεως χαρακτηρίστηκε ως αγροτική έκταση της παραγράφου 6α του άρθρου 3 του ν. 998/1979, έτερο ως χορτολιβαδική έκταση της παραγράφου 6β του άρθρου 3 του ν. 998/1979, έτερο ως δασική έκταση, υπαγόμενη στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, και τέλος έτερο ως δάσος της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Κατά τα προαναφερθέντα, η στάση διαφόρων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, έναντι των εναγόντων που προβάλλουν δικαιώματα νομής, κατοχής (και κυριότητας) στο "τσιφλίκι" ..., ήταν ως επί το πλείστον θετική, αφού την χαρακτήριζαν κτηνοτροφική ή χορτολιβαδική ή ιδιωτική δασική. Περαιτέρω, οι ενάγοντες προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους, προσκομίζουν τρία ταπιά (αποσπάσματα από το αυτοκρατορικό κτηματολόγιο), η γνησιότητα των οποίων αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους και το κυρίως παρεμβαίνων, χωρίς όμως να προσβληθούν ως πλαστά, ήτοι: Πρώτο (1) ΤΑΠΙ /Μετάφραση από την τουρκική ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Βιβλίο μηνός: Μαρτίου του τουρκικού έτους 1306 (χριστιανικού 1890), Πρακτικών (Νταϊμί).-Αύξων αριθμός τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου): ... (Δεν σημειώνεται ο αριθμός σειράς του τίτλου ιδιοκτησίας).-... (=Διοίκηση) ι ... (=Υποδιοίκηση): ....-Χωριό: ....-Τοποθεσία: Στη χειμερινή βοσκή ....-Είδος ακινήτου και κατηγορία γης: Τόπος χειμερινής βοσκής, κατηγορίας δημοσίας γης.- Σύνορα: Περιλαμβάνεται εντός των εξής ορίων: από το μέρος που βρίσκεται η ... στη μάντρα της ... και από εκεί δυτικά κατ’ ευθείαν στη χειμερινή βοσκή του τσιφλικιού ... κατ’ ευθείαν στο ρέμμα (ή στο λάκκο) και από εκεί στρεφόμενοι, προς νότον στη χειμερινή βοσκή του τσιφλικιού Τ., στην τοποθεσία με το όνομα Κ. και από εκεί στρεφόμενοι προς ανατολάς στη θέση Σούδα και στη θέση του νεκροταφείου και από εκεί στρεφόμενοι προς βορράν στο δρόμο που οδηγεί στο Μοναστήρι και πάλι από εκεί στη θέση ονόματι ... (ή Μ.) και στο λάκκο (ή ρέμμα) και από εκεί ανατολικά κατ’ ευθείαν στην προαναφερθείσα θέση ....-Έκταση: Ένδεκα χιλιάδες (11.000) στρέμματα παλαιά. -Προηγούμενος ιδιοκτήτης: Ο Σ. Γ..-Αιτία εκδόσεως του τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου): Λόγω οριστικής πώλησης.-Ιδιοκτήτης: Των δέκα τεσσαρακοστών (10/40) ο Οθωμανός υπήκοος Α. Δ. Ζ..-Αξία ακινήτου: 31.500 γρόσια. - Τίμημα πώλησης: 21.500 γρόσια.-Το παρόν ενδεικτικό των ανωτέρω μεταγραφόμενων χειμερινής δέκα μεριδίων βοσκής εκδόθηκε εν ονόματι του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου μέχρι της καταρτίσεως και εκδόσεως του τίτλου ιδιοκτησίας, μετά την καταβολή των ως άνω αναγραφομένων τελών διεκπεραίωσης.- Στις 17 Μαρτίου του τουρκικού έτους 1306 (χριστιανικού 1890).-Τ.Σ. Δημοσίου Ταμία.-Τ.Σ. Γραμματέως Ταπίων του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου.- Τ.Σ. Εκπροσώπου του Ιεροδικείου (Δικαστικού Επιτρόπου).- Δεύτερο (2) ΤΑΠΙ/Μετάφραση από την τουρκική ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Βιβλίο μηνός: Σεπτεμβρίου του τουρκικού έτους 1306 (χριστιανικού 1890).-Αύξων αριθμός τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου): 1 .-... (=Διοίκηση): ... (=Υποδιοίκηση): ....-Χωριό: Το χωριό ... (=...).- Συνοικισμός: ... (= μεσαίος).- Τοποθεσία: ... (λέξη δυσανάγνωστη).- Είδος ακινήτου και κατηγορία γης: Η χειμερινή βοσκή ..., κατηγορίας δημοσίας γης.-Σύνορα : Είναι ο τόπος χειμερινή βοσκής (που εκτείνεται) από το μέρος που βρίσκεται η ... στη μάντρα της ... και από εκεί δυτικά κατ’ ευθείαν στη χειμερινή βοσκή του τσιφλικιού ... κατ’ ευθείαν στο ρέμμα (ή στο λάκκο) ... (;) και από εκεί στρεφόμενοι προς νότον στη χειμερινή βοσκή του τσιφλικιού Τ., στην τοποθεσία με το όνομα ... και από εκεί στρεφόμενοι προς ανατολάς στη θέση Σούδα και στη θέση του νεκροταφείου και από εκεί στρεφόμενοι προς βορράν στο δρόμο που οδηγεί στο Μοναστήρι και πάλι από εκεί στη θέση ονόματι ... (ή Μ.) και στο λάκκο (ή ρέμμα) και από εκεί ανατολικά κατ’ ευθείαν στην προαναφερθείσα θέση ....-Έκταση: Ένδεκα χιλιάδες (11.000) στρέμματα παλαιά.- Προηγούμενος ιδιοκτήτης: Ο Έλληνας υπήκοος Σ. Γ..- Αίτια εκδόσεως του τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου): Αντικατάσταση τίτλου ιδιοκτησίας.-Ιδιοκτήτης: Των δέκα τεσσαρακοστών (10/40) ο Οθωμανός υπήκοος Α. Δ. Ζ., από τους κατοίκους του χωριού ....-Αξία ακινήτου: 31.500 γρόσια.-Τίμημα πώλησης: 21.500 γρόσια.-Το παρόν ενδεικτικό της ανωτέρω μεταγραφόμενης χειμερινής ένδεκα χιλιάδων στρεμμάτων παλαιών εκδόθηκε, εν ονόματι του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου μέχρι της καταρτίσεως και εκδόσεως του τίτλου ιδιοκτησίας, μετά την καταβολή των ως άνω αναγραφομένων τελών διεκπεραίωσης.- Στις 13 Φεβρουάριου του τουρκικού έτους 1306 (χριστιανικού 1890).- Τ.Σ. Δημοσίου Ταμία.-Τ.Σ. Γραμματέως Ταπίων του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου.-Τ.Σ. Εκπροσώπου του Ιεροδικείου (Δικαστικού Επιτρόπου) -Τρίτο (3) ΤΑΠΙ/Μετάφραση από την τουρκική ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Βιβλίο μηνάς: Δεκεμβρίου του τουρκικού έτους 1307 (χριστιανικού 1891), Πρακτικών (Νταϊμί).-Αύξων αριθμός τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου): 1.- ... (=Διοίκηση) : ... (=Υποδιοίκηση) : ....- Χωριό : ..., μέσα στα σύνορα του ...ν (=...ν).- Είδος ακινήτου και κατηγορία γης: Η Χειμερινή βοσκή ..., κατηγορίας δημοσίας γης.-Σύνορα: Συνορεύεται με τα όρια του ... και τα τσιφλίκια Τ. και ...ς και τα όρια της βοσκής με τα αμπέλια και τα ακίνητα του Μοναστηριού της Παναγίας. - ‘ Εκταση: Ένδεκα χιλιάδες (11.000) στρέμματα παλαιά.-Αίτια εκδόσεως του τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου): Οριστική πώληση από την Ελληνίδα υπήκοο Γκιουρανή θυγατέρα Γ. Κ. δια των πληρεξουσίων της Γ. γιού Μ. και Μ. Κ., δυνάμει ιεροδικαστικού πληρεξουσίου εγγράφου.- Ιδιοκτήτης: Των επτά και ημίσεως τεσσαρακοστών (7,5/40) η Οθωμανίδα υπήκοος Σ. θυγατέρα Δ. Ζ..- Αξία ακινήτου: 23.625 γρόσια. Τίμημα πώλησης: 21.000 γρόσια.- Το παρόν ενδεικτικό της ανωτέρω μεταγραφόμενης βοσκής εκδόθηκε εν ονόματι του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου μέχρι της καταρτίσεως και εκδόσεως του τίτλου ιδιοκτησίας, μετά την καταβολή των ως άνω αναγραφομένων τελών διεκπεραίωσης.-Στις 8 Φεβρουάριου του τουρκικού έτους 1307 (χριστιανικού 1892).- Τ.Σ. Δημοσίου Ταμία.- Τ.Σ. Υπαλλήλου του Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου.- Τ.Σ. Εκπροσώπου του Ιεροδικείου (Δικαστικού Επιτρόπου).- Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι α) Τα υπάρχοντα τρία "ταπιά" (αποσπάσματα του οθωμανικού κτηματολογίου) αναγράφουν ρητώς "λόγω οριστικής πωλήσεως". β) Η πωλούμενη έκταση, εμβαδού ένδεκα χιλιάδων (11.000) παλαιών στρεμμάτων βρίσκονταν στην διοίκηση (λιβά) Σερβίων της Υποδιοίκησης (...) ... και στην τοποθεσία .... γ) Ο χαρακτηρισμός της εκτάσεως ήταν χειμερινή βοσκή. δ) Τα όρια της εκτάσεως είναι σαφή (βλ. σύγκριση αυτών στα κατωτέρω αναφερόμενα μεταβιβαστικά συμβόλαια). ε) Ιδιοκτήτες της εκτάσεως ήταν κατά ποσοστό 10/40+10/40=20/40 εξ αδιαιρέτου ο Α. Δ. Ζ. (Οθωμανός υπήκοος) και κατά ποσοστό 7,5/40 εξ αδιαιρέτου η Σ. θυγατέρα Δ. Ζ. (Οθωμανή υπήκοος). Τα έγγραφα αποσπάσματα από το αυτοκρατορικό κτηματολόγιο, τα οποία έχουν μεταφραστεί νομίμως από δικηγόρο, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, δεν προέκυψε ότι είναι μη γνήσια, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και το κυρίως παρεμβαίνων. Οι εν λόγω τίτλοι (ταπιά), κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, παρείχαν στους αναγραφόμενους δικαιούχους το δικαίωμα "εξουσιάσεως" (tasarruf) επί της χειμερινής βοσκής "...", κατηγορίας δημοσίας γης, το οποίο με το άρθρο 49 του Ν.2052/1920 που μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο απέκτησε δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το δικαίωμα όμως αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, με βάση τα άρθρα 101- 104 του Δ/τος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν.4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν.1540/1938, περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών, στους κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού, συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 του ακινήτου. Με τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών το παραπάνω ακίνητο ήταν περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 29.4/6-5-1926 με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ’ αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση η οποία ισχύει από 11-9-1915 με βάση τα δικαιοστάσια που ίσχυσαν έκτοτε σύμφωνα με το Ν.ΔΞΗ/1912, δεν έχουν εφαρμογή επ’ αυτού, επειδή κατά νόμο έπαψε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό (βλ. και από 7-9- 2014 γνωμοδότηση της Σ. Τ.-Τ., Επ. Καθηγήτριας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ).

Εάν το επίδικο ήταν δημόσια έκταση ανήκουσα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, δεν θα υπήρχε λόγος να κηρυχθεί η αναγκαστική της απαλλοτρίωση, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ.47/17-7-1925 πρακτικό του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο γνωμοδότησε όπως ανακληθεί η 86136/1923 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για απαλλοτρίωση, διότι τούτο είναι καθαρώς κτηνοτροφικό και την υπ’ αριθμ. .../24-8-1925 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με την οποία ανακλήθηκε τελικά η .../1923 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για απαλλοτρίωση, για τον παραπάνω λόγο. Με τα υπ’ αριθμ..../19-12-1925 έγγραφα του Γραφείου Εποικισμού Λάρισας, προτάθηκε προς τον Υπουργείο Γεωργίας να δοθεί άδεια στους συνιδιοκτήτες του επιδίκου, Α. Ζ. και Σ. Χ., να πουλήσουν το μερίδιό τους στους κτηνοτρόφους, δικαιοπαρόχους των εναγόντων Α. Σ. και Δ. Γ.. Στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι το επίδικο είναι καθαρώς κτηνοτροφικό και ότι οι αιτούντες κτηνοτρόφοι (Α. Σ. και Δ. Γ.), οι οποίοι συνήψαν και τα συνημμένα προσύμφωνα, τυγχάνουν ενοικιαστές του επιδίκου από πολλών ετών, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν άλλοι έχοντες περισσότερα τούτων δικαιώματα και ότι οι κάτοικοι του Δριανόβου, οι οποίοι το διεκδικούσαν, έχουν αποκατασταθεί γεωργοκτηνοτροφικώς επί υπεραρκετών εκτάσεων. Με την υπ’ αριθμ. ... π.ε./20-1-1926 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ήρθη η υφιστάμενη απαγόρευση επί του επιδίκου (λειβαδίου ...) και επιτράπηκε η πώληση αυτού στους κτηνοτρόφους Δ. Τ. Γ., Ν. Γ. Γ., Α. Δ. Γ., Α. Δ. Γ., Ν. Δ. Γ., Γ. Δ. Γ., Α. Δ. Σ., Δ. Γ. Σ., Φ. Α. Σ., Γ. Α. Σ., Κ. Π. Τ., Ε. Τ., Α.Ε.Τ., Φ. Χ. Μ. και Γ. Φ.. Με το υπ’ αριθμ. ...16-11-1926 πρακτικό του Συμβουλίου Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, προτάθηκε να δοθεί η άδεια στους συνιδιοκτήτες των 12,5/40 του επιδίκου αφούς Α. Μ. και Α. Γ., να πουλήσουν το μερίδιό τους στους κτηνοτρόφους Α. Τ. και Φ. Μ.. Με τα υπ’ αριθ. .../10-2-1926 και ...10-2-1926 συμβόλαια του συμβολαιογράφου ... Π. Γ., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και αριθμούς ... αντίστοιχα, οι: 1) Δ. Τ. Ν. Γ. (αρχηγός της οικογένειας Γ.), ενεργώντας για τον εαυτό του και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του Ν., και Γ. Γ., 2) Α. Δ. Γ., 3) Α. Δ. Γ., 4) Ν. Γ. Γ. και 5) Α. Γ. Σ. (αρχηγός της οικογένειας Σ.), ενεργώντας για τον εαυτό του και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του Φ. και Γ. Σ., αλλά και με εντολή και για λογαριασμό του αδελφού του Δ. Γ. Σ. και ως πληρεξούσιος του Κ. Τ., αγόρασαν από κοινού και με ποσοστό 1/11 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από τους Α. Δ. Ζ. και την αδελφή του Σ. χήρα Δ. Χ., το γένος Δ. Ζ., τα 27,5/40 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου χορτολιβαδίου, γνωστού ανέκαθεν ως ..., ο οποίος κατά τους τίτλους κτήσεως έχει επιφάνεια 12.000 στρέμματα και προσδιορίζεται και συνορεύει ως ακολούθως: "Από το λειβάδιον ... της ιδιοκτήτριας ... και κατ’ ευθείαν φθάνει εις το ... και εκείθεν κλίνει προς Νότον και φθάνει εις το λειβάδιον "Τ." εις την θέσιν "..." - εκείθεν κλίνει προς ανατολάς και πέρνει κατ’ ευθείαν την ... και φθάνει προς βορράν δια του δρόμου εις την ... και εκείθεν από την θέσιν ... κατ’ ευθείαν φθάνει εκ του χειμάρρου και εκείθεν εις την ρηθείσαν θέσιν κατ’ ευθείαν προς ανατολάς εις την ειρημένην ...". Ειδικότερα: α) με το υπ’ αριθ. .../10-2-1926 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε Συμ/φου ... Περικλέους Γαρδίκη ο (πωλητής) Α. Δ. Ζ., κτηματίας, κάτοικος ..., πώλησε και μεταβίβασε στους ως άνω αγοραστές τα ανήκοντα σ’ αυτόν 20/40 εξ αδιαιρέτου του λειβαδιού (βλ. πρώτο και δεύτερο "ταπί") και β) με το υπ’ αριθ. ...10-2-1926 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε Συμ/φου ... Περικλέους Γαρδίκη η (πωλήτρια) Σ. χήρα Δ. Χ. το γένος Δ. Ζ., πώλησε και μεταβίβασε τα ανήκοντα σ’ αυτήν 7,5/40 εξ αδιαιρέτου του λειβαδιού (βλ. τρίτο "ταπί") στους ιδίους ως άνω αγοραστές. Είναι φανερό ότι μεταξύ των ανωτέρω οθωμανικών τίτλων (ταπίων) και των προαναφερομένων τίτλων κυριότητας και νομής των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και των ιδίων, παρά τα όσα έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, υπάρχει ιστορική συνεχεία. Για την έγκυρη πώληση μεριδίου του λειβαδίου ..., ενόψει της εκτάσεως του μεταβιβαζομένου ακινήτου ανώτερης των 300 στρεμμάτων, ο Υπουργός Γεωργίας εξέδωσε την δημοσιευθείσα νομίμως υπ’ αριθμ. ... π.ε./20-1-1926 απόφασή του, αίροντας με αυτή την ως εκ της εκτάσεως του ακινήτου απαγόρευση μεταβίβασης, σε εφαρμογή του άρθρου 2 του ΝΔ της 3ης Σεπτεμβρίου 1924,που κυρώθηκε με το Ν.3250/1924, κατά τα προαναφερθέντα. Από τα προαναφερόμενα έγγραφα προκύπτει ότι απλώς κατόπιν πρωτοβουλίας των ενδιαφερομένων να πουλήσουν αγροτική έκταση που υπερέβαινε τα 300 στρέμματα, ήρθη με την παραπάνω διοικητική πράξη ο σχετικός νόμιμος περιορισμός για την συγκεκριμένη πώληση. Αυτή, επομένως, δεν συνιστά εκούσια μεταβίβαση του αγροτικού δικαίου, αλλά συνήφθη ως δικαιοπρακτική μεταβίβαση του κοινού ιδιωτικού δικαίου, στο πλαίσιο ισχύος της ...ς των συμβάσεων (πρβλ. και ΓνμΝΣ 45/2014). Ανεξάρτητα, όμως, από το ανωτέρω γεγονός, η μεταβίβαση της συγκεκριμένης εκτάσεως είναι ισχυρά, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Ν. 1644/1986 επικυρώθηκαν αναδρομικά όλες οι κατά παράβαση τυχόν διατάξεων του Ν.3250/1924 μεταβιβάσεις που έγιναν πριν από τη δημοσίευση του 431/1968 και αφορούσαν μεγάλα κτήματα. Περαιτέρω, με το υπ’ αριθμ. .../14-8-1947 έγγραφο της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, επιτράπηκε στον συνιδιοκτήτη του κτήματος Α. Ν. να πουλήσει το 1 /6 και 12,5/40 εξ αδιαιρέτου στον Α. Σ. Σ., μετά από την υπ’ αριθμ. 71/4-8-1947 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας. Στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../25-5-1947 αναφορά του Τμήματος Εποικισμού Ν. Λάρισας προς το Υπουργείο Γεωργίας, αναφέρεται ότι το κτήμα ... δεν βαρύνεται εποικιστικώς, διότι η απαλλοτρίωση ανακλήθηκε. Επίσης, στην .../9-9-1998 βεβαίωση της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Τμήμα Εποικισμού Λάρισας αναφέρεται ότι οι φερόμενοι ιδιοκτήτες του λιβαδίου ... δεν έχουν αποκατασταθεί κτηνοτροφικά. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, το γεγονός ότι το "τσιφλίκι" ..., το οποίο χαρακτηρίζεται στα προαναφερόμενα ταπία ως χειμερινή βοσκή-κατηγορία δημόσια γή, αποτελείται από εδάφη που κατά το πλείστον δεν καλλιεργούνται, πετρώδη, ορεινά, στα οποία δύνανται να φύονται και δένδρα ή θάμνοι και χόρτο που χρησιμεύει για τροφή των ζώων και έχουν ενδεχομένως κατά το μεγαλύτερο μέρος τους δασοκαλυφθεί, δεν αρκεί για να του προσδώσει την ιδιότητα της δημόσιας δασικής έκτασης, ανήκουσας στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, ενόψει του ότι, κατά τα προαναφερθέντα, είχε αποβάλει την ιδιότητα της δημόσιας γαίας και είχε καταστεί ιδιωτική. Επομένως, ήταν δυνατή η επ’ αυτού χρησικτησία τρίτων, διότι η απαγόρευση η οποία ισχύει από 11-9-1915, με βάση τα δικαιοστάσια που ίσχυσαν έκτοτε σύμφωνα με το Ν.ΔΞΗ/1912, δεν έχουν εφαρμογή επ’ αυτού (βλ. και ως άνω γνωμοδότηση Σ. Τ.- Τ., Επ. Καθηγήτριας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ). Περαιτέρω, η εξουσίαση της χειμερινής βοσκής, μπορεί να εκδηλωθεί με πράξεις χρήσεως και καρπώσεως που προσιδιάζουν στον προορισμό της, ήτοι βόσκηση των ζώων και διατήρηση σ’ αυτή των ποιμενικών εγκαταστάσεων, όπως συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 19, 20, 24 και 30 του αυτού περί γαιών νόμου. Ακόμη και τα έχοντα αρχικά τη μορφή δάσους ή δασικής εκτάσεως, με την πάροδο του χρόνου επιτρέπονταν να μετατραπούν εν μέρει ή εν όλω σε εκτάσεις καλλιεργήσιμες ή βοσκήσιμες και με αυτή τη μορφή να ασκείται η εξουσίαση. Το ανωτέρω "τσιφλίκι" ..., αποτελούσε οικονομικό σύνολο, περιέκλειε εκτάσεις βοσκήσιμες, μαντριά (στάνες) παραμονής και εκμεταλλεύσεως των εκτρεφομένων ζώων και άλλους χώρους (αποθήκες, κλπ) βοηθητικούς της κτηνοτροφικής εκμεταλλεύσεως, αλλά και κάποιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, στις οποίες καλλιεργούνταν φυτά κατάλληλα για τροφή των εκτρεφομένων ζώων. Οι απώτεροι δικαιοπάροχοι πωλητές των ανωτέρω υπ’ αριθ. .../1926 και ...1926 συμβολαίων, απέκτησαν το πωληθέν λιβάδι από αγορά το έτος 1888 παρά των κληρονόμων του τότε Μητροπολίτη ... Κ., αντί λιρών χρυσών Τουρκίας 760 (550+210), όπως αναφέρεται στα ανωτέρω, συμβόλαια και επομένως και τη νομή του. Σημειωτέον ότι στο υπ’ αριθ. .../13-12-1960 πωλητήριο συμβόλαιο του τέως Συμ/φου ... Β. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα και αφορά τρίτους, αναφέρεται (σελ. 2): "Ότι το όλον λειβάδιον συγκείται εκ δώδεκα -χιλιάδων (αριθ. 12.000) στρεμμάτων. Ότι κατά την καταμέτρησιν τούτου εκ της Γεωργικής Υπηρεσίας ευρέθη ότι συγκείται τούτο εν συνόλω εξ έξι χιλιάδων (6.000) στρεμμάτων οριζομένων δε γύρωθεν ως εξής: "Από το λειβάδιον ... της ιδιοκτήτριας ... και κατ’ ευθείαν φθάνει εις το ... και εκείθεν κλίνει προς Νότον και φθάνει εις το λειβάδιον "Τ." εις την θέσιν "..." - εκείθεν κλίνει προς ανατολάς και πέρνει κατ’ ευθείαν την Σούδαν και φθάνει προς βορράν δια του δρόμου εις την ... και εκείθεν από την θέσιν ... κατ’ ευθείαν φθάνει εκ του χειμάρρου και εκείθεν εις την ρηθείσαν θέσιν κατ’ ευθείαν προς ανατολάς εις την ειρημένην ...". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι υπάρχει ταυτοποίηση του επιδίκου, όπως περιγράφεται στην αγωγή, με έκταση 6.204.364.14 τ.μ. και με τα ίδια όρια, με αυτό που καταμετρήθηκε το έτος 1960 από την Γεωργική Υπηρεσία, επομένως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Εξάλλου, με τα υπ’ αριθμ. ...1926 και ...1927 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθυμίου Μαντοπούλου, που μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και αριθμούς ... οι συγγενείς των ανωτέρω οικογενειών: 1) Δ. Μ. Π., 2) Ν. Κ. Τ. 3) Χ. Γ. Μ., 4) Α. I. Ν., 5) Α. Ε. Τ. και 6) Φ. Χ. Μ., αγόρασαν από κοινού, με ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από τους Α. I. Μ., Α. Ι. Μ., Ε. I. Μ. και Α. Α. Γ., τα υπόλοιπα 12,5/40 εξ αδιαιρέτου του ως άνω λιβαδιού και έτσι πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση ολόκληρης (των 40/40) της ανωτέρω χορτολιβαδικής εκτάσεως. Με την υπ’ αριθ. .../2-5-1979 δημοσία διαθήκη του αποβιώσαντος την 7-10-1983 πατέρα του α’ από τους ενάγοντες Γ. Γ. του Δ. και Μ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ’ αριθ. 210/3-7-1984 πρακτικό του Πρωτοδικείου Λάρισας, ο τελευταίος κατέστη κληρονόμος ποσοστού 1/11 των 27,50/40 εξ αδιαιρέτου, του επιδίκου ακινήτου, εγκαταστάθηκε αμέσως στην κληρονομιά και αναμίχθηκε σ’ αυτή, την οποία αποδέχθηκε νόμιμα, συνταχθείσας της υπ’ αριθ. ...26-6-2002 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς του Συμ/φου ... Δημητρίου Μαστροευθυμίου, που μεταγράφηκε στον τόμο ... των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Αποδείχθηκε πλήρως ότι έκτοτε και μέχρι σήμερα, άρα και κατά τον χρόνο ασκήσεως των αρχικών αγωγών, ο α’ , ενάγων Β. Γ., ασκεί επ’ αυτής, όπως και ο δικαιοπάροχος πατέρας του, όλες τις εκδηλωτικές της συννομής και συγκατοχής του πράξεις, επί ποσοστού 1/11 εξ αδιαιρέτου των 27,50/40 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, διατηρώντας και εκμεταλλευόμενος κτηνοτροφική μονάδα, ήτοι διατηρώντας εντός αυτού σταυβλικές εγκαταστάσεις (4 στάβλους, 2 αποθήκες ζωοτροφών, πομόνες κλπ), εκτρέφοντας πάνω από εξακόσιες (600) αγελάδες και ογδόντα (80) αιγοπρόβατα, τα οποία βόσκουν καθημερινά στην επίδικη χορτολιβαδική έκταση, προστατεύοντας την έκταση του λιβαδιού από την βοσκή ξένων ποιμνίων, επιπροσθέτως δε εκμισθώνοντας τμήματα του λιβαδιού, μαζί με τους άλλους συγκυρίους και συννομείς αυτού, σε τρίτους και λαμβάνοντας μίσθωμα (βλ. καταθέσεις μαρτύρων εναγόντων και φωτογραφίες). Την αρχική έκταση εξουσίαζαν οι οικογένειες των απωτέρων δικαιοπαρόχων τους Α. Δ. Ζ. και Σ. χήρα Δ. Χ., το γένος Δ. Ζ. από του έτους 1888 (εξ αγοράς παρά των κληρονόμων του Μητροπολίτη ... Κ.-βλ. σελ. 4 υπ’ αριθ. ...1926 συμβολαίου) έως το έτος 1926 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, συνέχεια και αδιατάραχτα μέχρι και της υπογραφής των προαναφερθέντων πωλητηρίων συμβολαίων, δια βοσκής ζώων ή εκμισθώσεως της χρήσεως των εκτάσεων σε τρίτους, όπως βεβαιώνεται και στην υπ’ αριθ. .../1926 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Οι δικαιοπάροχοί τους από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας κατείχαν ως κύριοι και εκμεταλλεύονταν την έκταση αυτή με την παραπάνω μορφή της εκμεταλλεύσεως, διατηρούντες μεγάλες κτηνοτροφικές επιχειρήσεις ή και εκμισθώνοντας εκτάσεις της σε κτηνοτρόφους γειτονικών περιοχών προς βόσκηση. Το γεγονός ότι επετράπη η πώλησή της με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, σημαίνει ότι αυτή (έκταση) ήταν ιδιωτικός βοσκότοπος, πού δεν υπάγονταν στην αρμοδιότητα της Διευθύνσεως Δασών, ανεξάρτητα από το ότι δεν προέκυψε περίπτωση εποικιστικής διαδικασίας, έστω και με την μορφή της κτηνοτροφικής αποκατάστασης. Σημειώνεται ότι μέχρι που άρχισε να ισχύει ο ΑΝ της 3-4-1938 "Περί Αποκαταστάσεως Κτηνοτρόφων", όπως κωδικοποιήθηκε με το ΚΔ της 28-10-1941, εφαρμοζόταν αναλογικά ο Αγροτικός Κώδικας. Οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και οι ίδιοι από του 1926 και μετά που απέκτησαν το επίδικο, κατασκεύασαν εντός αυτού και ειδικότερα τα έτη 1937, 1950, 1953, 1966, 1971, σταβλικές εγκαταστάσεις και αποθήκες, με δάνεια κυρίως από την Αγροτική Τράπεζα, βάζοντας υποθήκη το εν λόγω κτήμα, χωρίς να ενοχληθούν δημόσια υπηρεσία. Προστατεύουν έκτοτε και μέχρι σήμερα την εν λόγω έκταση από βοσκή ξένων ποιμνίων, χρησιμοποιούν την βοσκήσιμη έκταση για την βοσκή των ζώων τους, καλλιεργούν κάποιες εκτάσεις με κτηνοτροφικά φυτά ή τις εκμισθώνουν σε τρίτους και εισπράττουν το μίσθωμα (βλ. κατάθεση μάρτυρος εναγόντων Σ. Κ.). Από της αγοράς του μεριδίου του επί του κτήματος "...", ο δικαιοπάροχος των ανωτέρω (υπό -2-) εναγόντων (ήδη εκκαλούντων) αρχικός συννομέας και συγκάτοχος Γ. Σ., όσο ζούσε, ήτοι μέχρι 16-8-2008, άρα και κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής του, ασκούσε επίσης επί του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του (1/11 εξ αδιαιρέτου των 27,50/40) επί του ανωτέρω κτήματος όλες τις εκδηλωτικές της συννομής και συγκατοχής του πράξεις, με διάνοια κυρίου (και καλή πίστη), ήτοι εξέτρεφε εντός του ανωτέρω κτήματος περί τα 2.000 αιγοπρόβατα, διατηρώντας σταβλικές εγκαταστάσεις γι’ αυτά, τα οποία έβοσκαν καθημερινά στην επίδικη χορτολιβαδική έκταση. Επιπροσθέτως προστάτευε την έκταση του λιβαδιού από την βοσκή ξένων ποιμνίων και εκμίσθωνε τμήμα της ανωτέρω εκτάσεως στους Κ., Ι. και Ν. Κ., κατοίκους ... και εισέπραττε το μίσθωμα, όπως έπρατταν και οι κληρονόμοι του από του θανάτου του μέχρι σήμερα, διατηρώντας την συννομή του (κληρονομιαίου) ποσοστού 1/11 των 27,50/40 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου (βλ. καταθέσεις μαρτύρων εναγόντων). Δυνάμει της υπ’ αριθ. ...12-3-2002 δημοσίας διαθήκης της Συμ/φου ... Δ. Δόβα-Ρίζου, που δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθ. 193/7-4-2009 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, οι υπό Β’ ενάγοντες κληρονόμησαν και αποδέχθηκαν νόμιμα δυνάμει της υπ’ αριθ. .../29-7-2009 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς της ως άνω Συμ/φου που μεταγράφηκε στον τόμο 148 και αριθμό 403 των βιβλίων Μεταγραφών του Υποθ/κείου ..., την επαχθείσα κληρονομιά του αποβιώσαντος την 16-8-2008 αρχικώς ενάγοντος Γ. Σ. του Α. και Ε., ήτοι: 1) η Δ. χα Γ. Σ., το γένος Ν. και Χ. Σ., την επικαρπία του ανωτέρω κληρονομιαίου ποσοστού του ακινήτου, 2) ο Α. Σ. του Γ. και της Δ. και 3) ο Α. Σ. του Γ. και της Δ., ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του κληρονομιαίου ποσοστού του 1/11 των 27,50/40 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου, εγκαταστάθηκαν αμέσως στην κληρονομιά αυτού και αναμιχθήκαν σ’ αυτή, συνέχισαν δε μέχρι σήμερα να νέμονται το επίδικο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, δια της θεωρήσεως αυτού, της περιφράξεως, της προστασίας του από ενέργειες τρίτων ή δια της εκμισθώσεως τμημάτων αυτού σε τρίτους, εισπράττοντας το μίσθωμα (βλ. καταθέσεις μαρτύρων εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας δίκης και στα πλαίσια των δικών ασφαλιστικών μέτρων, αλλά και κατάθεση του αγροφύλακα Ε. Γ. ότι άκουσε πως οι Σ. το έχουν αγορασμένο από το 1926 και είχαν μέσα ζώα, όπως και Φ. Δ. και Ζ. Μ. ότι από το έτος 1945 δεν τους άφηναν οι Σ. να βοσκήσουν και Η. Δ. ότι μέχρι το 1994 είχαν την αίσθηση ότι το επίδικο ήταν των εναγόντων). Όλοι συνεπώς οι κληρονόμοι αποδέχθηκαν τις επαχθείσες κληρονομιές και αναμίχθηκαν σ’ αυτές προθέσει κληρονόμων, ασκώντας με την σειρά μας διανοία συγκυριών (και καλή τη πίστη) όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση της εκτάσεως αυτής πράξεις συννομής και συγκατοχής, ήτοι δια βοσκής των ζώων τους, δια της ανεγέρσεως και συντηρήσεως μονίμων εγκαταστάσεων για τα ζώα τους, δια της προστασίας αυτών, δια της περιφράξεώς τους, δια της συναινέσεως προς εγγραφή υποθηκών υπέρ της ΑΤΕ ή δια της εκμισθώσεως τμημάτων της εκτάσεως τμημάτων αυτού σε τρίτους, συνέχεια, και αδιατάρακτα. Το Δημόσιο καμία πράξη διακατοχική δεν έχει κάνει επί της έκτασης αυτής, την οποία αναγνώριζε δι’ εγγράφων του ως ιδιωτικό λιβάδι και όχι ως δημόσια δασική έκταση, γι’ αυτό εξάλλου ουδέποτε εξέδωσε εναντίον τους πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ή αποζημιώσεως. Αντίθετα, το Δημόσιο και ειδικότερα το Δασαρχείο ..., αν και αρχικά ενθάρρυνε τους κτηνοτρόφους της περιοχής να χρησιμοποιούν το επίδικο (βλ. καταθέσεις μαρτύρων εναγομένων και καθών στα πλαίσια των δικών ασφαλιστικών μέτρων), αναγνώρισε στην συνέχεια το δικαίωμα της συννομής των εναγόντων επί του επιδίκου και αποθάρρυνε τους κτηνοτρόφους της περιοχής από οποιαδήποτε ενέργεια επί αυτού, όπως προέκυψε από τα προαναφερόμενα έγγραφα (βλ. υπ’ αριθ. πρωτ. .../19-7-1996, ...14-12-1998 και υπ’ αριθ. πρωτ. ...6-5-2004 έγγραφα του Δασαρχείου ...). Παρά ταύτα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγόντων Σ. Κ., αιφνίδια, παράνομα και εντελώς αυθαίρετα, χωρίς την άδεια των εναγόντων, η εναγομένη (ήδη εφεσίβλητη) Θ. συζ. Ι. Τ., εισήγαγε στο ανωτέρω λιβάδι "..." και συγκεκριμένα από την Βορειοανατολική πλευρά του λιβαδιού, που συνορεύει με έκταση πρώην Κοινότητας ... (ήδη Δ.Δ. ... Δήμου ...), το εξ 750 και πλέον εριφίων ποίμνιό της την 13-11-2005 και εφεξής κατά διάφορα άλλα χρονικά διαστήματα διαδοχικά μέχρι της εγέρσεως της από 2-5-2006 αγωγής του 1ου ενάγοντος εναντίον της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (υπ’ αριθ. εκθ. καταθ. 766/2006) και προξένησε ζημία και συνεχίζει μέχρι σήμερα με επαναλαμβανόμενες κατά διαστήματα όμοιες πράξεις της να προκαλεί στη χορτονομή, εμποδίζοντας το ποίμνιό του να βοσκήσει στο επίδικο και διαδηλώνει συγχρόνως την πρόθεσή της να εισάγει όποτε θελήσει τα ποίμνιά της για βοσκή στο επίδικο, διαταράσσοντας έτσι την ανενόχλητη και επί μακρά σειρά ετών συννομή, συγκατοχή και σύγχρηση του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του 1ου ενάγοντος Β. Γ. επί της ανωτέρω εκτάσεως του επιδίκου, την οποία έχει και ασκεί μέχρι σήμερα. Επίσης αιφνίδια, παράνομα και εντελώς αυθαίρετα χωρίς την άδεια του 1ου ενάγοντος Β. Γ. ή άλλου συνιδιοκτήτη και συννομέως του κτήματος, οι εναγόμενοι (ήδη εφεσίβλητοι) Π. Δ. Α. και Η. Κ. Γ. εισήγαγαν το εκ 400 και πλέον εριφίων ο πρώτος (Π. Δ. Α.) και εξ 70 αγελάδων ο δεύτερος (Η. Κ. Γ.) ποίμνιό τους, από αρχές του έτους 2005 ο πρώτος και από τον Φεβρουάριο του έτους 2005 ο δεύτερος και εφεξής κατά διάφορα άλλα χρονικά διαστήματα διαδοχικά μέχρι της εγέρσεως της από 13-6-2006 αγωγής του 1ου ενάγοντος εναντίον τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (υπ’ αριθ. εκθ. καταθ. .../2006) και προξένησαν ζημία και συνεχίζουν μέχρι σήμερα με επαναλαμβανόμενες κατά διαστήματα όμοιες πράξεις τους να προκαλούν στη χορτονομή, εμποδίζοντας το ποίμνιό του να βοσκήσει στο κτήμα του και διαδηλώνουν συγχρόνως την πρόθεσή τους να εισάγουν όποτε θελήσουν τα ποίμνιά τους για βοσκή στο κτήμα μας, διαταράσσοντας έτσι την ανενόχλητη και επί μακρά σειρά ετών συννομή, συγκατοχή και σύγχρηση επί του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του της ανωτέρω εκτάσεως του επιδίκου, την οποία έχει και ασκεί μέχρι σήμερα.

Επίσης αιφνίδια, παράνομα και εντελώς αυθαίρετα, χωρίς την άδεια, του κληρονομουμένου από τους υπό (2) από τους ενάγοντες Γ. Σ. ή άλλου συνιδιοκτήτη και συννομέως του κτήματος, οι εναγόμενοι (ήδη εφεσίβλητοι) Η. Κ. Γ. και Κ. Η. Γ. εισήγαγαν στο επίδικο και συγκεκριμένα από την Βορειοανατολική πλευρά του λιβαδιού, που συνορεύει με έκταση πρώην Κοινότητας ... (ήδη Δ.Δ. ... Δήμου ...), το εκ 600 και πλέον γιδοπροβάτων ο Κ. Γ. και εξ 70 αγελάδων ο Η. Γ. ποίμνιό τους από τα τέλη μηνός Σεπτεμβρίου 2005 μέχρι και της 10η Οκτωβρίου 2005 και προξένησαν ζημία στην περίφραξη (σύρμα και πασσάλους) και στην χορτονομή και με επαναλαμβανόμενες κατά διαστήματα πράξεις τους συνεχίζουν μέχρι σήμερα να προκαλούν στη χορτονομή, εμποδίζοντας το ποίμνιό τους ή των μισθωτών τους να βοσκήσει στο κτήμα τους και διαδηλώνοντας συγχρόνως, την πρόθεσή τους να εισάγουν όποτε θελήσουν τα ποίμνιά τους για βοσκή στο κτήμα τους, διαταράσσοντας έτσι την ανενόχλητη και επί μακρά σειρά ετών συννομή, συγκατοχή και σύγχρηση του Γ. Σ. και των κληρονόμων αυτού λοιπών εναγόντων επί του εξ αδιαιρέτου μεριδίου τους επί της ανωτέρω εκτάσεως του επιδίκου, την οποία έχουν και ασκούν μέχρι σήμερα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δεν υφίσταται εξ αδιαιρέτου δικαίωμα των εναγόντων επί του επιδίκου ακινήτου, διότι οι ενάγοντες προέβησαν σε διανομή του όλου ακινήτου μετά των λοιπών επ’ αυτού συγκυριών, δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι προς απόδειξη των παραπάνω ισχυρισμών τους προσκομίζουν σχετικές μηνύσεις, την 10/1995 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, τον από τον Οκτώβριο του 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Κ. και την 30/2012 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων. Πράγματι, στις μεν μηνύσεις ο ενάγων Β. Γ. του Γ., επικαλείται νομή επί διαιρετής εκτάσεως 2.614,960 στρεμμάτων, ο δε αρχικώς ενάγων Γ. Σ. επικαλείται συννομή κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί εκτάσεως 1.287,970 στρεμμάτων, ενώ ο Δ. Γ. (που δεν είναι διάδικος), ζήτησε τον χαρακτηρισμό διαιρετής εκτάσεως 1.113 στρεμμάτων. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι αρκετά να οδηγήσουν στην κρίση περί άτυπης διανομής μεταξύ όλων των συννομέων της επίδικης έκτασης, οι οποίοι ενδεχομένως να έχουν ρυθμίσει τη χρήση της (βλ. και κατάθεση μάρτυρος εναγόντων Σ. Κ. "μεταξύ τους τα έχουν κοινά και αδιαίρετα"). Εφόσον, λοιπόν, διαταράχθηκε η συννομή, συγκατοχή, οιονεί συννομή και συγκατοχή αντίστοιχα των εναγόντων παράνομα, έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή, να αναγνωρισθεί η συννομή συγκατοχή, οιονεί συννομή και συγκατοχή τους κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν κάθε διατάραξη των ανωτέρω δικαιωμάτων τους και να απαγορευθεί κάθε διατάραξη στο μέλλον, με απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής τριακοσίων ευρώ στο καθένα και προσωπική κράτηση έξι (6) μηνών για κάθε παράβαση της αποφάσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη 282/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που είχε κρίνει διαφορετικά: 1) δέχθηκε, ως κατ’ ουσία βάσιμες, τη με αριθμ. κατάθ. .../15.12.2011 αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος συννομής και οιονεί συννομής των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, καθώς και τη σωρευόμενη σε αυτή αγωγή περί διατάραξης των πιο πάνω δικαιωμάτων τους, αναγνωρίζοντας ότι αυτοί τυγχάνουν συννομείς (η δε δεύτερη από αυτούς Δ. χήρα Γ. Σ. οιονεί συννομέας), κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της επίδικης εδαφικής έκτασης, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες να παύσουν τις διαταρακτικές πράξεις, με την απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε μελλοντική διατάραξη και 2) απέρριψε, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, την κύρια παρέμβαση που είχε ασκήσει κατά τη διάρκεια της κατ’ έφεση δίκης για την ίδια πιο πάνω υπόθεση το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο (το οποίο δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), ζητώντας την αναγνώριση αυτού ως αποκλειστικού νομέα και κατόχου της επίδικης έκτασης, την οποία χαρακτήριζε ως δημόσια δασική έκταση, και την αποβολή των αναιρεσιβλήτων από αυτή. Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων Οθωμανοί υπήκοοι Α. Ζ. και η αδελφή του Σ. Ζ., χήρα Δ. Χ. είχαν αποκτήσει δικαίωμα "εξουσίασης", κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί της χειμερινής βοσκής ..., συνολικής επιφάνειας 11000 παλαιών στρεμμάτων, δυνάμει τριών "ταπίων" (αποσπασμάτων του αυτοκρατορικού κτηματολογίου) των ετών 1890-1891, τα οποία δεν προέκυψε ότι είναι μη γνήσια. Ότι από τους εν λόγω οθωμανικούς τίτλους αποδεικνύεται ότι η παραπάνω έκταση είχε σαφή όρια και ότι "πωλήθηκε οριστικά" από τους αναγραφόμενους σε αυτούς Έλληνες υπηκόους προς τους προαναφερόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων. Ότι, συνεπώς, οι επίμαχοι τίτλοι παρείχαν στους τελευταίους το δικαίωμα "εξουσίασης" επί της χειμερινής βοσκής ... (επίδικης έκτασης), κατηγορίας δημόσιας γης του οθωμανικού νόμου "περί γαιών". Ότι κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού οι οικογένειες των Α. και Σ. Ζ. κατείχαν και εκμεταλλεύονταν, κατά τα ανήκοντα σε αυτούς πιο πάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, την επίδικη έκταση, διατηρώντας μεγάλες κτηνοτροφικές επιχειρήσεις και εκμισθώνοντας τμήματα αυτής σε κτηνοτρόφους γειτονικών περιοχών προς βόσκηση, συνεχώς και αδιατάρακτα, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, μέχρι το έτος 1926, όταν η εν λόγω έκταση περιήλθε, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, στους άμεσους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων με τα ... και ...1926 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου ... Π. Γ.. Ότι το δικαίωμα αυτό μετατράπηκε, στη συνέχεια, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταγενέστερες νομοθετικές ρυθμίσεις, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, με αποτέλεσμα η επίδικη έκταση να πάψει να έχει το χαρακτήρα δημόσιου κτήματος και να καταστεί ιδιωτική. Ότι τόσο οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, Γ. Γ. και Γ. Σ. από το έτος 1926 μέχρι το θάνατό τους κατά τα έτη 1983 και 2008, αντίστοιχα, όσο και οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι μετά την υπεισέλευσή τους στην κληρονομιά των πιο πάνω δικαιοπαρόχων τους, την οποία αποδέχθηκαν νόμιμα, ασκούσαν, συνεχώς και χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από κανένα, κατά τα ανήκοντα σε καθένα από αυτούς ποσοστά συννομής εξ αδιαιρέτου, τις ειδικότερα αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση της επίδικης έκτασης, μέχρι το χρόνο της παράνομης διατάραξης της νομής τους από τους αναιρεσείοντες (στις αρχές του 2005 και κατά διάφορα χρονικά διαστήματα από το Φεβρουάριο του 2005, διαδοχικά, μέχρι την άσκηση της από 13/6/2006 προγενέστερης αγωγής τους), ενώ αντίθετα το Δημόσιο δεν προέβη σε καμία πράξη νομής όλο αυτό το διάστημα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 8 του ΟΘΝπΓαιών και 14 του ΟΘΝπΤαπίων, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.3 του ν.147 της 5.1/1.2.1914 που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, αναφορικά με το χαρακτηρισμό των παραπάνω τίτλων ως ταπίων, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 9, 20, 54, 68,78 του Οθωμανικού Νόμου της 2ης Ραμαζάν 1274 (1856) "περί γαιών", 5, 8, 9 και 15 του Νόμου περί ταπίων, της παρ.5 του ν.79/1913, του Διατάγματος 2468/1917 της προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης που κυρώθηκε και επεκτάθηκε στη λοιπή Ελλάδα με το ν.1072/1917, των άρθρων 101 έως 114 του ΠΔ της 11/12.11.1929, του ν.3250/1924, του άρθρου 2 του αν.ν. 1539/1938, των άρθρων 174, 1033 ΑΚ, 51 και 55 ΕισΝΑΚ και του άρθρου 3 του ν. 998/1979 που αναφέρονται στο αναιρετήριο. Και τούτο, διότι όπως προκύπτει και από την επισκόπιση, κατ’ άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των επίμαχων αποδεικτικών εγγράφων (αποσπάσματα από το αυτοκρατορικό κτηματολόγιο σε νόμιμη μετάφραση από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα) αυτά φέρουν τα βασικά χαρακτηριστικά των "ταπίων", σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που αναφέρθηκαν στην αρχή, δεδομένου ότι αναγράφονται σε αυτά, μεταξύ άλλων, τα έτη έκδοσής τους (1890-1891), τα στοιχεία που αφορούν το είδος του εκδοθέντος οθωμανικού τίτλου ιδιοκτησίας (ταπιά), η κατηγορία του ακινήτου που παραχωρήθηκε (δημόσια γαία), το είδος του ακινήτου (χειμερινή βοσκή), η τοποθεσία, τα όρια και η έκταση του ακινήτου, τα ονόματα των ιδιωτών που συμβλήθηκαν για τη μεταβίβαση ("οιονεί αγοραπωλησία") του ακινήτου που παραχωρήθηκε, το τίμημα που συμφωνήθηκε, το ποσοστό (εξ αδιαιρέτου) του δικαιώματος που παραχωρήθηκε στο ακίνητο, η ένδειξη ότι οι πιο πάνω τίτλοι εκδόθηκαν στο όνομα του αυτοκρατορικού κτηματολογίου μέχρι την κατάρτιση και έκδοση του (οριστικού) τίτλου ιδιοκτησίας και οι σχετικές βεβαιώσεις του δημόσιου ταμία, του γραμματέα ταπίων του αυτοκρατορικού κτηματολογίου και του εκπροσώπου του ιεροδικείου στο τέλος κάθε τίτλου. Δεν ήταν απαραίτητο να αναγράφεται πανηγυρικά και το είδος του παραχωρούμενου δικαιώματος, ως δικαιώματος "εξουσίασης", αφού αυτό σαφώς προκύπτει από τα επιμέρους εννοιολογικά χαρακτηριστικά των επίμαχων τίτλων, ούτε η ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος αποκλείεται, επειδή η μεταβίβασή του έγινε από ιδιώτη σε ιδιώτη, η οποία επίσης αποτελούσε νόμιμη μορφή παραχώρησης δικαιώματος "εξουσίασης" με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 456 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί με βάση τις συντρέχουσες περιστάσεις να θεωρήσει γνήσιο χωρίς απόδειξη ξένο δημόσιο έγγραφο και για το σκοπό αυτόν μπορεί να θεωρήσει επαρκή την επικύρωσή του από το Υπουργείο Εξωτερικών ή από πρεσβευτή ή πρόξενο της Ελλάδας. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 455 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι τα αλλοδαπά δημόσια έγγραφα δεν έχουν εκ του νόμου τεκμήριο γνησιότητας, δηλαδή ότι αυτά προέρχονται από το δημόσιο λειτουργό που εμφανίζεται ως εκδότης τους, όπως τα ημεδαπά δημόσια έγγραφα, το δικαστήριο όμως έχει την ευχέρεια να θεωρήσει ξένο δημόσιο έγγραφο ως γνήσιο και χωρίς απόδειξη, με βάση τις συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 485/2013). Τέτοια έγγραφα συνιστούν και τα οθωμανικά έγγραφα ιδιοκτησίας που εκδόθηκαν από τον αρμόδιο (Οθωμανό) υπάλληλο, όπως είναι και τα ταπιά. Στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας αυτός που προσάγει το οθωμανικό έγγραφο πρέπει ν’ αποδείξει (εφόσον ο αντίδικός του αμφισβητεί το κύρος αυτού) ότι είναι συντεταγμένο κατά τους νόμιμους τύπους του οθωμανικού δικαίου, ενώ ο διάδικος που αμφισβητεί την ακρίβεια του περιεχομένου του φέρει το βάρος απόδειξης της αμφισβήτησης που προβάλλει (ΑΠ1243/1996, ΑΠ239/1838).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, όπως συμβαίνει, μεταξύ άλλων, και όταν λήφθηκε υπόψη έγγραφο, του οποίου ο αντίδικος εκείνου που το προσκόμισε αμφισβήτησε τη γνησιότητά του και αυτή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.α’ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, με το να δεχτεί ότι οι επίμαχοι τίτλοι (ταπιά), τα οποία αποτελούν αλλοδαπά δημόσια έγγραφα, είναι γνήσιοι, χωρίς να διαλαμβάνει συγχρόνως στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις οριζόμενες από το άρθρο 456 ΚΠολΔ συγκεκριμένες περιστάσεις, με βάση τις οποίες κατέληξε στην παραπάνω αποδεικτική κρίση, μολονότι οι αναιρεσείοντες αμφισβήτησαν τη γνησιότητά τους. Όμως όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περιγράφονται με πληρότητα οι συγκεκριμένες περιστάσεις, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι τα επίμαχα ταπιά είναι γνήσια. Συγκεκριμένα δέχθηκε, ανέλεγκτα, μεταξύ άλλων, ότι: α) οι τίτλοι αυτοί περιέχουν τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, όπως αναλυτικά περιγράφηκαν παραπάνω, β) με βάση τους ίδιους τίτλους παρασχέθηκε στους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων το δικαίωμα "εξουσίασης" στη χειμερινή βοσκή "..." (επίδικη), το οποίο, στη συνέχεια, μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών, αρχικά κατά ποσοστό 4/5 εξ αδιαιρέτου και, ακολούθως, κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις των νόμων 2052/1920, 4229/1929, 1540/1938 και του Δ/τος της 11/12.11.1929, γ) με την ... π.ε./20.1.1926 απόφαση του τότε Υπουργού Γεωργίας επιτράπηκε στους αναφερόμενους στους πιο πάνω τίτλους συνιδιοκτήτες της επίδικης έκτασης Α. Ζ. και Σ. Χ. (απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων) η πώληση των μεριδίων τους στους κατονομαζόμενους στην πιο πάνω απόφαση κτηνοτρόφους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων Γ. Σ. και Γ. Γ., δ) με τα ... και ...10.2.1926, συμβόλαια του τότε συμβολαιογράφου ... Π. Γ. που μεταγράφηκαν νόμιμα οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων αγόρασαν από κοινού με τους πιο πάνω κτηνοτρόφους, κατά ποσοστό 1/11 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από τους αρχικούς συνιδιοκτήτες Α. Ζ. και Σ. Χ. (το γένος Δ. Ζ.) τα 27,50/40 εξ αδιαιρέτου του επίδικου χορτολιβαδίου "..." και ε) μεταξύ των επίμαχων ταπίων και των προαναφερόμενων συμβολαίων υπάρχει ιστορική συνέχεια.

Συνεπώς το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, τα τρία πιο πάνω ταπιά, ούτε παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 456 ΚΠολΔ ως προς την αποδεικτική δύναμη των αλλοδαπών δημόσιων εγγράφων, αφού, ως προς τη γνησιότητα αυτών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τις συγκεκριμένες περιστάσεις που προεκτέθηκαν και δεν αρκέστηκε, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, μόνο στην παραδοχή ότι "η γνησιότητα των αποσπασμάτων από το αυτοκρατορικό κτηματολόγιο αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους και το κυρίως παρεμβαίνον, χωρίς όμως να προσβληθούν ως πλαστά", όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Συνακόλουθα, και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14/11/2015 αίτηση των Θ. Τ. κ.λ.π. για αναίρεση της 403/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Π. 585/2016

Σχόλια